1047/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την .../17-7-2017 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πατρών Μ. Γ., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση του αναιρεσείοντος προς τον αναιρεσίβλητο για να παραστεί κατά τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (5-12-2017), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον τελευταίο, ο οποίος το παρέλαβε ανεπιφύλακτα (ΚΠολΔ 123, 124 παρ.1). Ο αναιρεσίβλητος, όμως, δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου της εν λόγω δικασίμου ούτε κατέθεσε, κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά τη δικονομική απουσία του (ΚΠολΔ 568 παρ.4 και 576 παρ.2).
Legislator headnote
AI generated1047/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκε η 624/2013 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία έγιναν εν μέρει δεκτές οι αγωγές και δη για τα ποσά των 15.926 ευρώ και 26.675,48 ευρώ, αντίστοιχα. Κατά της πιο πάνω απόφασης, άσκησαν εφέσεις αμφότερα τα διάδικα μέρη, επί των οποίων εκδόθηκε η 296/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1047 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1047/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.
Του αναιρεσείοντος: Δ. Τ. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Αντωνίας Τσίκα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Λ. Β. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 5-9-2012 και 23-11-2012 δύο αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας με αριθμούς ...-9-2012 και ...-11-2012, αντίστοιχα. Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκε η 624/2013 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεων κατ’ αυτής από αμφότερα τα διάδικα μέρη, η 296/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-2-2016 και με αριθμό κατάθεσης …-2-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσιβλήτου στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την .../17-7-2017 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πατρών Μ. Γ., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση του αναιρεσείοντος προς τον αναιρεσίβλητο για να παραστεί κατά τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (5-12-2017), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον τελευταίο, ο οποίος το παρέλαβε ανεπιφύλακτα (ΚΠολΔ 123, 124 παρ.1). Ο αναιρεσίβλητος, όμως, δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου της εν λόγω δικασίμου ούτε κατέθεσε, κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά τη δικονομική απουσία του (ΚΠολΔ 568 παρ.4 και 576 παρ.2).
2. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, με τις ένδικες από 5-9-2012 και 23-11-2012 (με αριθμούς κατάθεσης ...-9-2012 και ...-11-2012, αντίστοιχα) αγωγές ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, επικαλούμενος σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας προσελήφθη από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα για να εργασθεί επί πενθήμερο, ως αρχιτεχνίτης ζαχαροπλάστης, στο ζαχαροπλαστείο που διατηρούσε στον ..., αντί συμφωνημένων μηνιαίων αποδοχών ανερχομένων από το έτος 2005 στο ποσό των 2.200 ευρώ και ότι ο τελευταίος την 21-9-2012 κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση, χωρίς να του καταβάλει ολόκληρη τη νόμιμη αποζημίωση, ζήτησε, με την πρώτη αγωγή, το συνολικό ποσό των 47.583,60 ευρώ για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, αποδοχές για εργασία κατά τα Σάββατα, αποδοχές και επιδόματα αδείας και υπόλοιπο δώρου Πάσχα και με τη δεύτερη αγωγή το ποσό των 26.675,48 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης και το ποσό των 23.232 ευρώ ως αποζημίωση για διαφορά επιδόματος ανεργίας από τον ΟΑΕΔ.
Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκε η 624/2013 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία έγιναν εν μέρει δεκτές οι αγωγές και δη για τα ποσά των 15.926 ευρώ και 26.675,48 ευρώ, αντίστοιχα. Κατά της πιο πάνω απόφασης, άσκησαν εφέσεις αμφότερα τα διάδικα μέρη, επί των οποίων εκδόθηκε η 296/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Με την απόφαση αυτή, η έφεση του εναγομένου απορρίφθηκε, η δε έφεση του ενάγοντος έγινε δεκτή, εξαφανίσθηκε η τότε εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολό της για την ενότητα του τίτλου της αναγκαστικής εκτέλεσης και, μετά από νέα εκδίκαση των αγωγών, αυτές έγιναν εν μέρει δεκτές και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στον ενάγοντα τα ποσά των 21.426 ευρώ και 26.675,48 ευρώ, αντίστοιχα.
