Legislator Case Law & Legislation
1047/2007 AI generated

1047/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1047/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/5/1994 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 301/1995 του ίδιου Δικαστηρίου και 1388/1997 του Εφετείου Πειραιώς. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 598/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Πειραιώς. Το Εφετείο Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα) εξέδωσε την 821/2004 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/3/2005 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1047/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, όταν έχουν ληφθεί στα πλαίσια άλλης δίκης, δεν αποτελούν αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, αλλά απλά έγγραφα που εκτιμούνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Έτσι, δεν απαιτείται να γίνεται ειδική μνεία ότι αυτές λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο, αλλά αρκεί η γενική διαβεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα.

Keywords

AI generated
managing director gestor without mandate standing of shareholder authorized representative rights and obligations of staff debt collection officer
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1047 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1047/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ανδρέα Μαρκάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Κανδαράκη. Των αναιρεσίβλητων: 1.Εταιρείας με την επωνυμία ΤΡΟΟΔΟΣ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΠΕ, τελούσης υπό εκκαθάριση, εδρευούσης στον Πειραιά, νομίμως εκπροσωπουμένης, 2.Εταιρείας με την επωνυμία TROODOS SHIPPING CΟ L.T.D, τυπικώς εδρευούσης στην Μονροβία Λιβερίας και είναι εγκατεστημένη στην Ελλάδα, εδρευούσης στο Πειραιά, νομίμως εκπροσωπουμένης, 3.Εταιρείας με την επωνυμία GREENWICH BROKERAGE NAVIERA S.A τυπικώς εδρευούσης στον Παναμά και είναι εγκατεστημένη στην Ελλάδα, εδρευούσης στο Πειραιά, νομίμως εκπροσωπουμένης, 4...... 5. ..... 6......, εκ των οποίων οι μεν 1η, 2η, 3η, 4ος και 5ος δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ο δε 6ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Κωνσταντινίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/5/1994 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 301/1995 του ίδιου Δικαστηρίου και 1388/1997 του Εφετείου Πειραιώς. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 598/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Πειραιώς. Το Εφετείο Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα) εξέδωσε την 821/2004 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/3/2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας ανέγνωσε την από 1/2/2006 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και νυν Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Σπυρίδωνος Κολυβά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του παρόντος αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. ...., ...., ...., .... και .... εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..... ακριβές αντίγραφο της από 15-3-2005 αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτήν πράξη του αρμοδίου Αντιπροέδρου με την οποία ορίζεται δικάσιμος η 28-3-2006 και κλήση προς εμφάνιση κατ' αυτήν, επιδόθηκε αντίστοιχα νομίμως και εμπροθέσμως στους 1ο έως και 5ο των αναιρεσιβλήτων.

Κατά τη συνεδρίαση του Τμήματος στη δικάσιμο αυτή, η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε με αίτημα του αναιρεσείοντος, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 27-3-2007, κατά την οποία, όμως, δεν εμφανίστηκαν οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Επομένως, ενόψει του ότι δε χρειαζόταν νέα κλήση των απολειπομένων κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο, αφού κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β΄ Κ.Πολ.Δ, αν η συζήτηση της υποθέσεως αναβληθεί, η με πρωτοβουλία του γραμματέα εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία των πιο πάνω αναιρεσιβλήτων σαν να ήταν και αυτοί παρόντες ( άρθρ. 568 παρ. 4 και 572 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ).

Οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, όταν έχουν ληφθεί στα πλαίσια άλλης δίκης, δεν αποτελούν αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, αλλά απλά έγγραφα που εκτιμούνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Έτσι, δεν απαιτείται να γίνεται ειδική μνεία ότι αυτές λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο, αλλά αρκεί η γενική διαβεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 11 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση της μη λήψεως υπόψη της υπ' αριθμ. 6223/1994 ένορκης βεβαιώσεως μάρτυρα που είχε ληφθεί στα πλαίσια άλλης δίκης και προσκόμισε με επίκληση ο αναιρεσείων. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από τη διαβεβαίωση του Εφετείου ότι λήφθηκαν υπόψη "όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν με επίκληση οι διάδικοι", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει αδιστάκτως ότι λήφθηκε υπόψη και η επίμαχη ένορκη βεβαίωση.

