Legislator Case Law & Legislation
1047/2015 AI generated

1047/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1047/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1047/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1047 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1047/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Πλιάτσικα.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... "...", "... ...", πρώην "...", πρώην "...", πρώην "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Βαρότσο .

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-21999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20435/2001 εν μέρει μη οριστική και εν μέρει οριστική 33124/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 2554/2007 εν μέρει μη οριστική και εν μέρει οριστική και 1/2010 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση των εφετειακών αποφάσεων ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 19-5-2010 αίτησή της και τους από 23-3-2012 πρόσθετους λόγους.

Εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 1563/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης το οποίο εξέδωσε την 590/2014 απόφαση του. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 15-7-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 5-1-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της προσβαλλομένης απόφασης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 270 ΚΠολΔ, όπως είχε διαμορφωθεί μετά την τροποποίησή του με τα άρθρα 11 του ν. 1478/1984 και 3 § 10 του ν. 2207/1994, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Με τη διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται και στην κατ’ έφεση δίκη (ΚΠολΔ 524), καθιερώθηκε η ελεύθερη απόδειξη των ισχυρισμών στις δίκες ενώπιον του ειρηνοδικείου και του μονομελούς πρωτοδικείου.

Αντιθέτως, ενώπιον του πολυμελούς πρωτοδικείου εξακολούθησε, σύμφωνα με το άρθρο 341 ΚΠολΔ, η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως και η διεξαγωγή των αποδείξεων ενώπιον εισηγητή ή εντεταλμένου δικαστή με τα αποδεικτικά μέσα, όπως αυτά προβλέπονταν στο άρθρο 339 ΚΠολΔ. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα οι ένορκες βεβαιώσεις να αποτελούν ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο ενώπιον του πολυμελούς πρωτοδικείου στα πλαίσια της τακτικής διαδικασίας.

Ακολούθως, η παράγραφος 2 του άρθρου 270 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 2915/2001. Υπό τη νέα διατύπωσή της, η διάταξη αυτή ορίζει ότι "το δικαστήριο (χωρίς διάκριση μεταξύ πολυμελών και μονομελών δικαστηρίων) λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη του καθενός.

Συμπληρωματικά μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394". Το άρθρο 270 ΚΠολΔ, υπό τη νέα διατύπωσή του, τέθηκε σε ισχύ από 16-9-2001 (άρθρο 38 ν. 2915/2001), ενώ με το άρθρο 15 του επακολουθήσαντος νόμου 2943/2001 ο χρόνος αυτός μετατέθηκε για την 1-1-2002.

Περαιτέρω, η διαχρονικού δικαίου διάταξη του άρθρου 22 του ν. 2915/2001 στην πρώτη μεν παράγραφό της ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, των οποίων η πρώτη συζήτηση έχει προσδιορισθεί να γίνει μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του κεφαλαίου Α’ , ενώ με τη δεύτερη παράγραφο ορίζει ότι στις υποθέσεις των οποίων η πρώτη συζήτηση έχει προσδιορισθεί να γίνει στο χρονικό διάστημα μεταξύ δημοσίευσης του νόμου και έναρξης ισχύος του Α’ κεφαλαίου αυτού, καθώς και στις λοιπές εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του ίδιου κεφαλαίου δίκες, εφαρμόζονται οι διατάξεις που ίσχυαν ως τώρα.

Εκ τούτων συνάγεται ότι οι διατάξεις του ν. 2915/2001 εφαρμόζονται μόνο στις υποθέσεις των οποίων η πρώτη συζήτηση είχε προσδιορισθεί να γίνει μετά την 1-1-2002. Αντίθετα, σε όλες τις άλλες υποθέσεις, ήτοι εκείνες των οποίων η πρώτη συζήτηση είχε προσδιορισθεί να γίνει στο χρονικό διάστημα μεταξύ δημοσίευσης του νόμου και έναρξης ισχύος του Α’ κεφαλαίου αυτού, δηλαδή από 29-5-2001 έως την 1-1-2002, καθώς και στις "λοιπές εκκρεμείς" υποθέσεις, τουτέστιν εκείνες που (σύμφωνα με τις αιτιολογικές εκθέσεις των ν. 2915 και 2943/2001) συζητήθηκαν πριν τη δημοσίευση του ν. 2915/2001 και δεν είχε εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση μέχρι την 1-1-2002, εφαρμόζονται οι διατάξεις που ίσχυαν ως τότε.

