Legislator Case Law & Legislation
1047/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on debt assumption contract, upholding lower court's finding of valid oral agreement.

Case Number 1047/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by heirs against a multi-member district court judgment regarding a debt assumption contract. The lower court found that an oral agreement existed where a seller delivered lemons to a buyer's uncle, who subsequently guaranteed payment, satisfying the legal requirements for a debt assumption despite the lack of written form. The court rejected the appellants' arguments that the contract required written form under Article 477 of the Civil Code, ruling that the proven facts justified the lower court's decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 477, 847, 873 of the Civil Code; A contract of debt assumption may be validly formed orally if the essential elements are proven, and the requirement for written form does not apply when the debt is future or the nature of the obligation is merely a guarantee.

Keywords

AI generated
debt assumption contract oral contract validity Civil Code Article 477 heir liability future debt obligation

Cited Legislation

AI generated
Article 477 of the Civil Code
Article 847 of the Civil Code
Article 873 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1047 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1047/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 10ην Μαΐου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. ..., 2. ... και 3. ..., όλων των ανωτέρω αποκλειστικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του θανόντος την 2-9-2003 ..., διαδίκου ως εναγομένου και εκκαλέσαντος στην έκκλητη δίκη, εφ' ης εξεδόθη η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Απαντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Παπανδρουλάκη, ο οποίος προηγουμένως ανακάλεσε την από 7-5-2010 δήλωσή του για παράσταση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ... 2. ..., 3. ..., 4...., ως αποκλειστικών κληρονόμων της θανούσας την 3-1-2004 ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Αθανασιάδη, 5. ... και 6. ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Απριλίου 2001 αγωγή της ... ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ερινεού Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15/2001 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 29/2003 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αιγίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4 Αυγούστου 2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 27 Απριλίου 2010 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 4-8-2005 αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθμ. 7990/30-11-2007, 7997/3-12-2007, 10834/5-1-2010 και 10830/5-1-2010 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αιγίου ... προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και της μετά από ματαίωση της αρχικής δικασίμου, από 29-1-2009 κλήσης για προσδιορισμό νέας δικασίμου με κλήση προς εμφάνιση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στους πέμπτο και έκτο των αναιρεσιβλήτων ... και ... Οι τελευταίοι όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν εμφανίσθηκαν ούτε κατέθεσαν έγγραφες δηλώσεις κατά το άρθρο 242 §2 Κ.Πολ.Δ., κατά την παραπάνω συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του πινακίου. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτών των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 576 §2 Κ.Πολ.Δ.).

Ι. Κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης είναι να υπάρχει στον αναιρεσείοντα έννομο συμφέρον. Το έννομο συμφέρον που απαιτείται, για να ασκηθεί ένα ένδικο μέσο, επομένως και η αναίρεση, προκύπτει κυρίως από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης.

Βλάβη του διαδίκου υπάρχει, όταν βλάπτεται (ηττάται), δηλαδή όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι προτάσεις του ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού αιτήσεις του αντιδίκου του. Η βλάβη δηλαδή του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικο του και η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να περιέχει κάποια διάταξη υπέρ του αντιδίκου του αναιρεσείοντος.

Το έννομο συμφέρον κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση (ΚΠολΔ 68), εφόσον δε δεν θεμελιώνεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης και δεν προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλομένης, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος κατ' άρθρ. 577 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφασή απορρίφθηκε η έφεση του αποβιώσαντος δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης ως απαράδεκτη, κατά το μέρος της που απευθύνθηκε κατά των ήδη πέμπτου και έκτου των αναιρεσιβλήτων ...

και ... ως αρχικά συνεναγομένων και με την ιδιότητα των ομοδίκων του εκκαλέσαντος πιο πάνω δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων. Όμως, με το αναιρετήριο δεν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση οποιαδήποτε πλημμέλεια, που να αφορά την ειδική αιτιολογία απόρριψης της έφεσης των αναιρεσειόντων ως προς τους πιο πάνω αναιρεσίβλητους, και επομένως ως προς αυτούς η αίτηση αναίρεσης κρίνεται απαράδεκτη.

ΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται κατά των αποφάσεων του Ειρηνοδικείου και των Πολυμελών Πρωτοδικείων που δικάζουν ως Εφετεία μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ, ΑΠ 27 και 28/1998). Παραβίαση ελεγχόμενη από τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 της ΚΠολΔ 560 λαμβάνει χώρα και επί παράλειψης επιβαλλόμενης ανάλογης εφαρμογής του κανόνα και αντιστρόφως, όταν, δηλαδή, το δικαστήριο της ουσίας δεν καταφεύγει σε νόμω επιτρεπτή ανάλογη εφαρμογή του κανόνα, γεγονός που ισοδυναμεί με τη μη εφαρμογή προσήκοντος κανόνα δικαίου (ΑΠ 53/2007, 212/2006, 139/2006).

Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2, 216 παρ. 1, 335, 337, 338 και 559 αριθ. 1, 560 αριθ.1, 8 και 10 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο νομικός χαρακτηρισμός των επικαλουμένων περιστατικών, στα οποία θεμελιώνεται το προβαλλόμενο με την αγωγή αίτημα, δεν είναι δεσμευτικός για το ουσιαστικό Δικαστήριο (πρωτοδικείο ή εφετείο), το οποίο οφείλει αυτεπαγγέλτως να προβεί στην ορθή νομική υπαγωγή των εννόμων σχέσεων που αναδύονται εκ των επικαλουμένων κατά τρόπο σαφή πραγματικών περιστατικών, και όπως αυτά στη συνέχεια προκύπτουν κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου από τις διεξαχθείσες αποδείξεις, έστω και διαφορετική από εκείνη στην οποία προβαίνει ο ενάγων, χωρίς αυτό να συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής, αφού η βάση αυτή συγκροτείται από τα θεμελιούντα το αίτημα πραγματικά περιστατικά και όχι από τον διδόμενο από τον ενάγοντα νομικό τους χαρακτηρισμό, αλλά και χωρίς, κατά τη διαφορετική αυτή νομική εκτίμηση, το Δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη πράγματα μη προταθέντα ή να λαμβάνει υπόψη πράγματα ως αληθινά, χωρίς απόδειξη (ΑΠ 1468/2005, 431/2005, 887/1974).

Ενόψει αυτών, ελεγχόμενη παραβίαση από τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 560 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, δεν λαμβάνει χώρα όταν το ουσιαστικό Δικαστήριο εφαρμόζει τον κανόνα δικαίου, που ήταν εφαρμοστέος σε έννομη σχέση, ευθέως ή αναλογικά, μετά το νομικό χαρακτηρισμό της έστω κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνον στον οποίο είχε προβεί ο ενάγων με το δικόγραφο της αγωγής του, ή εκείνο το οποίο υπολαμβάνει ο εναγόμενος, εφόσον τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται ως αποδειχθέντα το ουσιαστικό Δικαστήριο, αλλά και για τα οποία τάχθηκε η προσήκουσα απόδειξη, περιλαμβάνονταν, παρά τον δοθέντα διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό, στη συνδέουσα τα μέρη έννομη σχέση, η οποία, τόσο με το νομικό χαρακτηρισμό στον οποίο έχει προβεί ο ενάγων με την αγωγή του, όσο και με εκείνο στον οποίον αυτεπάγγελτα στη συνέχεια προβαίνει το Δικαστήριο, δικαιολογεί ως έννομη συνέπεια, και στις δύο περιπτώσεις, με την προσήκουσα υπαγωγή στον ίδιο κανόνα δικαίου, εκείνη που αναφέρεται στο αγωγικό αίτημα.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 847 ΑΚ, εγγύηση είναι η σύμβαση δυνάμει της οποίας ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στο δανειστή την ευθύνη ότι θα καταβληθεί η οφειλή. Κατά δε το άρθρο 849 η εγγύηση είναι άκυρη αν δεν δηλωθεί εγγράφως. Η έλλειψη του εγγράφου καλύπτεται, εφόσον ο εγγυητής εκπληρώσει την οφειλή. Ο απαιτούμενος από το νόμο έγγραφος τύπος απαιτείται για τη δήλωση βούλησης του εγγυητού και έχει συστατικό χαρακτήρα, αν δε παραλειφθεί τότε η περί εγγύησης δήλωση βούλησης είναι άκυρη, λογιζόμενη σαν να μην έγινε (άρθ. 159 και 180 ΑΚ).

Η σύμβαση εγγύησης συναπτόμενη μεταξύ εγγυητού και δανειστού διαφέρει από την σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους, προβλεπόμενη από το άρθρο 477 ΑΚ. Η σύμβαση αυτή, μη υποκείμενη σε έγγραφο συστατικό τύπο, καταρτίζεται μεταξύ του δανειστού και τρίτου, με την οποία ο τελευταίος υπόσχεται την εκπλήρωση του χρέους, χωρίς να απαλλάσσεται ο οφειλέτης από την υποχρέωση προς εκπλήρωση και έτσι παράγεται πρόσθετη, αυτοτελής ενοχή του τρίτου που υποσχέθηκε την εκπλήρωση.

