1047/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1047/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τούτο συμβαίνει, όταν η καταγγελία γίνεται από τον εντολέα αυθαίρετα και αδικαιολόγητα από καθαρή κακοβουλία και επιφέρει βλάβη στα συμφέροντα του εντολοδόχου. Εξάλλου, στην περίπτωση κατά την οποία για το προσωπικό του εντολέα ισχύει κανονισμός, που προβλέπει μόνιμη υπηρεσία αυτού, η καταγγελία της εν λόγω συμβάσεως από τον εντολέα μπορεί να γίνει μόνο για σπουδαίο λόγο.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1047 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1047/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΤΕ ΛΗΖΙΝΓΚ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξιο Παπασταύρου. Του αναιρεσιβλήτου: ψ1, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-3-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 271/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 8997/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-5-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 19-2-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο αναιρεσίβλητος την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 38, 44, 63 παρ. 4-5 και 94 του Ν.Δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", όπως ήδη ισχύουν, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. και 713 επ. Α.Κ., συνάγεται ότι η επιτρεπόμενη κατ' εξαίρεση στο δικηγόρο παροχή νομικών υπηρεσιών με πάγια, ετήσια ή μηνιαία, αμοιβή ρυθμίζεται από τον ως άνω Κώδικα των Δικηγόρων και συμπληρωματικά από τους ορισμούς του Αστικού Κώδικα περί ανεξαρτήτων υπηρεσιών και τους κανόνες αυτού περί εντολής, εφόσον δεν αντίκεινται στο δημόσιο χαρακτήρα της σχέσεως αυτής.
Η σχετική σύμβαση, η οποία αποτελεί σχέση έμμισθης εντολής, είναι πάντοτε, λόγω του εμπιστευτικού χαρακτήρα της, αορίστου χρόνου, οπότε, έστω και αν συνήφθη για ορισμένο χρόνο, θεωρείται ότι είναι αορίστου χρόνου και λύεται ελεύθερα με έγγραφη καταγγελία και του εντολέα, εκτός αν περιορίζεται από διάταξη νόμου με καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως, ενώ μέχρι της πλήρους καταβολής αυτής οφείλονται οι αποδοχές.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού της καταγγελίας από τον εντολέα της έμμισθης εντολής του δικηγόρου δεν είναι ανεξέλεγκτη και απεριόριστη, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ και είναι άκυρη, όταν υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Τούτο συμβαίνει, όταν η καταγγελία γίνεται από τον εντολέα αυθαίρετα και αδικαιολόγητα από καθαρή κακοβουλία και επιφέρει βλάβη στα συμφέροντα του εντολοδόχου. Εξάλλου, στην περίπτωση κατά την οποία για το προσωπικό του εντολέα ισχύει κανονισμός, που προβλέπει μόνιμη υπηρεσία αυτού, η καταγγελία της εν λόγω συμβάσεως από τον εντολέα μπορεί να γίνει μόνο για σπουδαίο λόγο.
Η καταγγελία αυτή, η οποία είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία, είναι άκυρη, αν δεν περιβληθεί τον έγγραφο τύπο και κοινοποιείται στον εντολοδόχο ή τον εντολέα (άρθρ. 63 παρ. 5ε' του Ν.Δ. 3026/1954 και 174 Α.Κ.). Εξ αυτών παρέπεται ότι ο όρος στη σύμβαση έμμισθης εντολής, κατά τον οποίο λύεται αυτή για σπουδαίο και μόνο λόγο, είναι, κατά τη σαφή έννοια των ανωτέρω διατάξεων, ανεπίτρεπτος και αν τεθεί δεν λαμβάνεται υπόψη, ενώ η σύμβαση παραμένει ισχυρή, διότι ένας τέτοιος όρος θα καθιστούσε τη θέση του συνδεομένου με σύμβαση έμμισθης εντολής δικηγόρου ισχυρότερη και από εκείνη που ο ίδιος θα είχε αν συνδεόταν με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, δηλαδή με σύμβαση υπό προθεσμία, την οποία ρητά αποκλείει το άρθρο 63 παρ. 5α' του Κώδικα Δικηγόρων, αφού και η τελευταία αυτή σύμβαση μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 672 Α.Κ., να καταγγελθεί για σπουδαίο λόγο, γεγονός που δεν μπορεί να αποκλεισθεί με αντίθετη συμφωνία, παρέχει δε το πλεονέκτημα ότι λύεται οπωσδήποτε με την πάροδο του συμφωνηθέντος χρόνου, ενώ η σύμβαση, έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου δεν θα μπορούσε να λυθεί ποτέ από τον εντολέα χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου.