Κατά της εν λόγω τελεσίδικης απόφασης, η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο την 4-1-2016, ο τελευταίος άσκησε την από 2-2-2016 και με αριθμό κατάθεσης ...-2016 αίτηση αναίρεσης, νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144).
Συνεπώς, η αίτηση είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).
3. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ’ ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, για του οποίου την απόδειξη ο διάδικος επικαλείται το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008).
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική διαβεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ’ είδος μόνο αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν νομίμως στην κρίση του, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 765/2014).
Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ’ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη έγγραφο, αλλά του προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 569/2017, ΑΠ 967/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης, κατά το πρώτο μέρος, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ’ ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη έγγραφα, τα οποία νομίμως επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιόν του ο αναιρεσείων και συγκεκριμένα α) την από 5-10-2006 γνωστοποίηση ατομικής σύμβασης μερικής απασχόλησης, με αριθμό πρωτοκόλλου ...-10-2006 του Τμήματος Κοινωνικής Επιθεώρησης του νομού Ηλείας, β) την από 5-10-2006 αναγγελία πρόσληψης του ήδη αναιρεσιβλήτου, υπογεγραμμένη από τον τελευταίο ως εργαζόμενο και γ) τις από 24-11-2006 και 17-1-2012 δύο εκθέσεις επιτόπιου ελέγχου των αρμοδίων επιθεωρητών εργασίας του τοπικού υποκαταστήματος ΙΚΑ- ..., από τα οποία προέκυπτε ότι ο ενάγων προσελήφθη στην επιχείρηση του εναγομένου την 5-10-2006, ως τεχνίτης ζαχαροπλαστικής και υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης και συνεπώς ο ενάγων δεν δικαιούται διαφορά αποζημίωσης απόλυσης και διαφορές αποδοχών, που ζητεί με τις αγωγές του.
Όμως, από τη ρητή διαβεβαίωση, που υπάρχει στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι ελήφθησαν υπόψη "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν", αλλά και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης και δη από τις σκέψεις και παραδοχές της (βλ. παρακάτω, αρ.8), που αφορούν τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, για την απόδειξη των οποίων επικαλείται τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα ως άνω έγγραφα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός, καθορίζοντας σύμφωνα με την αρχή της ηθικής απόδειξης (ΚΠολΔ 340) τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα.
Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος είναι αβάσιμος.
4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και συνεπεία της παραβίασης αυτής προσδίδει σε ένα από αυτά μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ορίζει ο νόμος και όχι όταν το εκτιμά ελεύθερα κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ και του αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα από εκείνη που του αποδίδει ο αναιρεσείων.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ, τα δημόσια έγγραφα αποτελούν πλήρη απόδειξη, επιτρεπόμενης ανταπόδειξης μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών και μόνο για τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία βεβαιώνεται στο έγγραφο ότι έγιναν από το συντάκτη αυτού ή ενώπιόν του. Παράλληλα, κατά το άρθρο 440 ΚΠολΔ, αποτελούν πλήρη απόδειξη, επιτρεπόμενης ανταπόδειξης, χωρίς την προσβολή τους ως πλαστών, για τα πραγματικά περιστατικά που βεβαιώνονται στα δημόσια έγγραφα, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης τους (ΑΠ 883/2013, ΑΠ 1152/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης (πρώτο), κατά το δεύτερο μέρος, προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.12 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι παραβίασε την αποδεικτική κατά νόμο δύναμη της πλήρους απόδειξης των ως άνω αναφερόμενων εγγράφων (ήτοι της από 5-10-2006 γνωστοποίησης ατομικής σύμβασης μερικής απασχόλησης, της από 5-10-2006 αναγγελίας πρόσληψης και των από 24-11-2006 και 17-1-2012 δύο εκθέσεων ελέγχου των αρμοδίων επιθεωρητών εργασίας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), δεχθείσα ότι ο ενάγων προσελήφθη την 1-12-1996, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, ως αρχιτεχνίτης ζαχαροπλάστης και με μηνιαίες αποδοχές ανερχόμενες στο ποσό των 2.200 ευρώ, ενώ από τα πιο πάνω έγγραφα αποδεικνύεται ότι αυτός προσελήφθη την 5-10-2006, ως τεχνίτης ζαχαροπλαστικής, υπό μερική αρχικά απασχόληση και με λιγότερες μηνιαίες αποδοχές.
