Legislator Case Law & Legislation
1047/2012 AI generated

1047/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1047/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/7/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 908/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 133/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7/12/2010 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

1047/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ) που κυρώθηκε με το ν.δ.53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, ορίζεται ότι "πάν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Keywords

AI generated
unemployment insurance financing self-employed allowance unpaid work duration of incapacity suspension of unemployment benefits part-time gainful activity
AI generated
1048/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/7/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 908/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 133/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 8/12/2010 αίτησή του.
1928/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/9/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 348/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7253/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4/11/2010 αίτησή τους.
924/2008
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 ΑΚ προκύπτει, ότι σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
1499/2012
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
119/2012
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1047 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1047/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Α., έως και 51) Παναγιώτη Ζαφειρόπουλου, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σωτηρακόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Δημοτικού Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΝΕΟΛΑΙΑΣ ΔΗΜΟΥ ΑΘΗΝΑΙΩΝ" ως διαδόχου του αρχικά αναιρεσείοντος Δημοτικού Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΗΜΟΥ ΑΘΗΝΑΙΩΝ" (Π.Ο.Δ.Α.) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευγενία Δημητροπούλου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/7/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 908/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 133/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7/12/2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 17/1/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 7/12/2010 αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος ,κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου συνάγεται ότι το Σύνταγμα θεσπίζει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι των πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (Ολ.Α.Π. 3/2006, 23/2004,11/2003).

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ) που κυρώθηκε με το ν.δ.53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, ορίζεται ότι "πάν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".

Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική απόφαση είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.Α.Π 40/1998).

Οι προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που επιβάλλει το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεων τους εντός ορισμένου χρόνου, όταν συντρέχουν λόγοι γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος που να δικαιολογούν τη σχετική ρύθμιση.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 2362/1995 "περί δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", που εφαρμόζεται και επί Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), των δημοτικών και κοινοτικών νομικών προσώπων κ.λ.π., σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 56 του ν.δ./496/1974, 3 ν.31/1968 και 304 του κυρωθέντος με το Π.Δ. 410/1995 Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, " οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής και κατά τη παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, "η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεως της".

Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις προκύπτει ότι οι οιασδήποτε φύσεως μισθολογικές αξιώσεις ή απολαβές ή αποζημιώσεις των με οποιαδήποτε έννομη σχέση υπαλλήλων του Ελληνικού Δημοσίου, έστω και να βασίζονται σε παρανομία των οργάνων αυτού ή στις διατάξεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δηλαδή είτε πρόκειται για ευθεία αγωγή κατά του Δημοσίου, λόγω αρνήσεως ή καθυστερήσεως καταβολής των αποδοχών ή άλλων παροχών, για οποιοδήποτε λόγο κατά την έννοια που προσδίδουν τα όργανα αυτά στο νόμο, είτε πρόκειται για αγωγή αποζημιώσεως, κατά το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, εξαιτίας παραλείψεως οφειλόμενης ενέργειας των οργάνων του Δημοσίου, ως προϋποθέσεως για τη θεμελίωση των σχετικών αξιώσεων υπόκεινται σε διετή παραγραφή.

Η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 για τις ως άνω αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου βραχυχρόνια (διετής) παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που προβλέπεται (πενταετία) από την παράγραφο 1 του ίδιου ως άνω άρθρου 90, για όλες τις χρηματικές αξιώσεις κατά του Δημοσίου, αλλά και από το χρόνο παραγραφής (πενταετία) που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 250 αρ. 6 και 17 του ΑΚ, για παρόμοιες αξιώσεις υπαλλήλων και εργατών του ιδιωτικού τομέα, έχουν θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως αξιώσεων που απορρέουν από τις προαναφερθείσες αξιώσεις και των αντίστοιχων υποχρεώσεων του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής καταστάσεως αυτού, στην οποία συμβάλλουν οι πολίτες με την καταβολή φόρων.

Η ταχεία εκκαθάριση των εκκρεμοτήτων αναφορικά με τις πιο πάνω αξιώσεις και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις του Δημοσίου, είναι αναγκαία προς αποφυγή ανατροπής, μετά την πάροδο μακρού χρονικού διαστήματος, των οικονομικών δεδομένων, κατά συνεκτίμηση των οποίων προβαίνει το Δημόσιο στο σχεδιασμό της οργανώσεως και του τρόπου λειτουργίας της δημόσιας διοικήσεως, λαμβάνοντας αυτό υπόψη για την πρόβλεψη των σχετικών δαπανών κατά την κατάρτιση του κρατικού προϋπολογισμού και η αποφυγή των δυσμενών επιπτώσεων που επάγονται στην εκτέλεση του προϋπολογισμού, η σε βάθος πολλών ετών ικανοποίηση των ανωτέρω αξιώσεων.