Συνεπώς, κρίσιμο γεγονός για την εφαρμογή του άρθρου 270 ΚΠολΔ με τη μορφή που του έδωσε ο ν. 2915/2001 δεν είναι η δικάσιμος κατά την οποία πράγματι συζητήθηκε η υπόθεση, αλλά η αρχικώς προσδιορισθείσα. Τούτο όχι μόνο ρητώς ορίζει το άρθρο 22 του ν. 2915/2001, αλλά και συμπερασματικά συνάγεται από το δεύτερο εδάφιο της πρώτης παραγράφου αυτού (το οποίο, μετά τις τροποποιήσεις που επέφερε στα άρθρα 228 και 229 ΚΠολΔ το άρθρο 6 §§ 2 και 3 του ν. 3043/2002, στερείται πλέον αντικειμένου).

Ειδικότερα, ο λόγος για τον οποίο λαμβάνεται υπόψη η αρχικώς προσδιορισθείσα δικάσιμος για την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση της υποθέσεως και όχι η μετά από αναβολή, πρέπει να αναζητηθεί στις σοβαρές αποκλίσεις της προδικασίας που εισήγαγε ο ν. 2915/2001 και οι οποίες δεν ήταν δυνατόν να τηρηθούν στις υποθέσεις που η συζήτησή τους είχε προσδιορισθεί να γίνει πριν την 1-1-2002.

Γι’ αυτό, αν η αναβολή των εν λόγω υποθέσεων σε χρόνο μετά την 1-1-2002 συνοδευόταν και από μεταβολή του δικονομικού καθεστώτος, τότε η συζήτησή τους θα εκηρύσσετο υποχρεωτικώς απαράδεκτη, αφού δεν θα είχε τηρηθεί η προδικασία που επέβαλε ο ν. 2915/2001, πράγμα το οποίο δεν θέλησε ο νομοθέτης (ΑΠ 1253/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, η αρχική δικάσιμος για συζήτηση της από 5-2-1999 αγωγής, επί της οποίας έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση, ήταν η 22-11-1999, συζητήθηκε δε αυτή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και εκδόθηκε σχετικά η 20435/2001 εν μέρει οριστική και εν μέρει προδικαστική απόφαση του δικαστηρίου εκείνου.

Συνεπώς, για την απόδειξη αυτής, εφαρμογή είχε η διάταξη του άρθρου 270 ΚΠολΔ όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 του ν. 2915/2001, εφόσον η πρώτη συζήτηση της αγωγής είχε προσδιορισθεί πριν την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου. Κατ’ ακολουθίαν αυτών, είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ.

γ’ του ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος περί του ότι ότι η αναιρεσίβλητη δεν επέδειξε αμελή συμπεριφορά κατά την εκ μέρους της υποβολή αιτήσεως για την κήρυξη της αναιρεσείουσας σε κατάσταση πτωχεύσεως, δεν έλαβε υπόψη νέα αποδεικτικά στοιχεία, που προσκόμισε αυτή στην κατ’ έφεση δίκη ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά τη μετ’ αναίρεση συζήτηση της υποθέσεως, και συγκεκριμένα:

α) την .../2007 ένορκη βεβαίωση του Σ. Κ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, β) την …/2013 ένορκη βεβαίωση του Σ. Λ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Κουφαλίων Θεσσαλονίκης, γ) την …/2013 ένορκη βεβαίωση του Ν. Κ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης και δ) την …/2013 ένορκη βεβαίωση του Κ. Γ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, δεδομένου ότι οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις συνιστούσαν στη συγκεκριμένη περίπτωση ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο.

Περαιτέρω, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, πλην των άλλων αποδεικτικών στοιχείων, και τις ακόλουθες δικαστικές αποφάσεις και έγγραφα, που ρητά μνημονεύονται σ’ αυτήν: α) τις 4075 και 4076/1990 αποφάσεις του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με τις οποίες διατάχθηκε η αποβολή της αναιρεσείουσας από το μίσθιο κατάστημα και την .../21-1-1991 έκθεση βίαιης αποβολής του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης Α.

