1047/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1047/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξ ετέρου, η εφαρμογή της ανωτέρω ρύθμισης, η οποία περιορίζει με το ως άνω όριο την ευθύνη του Επικουρικού Κεφαλαίου και επί των ήδη γεγενημένων αξιώσεων είναι ανίσχυρη, διότι είναι αντίθετη προς το προαναφερθέν άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε (μαζί με τη σύμβαση) με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των νόμων ισχύ.
Full text
Απόφαση 1047 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1047/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΑΕ", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Δ. του Χ., 2) Χ. συζ. Ι. Δ., κατοίκων ..., 3) Ι. Δ. του Ε., κατοίκου ..., 4) Κ. Ν. του Σ., 5) Ε. Ν. του Σ., κατοίκων ... και 6) κοινωνίας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1ος, 2η και 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Μπριντάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις, ενώ οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-11-2011 αγωγή των ήδη 1ου, 2ης και 3ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου και συνεκδικάστηκε με τις από 27-12-2011 και 12-11-2012 παρεμπίπτουσες αγωγές της ασφαλιστικής εταιρίας "... ΑΑΕ", στη θέση της οποίας έχει ήδη υπεισέλθει το αναιρεσείον, καθώς και με την από 12-10-2012 αγωγή των ήδη 4ου, 5ου και 6ης των αναιρεσιβλήτων.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 419/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 32/2015 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-5-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον και οι 1ος, 2η και 3ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 14-3-2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ειρήνης Καλού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 5-5-2015 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 32/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.
β’ και γ’ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ’ άρθρο 575 εδ. β’ του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ’ αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή (ΑΠ 242/2015, ΑΠ 546/2015, ΑΠ 1726/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι η κρινόμενη από 5-5-2015 (αρ. .../2015) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αρ. 32/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη Σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ) είχε προσδιοριστεί αρχικά για τη δικάσιμο της 18-3-2016, με αριθμό πινακίου 26, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη του Προέδρου του Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2 - 4 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, όπως προκύπτει από το με ίδια ημερομηνία πινάκιο συνεδρίασης της αρχικής ως άνω δικασίμου (18-3-2016) που επιτρεπτά επισκοπείται κατ’ άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, είχαν εμφανιστεί και παρασταθεί στο ακροατήριο το αναιρεσείον ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ και οι 1ος, 2η και 3ος των αναιρεσιβλήτων (οι οποίοι παρίστανται και σήμερα) και ότι από κοινού οι ανωτέρω διάδικοι ζήτησαν να αναβληθεί η υπόθεση.
Αντίθετα, δεν είχαν παρασταθεί στην αρχική δικάσιμο, ούτε είχαν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο οι 4ος, 5ος και 6η των αναιρεσιβλήτων. Το αίτημα αναβολής έγινε δεκτό από το Δικαστήριο και η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο (άρθρ. 226 παρ. 4 ΚΠολΔ) για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν και πάλι οι απολειπόμενοι και στην προηγούμενη συνεδρίαση 4ος, 5ος και 6η αναιρεσίβλητοι, ούτε και κατέθεσαν δήλωση μη παράστασης, κατ’ άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως μόνον οι επισπεύδοντες τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης 1ος, 2η και 3ος αναιρεσίβλητοι και το αναιρεσείον ΝΠΙΔ με την επωνυμία ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ και χάριν συντομίας ΕΚ.
Επομένως, εφόσον ερημοδικούν οι 4ος, 5ος και 6η αναιρεσίβλητοι ο Άρειος Πάγος οφείλει να ελέγξει, εάν έχουν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να λάβουν μέρος στη σημερινή δικάσιμο. Περαιτέρω από την έρευνα του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει, ότι οι απολειπόμενοι ως άνω αναιρεσίβλητοι είχαν κλητευθεί στην αρχική δικάσιμο της 18-3-2016, ούτε ότι είχαν παρασταθεί διά ή μετά πληρεξουσίου δικηγόρου, διότι σε μια τέτοια περίπτωση με την μη εναντίωσή τους στην αναβολή εκ του πινακίου για τη σημερινή δικάσιμο, η τυχόν ακυρότητα της έλλειψης κλήτευσης αυτών θα είχε καλυφθεί, ούτε επίσης αποδεικνύεται ότι έχουν κλητευθεί για να παραστούν στη σημερινή δικάσιμο.