Το αντίθετο δεν συνάγεται από το άρθρο 63 παρ. 5δ' του ανωτέρω Κώδικα, που περιορίζει τον εντολέα να καταγγείλει τη σύμβαση έμμισθης εντολής μόνο αν υπάρχει σπουδαίος λόγος στη μοναδική περίπτωση, κατά την οποία για το προσωπικό αυτού ισχύει κανονισμός, που προβλέπει μόνιμη υπηρεσία του προσωπικού, διότι η εν λόγω διάταξη, εισάγουσα εξαίρεση από το γενικό κανόνα της αναιτιολόγητης κατά πάντα χρόνο καταγγελίας της έμμισθης εντολής, εφαρμόζεται μόνο στην ειδική περίπτωση, που προβλέπει και δεν επιτρέπεται να συναχθεί ερμηνευτικά ότι και σε κάθε άλλη περίπτωση έμμισθης εντολής είναι επιτρεπτός ο όρος, ο οποίος εξαρτά το δικαίωμα του εντολέα να καταγγείλει την έμμισθη εντολή από την ύπαρξη σπουδαίου λόγου, αφού τέτοια ερμηνεία θα καθιστούσε κενό περιεχόμενο τον ως άνω κανόνα και θα αφαιρούσε από την έμμισθη εντολή τον προσωπικό και εμπιστευτικό χαρακτήρα της, στον οποίο στηρίζεται ο κανόνας αυτός.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Η αναιρεσείουσα, που είναι θυγατρική της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, τη 1-9-1997 προσέλαβε τον αναιρεσίβλητο δικηγόρο Αθηνών με σύμβαση έμμισθης εντολής και με πάγια αντιμισθία ως προϊστάμενο της Νομικής Υπηρεσίας της, ενώ στις 10-9-1997 υπογράφηκε από αμφότερους τους συμβληθέντας το οικείο έγγραφο περί της συμβάσεως αυτής, το οποίο κατατέθηκε εμπροθέσμως στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών.
Σύμφωνα με τη σύμβαση αυτή ο αναιρεσίβλητος ανέλαβε την υποχρέωση α) να απαντά εγγράφως στα νομικά ερωτήματα, που θα υποβάλλονταν σ' αυτόν, β) να παρέχει νομικές συμβουλές για οποιοδήποτε ζήτημα, που θα ανακύπτει στην εταιρία, γ) να μεριμνά για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων της εταιρίας ενώπιον των αρχών, δ) να αναλαμβάνει τη διεκπεραίωση με τις αρχές των θεμάτων, που απαιτούν νομικές γνώσεις και διαδικασίες, ε) να κατευθύνει και συντονίζει τους άλλους δικηγόρους, που χρησιμοποιεί η εταιρία και θα προΐσταται αυτών, στ) να παρίσταται για λογαριασμό της εταιρίας μετά από εντολή ενώπιον κάθε δικαστηρίου ή δικαστικής ή διοικητικής αρχής και ζ) να συνεργάζεται με τους υπεύθυνους της εταιρίας για την πορεία των έργων, που αναλαμβάνει και των υπηρεσιών, που προσφέρει.
Επίσης συμφωνήθηκε μεταξύ αυτών, εκτός των άλλων, ότι α) η αναιρεσείουσα θα καταβάλει στον αναιρεσίβλητο για την παροχή των ως άνω υπηρεσιών του το εκάστοτε προβλεπόμενο ποσό, ως πάγια αντιμισθία, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων, β) οποιοδήποτε έξοδο προκύπτει κατά την εκτέλεση των εν λόγω υπηρεσιών του βαρύνει την αναιρεσείουσα, καθώς και οι ασφαλιστικές εισφορές υπέρ του Τ.Ν, του Τ.Π.Δ.Α και του Κ.Ε.Α.Δ και γ) η σύμβαση λήγει στις 31-3-2000 και λύεται οποτεδήποτε με καταγγελία από οποιοδήποτε μέρος, ένεκα σπουδαίου λόγου και μόνο.