Για τον ίδιο λόγο πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι, οι δεύτερος έως και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, επίσης από τον αριθμό 11 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, καθόσον προκύπτει αδιστάκτως ότι λήφθηκαν υπόψη τα αναφερόμενα στους λόγους αυτούς έγγραφα.

Κατά την έννοια του άρθρου 2 εδάφ. α' της διεθνούς συμβάσεως της Ουάσιγκτον "περί περιορισμού των ωρών εργασίας στις βιομηχανικές επιχειρήσεις" που κυρώθηκε με τον Ν.2269/1920, ως πρόσωπα που κατέχουν θέσεις εποπτείας ή διευθύνσεως ή εμπιστοσύνης, επί των οποίων κατά τη σύμβαση αυτή δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της που αναφέρονται στο νόμιμο ημερήσιο ή εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας των μισθωτών, θεωρούνται εκείνα στα οποία, επειδή διαθέτουν εξαιρετικά προσόντα ή τους έχει ιδιαίτερη εμπιστοσύνη ο εργοδότης, ανατίθενται καθήκοντα γενικότερης διευθύνσεως της επιχειρήσεως ή τομέα αυτής και εποπτεία του προσωπικού, έτσι ώστε όχι μόνο επηρεάζουν αποφασιστικά τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχειρήσεως, αλλά και διακρίνονται εμφανώς από τους άλλους υπαλλήλους, γιατί ασκούν δικαιώματα του εργοδότη σε μεγάλο βαθμό, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η πρόσληψη ή η απόλυση προσωπικού, η ανάληψη ποινικών ευθυνών σε σχέση με την τήρηση της νομοθεσίας στην επιχείρηση για το συμφέρον των εργαζομένων και η λήψη σημαντικών αποφάσεων για την επίτευξη του σκοπού στον οποίο αποβλέπει ο εργοδότης και τα οποία συνήθως αμείβονται με αποδοχές που υπερβαίνουν κατά πολύ τα ελάχιστα όρια ή τις καταβαλλόμενες στους άλλους μισθωτούς αποδοχές.

Δεν είναι όμως αναγκαίο να συντρέχουν όλες οι παραπάνω ή και άλλες περιστάσεις για να χαρακτηριστεί κάποιος μισθωτός ως διευθύνων υπάλληλος, αφού η έννοια του διευθύνοντος, ανεξαρτήτως του αν ο εργαζόμενος έχει ή όχι τον τίτλο του κατόχου αυτής, αποδίδεται με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστεως και της κοινής πείρας και λογικής από τη φύση των παρεχομένων υπηρεσιών, που κρίνονται ενιαίως, καθώς και από την ιδιάζουσα θέση εκείνου που τις παρέχει, τόσο προς τον εργοδότη, όσο και προς τους λοιπούς εργαζομένους.

Γι' αυτό τα πρόσωπα αυτά, αν και δεν παύουν να είναι μισθωτοί, συνδεόμενοι με τον εργοδότη με σχέση εξαρτημένης εργασίας, εξαιρούνται της εφαρμογής των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας περί χρονικών ορίων εργασίας, περί εβδομαδιαίας αναπαύσεως, περί αποζημιώσεως ή προσαυξήσεως για την υπερωριακή ή κατά Κυριακές και εορτές εργασία καθώς και περί χορηγήσεως ετήσιας άδειας αναψυχής, οι οποίες είναι ασυμβίβαστες προς την εξέχουσα θέση τους και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ανέλαβαν με τη σύμβαση τους.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχτηκε τα ακόλουθα:Ο ενάγων, ο οποίος είναι υποναύαρχος εν αποστρατεία, την 1-2-1986 προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την α' εναγομένη εταιρία και απασχολήθηκε ως Διευθυντής-Προϊστάμενος του Τμήματος των ελεγκτών των λογαριασμών πρακτόρων.