Επομένως, εφόσον δεν προκύπτει νόμιμη κλήτευση των απολειπομένων σήμερα αναιρεσιβλήτων η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς αυτούς και, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 περ. α’ και β’ και παρ. 3 του ΚΠολΔ, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση ως προς αυτούς και, επειδή πρόκειται για αξίωση από αδικοπραξία (αυτοκινητικό ατύχημα), πρέπει, λόγω της σχέσης απλής ομοδικίας, να χωρίσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους, που εκπροσωπούνται νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο και παρά την απουσία των απολειπομένων αναιρεσιβλήτων.
Διάταξη για δικαστική δαπάνη σε βάρος του αναιρεσείοντος ΕΚ και υπέρ αυτών δεν ορίζεται, διότι η απόφαση αυτή δεν είναι οριστική (ΑΠ Ολ. 4/2013).
Με το τέταρτο άρθρο του Ν. 4092/2012, ο οποίος, σύμφωνα με το έβδομο άρθρο αυτού, ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 220 τ. Α’ /8.11.2012), εισήχθησαν περιορισμοί στο ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης που καταβάλλει το Επικουρικό Κεφάλαιο. Ειδικότερα, με το στοιχείο γ’ του άνω άρθρου, αντικαταστάθηκε η παρ. 2 του άρθρου 19 του Π.Δ. 237/1986 και προβλέπεται πλέον, μεταξύ άλλων, α) ότι η αποζημίωση που καταβάλλει το Επικουρικό Κεφάλαιο για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ για κάθε δικαιούχο.
Με την ίδια δε αυτή διάταξη ορίστηκε περαιτέρω ότι η εν λόγω ρύθμιση "καταλαμβάνει και τις ήδη γεγενημένες αξιώσεις κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, χωρίς πάντως να θίγει αξιώσεις που έχουν επιδικαστεί με οριστική δικαστική απόφαση" και ότι "οι τόκοι που στις περιπτώσεις της προηγουμένης παραγράφου του παρόντος άρθρου υποχρεούται να καταβάλει το Επικουρικό Κεφάλαιό υπολογίζονται σε κάθε περίπτωση με επιτόκιο έξι τοις εκατό (6%) ετησίως".
Οι προεκτεθείσες διατάξεις του Ν. 4092/2012 είναι ανίσχυρες για τους ακόλουθους λόγους. Ο καθορισμός του ποσού των 6.000 ευρώ ως ανωτάτου ορίου για ψυχική οδύνη κάθε δικαιούχου προσκρούει ευθέως στην παρ. 4 του άρθρου 1 της δεύτερης Οδηγίας 84/5/ΕΟΚ, κατά την οποία "κάθε κράτος μέλος ιδρύει ή εγκρίνει οργανισμό, αποστολή του οποίου είναι να αποζημιώνει, τουλάχιστον εντός των ορίων της υποχρέωσης ασφάλισης, τις υλικές ζημιές ή τις σωματικές βλάβες που προκαλούνται από οχήματα αγνώστων στοιχείων ή για τα οποία δεν έχει εκπληρωθεί η υποχρέωση ασφάλισης που προβλέπεται στην παρ. 1", διάταξη η οποία καλύπτει και την χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, κατά τα προεκτεθέντα.