Ακολούθως δέχθηκε το Εφετείο ότι ο αναιρεσίβλητος από την πρόσληψή του και εφεξής προσέφερε στην αντίδικό του τις νομικές υπηρεσίες του, ως προϊστάμενος της Νομικής Υπηρεσίας αυτής, με υπευθυνότητα, επάρκεια και πληρότητα, διασφαλίζοντας κατά τρόπο αποτελεσματικό, από νομικής πλευράς, τα συμφέροντα της σε όλο το φάσμα των συμβάσεων χρηματοδοτικής μισθώσεως τόσο πριν, όσο και μετά την ισχύ του Ν. 2687/1999, που επεξέτεινε το θεσμό του LEASING και επί των ακινήτων.
Όμως, παρά το γεγονός αυτό, η αναιρεσείουσα στις 20-9-2004 κατήγγειλε την ανωτέρω σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου, επιδίδοντας συγχρόνως στον αναιρεσίβλητο το οικείο έγγραφο, στο οποίο ρητώς αναφέρει ότι προέβη στην καταγγελία αυτή λόγω ισχυρού κλονισμού της σχέσεως εμπιστοσύνης, που οφείλεται σε υπαίτιες πράξεις και παραλείψεις αυτού, συνεπεία των οποίων υπέστη βλάβη η πίστη, η ανταγωνιστικότητα και η αξιοπιστία της στην αγορά, σε συνδυασμό και με την αδυναμία, άλλως την άρνηση εκτελέσεως των έναντί της υποχρεώσεων αυτού.
Ο τελευταίος παρέλαβε το έγγραφο της καταγγελίας και την προσφερθείσα αποζημίωση, ποσού 27.829,76 ευρώ, με επιφύλαξη ως προς την εγκυρότητα της καταγγελίας, δηλώνοντας ότι αυτή έγινε για πολιτικούς λόγους. Στη συνέχεια δέχθηκε το Εφετείο ότι, κατά την ως άνω σύμβαση έμμισθης εντολής και το εγχειρίδιο διαδικασιών της αναιρεσείουσας ATE LEASING, τα καθήκοντα και οι αρμοδιότητες του αναιρεσιβλήτου αφορούσαν αποκλειστικά την παροχή και μόνο νομικών υπηρεσιών και σε καμιά περίπτωση δεν σχετίζονταν αυτά αμέσως ή εμμέσως με την άσκηση διοικήσεως.
Ο ίδιος, ως προϊστάμενος της νομικής υπηρεσίας της αντιδίκου του, δεν ανήκε στα εγκριτικά όργανα αυτής, τα οποία ενέκριναν ή απέρριπταν το αίτημα της χρηματοδοτικής μισθώσεως, παρά μόνο μετείχε στην επταμελή Επιτροπή Εμπλοκών, η οποία είχε την ευθύνη της τελικής αποφάσεως για την έγκριση των αιτήσεων διακανονισμού, καθώς και της καταγγελίας των συμβάσεων αυτών.
