1047/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1047/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν ο λόγος αναίρεσης δεν περιέχει τα παραπάνω αναφερόμενα στοιχεία, είναι αόριστος και απορρίπτεται (ΑΠ 120/2008).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1047 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1047/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Εμμανουήλ Κλαδογένη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρίας με την επωνυμία "Α. Κ. και Υιός ΟΕ", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στις ..., και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Πηνελόπη Πάρπογλου.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρίας με την επωνυμία "Μ. ΜΠΕΤΟΝ ΕΠΕ", που εδρεύει στα ..., που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον νόμιμο εκπρόσωπό της Σ. Μ. που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστείδη Σαφαρή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-2-1997 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3480/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 4178/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η εταιρία με την από 9-5-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε την από 23-10-2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 4178/10 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή της από 4/2/09 εφέσεως της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφανίστηκε μερικώς η 3480/07 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας την από 18/2/97 αγωγή της αναιρεσίβλητης, για αξιώσεις της από αναστροφή πωλήσεως, είχε δεχτεί μερικώς την αγωγή. Στη συνέχεια το Εφετείο, δικάζοντας επί της αγωγής, την δέχτηκε μερικώς και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη τόκους επί του ποσού της επιδικασθείσας πρωτοδίκως απαίτησης της τελευταίας από την επίδοση της αγωγής.
Κατά το του άρθρο 559 αρ. 9 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι, που δε ζητήθηκε. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 346 ΑΚ ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή για το ληξιπρόθεσμο χρέος. Εξάλλου, στο υποβαλλόμενο με την αγωγή αίτημα, για επιδίκαση τόκων από χρονική αφετηρία προγενέστερη της επίδοσης της αγωγής, περιλαμβάνεται, εφόσον δεν αναφέρεται σ' αυτήν το αντίθετο, και αίτημα για επιδίκαση τόκων από την επίδοση της, επειδή στο μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στο οποίο ανάγεται το αίτημα των τόκων περιλαμβάνεται και το μικρότερο διάστημα που αρχίζει από την επίδοση της αγωγής (ΑΠ 1126/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αίτησής της ψέγει το Εφετείο, διότι επιδίκασε τόκους για το ποσό των 28.322,82 ευρώ από την επίδοση της αγωγής μολονότι σ' αυτήν υπήρχε αίτημα τοκοδοσίας μόνον από τον επικαλούμενο προγενέστερο χρόνο και όχι (και επικουρικό) από την επίδοση της. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, με το να επιδικάσει τόκους από την επίδοση της αγωγής, δεν υπέπεσε στην ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, εφόσον, όπως προεκτέθηκε, στο μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στο οποίο ανάγεται το αίτημα τόκων περιλαμβάνεται και το μικρότερο διάστημα που αρχίζει από την επίδοση της (ένδικης) αγωγής.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).
Επιπροσθέτως, για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο: α) το αληθινό περιεχόμενου του φερόμενου ότι παραμορφώθηκε εγγράφου, ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση να υπάρχει η δυνατότητα να κριθεί από τον Άρειο Πάγο, αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα, β) το γενόμενο δεκτό από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, γ) το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για το ότι υπάρχουν ή όχι κρίσιμα πραγματικά γεγονότα και δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο.
Αν ο λόγος αναίρεσης δεν περιέχει τα παραπάνω αναφερόμενα στοιχεία, είναι αόριστος και απορρίπτεται (ΑΠ 120/2008).
Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μεταξύ άλλων, δέχτηκε τα ακόλουθα: "... ο Σ. Μ., ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος της οικογενειακής ΕΠΕ που δημιουργήθηκε, έκανε πρόταση στην εναγομένη να πωλήσει αυτή προς τη νέα εταιρία (ήδη ενάγουσα) τα παραπάνω αυτοκίνητα που βρίσκονταν στο ακίνητο της, θεωρώντας, ότι αυτά της ανήκαν κατά κυριότητα, β) να σχεδιάσει, κατασκευάσει και εγκαταστήσει μονάδα παραγωγής έτοιμου σκυροδέματος στο ίδιο ακίνητο για λογαριασμό της ήδη ενάγουσας νέας εταιρίας.