Επίσης, το επιβληθέν ανώτατο όριο των 6.000 ευρώ είναι αντίθετο και προς την αρχή της stricto sensu αναλογικότητας (άρθρο 25 § 1 εδάφ. δ’ του Συντάγματος), διότι η παρέμβαση αυτή του νομοθέτη δεν είναι πρόσφορη για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, ήτοι για την εξασφάλιση της βιωσιμότητας του Επικουρικού Κεφαλαίου, αλλά ούτε και αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού αυτού, αφού θα μπορούσε να επιτευχθεί το αποτέλεσμα αυτό με ηπιότερο τρόπο, είτε με το να προβλεφθεί μία έκτακτη επιδότησή του από τον κρατικό προϋπολογισμό, είτε με το να υποχρεωθεί αυτό να εξυγιάνει τα οικονομικά του μέσω της αύξησης των εσόδων του και του περιορισμού των λειτουργικών του δαπανών.
Εξ ετέρου, η εφαρμογή της ανωτέρω ρύθμισης, η οποία περιορίζει με το ως άνω όριο την ευθύνη του Επικουρικού Κεφαλαίου και επί των ήδη γεγενημένων αξιώσεων είναι ανίσχυρη, διότι είναι αντίθετη προς το προαναφερθέν άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε (μαζί με τη σύμβαση) με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των νόμων ισχύ.
Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα".
Καλύπτονται έτσι τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεγενημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.ΑΠ 6/2007, Ολ.ΑΠ 40/1998).
Έτσι, η ανωτέρω διάταξη του Ν. 4092/2012 με το να περιορίσει δραστικά το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, καταργεί ουσιαστικά την αστική αυτή απαίτηση των δικαιούχων, που γεννήθηκε με το θάνατο συγγενικού προσώπου σε τροχαίο ατύχημα. Κατά συνέπεια, είναι ασυμβίβαστη προς τη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αφού τείνει σε αδικαιολόγητη αποστέρηση περιουσιακού στοιχείου των ως άνω προσώπων, χωρίς να συντρέχουν λόγοι δημόσιας ωφέλειας.
Και τέτοιο λόγο δεν συνιστά το ταμειακό απλώς συμφέρον του Επικουρικού Κεφαλαίου.
Περαιτέρω η διάταξη με την οποία ορίζεται το ποσοστό τόκου υπερημερίας που καταβάλλεται από το Επικουρικό Κεφάλαιο σε 6% ετησίως, δηλαδή σε ποσοστό μικρότερο από εκείνο που υποχρεούνται να καταβάλουν οι οφειλέτες αυτού και το οποίο ισχύει για όλους τους διαδίκους, έρχεται σε αντίθεση 1) με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, αφού με τις διατάξεις αυτές αναγνωρίζεται υπέρ του Επικουρικού Κεφαλαίου ευνοϊκή μεταχείριση, ενώ τίθεται σε δυσμενέστερη θέση έναντι αυτού ο άλλος διάδικος και 2) με την διάταξη του προαναφερθέντος άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, δεδομένου ότι με την ανωτέρω ευνοϊκή υπέρ αυτού ρύθμιση επέρχεται βλάβη της περιουσίας του δανειστή του Επικουρικού Κεφαλαίου (στην προκειμένη περίπτωση των αναιρεσιβλήτων), χωρίς να δικαιολογείται τούτο από λόγους δημοσίου συμφέροντος, ενόψει του ότι το απλό ταμειακό συμφέρον του Επικουρικού Κεφαλαίου δεν ταυτίζεται με το δημόσιο ή το γενικό συμφέρον και δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παραβίαση των δικαιωμάτων των παθόντων από τροχαία ατυχήματα να απαιτήσουν και να λάβουν τόκους για τις αξιώσεις τους σε ποσοστό ίδιο με εκείνο που καταβάλλουν οι ιδιώτες, ενώ δεν συνιστά τέτοιο λόγο δημοσίου συμφέροντος το γεγονός ότι το Επικουρικό Κεφάλαιο, που είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, τελεί απλώς υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του κράτους (ΑΠ 1025/2015).