Έτσι, οποιαδήποτε απόφαση της Επιτροπής αυτής, είτε επωφελής, είτε βλαπτική των συμφερόντων της αναιρεσείουσας, δεν μπορούσε να αποδοθεί στον αναιρεσίβλητο μεμονωμένα, αλλά συνολικά στην Επιτροπή, ως όργανο αυτής. Ο ισχυρισμός της τελευταίας περί πλημμελούς εκτελέσεως των καθηκόντων του αναιρεσιβλήτου, συνεπεία της οποίας επήλθε σ' αυτή υλική ζημία, αλλά και βλάβη στη φήμη και την ανταγωνιστικότητα της, είναι αβάσιμος, διότι α) η πορεία των κερδών της προ φόρων κατά τα έτη 1998 έως 2003ήταν ανοδική, ως ανερχόμενα στο αναφερόμενο ποσό για κάθε έτος, ενώ η ίδια κατά το έτος 2001 είχε καταλάβει την τρίτη θέση στον κλάδο των εταιριών LEASING επί συνόλου δώδεκα εταιριών του είδους αυτού, β) κατά τον έλεγχο της αναιρεσείουσας, που διενεργήθηκε από την ΑΤΕ και αφορούσε το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 31-12-2002, διαπιστώθηκε ότι η προσφορά της Νομικής Υπηρεσίας αυτής στην παρακολούθηση των εκκρεμουσών δικαστικά υποθέσεων ήταν αξιόλογη, γ) κατά τον έλεγχο των αναφερομένων ελεγκτών, που διενεργήθηκε κατόπιν εντολής της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου της ΑΤΕ, δεν διαπιστώθηκε οποιοδήποτε επιβαρυντικό στοιχείο σε βάρος του αναιρεσιβλήτου και καμιά αναφορά ή δυσμενής κρίση για το πρόσωπο αυτού σχετικά με το έργο του δεν καταχωρήθηκε στις οικείες εκθέσεις ελέγχου και δ) κατά τον έλεγχο του έτους 1999, που διενεργήθηκε κατόπιν εντολής της ΑΤΕ, δεν διαπιστώθηκε η ύπαρξη οποιουδήποτε επιβαρυντικού στοιχείου, που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τη νομική και την οικονομική κατάσταση της αναιρεσείουσας.
Περαιτέρω, οι αιτιάσεις της τελευταίας, που αναφέρονται σε παραλείψεις του αναιρεσιβλήτου να προβεί σε αφαίρεση του εξοπλισμού επί 461 υποθέσεων, να διατυπώσει αντιρρήσεις σε συναπτόμενες συμβάσεις, να ζητήσει την καταγγελία συμβάσεων χρηματοδοτικών μισθώσεων και πριν από την υπογραφή των καταγγελιών τη λύση συμβάσεων μισθώσεων, να μεριμνήσει για την ασφάλιση των εκμισθωθέντων κινητών πραγμάτων και να αντιδράσει στην αγορά ή πώληση μετοχών, είναι παντελώς αβάσιμες, πέραν του ότι οι αποδιδόμενες σ' αυτόν εν λόγω παραλείψεις και πλημμέλειες δεν ανήκαν στον κύκλο των δραστηριοτήτων του και στα καθήκοντά του γενικά ως προϊσταμένου της Νομικής Υπηρεσίας της αναιρεσείουσας, αλλ' αφορούσαν αποκλειστικά εξουσία και αρμοδιότητα των οργάνων της διοικήσεως αυτής.
Επίσης, η αιτίαση της τελευταίας, ότι ο αναιρεσίβλητος δεν ήλεγχε και δεν παρακολουθούσε τους συνεργαζόμενους δικηγόρους, πέραν του αβασίμου της, αναιρείται από τον αντιφατικό ισχυρισμό της, κατά τον οποίο ο αναιρεσίβλητος επέβαλε σε συνεργαζόμενους δικηγόρους να προσέρχονται αμισθί στα γραφεία της εταιρίας με πλήρες ωράριο για μία ημέρα την εβδομάδα.
Εξάλλου, η αρχή, που είχε καθιερώσει ο αναιρεσίβλητος προς είσπραξη των οφειλομένων δυνάμει των συμβάσεων χρηματοδοτικής μισθώσεως με την έκδοση διαταγών πληρωμής, σε καμιά περίπτωση δεν συνιστούσε βλαπτική των συμφερόντων της αναιρεσείουσας ενέργεια και κλονισμό εντεύθεν της εμπιστοσύνης της προς το πρόσωπο αυτού, αλλ' αντίθετα αποτελούσε απόλυτα νόμιμη δραστική και αποτελεσματική ενέργεια των συμφερόντων αυτής, ως νομικού προστάτη της.