Η πρόταση αυτή έγινε δεκτή και ακολούθως συμφωνήθηκαν τα εξής: Ως τίμημα των πιο πάνω αυτοκινήτων ορίσθηκε το ποσό των 20.000.000 δραχμών, στο οποίο συμπεριλήφθηκαν η δαπάνη για την αγορά των αναγκαίων για τις επισκευές υλικών καθώς και η συνολική αμοιβή της πωλήτριας για τις σχετικές εργασίες. Στο ίδιο ποσό (δηλαδή σε 20.000.000 δραχμές), καθόρισαν οι διάδικοι το τίμημα για το συγκρότημα παραγωγής έτοιμου σκυροδέματος, το οποίο θα αποτελείτο από αποθήκη αδρανών υλικών (καρούτα), δύο μεταφορικές ταινίες, αναμεικτήρα και δύο κοχλίες.
Στο τίμημα του συγκροτήματος παραγωγής περιλήφθηκε και η αμοιβή της εναγομένης για τη μελέτη και την εγκατάσταση του. Από την έναρξη των εργασιών εκτελέσεως του έργου η ενάγουσα άρχισε να προβαίνει σε τμηματικές καταβολές προς την εναγομένη προς εξόφληση του συμφωνηθέντος τιμήματος του, οι οποίες μέχρι τις αρχές Μαΐου 1996 ανήλθαν στο ποσό των 9.651.000 δραχμών.
Η εγκατάσταση του συγκροτήματος παραγωγής σκυροδέματος στο ακίνητο των Οινοφύτων ολοκληρώθηκε, στις 31-10-1995 όμως η λειτουργία του υπήρξε, από την αρχή της χρησιμοποίησης του, προβληματική, λόγω ελαττωματικής κατασκευής των επί μέρους μηχανικών τμημάτων του, αλλά και λόγω εσφαλμένης διαρρύθμισης του περιβάλλοντος χώρου στον οποίο προοριζόταν να λειτουργήσει ...
Έγιναν επανειλημμένες ανεπιτυχείς προσπάθειες διόρθωσης, τελικά δε κρίθηκε αναγκαία η αποσυναρμολόγηση του συγκροτήματος, με την παρουσία του εκπροσώπου της ενάγουσας Α. Κ., ο οποίος υπέδειξε τα ακριβή σημεία του συγκροτήματος στα οποία έπρεπε να γίνει κοπή των μεταλλικών συνδέσεων, ώστε να μην επέλθουν ζημιές στη μείζονα εγκατάσταση...Η υπόδειξη έγινε με τη χάραξη γραμμών που ήσαν έντονα χρωματισμένες, τις οποίες (γραμμές) οι χρησιμοποιηθέντες τεχνίτες ακολούθησαν πιστά, με τον τρόπο αυτό δε επήλθε η πρέπουσα αζήμια αποσυναρμολόγηση του συγκροτήματος και η μεταφορά του στις εγκαταστάσεις της ενάγουσας όπου παρέμεινε προς επισκευή από 20-12-1995 μέχρι 18-1-1996, χωρίς όμως ικανοποιητικά αποτελέσματα αφού παρά τις επισκευές που πραγματοποιήθηκαν, δεν επιτεύχθηκε η αποκατάσταση της λειτουργικότητας, σύμφωνα με τις προβλεπόμενες στη σύμβαση κατασκευής και τοποθέτησης προδιαγραφές.
Η εναγομένη από την πλευρά της, επιβράδυνε την καταβολή των δόσεων του τιμήματος του συγκροτήματος, στις οποίες προέβαινε ανάλογα με τον ρυθμό προόδου των κατασκευαστικών εργασιών και, έτσι, μέχρι τις 2-6-1996, είχε καταβάλει στην ενάγουσα 9.651.000 δρχ. έναντι του συμφωνηθέντος συνολικού τιμήματος των 20.000.000 δρχ.
Αποτέλεσμα της τακτικής αυτής ήταν να περιέλθουν σε αδράνεια οι συναλλακτικές σχέσεις των διαδίκων, προς βλάβη και των δύο μερών. Προς αντιμετώπιση της κατάστασης που δημιουργήθηκε οι διάδικοι προήλθαν στις 3-5-1996 σε νέα συμφωνία με σκοπό να ρυθμίσουν τις γνωστές και στις δύο πλευρές και υφιστάμενες κατά τον χρόνο εκείνο, διαφορές, οι οποίες προέκυψαν, αφενός μεν από την πλημμελή λειτουργία του συγκροτήματος παραγωγής σκυροδέματος, αφετέρου δε από το αδιευκρίνιστο ιδιοκτησιακό καθεστώς κάτω από το οποίο διατελούσαν τα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα μεταφοράς έτοιμου σκυροδέματος, τα οποία ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας επισκεύασε και στη συνέχεια, οδήγησε στο ακίνητο των Οινοφύτων ... .