Στη σύμβαση της σωρευτικής αναδοχής χρέους ο σωρευτικώς αναδεχόμενος το αλλότριο χρέος, ενεργώντας και ευθυνόμενος αυτοτελώς, σαν να ήταν δικό του το χρέος, και όχι παρεπομένως, αυστηρά και επικουρικά όπως επί της εγγύησης, ενέχεται εις ολόκληρον προς τον δανειστή, μαζί με τον οφειλέτη, προς εκπλήρωση της παροχής του τελευταίου, και διαπλάσσεται έτσι αυτομάτως παθητική εις ολόκληρον ενοχή και των δύο απέναντι στον δανειστή. (ΑΠ 1791/2007, 1763/2007).

Η σύμβαση αυτή, της σωρευτικής αναδοχής χρέους, είναι ετεροβαρής και δεν έχει χαρακτήρα αναγνώρισης χρέους από τον αναδεχόμενο, αλλά ανάληψής του, εφόσον αυτό πραγματικά υπάρχει. Η ευθύνη δε του αναδοχέα έχει το ίδιο περιεχόμενο και την ίδια φύση με την ευθύνη του παλαιού οφειλέτη (ΑΠ 1753/2007). Τέλος, επί της συμβατικής σωρευτικής αναδοχής χρέους η ευθύνη του σωρευτικά αναδεχόμενου εκτείνεται και σε μελλοντικά χρέη του αρχικού οφειλέτη, αρκεί ο γενεσιουργούς τους λόγος να υφίσταται κατά τον χρόνο της αναδοχής.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 29/2003 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αιγίου έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Η ενάγουσα ... κατόπιν συμβάσεως πωλήσεως που καταρτίστηκε με τον ... στις αρχές Νοεμβρίου του 2000 στις ...

πούλησε και παρέδωσε σ' αυτόν 7.600 κιλά λεμόνια αντί τιμήματος 55 δραχμών το κιλό, ήτοι αντί συνολικού τιμήματος 416.000 δραχμών. Η ενάγουσα επειδή δυσπιστούσε ως προς την φερεγγυότητα του ως άνω αγοραστή προχώρησε στην κατάρτιση και εκπλήρωση της προαναφερόμενης συμβάσεως πωλήσεως των λεμονιών μόνον όταν ο εναγόμενος, θείος του αγοραστή, ανέλαβε την υποχρέωση καταβολής του τιμήματος της πωλήσεως από κοινού με τον αγοραστή (βλ.

κατάθεση μάρτυρα της ενάγουσας ο οποίος αναφέρει ότι ο εναγόμενος είπε στην ενάγουσα (μητέρα του), αλλά και στον ίδιο ότι θα καταβάλλει ο ίδιος το τίμημα αν δεν το πληρώσει ο ανηψιός του). Ενόψει αυτών, ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η παραπάνω σύμβαση έπρεπε να καταρτιστεί εγγράφως καθότι πρόκειται για σύμβαση εγγυήσεως πρέπει ν' απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.

Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτή η αγωγή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη". Το Πολυμελές Πρωτοδικείο ως Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις του, την αγωγή που είχε ασκήσει η δικαιοπάροχος των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, την εφαρμοσθείσα με την μείζονα σκέψη του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασής του ως άνω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 477 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της σωρευτικής αναδοχής χρέους και δικαιολογούν την παραδοχή της ένδικης αγωγής, και τη μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 847 και 873 ΑΚ, που δεν ήταν εφαρμοστέες στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τους 10, 20 και 3ο λόγους συνδυαστικά του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης. Εξάλλου, οι ίδιοι πιο πάνω τρεις λόγοι αναίρεσης κατά το άλλο μέρος τους, με τους οποίους προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρ. 560 του Κ.Πολ.Δ κατά τον υπό του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ως Εφετείου διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό της ένδικης σύμβασής ως σύμβασης σωρευτικής αναδοχής χρέους, καίτοι επρόκειτο, κατά τα εκτιθέμενα στην κριθείσα αγωγή, για σύμβαση εγγύησης ή αναγνώρισης χρέους, αλλά και γιατί επρόκειτο για χρέος μελλοντικό, κρίνονται αβάσιμοι, με βάση τα εκτιθέμενα στις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις, και όσα προκύπτουν από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής ως διαδικαστικού εγγράφου.

Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη, των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων και για τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν (άρθρ. 176 και 183 του Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-8-2005 αίτηση των 1) ..., 2) ..., 3) ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 29/2003 απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αιγίου.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 1 Ιουνίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