Ο λόγος αυτός, σε σχέση με τα δύο πρώτα έγγραφα (γνωστοποίηση ατομικής σύμβασης και αναγγελία πρόσληψης), είναι απαράδεκτος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι τα έγγραφα αυτά (τα οποία ο αναιρεσείων υπολαμβάνει ότι φέρουν το χαρακτήρα δημοσίων εγγράφων, επειδή πρωτοκολλήθηκαν και φυλάσσονται στις αρμόδιες δημόσιες υπηρεσίες), δεν είναι δημόσια, αλλά ιδιωτικά και αξιολογούνται με βάση την καθιερούμενη από το άρθρο 340 ΚΠολΔ γενική αρχή της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, ενώ σε σχέση με τις δύο εκθέσεις ελέγχου του επιθεωρητή εργασίας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, στις οποίες αναγράφεται ως ημερομηνία πρόσληψης του ενάγοντος η 5-10-2006, ελέγχεται ως αβάσιμος, εφόσον σε κάθε περίπτωση επιτρεπτά χωρεί ανταπόδειξη, χωρίς ανάγκη προσβολής τους ως πλαστών. 5.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου, στο οποίο στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο την κρίση του, απέδωσε σε αυτό περιεχόμενο καταδήλως διάφορο του αληθινού, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Αντιθέτως, δεν υπάρχει παραμόρφωση, όταν το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τη συνεκτίμηση περισσοτέρων αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και το επίμαχο έγγραφο, χωρίς τούτο να εξαίρεται ιδιαιτέρως, όπως και όταν το δικαστήριο, αξιολογώντας το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, οδηγήθηκε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, αφού η κρίση αυτή, κατ’ άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, διότι ανάγεται στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 699/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, διότι δεχόμενη, αφενός ως χρόνο πρόσληψης του ενάγοντος στην επιχείρηση του εναγομένου την 1-12-1996, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, με την ειδικότητα του αρχιτεχνίτη ζαχαροπλάστη, αφετέρου δε ως συμβατικά συμφωνηθέντα μισθό το ποσό των 2.200 ευρώ, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των προαναφερόμενων τεσσάρων εγγράφων, αφού δέχθηκε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά από τα αναφερόμενα σε αυτά.
Ωστόσο, η προσβαλλόμενη απόφαση ουδόλως παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, αλλά προέβη σε προσήκουσα ανάγνωση, με την εξαγωγή αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από εκείνο το οποίο θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, στο οποίο, μάλιστα, κατέληξε με τη συνδυαστική εκτίμηση των εν λόγω εγγράφων με το σύνολο των λοιπών αποδεικτικών μέσων, τα οποία είχαν τεθεί υπό την κρίση του και στα οποία, κυρίως, στηρίχθηκε.
Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος είναι αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος, με τον οποίο στην πραγματικότητα και με πρόσχημα την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ προβάλλεται παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο, είναι απαράδεκτος. 6.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος ιδρύεται και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι "πράγματα" που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναίρεσης, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, οι οποίοι αποκρούονται ή γίνονται δεκτοί με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβάσιμων ή βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.
Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδείξεων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ’ ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 576/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ανύπαρκτα στοιχεία, που δεν περιέχονται σε οποιαδήποτε από τις δύο αγωγές ούτε στις προτάσεις του ήδη αναιρεσιβλήτου και ειδικότερα δέχθηκε ότι οι σχέσεις των διαδίκων ήταν σχετικά καλές μέχρι τις αρχές του έτους 2012, οπότε ο εναγόμενος ανακοίνωσε στον ενάγοντα ότι θα προβεί σε μείωση του μισθού του, χωρίς όμως να επιτευχθεί εν τέλει οποιαδήποτε μεταξύ τους συμφωνία και ότι έκτοτε οι σχέσεις των διαδίκων διαρρήχθηκαν και ο εναγόμενος έπαυσε να του καταβάλλει τις συμφωνημένες αποδοχές.