Η νεότερη, πιο πάνω συμφωνία των διαδίκων έχει το εξής, κατά λέξη, περιεχόμενο: "Σήμερα την 3-5-1996, οι κάτωθι υπογεγραμμένοι Α) Κ. Α., λειτουργώντας σαν νόμιμος εκπρόσωπος της "Α Κ. & ΥΙΟΙ Ο.Ε." και β) Μ. Σ., σαν νόμιμος εκπρόσωπος της "Μ. Μπετόν Ε.Π.Ε." είπαν τα παρακάτω: Για την κατασκευή συγκροτήματος μη συμφωνηθέντος, απλώς καλή πίστη, τελείωσε το συγκρότημα, τοποθετήθηκε σε λειτουργία, ως επίσης ο Κ.
Α. Κ. έλαβε 9.651.000 δρχ. μετρητά. Σήμερα, 3-5-1996 επικυρώθηκε η συμφωνία. Το συγκρότημα θα επιστραφεί στις 30-8-1996. Για το θέμα των αυτοκινήτων θα απαντήσει ο κ. Μ. σε 15 ημέρες. Σημείωση, Κόπηκε η απόδειξη 455 της Α. Κ. σύνολο 6.651.000. Για τα υπόλοιπα 3.000.000 που έχει πάρει ο κ. Α. Κ., έχει γίνει ιδιωτική απόδειξη (σε πρόχειρο εις 2/πλουν χαρτί) υπογεγραμμένο από τους Α.
Κ. και Σ. Μ. στις 4-1-1996". ΟΙ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΙ. Υπογραφές. Από το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού απορρέει η φύση του και ο σκοπός του δηλαδή ότι πρόκειται περί συμφωνίας για συμβιβαστική επίλυση των συγκριμένων διαφορών που αναφέρθηκαν πιο πάνω και όχι περί ενός ευρύτερου κύκλου διαφορών, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη Ομόρρυθμη Εταιρία.
Από το πιο πάνω έγγραφο, το οποίο αναφέρει περί ακύρωσης της συμφωνίας κατασκευής και εγκατάστασης του συγκροτήματος παραγωγής σκυροδέματος, απορρέει, ότι οι συμβαλλόμενοι συμφωνούν για την αναστροφή της πώλησης, αφού η αγοράστρια δεσμεύεται να το αποδώσει αυτούσιο και σε κατάσταση καλής λειτουργίας, σε δήλη ημέρα, παρά το γεγονός, ότι δεν προσδιορίζεται επακριβώς ο χρόνος, κατά τον οποίο πρέπει να αποδοθεί το τίμημα από την πωλήτρια, στην έκταση που αυτή το εισέπραξε.
Δεν προέβησαν δε στον πιο πάνω προσδιορισμό οι συμβληθέντες γιατί θεώρησαν αυτονόητο, ότι η επιστροφή του τιμήματος από την πωλήτρια, πρέπει να είναι ταυτόχρονη με την εκ μέρους της παραλαβή του αποδοτέου πράγματος. Άλλες αξιώσεις των διαδίκων, που να προέρχονται από την επίδικη συναλλαγή και να παραμένουν σε εκκρεμότητα δεν αναφέρονται στο ιδιωτικό συμφωνητικό ούτε ρυθμίζονται από αυτό.
Τέλος, από την περιεχόμενη στο ερμηνευμένο έγγραφο φράση "(η κατασκευή του συγκροτήματος) ... τελείωσε ... και τοποθετήθηκε σε λειτουργία ..." δεν αποκλείεται η ύπαρξη ελαττωμάτων στο πωληθέν συγκρότημα, των οποίων την αναφορά δεν θεώρησαν αναγκαία οι συμβληθέντες, αφού είχαν συμφωνήσει ήδη, στην αvαστροφή, oύτε βεβαίως η μη αναφορά των ελαττωμάτων στην ερμηνευόμενη έγγραφη συμφωνία, προσδίδει σ' αυτή το περιεχόμενο που επικαλείται η εναγομένη προκειμένου να αποφύγει την υποχρέωση απόδοσης του μέρους του τιμήματος που εισέπραξε, η οποία (υποχρέωση) της επιβάλλεται από τη συμφωνία αυτή, αλλά και από τον νόμο (άρθρο 547 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάσταση του από τον ν. 3043/2002).
To παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό συμπληρώνεται από άλλο της ίδιας χρονολογίας, στο οποίο περιγράφεται επακριβώς το επιστρεπτέο συγκρότημα, επιπλέον δε, περιλαμβάνεται όρος, σύμφωνα με τον οποίο η αποσυναρμολόγηση του συγκροτήματος στο ακίνητο της ΕΠΕ, πρέπει να γίνει με την παρουσία και επίβλεψη του νόμιμου εκπροσώπου της εναγομένης Α.
Κ., προς αποφυγή ζημιών και βλαβών. Η αποσυναρμολόγηση αυτή έγινε πραγματικά κατά το χρονικό διάστημα από 28 μέχρι 30-8-1996, χωρίς την παρουσία όμως, του πιο πάνω εκπροσώπου της εναγομένης παρά το γεγονός, ότι αυτός είχε ειδοποιηθεί ... . Ο Α. Κ., που έλαβε γνώση του μηνύματος δεν απάντησε, θεωρώντας άσκοπη την παρουσία του, ενόψει του ότι κατά την αποσυναρμολόγηση που έγινε τον Δεκέμβριο του 1995, περί της οποίας έγινε πιο πάνω λόγος είχε επισημάνει με γραμμές έντονου χρώματος τα ακριβή σημεία στα οποία έπρεπε να γίνει η κοπή των μετάλλων, προκειμένου να γίνει χωρίς ζημιές η αποσυναρμολόγηση.
Οι επισημάνσεις του Α. Κ. ακολουθήθηκαν πιστά και η αποσυναρμολόγηση του συγκροτήματος έγινε χωρίς ζημιές ή βλάβες, ... . Επιβεβαιώνεται δε, η επιτυχής και αζήμια, όπως πιο πάνω, αποσυναρμολόγηση από την επακολουθήσασα συμπεριφορά της εναγομένης η οποία, πέραν του γεγονότος, ότι στις 30-8-1996 παρέλαβε, ανεπιφύλακτα το επιστραφέν συγκρότημα με τα εξουσιοδοτημένα όργανά του στις 27-9-1996 εξέδωσε το ...
πιστωτικό τιμολόγιο της υπέρ της ενάγουσας διαγράφοντας έτσι, λογιστικά, το χρέος της τελευταίας που αντιστοιχεί στο συνολικό τίμημα της αναστραφείσας πώλησης, πράξη στην οποία, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, δεν αναμένεται ότι θα προέβαινε, αν αποδεχόταν την άποψη, ότι έγινε ανέφικτη η αναστροφή λόγω καταστροφής του αποδοτέου (πωληθέντος) πράγματος από υπαιτιότητα της ενάγουσας αγοράστριας.
Στην τελευταία αυτή άποψη, εξάλλου, δεν μπορεί να οδηγηθεί το παρόν Δικαστήριο από την συνεκτίμηση της ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης, την οποία διενήργησε στις 25 Δεκεμβρίου 1996 ... ο Διπλωματούχος Μεταλλουργός Μηχανικός Σ. Σ. Ζ. κατ' εντολή της ενάγουσας ... . Από το σύνολο των παραπάνω αποδείχθηκε σαφώς, ότι η ενάγουσα αγοράστρια εκπλήρωσε κανονικά και εμπρόθεσμα τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από τη συμφωνία της 3-6-1996 που κατάρτισε με την εναγομένη-πωλήτρια, κατά το σκέλος της που αφορά την αναστροφή της πώλησης του επίδικου συγκροτήματος παραγωγής έτοιμου σκυροδέματος, λόγω ελαττωμάτων του πωληθέντος, και επομένως η απαίτησή της να λάβει από την εναγομένη πωλήτρια το προκαταβληθέν μέρος του τιμήματος του συγκροτήματος τούτου, είναι βάσιμη, όπως ορθά έκρινε με μερικά διαφορετική και συνοπτική αιτιολογία η εκκαλουμένη η οποία αντικαθίσταται με αυτή της παρούσας (άρθρο 534 ΚΠολΔ) οδηγούμενη στο παραπάνω συμπέρασμα της μετά από ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εξίσου ορθή εκτίμηση των αποδείξεων".
Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε: α) τα από 3-5-1996 ιδιωτικά συμφωνητικά, που καταρτίστηκαν μεταξύ της αναιρεσείουσας και της αντιδίκου της, αναιρεσίβλητης για την επίλυση των διαφορών που ανέκυψαν από την πώληση του επίδικων πραγμάτων (συγκρότημα σκυροδέματος και τεσσάρων οχημάτων-μπετονιέρων), επειδή δέχθηκε ότι από τα έγγραφα αυτά προκύπτει ότι οι συμβαλλόμενοι προέβησαν σε αναστροφή της επίδικης πώλησης, λόγω ύπαρξης στα πωληθέντα πράγματα πραγματικών ελαττωμάτων, ενώ καμία αναφορά για αναστροφή της σύμβασης και ύπαρξη ελαττωμάτων δε γίνεται σ' αυτά, και β) το πιστωτικό τιμολόγιο, που αφορά την πίστωση σε βάρος της αναιρεσίβλητης του ποσού των 20.000.000 δραχμών, με το να δεχτεί ότι αυτό αφορά πίστωση υπέρ αυτής (αναιρεσίβλητης).
Ο ανωτέρω λόγος, αναφορικά με τα υπό στοιχείο α' έγγραφα είναι αβάσιμος. Τούτο, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των εγγράφων αυτών, αλλά, αφού τα ανέγνωσε σωστά, τα συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό.
Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναφορικά με το υπό στοιχείο β' έγγραφο, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για το ότι υπάρχουν ή όχι κρίσιμα πραγματικά γεγονότα (από το έγγραφο αυτό) και ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο.
Πέραν τούτου, ο επίμαχος λόγος είναι, σε κάθε περίπτωση απαράδεκτος, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του (κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος), ότι η αποσυναρμολόγηση του συγκροτήματος σκυροδέματος, (το οποίο εν συνεχεία παραδόθηκε από την αναιρεσίβλητη στην αναιρεσείουσα), έγινε χωρίς ζημιές ή βλάβες, στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις καταθέσεις των μαρτύρων της αναιρεσίβλητης και στα αποδεικτικά έγγραφα, χωρίς να στηρίξει στο πιο πάνω έγγραφο (πιστωτικό τιμολόγιο) αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο το επί της ουσίας πόρισμά του.
Με το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει σύμφωνα με τα άρθρα 335, 338, 339, 34Ο, 341 και 346 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από το ν.2915/2001.
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι εκτιμήθηκε κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής της αναιρεσίβλητης περί επιστροφής του καταβληθέντος τιμήματος πώλησης, λόγω αναστροφής της, εξαιτίας πραγματικών ελαττωμάτων των πωληθέντων πραγμάτων, δεν έλαβε υπόψη το από 4-1-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό που αφορούσε το τίμημα πώλησης του επίδικου συγκροτήματος παρασκευής σκυροδέματος, που αυτή είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει, καθώς και τις καταθέσεις των μαρτύρων Κ.
Κ. και Π. Μ.. Από την επισκόπηση, όμως, της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σε αυτήν αναφορά ότι ελήφθησαν υπόψη οι καταθέσεις των μαρτύρων που δόθηκαν ενώπιον του διορισθέντος με την 2041/1998 μη οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου Εισηγητή και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο αυτής, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος περί συνδρομής των προϋποθέσεων αναστροφής της επίδικης πώλησης και της υποχρέωσης της πωλήτριας-αναιρεσείουσας να επιστρέψει στην ενάγουσα-αναιρεσίβλητη το προκαταβληθέν τίμημα των 28.322,82 ευρώ, έλαβε υπόψη και εκτίμησε, μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία και τα φερόμενα ως αγνωηθέντα ως άνω (αποδεικτικά μέσα).
Ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση ότι από τις ως άνω καταθέσεις των μαρτύρων συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο, ως προς την ύπαρξη ελαττωμάτων στο συγκρότημα παρασκευής σκυροδέματος, είναι απαράδεκτος, καθόσον αναφέρεται στην μη ελεγχόμενη αναιρετικώς εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των εν λόγω καταθέσεων.
Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολο της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (που κατέθεσε προτάσεις) σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ), κατά τ' αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9/5/11 αίτηση της υπό εκκαθάριση εταιρείας "Α. Κ. και Υιός ΟΕ" για αναίρεση της 4178/10 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 28η Ιανουαρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 14η Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