Τέλος, η ανωτέρω διάταξη έρχεται σε αντίθεση με την ήδη και συνταγματικώς κατοχυρωμένη (άρθρο 25 του Συντάγματος) αρχή της αναλογικότητας, κατά τα προεκτεθέντα. Η αρχή αυτή, η οποία υπαγορεύει την τήρηση της αναλογίας ανάμεσα στον επιδιωκόμενο σκοπό και τα μέσα που χρησιμοποιούνται προδήλως προσβάλλεται στην προκειμένη περίπτωση.
Και τούτο, διότι και αν θεωρηθεί ότι ο επιδιωκόμενος σκοπός είναι η προστασία του ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ, το καταβαλλόμενο ποσοστό 6% ως τόκος υπερημερίας, δηλαδή το 1/2 από εκείνο που υποχρεούται να καταβάλλει ο οφειλέτης ιδιώτης, δεν είναι αναλογικό (Ολ.ΑΠ 3, 4 και 5/2017, Ολ.ΑΠ 4/2012). Εξάλλου, με την παρ. δ’ του άρθρου τέταρτου του ν. 4092/ 2012, προστέθηκε στο τέλος του άρθρου 19 του π.δ. 237/1986 νέα παράγραφος ως εξής: "8.
Αγωγή κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου είναι παραδεκτή, μόνον αν ο ενάγων έχει υποβάλει προ της άσκησής της στο Επικουρικό Κεφάλαιο, έγγραφη αίτηση αποζημίωσης, με συνημμένα τα έγγραφα που αποδεικνύουν την απαίτησή του. Το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι υποχρεωμένο να απαντήσει αιτιολογημένα στην αίτηση εντός τριών μηνών από την υποβολή της, σύμφωνα με την παράγραφο 6 του άρθρου 6 του νόμου αυτού.
Μετά τη λήψη της απάντησης του Επικουρικού Κεφαλαίου ή την άπρακτη παρέλευση της ως άνω προθεσμίας, ο παθών δύναται να ασκήσει αγωγή κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου". Όπως συνάγεται από την τελευταία αυτή διάταξη, με αυτή θεσπίζεται ως προϋπόθεση παραδεκτού της άσκησης αγωγής εκ μέρους του παθόντος από αυτοκινητικά ατύχημα, εναντίον του Επικουρικού Κεφαλαίου, η προηγούμενη της άσκησης της αγωγής, κατάθεση έγγραφης αίτησης αποζημίωσης εκ μέρους του παθόντος, η οποία θα απευθύνεται προς το Επικουρικό Κεφάλαιο, με συνημμένα τα έγγραφα που αποδεικνύουν την απαίτησή του.
Επί της αίτησης αυτής του παθόντος, θεσπίζεται τρίμηνη προθεσμία η οποία ξεκινά από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, εντός της οποίας το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι υποχρεωμένο να απαντήσει αιτιολογημένα επί της αίτησης αυτής. Μόνο μετά τη λήψη της απάντησης του Επικουρικού Κεφαλαίου ή την άπρακτη παρέλευση της ως άνω προθεσμίας, ο παθών μπορεί να ασκήσει παραδεκτά αγωγή εναντίον του Επικουρικού Κεφαλαίου.