Ο λόγος αυτός, με τον οποίο επιχειρείται να αποδοθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, δεν ιδρύεται στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού το περιστατικό αυτό συνιστά συμπέρασμα του δικαστηρίου, το οποίο εξήχθη από την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν εμπίπτει στην έννοια των πραγμάτων.
Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος είναι απαράδεκτος.
7. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ενώ δεν δημιουργείται ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαίτερα και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1340/2017).
8. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 561 παρ.2), προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Πατρών, εκτιμώντας όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ως προς την ουσία της υπόθεσης, τα εξής ουσιώδη:
Ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) προσελήφθη την 1-12-1996, στον ..., από τον εναγόμενο (ήδη αναιρεσείοντα), με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί επί πενθήμερο εβδομαδιαίως, με την ειδικότητα του αρχιτεχνίτη ζαχαροπλάστη, στο ζαχαροπλαστείο που εκεί διατηρούσε ο τελευταίος, επί της οδού ..., αντί συμφωνημένων μηνιαίων αποδοχών, ανερχομένων σε 2.200 ευρώ κατά το χρόνο της απόλυσής του.
Ότι πριν την πρόσληψή του, ο ενάγων είχε εργασθεί επί δώδεκα (12) χρόνια, με την ως άνω ειδικότητα, σε γνωστά ζαχαροπλαστεία της Αθήνας και σε ζαχαροπλαστείο της Αμαλιάδας, συνεργαζόμενος με τον αδελφό του και, όταν έφυγε από εκεί, αναζήτησε εργασία στην επιχείρηση του εναγομένου. Ότι στην επιχείρηση του τελευταίου εργάσθηκε μέχρι την 21-9-2012, οπότε ο εναγόμενος κατήγγειλε τη μεταξύ τους εργασιακή σύμβαση.
Ότι η χρονολογία πρόσληψης του ενάγοντος τοποθετείται την 1-12-1996 και όχι την 5-10-2006, όπως αβάσιμα ισχυρίσθηκε πρωτοδίκως και επαναλαμβάνει με την έφεσή του ο εναγόμενος. Ότι από την ημέρα των εγκαινίων του ζαχαροπλαστείου την 21-12-1996, όπως εμφαίνεται σε φύλλο τοπικής εφημερίδας, αναφέρεται ο ενάγων ως υπεύθυνος της παρασκευής γλυκισμάτων.
Ότι ενδεικτικά προσκομίζονται από τον τελευταίο δύο τιμολόγια αγοράς πρώτων υλών κατά το έτος 2004, στα οποία υπογράφει ο ίδιος. Ότι και από την .../9-4-2013 ένορκη βεβαίωση των Γ. Π. και Ι. Κ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αμαλιάδας Α. Λ., προκύπτει ότι ήταν γνωστό στο περιβάλλον του ενάγοντος ότι αυτός εργαζόταν για πολλά έτη στην παραπάνω επιχείρηση, ως αρχιτεχνίτης ζαχαροπλάστης και όχι ως απλός εργάτης, από ώρα 07:00 έως 15:00 και αμειβόταν με πολύ καλό μισθό, λόγω της προϋπηρεσίας που είχε και των ιδιαιτέρων δεξιοτήτων του στο χώρο της ζαχαροπλαστικής, δηλαδή από το έτος 2005 αμειβόταν με μηνιαίο μισθό 2.200 ευρώ για πενθήμερη εργασία, που είχε συμφωνηθεί, έχοντας στο πλευρό του και δύο βοηθούς.
Ότι δεν προέκυψε ότι όλα αυτά τα χρόνια εργάσθηκε στο εν λόγω ζαχαροπλαστείο κάποιος άλλος αρχιτεχνίτης, πέραν του ενάγοντος. Ότι οι σχέσεις των διαδίκων ήταν σχετικά καλές μέχρι τις αρχές του έτους 2012, οπότε ο εναγόμενος ανακοίνωσε στον ενάγοντα ότι θα προβεί σε μείωση του μισθού του, χωρίς όμως να επιτευχθεί οποιαδήποτε μεταξύ τους συμφωνία.