Άλλωστε, σύμφωνα με το δεύτερο γενικό όρο της ανωτέρω συμβάσεως, ο τρόπος παροχής των υπηρεσιών του αναιρεσιβλήτου προσδιοριζόταν από τον ίδιο και επιπλέον, η αναιρεσείουσα δεν ανέφερε πουθενά έστω και ένα ποσό, οποιουδήποτε ύψους, κατά το οποίο ζημιώθηκε, είτε με τον ως άνω τρόπο δικαστικής διασφαλίσεως των συμφερόντων της, είτε με την παράλειψη αυτού για την ασφάλιση των εκμισθωθέντων κινητών πραγμάτων της.
Αναφορικά δε με το θέμα της καταβολής στον αναιρεσίβλητο ολοκλήρου του ποσού του γραμματίου προεισπράξεως του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών για τις παραστάσεις αυτού ενώπιον των δικαστηρίων και συμβολαιογράφων κατά τη σύνταξη συμβολαίων επί ακινήτων, η αναιρεσείουσα μετά την επέκταση με το Ν. 2682/1999 του θεσμού LEASING και στα ακίνητα επεξέτεινε τη δραστηριότητά της και στις χρηματοδοτικές μισθώσεις ακινήτων, με αποτέλεσμα να προστεθεί στη Νομική Υπηρεσίας της νέο σημαντικό αντικείμενο και εντεύθεν να αυξηθεί ο όγκος της εργασίας της, τόσο σε δικαστικές, όσο και σε εξώδικες ενέργειές της, ο δε αναιρεσίβλητος, συνέπεια του γεγονότος αυτού, ζήτησε αρμοδίως την αναπροσαρμογή της αντιμισθίας του.
Τελικά συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων να λαμβάνει ο αναιρεσίβλητος πέραν της πάγιας αντιμισθίας του, ως πρόσθετη αμοιβή, τα ποσά των γραμματίων προείσπραξης του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, γεγονός που συνέβη κατά το χρονικό διάστημα από 25-2-1999 έως και 10-9-2001, εκδίδοντας προς τούτο ο ίδιος τα αντίστοιχα δελτία παροχής υπηρεσιών.
Η εν λόγω συμφωνία ήταν έγκυρη και ισχυρή, καθόσον στα πλαίσια της αρχής της ελευθερίας συμβάσεων επιτρέπεται να συμφωνηθεί μεταξύ του εντολέα και του δικηγόρου να καταβάλλεται στο δεύτερο πλέον της πάγιας περιοδικής αμοιβής του και πρόσθετη για αντικείμενο δικηγορικής απασχολήσεως, το οποίο δεν υπήρχε στις επιχειρηματικές δραστηριότητες του εντολέα κατά το χρόνο συνάψεως της συμβάσεως εντολής.
Καθόσον αφορά το υπ' αριθ. ...... έγγραφο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, με το οποίο απαντούσε σε προηγούμενο έγγραφο της αναιρεσείουσας ότι α) η τελευταία οφείλει στον αναιρεσίβλητο για την παράστασή του κατά τη σύνταξη των συμβολαίων το 35% της αμοιβής του, εφόσον συνδέεται με αυτή με σχέση έμμισθης εντολής, β) δεν έχει καταθέσει μονομερή δήλωση περί μετατροπής της συμβάσεως του και γ) η εν λόγω δήλωση δεν είναι δεσμευτική γι' αυτή ως αντιβαίνουσα στις διατάξεις της έμμισθης εντολής, η αναιρεσείουσα δεν έθεσε υπόψη του ΔΣΑ Αθηνών την ύπαρξη πρόσθετης συμφωνίας για επιπλέον αμοιβή κατά την παράσταση του αναιρεσιβλήτου στη σύνταξη των συμβολαίων.
Τέλος, ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, κατά τον οποίο ο αναιρεσίβλητος εξέθεσε κατ' επανάληψη αυτή, ζητώντας από τους πελάτες της χρήματά, που δεν δικαιούτο, είναι αβάσιμος, ενώ στην αναφερόμενη μοναδική περίπτωση ο αναιρεσίβλητος εισέπραξε από τον πελάτη αυτής ...... το ποσό των 280.000 δρχ. για νόμιμη αιτία, η οποία εκτίθεται λεπτομερώς στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά το Εφετείο έκρινε ότι η καταγγελία της εν λόγω συμβάσεως έμμισθης εντολής δεν έγινε για σπουδαίο λόγο, όπως προβλεπόταν από τη σύμβαση αυτή, αλλ' ούτε οφειλόταν σε πράξεις ή παραλείψεις του αναιρεσιβλήτου κλονιστικές της εμπιστοσύνης της αναιρεσείουσας προς το πρόσωπο αυτού ως δικηγόρου ή διαταρακτικές της ομαλής συνεργασίας τους.