Έτσι, ο στόχος του Κράτους να προγραμματίσει τα έσοδα του και τις δαπάνες του, χωρίς να εμποδίζεται από σημαντικά ανεξόφλητα χρέη, δικαιολογεί τη θέσπιση εύλογων αποκλειστικών προθεσμιών για την άσκηση των σχετικών αγωγών. Η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται, όχι μόνο από την ανάγκη προστασίας της περιουσίας του Δημοσίου, κατά τα προεκτεθέντα, αλλά και από τις διαφορετικές συνθήκες υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι του Δημοσίου σε σχέση με τους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα, καθώς και από το διαφορετικό νομικό καθεστώς που διέπει αντίστοιχα τις σχέσεις των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες τους, σύμφωνα με τις ειδικότερες ρυθμίσεις της κείμενης νομοθεσίας.

Κατά συνέπεια, η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν.2362/1995, με την οποία θεσπίζεται διετής παραγραφή για τις ρηθείσες αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, δεν αντίκειται στην από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας (ΑΕΔ 1 και 2/2012, πρβλ ΑΕΔ 9/2009 ως προς την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974).

Επίσης η ως άνω ρύθμιση του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 δεν είναι αντίθετη προς τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης (ΕΣΔΑ) που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι υπερνομοθετικής ισχύος ως άνω διατάξεις παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη ισχύος τους.

Άλλωστε από τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 1 του ως άνω Πρόσθετου Πρωτοκόλλου που ορίζει ότι, "Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων", προκύπτει ότι και το Πρωτόκολλο αυτό ευθέως αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε Κράτους να θεσπίζει νόμους αν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, επομένως να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεων τους εντός ορισμένου χρόνου, προς διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει και η προστασία της περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου (πρβλ Ολ.ΑΠ 2/2011 ως προς την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974).

Στην προκείμενη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες προσλήφθηκαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ κατά το διάστημα των ετών 1998 έως 2002, ότι από της προσλήψεως τους και εντεύθεν προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως μουσικοί, στη Φιλαρμονική του Δήμου Αθηναίων " Αθηναϊκή Φιλαρμονία " συνεχώς, πλην της 22ης (Χ.

Γ.), η οποία κατά το έτος 2002 δεν παρείχε τις υπηρεσίες της στην Αθηναϊκή Φιλαρμονία και των 32ου (Η. Κ.) και 46ου (Φ. Σ.), οι οποίοι κατά τα έτη 2001 και 2002 δεν παρείχαν τις υπηρεσίες τους στην Αθηναϊκή Φιλαρμονία. Το εναγόμενο προσέλαβε τους ενάγοντες με έγγραφες συμβάσεις έργου, ετήσιες, εξάμηνες ή οκτάμηνες, οι οποίες μετά τη λήξη τους ανανεώνονταν συνεχώς με τη συναίνεση του εναγομένου.

Ήδη από 11/9/2002 οι 18 πρώτοι ενάγοντες και από 31/1/2003 οι λοιποί, έχουν καταταγεί και απασχολούνται από το εναγόμενο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστο χρόνου ως μουσικοί (Τεχνικό Προσωπικό) της "Αθηναϊκής Φιλαρμονίας". Για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους έναντι του εναγομένου οι ενάγοντες απασχολούντο στη Φιλαρμονική του Δήμου Αθηναίων κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, των ετών 1998, 1999, 2000, 2001 και 2002, με σταθερό ωράριο εργασίας (επί 5 ημέρες σε εβδομαδιαία βάση) και υπό τις εντολές και την εποπτεία των προϊσταμένων τους και τις οδηγίες των οργάνων του εναγομένου.

Δέχεται στη συνέχεια το Πολυμελές Πρωτοδικείο ότι η σύμβαση εργασίας των εναγόντων είχε όλα τα χαρακτηριστικά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και ειδικότερα το εναγόμενο απέβλεψε στην παρεχόμενη εργασία (εκτέλεση μουσικών οργάνων), καθεαυτή και όχι σε συγκεκριμένο έργο, οι ενάγοντες τελούσαν υπό τον ιεραρχικό έλεγχο και εποπτεία των προϊσταμένων τους λαμβάνοντας εντολές και οδηγίες δεσμευτικές για την εκτέλεση της εργασίας που τους είχε ανατεθεί, τηρούσαν καθημερινό ωράριο εργασίας και παρείχαν την εργασία τους στον ορισθέντα υπό του εναγομένου τόπο και χρόνο, που αφορούσε καθορισμένες από την "Αθηναϊκή Φιλαρμονία" εκδηλώσεις, εορτές και τελετές, φιλανθρωπικές συναυλίες, αθλητικές διοργανώσεις , φεστιβάλ φιλαρμονικών κ.λ.π.