Περαιτέρω από το παραπάνω περιεχόμενο της διάταξης της νέας παραγράφου (με αριθμό 8), που προστέθηκε στο τέλος του άρθρου 19 του π.δ. 237/86, σε συνδυασμό με το άρθρο έβδομο του ν. 4092/2012, με το οποίο ορίζεται ότι η ισχύς του νόμου 4092/2012 αρχίζει από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από τις επί μέρους διατάξεις του, προκύπτει ότι η διάταξη αυτή που αφορά το παραδεκτό της άσκησης της αγωγής εναντίον του Επικουρικού Κεφαλαίου εφαρμόζεται στις αγωγές που ασκούνται μετά την δημοσίευση του ν. 4092/2012, ενώ για τις εκκρεμείς αγωγές που είχαν ασκηθεί πριν την δημοσίευση του ως άνω νόμου δεν απαιτείται η παραπάνω προδικασία, ούτε εξάλλου η έναρξη εφαρμογής των περιοριστικών των καταβαλλόμενων αποζημιώσεων ρυθμίσεων, συνδέεται με την έναρξη εφαρμογής της διάταξης της νέας παραγράφου (με αριθμό 8) που προστέθηκε στο τέλος του άρθρου 19 του π.δ. 237/86 με την παράγραφο δ’ του άρθρου τέταρτου του ν. 4092/2012, όπως σαφώς συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2ε’ ζ’ του π.δ. 237/1986, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της παρ. 2 από το άρθρο τέταρτο παρ.
γ’ του ν. 4092/2012), με την οποία προβλέπεται ότι οι προηγούμενες ρυθμίσεις καταλαμβάνουν και τις ήδη γεγεννημένες αξιώσεις κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, οι οποίες δεν έχουν επιδικαστεί με οριστική δικαστική απόφαση κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του ανωτέρω νόμου.
Με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον Επικουρικό Κεφάλαιο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 για ευθεία παραβίαση της ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξης του άρθρου 19 παρ. 2 του Ν. 489/1976, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 4 εδ. γ’ του Ν. 4092/2012, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα ερμήνευσε τη διάταξη αυτή, την οποία δεν εφάρμοσε, αν, και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, με την εσφαλμένη παραδοχή, ότι δήθεν η διάταξη του άρθρου 4 εδ.
γ’ του Ν. 4092/ 2012 ισχύει μόνο για τις αγωγές που ασκούνται κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου μετά την πάροδο τριών μηνών από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, ενώ έπρεπε το Εφετείο να δεχθεί ότι οι περιοριστικές ρυθμίσεις της ανωτέρω διάταξης καταλαμβάνουν και τις ένδικες αξιώσεις και να περιορίσει την αποζημίωση, που επιδίκασε στους 1ο έως 3ο αναιρεσίβλητους-οικογένεια του θύματος, στα ποσά που προβλέπει η ανωτέρω ουσιαστική διάταξη νόμου.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από το περιεχόμενο της -προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου (συνεκδικάστηκαν) οι ακόλουθες αγωγές: α) Η από 17-11-2011 (αριθ. ...2011) κύρια αγωγή των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων-οικογένεια θύματος στρεφόμενη κατά του μη διαδίκου στην παρούσα δίκη Δ.
Μ. υπαίτιου οδηγού του ΙΧΦ αυτοκινήτου και της ασφαλιστικής εταιρίας ..., στη θέση της οποίας, μετά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, λόγω οριστικής ανακλήσεως της αδείας λειτουργίας της, υπεισήλθε αυτοδικαίως στο σύνολο των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων αυτής το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφαλίσεως Ευθύνης εξ Ατυχημάτων Αυτοκινήτων".
Με την αγωγή τους οι ενάγοντες-συγγενείς ζητούσαν την καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης για το θανάσιμο τραυματισμό του στενού συγγενούς τους, Ε. Δ., τέκνου του 1ου και της 2ης και πατέρα του 3ου των αναιρεσιβλήτων κατά το ένδικο αυτοκινητικό δυστύχημα που προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου οδηγού του ζημιογόνου φορτηγού αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στη 2η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία και ήδη αντ’ αυτής το Επικουρικό Κεφάλαιο, β) η από 12-10-2012 (αριθ. .../5-10-2012) επίσης κύρια αγωγή αποζημίωσης από το ως άνω αυτοκινητιστικό ατύχημα, που άσκησαν οι τέταρτος, πέμπτος και έκτη αναιρεσίβλητοι (ενάγοντες), ως προς τους οποίους δεν ερευνάται η αίτηση αναίρεσης, εναντίον των ίδιων ως άνω εναγομένων Δ.