Αντίθετα, ο αναιρεσίβλητος καθ' όλο το χρονικό διάστημα της απασχολήσεώς του στην αντίδικό του προσέφερε τις υπηρεσίες του σ' αυτή, όπως είχε συμφωνηθεί και επέβαλε η ιδιότητά του ως δικηγόρου, με επάρκεια, πληρότητα, ευσυνειδησία και με γνώμονα πάντοτε τα υλικά και ηθικά συμφέροντα αυτής, τα οποία και υπηρέτησε κατά τρόπο αποτελεσματικό.
Η ανωτέρω αυθαίρετη και αδικαιολόγητη καταγγελία της ως άνω συμβάσεως έμμισθης εντολής υπαγορεύθηκε από τους αναφερόμενους πολιτικούς και μόνο λόγους και δεν είχε καμιά απολύτως σχέση με τον τρόπο ασκήσεως των καθηκόντων του αναιρεσιβλήτου, ως νομικού συμβούλου της αναιρεσείουσας, εντεύθεν δε η τελευταία κατά την άσκηση του δικαιώματός της προς καταγγελία της συμβάσεως αυτής υπερέβη τα τιθέμενα από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του εν λόγω δικαιώματός της και συνεπώς, είναι άκυρη, ως καταχρηστική.
Κατόπιν αυτών το Εφετείο δέχθηκε κατά ένα μέρος την ένδικη από 29-3-2005 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, ως ουσιαστικά βάσιμη και αφ' ενός μεν αναγνώρισε άκυρη τη γενόμενη στις 30-4-2004 καταγγελία της εν λόγω συμβάσεως έμμισθης εντολής, αφ' ετέρου δε υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-10-2004 έως 31-3-2005, δώρο Χριστουγέννων έτους 2004, ασφαλιστικές εισφορές υπέρ του Τ.Ν και του Τ.Π.Δ.Α και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά.
Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τούτο τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού με βάση τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά προέκυπτε ότι η καταγγελία από μέρους της αναιρεσείουσας της ως άνω συμβάσεως έμμισθης εντολής δεν οφειλόταν σε πράξεις ή παραλείψεις του αναιρεσιβλήτου κλονιστικές της εμπιστοσύνης αυτής προς το πρόσωπό του ως δικηγόρου και διαταρακτικές της ομαλής συνεργασίας τους, αλλ' αντίθετα οφειλόταν στους άνω λεπτομερώς διαλαμβανόμενους λόγους και εντεύθεν, ότι η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος αυτής παρίστατο ως καταχρηστική, γιατί υπερέβαινε προφανώς τις καθοριζόμενες από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ως άνω αρχές, η δε αναιρεσείουσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 63 παρ. 5δ' του Ν.Δ. 3026/1954, είχε το δικαίωμα να προβεί στην καταγγελία της εν λόγω συμβάσεως έμμισθης εντολής χωρίς να λάβει υπόψη της τον ως άνω όρο αυτής, που δεν επέτρεπε την καταγγελία της χωρίς σπουδαίο λόγο.
Έτσι, το Εφετείο, παρά το ότι δέχθηκε πως για την εγκυρότητα της καταγγελίας της ως άνω συμβάσεως έμμισθης εντολής έπρεπε να συντρέχει σπουδαίος λόγος, σε ορθό αποτέλεσμα κατέληξε και συνεπώς, αφού προηγουμένως αντικατασταθεί η εσφαλμένη αυτή αιτιολογία με την ανωτέρω ορθή, πρέπει οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος, κατά το πρώτο μέρος τους, λόγοι της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ να απορριφθούν ως αβάσιμοι (άρθρ. 578 Κ.Πολ.Δ.).