Π. εις εκτέλεση των αποφάσεων τούτων, β) τις 2217/1996 και 1959/1997 αποφάσεις του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με τις οποίες απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεση της αναιρεσείουσας και κατέστη τελεσίδικη η 4024/1994 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε κηρυχθεί αυτή σε κατάσταση πτωχεύσεως, γ) τις 294 και 295/2001 αποφάσεις του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που αναγνώρισαν οφειλές της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη, και τις 1003 και 1266/2002 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, με τις οποίες κατέστησαν, αντίστοιχα, αμετάκλητες οι ως άνω αποφάσεις, δ) την υπ’ αριθμ. 4861/2006 αίτηση αναψηλαφήσεως κατά της 295/2001 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απορρίφθηκε με την 2554/2007 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, τις αναγγελίες των πιστωτών της αναιρεσείουσας στο σύνδικο της πτωχεύσεως, την 73/1997 έκθεση επαληθεύσεως απαιτήσεων του Εισηγητή της πτωχεύσεως και την 621/1997 έκθεση του Εισηγητή της πτωχεύσεως για ανάκληση της σχετικής αποφάσεως λόγω μη επαληθεύσεως των απαιτήσεων των αναγγελθέντων πιστωτών, πλην εκείνης της εταιρείας ....

Ωστόσο, τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία δεν τα προσκόμισε, ούτε τα επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα, ούτε όμως και η αναιρεσίβλητη, η οποία με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση της εφέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλέσθηκε και προσκόμισε μόνο τα ακόλουθα διαδικαστικά και αποδεικτικά έγγραφα:

α) την υπ’ αριθμ. 20435/2001 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, β) την 39412/2001 εισηγητική έκθεση αποδείξεων, την 1/2004 έκθεση του Ειρηνοδίκη Αμαρουσίου ως εντεταλμένου δικαστή, γ) τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, επί των οποίων εκδόθηκε η 1/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, και δ) την 1/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία αναιρέθηκε μερικώς με την 1563/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Επομένως, το Εφετείο, όπως βασίμως μέμφεται την προσβαλλομένη η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. β’ ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη τις ως άνω δικαστικές αποφάσεις και έγγραφα, αν και δεν είχαν προσκομισθεί από τους διαδίκους, εφόσον άλλωστε ως προς τις δικαστικές αποφάσεις ειδικότερα, και αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι τις έλαβε αυτεπαγγέλτως υπόψη, κατ’ άρθρο 336 παρ. 2 ΚΠολΔ, -ως γεγονότα τα οποία ήσαν γνωστά στο δικαστήριο από άλλες δικαστικές του ενέργειες, για το λόγο ότι οι αποφάσεις αυτές είχαν καταστεί ήδη τελεσίδικες ή αμετάκλητες και η αλήθεια αυτών ίσχυε έναντι των διαδίκων-, πέραν του ότι θα έπρεπε να υπάρχει σχετική βεβαίωση στην προσβαλλομένη, ήταν απαραίτητη και η εκ μέρους των διαδίκων επίκληση των αποδεικτικών αυτών μέσων και τέτοια επίκληση εκ μέρους της αναιρεσίβλητης δεν υπήρξε.

Κατ’ ακολουθίαν τούτων, κατά παραδοχή του ως άνω τρίτου λόγου πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως.

Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 ν. 4055/2012: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.

Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση ... για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Αν όμως αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει αυτός την ουσία της υποθέσεως".

Εξάλλου, κατά το άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, "Αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε ...", κατά δε το άρθρο 570 παρ. 2 ΚΠολΔ, "Νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για την εφαρμογή της πρώτης τούτων (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) πρέπει πρώτα να γίνεται η συζήτηση και να εκδίδεται απόφαση επί της αιτήσεως αναιρέσεως και εφόσον αυτή γίνει δεκτή, να ακολουθεί δεύτερη συζήτηση ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων, κατά την οποία θα συζητείται η υπόθεση κατ’ ουσίαν και θα εκδίδεται η αντίστοιχη απόφαση.

Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 590/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης εκδόθηκε μετά την 1563/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία, αφού αναιρέθηκε η 1/2010 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αλλά με άλλη σύνθεση. Εφόσον λοιπόν, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, αναιρείται η απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων προς περαιτέρω συζήτηση θα δικάσει αυτός την ουσία της υποθέσεως, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 590/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διακρατεί την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιόν του σε δικάσιμο που θα ορισθεί με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουλίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