Μ. και ασφαλιστικής εταιρίας ... ΑΑΕ, με την οποία ζητούσαν την καταβολή αποζημίωσης και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για την ολική καταστροφή που υπέστη κατά το ένδικο ατύχημα το υπ’ αριθμ. ... ΔΧ, λεωφορείο συνιδιοκτησίας τους, και γ) η από 27-12-2011 (...) και η από 12-11-2012 (...) παρεμπίπτουσες αγωγές - αναγωγές της ασφαλιστικής εταιρείας κατά του ασφαλισμένου της οδηγού, με την ιδιότητά της ως 2η κυρίως εναγομένη στις αγωγές της οικογένειας του θύματος και της συνιδιοκτησίας του λεωφορείου.
Επί των παραπάνω αγωγών μετά τη συνεκδίκασή τους, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 419/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου - εκκαλουμένη, η οποία αφού έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου τροχαίου ατυχήματος ήταν ο 1ος εναγόμενος οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου, έκανε εν μέρει δεκτές ως κατ’ ουσίαν βάσιμες τις κύριες αγωγές, υποχρεώνοντας τους εναγόμενους να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος, σε καθένα από τους πρώτο και δεύτερη των εναγόντων της πρώτης αγωγής, το ποσό των είκοσι πέντε χιλιάδων (25.000,00) ευρώ, και στον τρίτο ενάγοντα της ίδιας αγωγής το ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000,00) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, στους δε ενάγοντες της με στοιχ. (β’ ) αγωγής-συνιδιοκτησίας του λεωφορείου το συνολικό ποσό των εβδομήντα χιλιάδων (70.000,00) ευρώ, συμμέτρως κατά το λόγο συνιδιοκτησίας τους, και επιπλέον ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των δύο χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα έξι (2.956,00) ευρώ στον πρώτο ενάγοντα και το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ στο δεύτερο ενάγοντα, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση.
Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν: 1) ή από 7-1-2014 (αρ. κατ. 9/2014) έφεση των εναγόντων-οικογένεια θύματος και ήδη τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων, 2) η από 12-7-2013 (αρ. κατ. 198/2013) έφεση του πρώτου εναγομένου Δ. Μ., 3) η από 4-2-2014 (αρ. .../2014) έφεση (εκτιμηθείσα ως αντέφεση, λόγω εκπροσθέσμου ασκήσεώς της), του υπεισελθόντος στη θέση της αρχικώς εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...
ΑΑΕ" ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο" και 4) αντέφεση με τις από 12-1-2015 προτάσεις των εναγόντων-συνιδιοκτητών του λεωφορείου, τέταρτου έως έκτου αναιρεσιβλήτων, ως προς τους οποίους δεν ερευνάται η αίτηση αναίρεσης. Με την έφεσή του (εκτιμηθείσα ως αντέφεση κατά τα προαναφερόμενα) και ειδικότερα με τον 2ο λόγο αυτής, που αφορά τους 1ο έως 3ο των αναιρεσιβλήτων-οικογένεια, (καθόσον ο 4ος συναφής λόγος αφορούσε τους συνιδιοκτήτες του λεωφορείου) καθώς και με τις κατατεθείσες κατ’ έφεση από 9-1-2015 έγγραφες προτάσεις του το αναιρεσείον Επικουρικό Κεφάλαιο ισχυρίστηκε παραδεκτώς, το πρώτον ενώπιον το Εφετείου, κατ’ άρθρο 527 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενόψει του ότι η ανάκληση της άδειας της αρχικώς εναχθείσας ασφαλιστικής εταιρίας έλαβε χώρα μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης, τον οψιγενή ισχυρισμό, ότι με βάση τη διάταξη του άρθρου 19 § 2 του κωδικοποιημένου (με το Π.Δ. 237/1986) νόμου 489/1976, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το Ν. 4092/8-11-2012, α) η ευθύνη του για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης στους τρεις πρώτους αναιρεσίβλητους, περιορίζεται στο ποσό των 6.000 ευρώ ανά δικαιούχο, β) ότι η ευθύνη του για αποζημίωση των τέταρτου, πέμπτου και έκτης των αναιρεσιβλήτων περιορίζεται σύμφωνα με τις διαβαθμίσεις που προβλέπει η ως άνω διάταξη και γ) ότι το ανώτατο όριο ευθύνης του, για όλους τους αναιρεσίβλητους, ανέρχεται στο ποσό των 100.000 ευρώ με περαιτέρω ποσοστιαία μείωση της αξίωσης καθενός κατά τις διαβαθμίσεις που ορίζει η διάταξη αυτή.