Επίσης οι πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος του έκτου μέρους του και δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος του τρίτου μέρους του, λόγοι της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αιτιολογίες. Τέλος, το Εφετείο με βάση τις ανωτέρω παραδοχές και κρίνοντας κατά τον άνω μνημονευόμενο τρόπο διέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο των προαναφερομένων διατάξεων, αφού το αποδεικτικό πόρισμα είναι πλήρες και σαφές στο κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα της καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος της αναιρεσείουσας περί καταγγελίας της εν λόγω συμβάσεως έμμισθης εντολής.
Άρα, οι πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος του έκτου μέρους του, δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος του τρίτου μέρους του και τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγοι της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση της αγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως και γενικά αυτοτελούς αιτήσεως, δυνάμενοι μάλιστα να θεμελιώνουν παράλληλα και λόγο εφέσεως.
Εξ αυτών παρέπεται ότι δεν συνιστούν "πράγματα" τόσο οι ισχυρισμοί, που αποτελούν άρνηση άλλων ισχυρισμών, είτε απλή είτε υπό τη μορφή αιτιολογημένης απαντήσεως σε άλλους ισχυρισμούς, όσο και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα των διαδίκων. Επίσης, ο λόγος αναιρέσεως από την ως άνω διάταξη δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο.
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος τους, λόγους της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για μη λήψη υπόψη των ασκούντων ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και προταθέντων ισχυρισμών της, κατά τους οποίους α) ο αναιρεσίβλητος, κατά το χρόνο συνάψεως της ως άνω συμβάσεως έμμισθης εντολής, είτε από άγνοια νομικών κανόνων, είτε για να την εκμεταλλευθεί σκόπιμα, δεν ενημέρωσε αυτή επαρκώς και ειλικρινώς, ότι η ίδια δεν μπορούσε να καταγγείλει έγκυρα την εν λόγω σύμβαση αν δεν συνέτρεχε σπουδαίος προς τούτο λόγος, με συνέπεια να απολέσει την εμπιστοσύνη της προς το πρόσωπο αυτού, β) ο αναιρεσίβλητος μερικά χρόνια αργότερα άρχισε να χρεώνει αυτή εκτός από τη συμφωνημένη πάγια αντιμισθία του και με πρόσθετη αμοιβή για τον υπολογισμό της αντικειμενικής αξίας των ακινήτων, που ανερχόταν στο σημαντικό ποσό των 50.000 δρχ.
για κάθε ακίνητο, ενώ στο έγγραφο της ως άνω συμβάσεώς τους δεν περιεχόταν σχετική συμφωνία με αποτέλεσμα να διαρρήξει τον υφιστάμενο μεταξύ τους δεσμό εμπιστοσύνης, γ) ο ίδιος συμβούλευε αυτή κατά τρόπο, που είτε ήταν παντελώς αβάσιμος από νομικής απόψεως, είτε ήταν συνειδητό και σκόπιμα παραπλανητικός, με αποτέλεσμα να εισπράττει απ' αυτή χρήματα, που δεν δικαιούτο κατά το νόμο και τη σύμβαση, με αποτέλεσμα από το μήνα Μάϊο του έτους 2002 να απολέσει την εμπιστοσύνη της προς το πρόσωπο αυτού και να αναγκασθεί να ζητήσει την άποψη επί των εν λόγω νομικών θεμάτων του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και του δικηγόρου Γ.
Πήττα, του οποίου η γνωμοδότηση αποτελεί κόλαφο για τον αναιρεσίβλητο και τις πρακτικές του, δ) ο αναιρεσίβλητος ανήκε στο πολιτικό κόμμα, που κυβερνούσε κατά το έτος 2003, έχοντας διατελέσει μέλος των κυβερνήσεών του και βουλευτής του και για το λόγο αυτό δεν κατήγγειλε την υφισταμένη μεταξύ τους ως άνω σύμβαση κατά το έτος 2003, ε) η νέα διοίκηση αυτής, που ανέλαβε τα καθήκοντά της στις 18-6-2004, δεν κατήγγειλε την εν λόγω σύμβαση αμέσως, ήτοι μέχρι το τέλος του μηνός Σεπτεμβρίου 2004, όπως θα έπραττε αν ήθελε να εκδικηθεί τον αναιρεσίβλητο για πολιτικούς λόγους, στ) ο αναιρεσίβλητος γνώριζε τα αναφερόμενα στην από ....