Ότι έκτοτε οι σχέσεις των διαδίκων διαρρήχθηκαν και ενώ ο ενάγων ήταν συνεπής στις υποχρεώσεις του, ο εναγόμενος εργοδότης δεν του κατέβαλε από το Φεβρουάριο 2012 έως και τον Αύγουστο του ίδιου έτους τις αποδοχές που του όφειλε. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές (και όσες άλλες αναφέρονται διεξοδικά στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά δεν ενδιαφέρουν ενταύθα), το Εφετείο δέχθηκε ότι η μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σύμβαση καταρτίσθηκε την 1-12-1996, δυνάμει της οποίας ο ενάγων παρείχε την εργασία του στην επιχείρηση του εναγομένου επί οκτάωρο ημερησίως και πενθήμερο εβδομαδιαίως, με την ειδικότητα του αρχιτεχνίτη ζαχαροπλάστη, οι δε μηνιαίες αποδοχές του, κατά το χρόνο της απόλυσής του, ανερχόταν στο ποσό των 2.200 ευρώ. 9.
Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης, διότι [δήθεν] περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, πλην όμως, η ανεπάρκεια και η αντιφατικότητα των αιτιολογιών αφορούν στην εκτίμηση των αποδείξεων.
Ως εκ τούτου, ο εξεταζόμενος λόγος είναι απαράδεκτος. Αν, όμως, ήθελε θεωρηθεί ότι με το λόγο αυτό πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης, συνιστάμενη στο ότι οι αιτιολογίες της απόφασης είναι ανεπαρκείς και αντιφατικές, τότε ο εξεταζόμενος λόγος ελέγχεται αβάσιμος, διότι, έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, εφόσον κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίας, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής του νόμου.
Περαιτέρω, στον ίδιο λόγο διαλαμβάνονται αιτιάσεις ότι το Εφετείο, εκτιμώντας τα αποδεικτικά μέσα, έκανε σαφή αναφορά τόσο στην .../9-4-2013 ένορκη βεβαίωση των μαρτύρων απόδειξης Γ. Π. και Ι. Κ., που εξετάσθηκαν με επιμέλεια του ήδη αναιρεσιβλήτου, όσο και στην .../9-4-2013 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα ανταπόδειξης Ε.
Τ., που εξετάσθηκε με επιμέλεια του ήδη αναιρεσείοντος και ότι στη συνέχεια, κατ’ εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, δέχθηκε ως αποδειχθέν το ότι ο ενάγων προσελήφθη στην επιχείρηση του εναγομένου την 1-12-1996 και όχι την 5-10-2006, απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον ανταποδεικτικό ισχυρισμό του τελευταίου. Ότι για να καταλήξει στην κρίση αυτή, έλαβε υπόψη και ειδικώς μνημονεύει την ως άνω ένορκη βεβαίωση των μαρτύρων του ενάγοντος, ενώ ουδεμία αναφορά κάνει στο όλως αντίθετο περιεχόμενο της ένορκης βεβαίωσης της μάρτυρα του εναγομένου και έτσι προέκρινε, χωρίς ειδικότερη αιτιολογία, την πρώτη εξ αυτών, οδηγούμενο στην ως άνω παραδοχή, η οποία ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, καθόσον υπολόγισε και επιδίκασε την αποζημίωση απόλυσης του ενάγοντος με βάση την ανωτέρω προϋπηρεσία.
Οι αιτιάσεις αυτές, συνιστούν τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ.12 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το Εφετείο δεν έδωσε την πρέπουσα βαρύτητα στην ένορκη βεβαίωση, που προσκομίσθηκε από τον ήδη αναιρεσείοντα. Όμως, ο λόγος αναίρεσης από την ως άνω διάταξη ιδρύεται αν παραβιάσθηκαν ορισμοί του νόμου, που καθιερώνουν κατ’ εξαίρεση ορισμένη αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων και όχι, όπως εν προκειμένω, όταν αυτά εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ, οπότε δεν ελέγχεται αναιρετικώς η τέτοια εκτίμηση και, συνεπώς, ο ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος.
10. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται ελλείψει σχετικού αιτήματος, αφού ο αναιρεσίβλητος δεν παρέστη (ΚΠολΔ 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-2-2016 και με αριθμό κατάθεσης ...-2016 αίτηση για αναίρεση της 296/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 20η Απριλίου 2018.
Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 5η Ιουνίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