ότι οι ως άνω συμβάσεις, βάσει των οποίων απασχολήθηκαν οι ενάγοντες από το εναγόμενο, κατ' επίφαση χαρακτηρίστηκαν κατά τη σύναψη τους ως συμβάσεις έργου, ενώ επρόκειτο για συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας επί των οποίων ισχύουν οι διατάξεις του εργατικού δικαίου και ειδικότερα της ΚΥΑ 34042/1996 και της από 9/2/1995 οικείας ΣΣΕ της ΠΟΠ-ΟΤΑ, ότι το εναγόμενο ενώ γνώριζε ότι όφειλε να παράσχει προς τους ενάγοντες τα απαραίτητα είδη ατομικής προστασίας, που προβλέπονται από την ως άνω ΚΥΑ 34042/1996, δηλαδή τα απαραίτητα ατομικά μέσα για την προστασία της υγείας και της σωματικής ακεραιότητας τους, ως εκ της φύσεως της εργασίας τους, για τα έτη 1998 έως και 2002, αφού αυτά δεν αποτελούν μισθό, γιατί δεν παρέχονται σε αντάλλαγμα παροχής της εργασίας, παρέλειψε να τα παράσχει.

Ότι, κατόπιν των ανωτέρω, το εναγόμενο παρέλειψε να δημιουργήσει τις κατάλληλες συνθήκες κάτω από τις οποίες έπρεπε να εργασθούν οι ενάγοντες, ότι δεν συμμορφώθηκε προς τις διατάξεις του άρθρου 662 ΑΚ, ούτε των προαναφερομένων ΚΥΑ και ΣΣΕ για το προσωπικό των ΟΤΑ και ότι η αδικαιολόγητη αυτή άρνηση του εναγομένου, υποχρέωσε καθένα από τους ενάγοντες να προμηθευτεί δι' ιδίων δαπανών τα απαραίτητα μέσα (είδη) ατομικής προστασίας, κατά τα αντίστοιχα ποσά που ζητούνται με την αγωγή για τον καθένα.

Ακολούθως το ως Εφετείο δίκασαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αφού εξαφάνισε την απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την αγωγή, δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την αγωγή, για τα έτη 2001 και 2002, ενώ για τα έτη 1998, 1999 και 2000 την απέρριψε, γιατί υπέκυψε στη διετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν.Δ. 496/1974) και τούτο γιατί δέχθηκε ότι οι αξιώσεις του άρθρου 662 ΑΚ είναι συμβατικές και παραμένουν συμβατικές και όταν ο εργοδότης παραλείπει τις από το άρθρο αυτό απορρέουσες υποχρεώσεις του.

Κρίνοντας έτσι, το ως Εφετείο δίκασαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε, οι δε αιτιάσεις των αναιρεσειόντων που προβάλλονται με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, ότι οι ένδικες αξιώσεις πηγάζουν από αδικοπραξία και ως εκ τούτου επ' αυτών ισχύει πενταετής παραγραφή είναι αβάσιμες.

Τούτο δε γιατί οι αξιώσεις των αναιρεσειόντων δεν πηγάζουν από αδικοπραξία αλλά από τις διατάξεις των άρθρων 662 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 6 της από 9/2/1995 οικείας ΣΣΕ της ΠΟΠ - ΟΤΑ, επί των οποίων ισχύει η ως άνω διετής παραγραφή. Επίσης αβάσιμος είναι και ο επικουρικά προβαλλόμενος δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αρ 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η διάταξη του άρθρου 90 του ν. 2362 /1995, με την οποία εισάγονται προνόμια υπέρ του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική, αφού αντιβαίνει στο άρθρο 4παρ.1 του Συντάγματος, καθώς και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, καθόσον, α) με τη βραχυχρόνια (διετή) παραγραφή των κατά του Δημοσίου ως άνω αξιώσεων, δεν δημιουργείται άνιση δυσμενής μεταχείριση των εργαζομένων στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα δημοτικά και κοινοτικά ΝΠΔΔ, σε σχέση με τους εργαζόμενους σε ιδιωτικές επιχειρήσεις αφού η διαφοροποίηση ως προς το χρόνο της παραγραφής δικαιολογείται όχι μόνο από την ανάγκη προστασίας της περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου και των ως άνω ΝΠΔΔ αλλά και λόγω των διαφορετικών συνθηκών που τελούν οι υπάλληλοι του Δημοσίου και των ως άνω ΝΠΔΔ σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων και του διαφορετικού νομικού καθεστώτος που διέπει τις σχέσεις των δύο αυτών κατηγοριών εργαζόμενων και β) η εφαρμογή του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ δεν απαγορεύει τη θέσπιση κανόνων που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των διαφόρων αξιώσεων, ενώ με αυτό αναγνωρίζεται το δικαίωμα κάθε Κράτους να θεσπίζει, για λόγους δημοσίου συμφέροντος, νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7/12/2012 αίτηση για αναίρεση της 133/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