έκθεση ειδικού ελέγχου της "KPMG Κυριάκου - Ορκωτοί Ελεγκτές ΑΕ", στο από ..... πόρισμα ελέγχου της Τράπεζας της Ελλάδος και στην από του μηνός..... έκθεση ελέγχου της ΑΤΕ πραγματικά περιστατικά και μετείχε ενεργά σ' αυτά, αφού αφ' ενός μεν δεν έκανε καλά τη δουλειά του, αφ' ετέρου δε, ένεκα των καθηκόντων του, γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει όλα τα ανωτέρω στις εν λόγω εκθέσεις ελέγχου αναγραφόμενα και όφειλε να αντιδράσει και να προστατεύσει αυτή από τις παράνομες ενέργειες και παραλείψεις των διοικούντων της και των μισθωτών της, αλλά δεν το έπραξε, με αποτέλεσμα να απολέσει την εμπιστοσύνη της προς το πρόσωπο αυτού και ζ) μετά τις 7-6-2004 η νέα διοίκηση αυτής δεν κατήργησε κανένα από τους συνεργαζόμενους με αυτή και έμμισθους δικηγόρους της και ανέθεσε σ' αυτούς την διεκπεραίωση υποθέσεών της, ο δε αναιρεσίβλητος αγωνίσθηκε για να καταστρέψει τις σχέσεις της με αυτούς, παραπληροφορώντας τους για τις προθέσεις της και για να την εκδικηθεί.
Από τους ανωτέρω ισχυρισμούς οι υπό τα στοιχεία δ' και ε' αποτελούν πραγματικά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας για την υποστήριξη των απόψεών της και συνεπώς, ο πρώτος, κατά τα σκέλη αυτά του δευτέρου μέρους του, λόγος της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Κατά τα λοιπά, οι ανωτέρω λόγοι της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, διότι, ενόψει των παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, καθίσταται σαφές ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε εκ του πράγματος τους ως άνω ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας.- Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ., ότι το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, συντρέχει όταν τούτο δέχεται τα πράγματα αυτά, χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη.
Όμως, δεν απαιτείται το δικαστήριο να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα. Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα από τις προσαχθείσες αποδείξεις και συγκεκριμένα, από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσιβλήτου, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του αναιρεσιβλήτου και όλα ανεξαιρέτως τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, έστω και αν δεν πληρούν τους όρους του νόμου, καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας.
Επομένως, ο πρώτος, κατά το τρίτο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δέχθηκε πραγματικά περιστατικά, ως αποδεχθέντα, χωρίς αποδείξεις, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 681 εδ. α', 670 και 671 Κ.Πολ.Δ., οι οποίες έχουν εφαρμογή και στην κατ' έφεση δίκη, προκύπτει ότι κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, τα οποία εκτιμά ελευθέρως, χωρίς να υποχρεούται να τηρήσει τους κανόνες του νόμου ως προς την αποδεικτική δύναμη αυτών, εξαιρέσει της ομολογίας.
Ενόψει τούτων, η διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ., με την οποία ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση αυτή, ως ασυμβίβαστη με την ως άνω ειδική διαδικασία, που προβλέπεται από τα άρθρα 677 επ.
Κ.Πολ.Δ. Επομένως, ο πρώτος, κατά το τέταρτο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε τους κανόνες του νόμου ως προς την δύναμη των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, που επικαλέσθηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα προς ανταπόδειξη της ένδικης αγωγής, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.
Τέλος, ο πρώτος, κατά το πέμπτο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 13 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, ο οποίος προϋποθέτει την εσφαλμένη κατανομή του βάρους αποδείξεως με έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, δεν ιδρύεται για τον προαναφερόμενο λόγο στην περίπτωση της ως άνω ειδικής διαδικασίας των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας και οι διάδικοι ήταν υποχρεωμένοι να προσκομίσουν προαποδεικτικώς τα αποδεικτικά τους μέσα.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18-5-2007 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΤΕ ΛΗΖΙΝΓΚ Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθ. 8997/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.- - ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