Αναφορικά με τους πιο πάνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τα εξής, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ): "Στην προκειμένη περίπτωση, το ν.π.ι.δ. Επικουρικό Κεφάλαιο, το οποίο υπεισήλθε, αυτοδικαίως, στη θέση της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, της οποίας η άδεια ανακλήθηκε κατά τα προαναφερόμενα, παραδεκτά με την άνω αντέφεσή του, προβάλει τον ισχυρισμό, του περιορισμού της ευθύνης του, για αποζημίωση των εναγόντων, μέχρι του ποσοστού 70% της αποζημίωσης που τυχόν επιδικαστεί σ’ αυτούς, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.
γ’ του ν. 4.092/2012, που αντικατέστησε το άρθρο 19 του π.δ. 237/1986. Από όλα όμως τα ανωτέρω και ανεξαρτήτως του ζητήματος της συνταγματικότητας ή μη των διατάξεων του ν. 4092/2012, καθώς και της αντίθεσής τους ή μη στις διατάξεις του Κοινοτικού δικαίου, συνάγεται κατά την κρίση του δικαστηρίου τούτου, ότι ο σκοπός του νομοθέτη, ήταν να τεθούν σε ισχύ και να αρχίσει η εφαρμογή των διατάξεων του ν. 4092/2012 που αφορούν το Επικουρικό Κεφάλαιο, έστω κι αν ανάγονται σε "γεγεννημένες αξιώσεις" εναντίον του, όχι όσον αφορά τις αγωγές που είχαν ήδη ασκηθεί και ήταν εκκρεμείς χωρίς να έχει εκδοθεί επ’ αυτών οριστική απόφαση, πριν από τη δημοσίευση του άνω νόμου στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (8.11.2012), αλλά μόνον όσον αφορά τις αγωγές που ασκούνται εναντίον του Επικουρικού Κεφαλαίου, μετά την πάροδο τουλάχιστον τριών μηνών από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (9.2.2013).
Τούτο διότι, μόνο μετά την πάροδο του εν λόγω χρονικού διαστήματος μπορεί να τεθεί σε εφαρμογή η νέα παράγραφος, με αριθμό 8, που προστέθηκε στο άρθρο 19 του π.δ. 237/1986 και θέτει ως προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης αγωγής εναντίον του Επικουρικού Κεφαλαίου, την προηγούμενη υποβολή έγγραφης αίτησης αποζημίωσης εκ μέρους του παθόντος, η οποία να απευθύνεται προς το Επικουρικό Κεφάλαιο, με συνημμένα τα έγγραφα που αποδεικνύουν την απαίτησή του.
Κατόπιν των ανωτέρω παραδοχών, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση οι υπό κρίση αγωγές έχουν κατατεθεί στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στις 4-1-2012 η με στοιχ. (α’ ) (.../2011) αγωγή και στις 22-11-2012 η με με στοιχ. (β’ ) (.../15-10-2012) αγωγή, αντίστοιχα, δηλαδή πολύ περισσότερο των τριών μηνών πριν τη δημοσίευση του ανωτέρω νόμου, ο σχετικός ισχυρισμός περί περιορισμού της ευθύνης του, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 του ν. 4092/2012 που πρόβαλε το Επικουρικό Κεφάλαιο, είναι απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος...".
Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσίαν την από 7-1-2014 έφεση της οικογένειας, την από 12-7-2013 έφεση του υπαίτιου οδηγού και τυπικά την από 4-2-2014, εκτιμηθείσα ως αντέφεση του ΕΚ. Στη συνέχεια, απέρριψε κατ’ ουσίαν τις δύο αντεφέσεις (του ΕΚ και της συνιδιοκτησίας του λεωφορείου, που είχε ασκηθεί με τις προτάσεις) και, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ’ αρ. 419/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, κατά τα κεφάλαια που αναφέρονται στο σκεπτικό της, δέχτηκε εν μέρει τις αγωγές της οικογένειας και της συνιδιοκτησίας του λεωφορείου και υποχρέωσε τους εναγόμενους οδηγό του ΙΧΦ αυτοκινήτου και το Επικουρικό Κεφάλαιο καθένα εις ολόκληρον, καθόσον μεν αφορά στην πρώτη αγωγή (της οικογένειας) να καταβάλουν ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στους πρώτο και δεύτερη από τους ενάγοντες (γονείς) το ποσό των 25.000 ευρώ, για καθένα απ’ αυτούς, και στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των 60.000 ευρώ, καθόσον δε αφορά στη δεύτερη αγωγή (της συνιδιοκτησίας) να καταβάλουν στους ενάγοντες συμμέτρως, κατά το λόγο της συνιδιοκτησίας τους, ως αποζημίωση για τις ζημιές του λεωφορείου τους το ποσό των 40.000 ευρώ και επί πλέον στον καθένα τα ποσά των 2.956 και των 3.000 ευρώ, αντίστοιχα, όλα δε τα παραπάνω επιδικασθέντα ποσά, που υπερβαίνουν το ποσό των 100.000 ευρώ, το οποίο, κατά το αναιρεσείον (Επικουρικό Κεφάλαιο) αποτελεί το ανώτατο όριο ευθύνης του σύμφωνα με το άρθρο 4γ του Ν. 4092/2012, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, και ειδικότερα με το να απορρίψει τον προβληθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί περιορισμού της ευθύνης του, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 του ν. 4092/ 2012, διότι όπως δέχτηκε οι αγωγές των αναιρεσιβλήτων είχαν κατατεθεί στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου πριν από τη δημοσίευση του ανωτέρω νόμου και όχι μετά την πάροδο τριών μηνών από την δημοσίευσή του, έσφαλε μεν ως προς την αιτιολογία, εφόσον οι ως άνω διατάξεις δεν ήταν εφαρμοστέες, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν ως αντισυνταγματικές και αντικείμενες στο άρθρο 1 § 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και στις παραπάνω Οδηγίες, πλην όμως ορθώς κατ’ αποτέλεσμα έκρινε, απορρίπτοντας τον ως άνω ισχυρισμό του ήδη άναιρεσείοντος Επικουρικού Κεφαλαίου και συνεπώς είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος ο στηριζόμενος στο άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης.
Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να εισαχθεί το παράβολο, που έχει καταθέσει το αναιρεσείον για την άσκησή της, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί το αναιρεσείον ΝΠΙΔ λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων 1ου έως 3ου των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι δεν κατέθεσαν προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 5-5-2015 (αρ. .../2015) αίτησης για την αναίρεση της υπ’ αρ. 32/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης (ειδική διαδικασία του άρθρ. 681Α ΚΠολΔ), ως προς τους 4ο, 5ο και 6η των αναιρεσιβλήτων.
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως προς τους 1ο, 2η και 3ο των αναιρεσιβλήτων.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον Επικουρικό Κεφάλαιο στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων 1ου έως 3ου των αναιρεσιβλήτων, που καθορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