Παράλληλα, ανατέθηκαν σ'αυτόν και καθήκοντα νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας, για λίγους μήνες, καθήκοντα προσωρινού προσωπάρχη και διαχειριστή μικρού ταμείου μικροεξόδων και στη συνέχεια, όταν η εν λόγω εταιρία λύθηκε και επήλθε μεταβολή στη νομική προσωπικότητά της, καθήκοντα συνεκκαθαριστή αυτής με τον .....

μέχρι το Φεβρουάριο του 1994. Η εν λόγω εργοδότρια εταιρία είχε την έδρα της στον Πειραιά και ασχολούνταν με τη διαχείριση και την εκμετάλλευση πλοίων μέχρι την 1-1-1990, οπότε στην εκμετάλλευση αυτή υπεισήλθε η β' εναγομένη εταιρία "TROODOS SHIPPING CO LTD", η οποία διατήρησε μεν αυτήν ως οικονομική μονάδα αλλά ανέλαβε τη διαχείριση και εκμετάλλευση όλων των πλοίων της και εξακολούθησε από την ημερομηνία αυτή (1-1-1990) να απασχολεί τον ενάγοντα χωρίς καμία διακοπή με την ίδια ειδικότητα και τους ίδιους όρους, όπως και προηγουμένως.

Οι πιο πάνω εναγόμενες εταιρίες διαχειρίζονταν, εκπροσωπούσαν και πρακτόρευαν πολλά πλοία με ελληνική και αλλοδαπές σημαίες, διαφόρων τύπων και χωρητικότητας, ασκώντας με αυτά επιχείρηση θαλασσίων μεταφορών, Ειδικότερα, εκναύλωναν τα πλοία αυτά, προσλάμβαναν πληρώματα και κατάρτιζαν τις συμβάσεις ναυτολογήσεώς τους, προέβαιναν σε επισκευές και επιθεωρήσεις τους, πλήρωναν τα καύσιμα, τα ασφάλιστρα και τα υλικά που απαιτούνταν για την κίνηση και τη λειτουργία τους, και εκτελούσαν τις συναφείς με τη συντήρηση εργασίες, απασχολώντας προς τούτο υπαλληλικό και εργατοτεχνικό προσωπικό.

Ο αριθμός των πλοίων που διαχειρίζονταν ανερχόταν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα σε 50 περίπου, ενώ ο αριθμός του προσωπικού που απασχολούσαν στα γραφείου τους έφθανε κατά το ίδιο χρονικό διάστημα τα 200-300 άτομα. Για τη συνεχή και επιμελημένη διαχείριση των πλοίων αυτών, που ήταν κυρίως δεξαμενόπλοια μεγάλης χωρητικότητας, απαιτείτο ικανός αριθμός έμπειρων και έμπιστων στελεχών με κατανομή των επιτελικών καθηκόντων.

Έτσι, ο ενάγων, που ήταν έμπειρο στέλεχος του Πολεμικού ναυτικού, τοποθετήθηκε ως διευθυντής του πιο πάνω Τμήματος των ελεγκτών των λογαριασμών πρακτόρων της α' και στη συνέχεια της β' εναγομένης. Τα κύρια καθήκοντά του ως Διευθυντή-Προϊστάμενου του εν λόγω Τμήματος, που, όπως προαναφέρθηκε, ασκούσε ο ενάγων από το 1986, συνίσταντο κυρίως στον έλεγχο των τιμολογίων που είχαν ελεγχθεί από τους υπαλλήλους του Τμήματός του -Ελεγκτές και στην εισήγησή του προς τον Οικονομικό Διευθυντή της εργοδότριας για την πληρωμή των πρακτόρων, όπως και για την πληρωμή των εξόδων των πλοίων στα διάφορα λιμάνια.

Ενεργούσε δε ο ίδιος τις πληρωμές των πρακτόρων με την υπογραφή του επί των σχετικών διαταγών πληρωμής προς το Λογιστήριο της εργοδότριας εταιρίας και έτσι δέσμευε με την ενέργειά του αυτή την τελευταία, αφού το Τμήμα Πληρωμών του Λογιστηρίου, χωρίς την υπογραφή του δεν μπορούσε να προβεί στην αποστολή εμβασμάτων προς πληρωμή των λογαριασμών πρακτόρων.

Ο ίδιος δε ερχόταν σε επαφή με τους πράκτορες εσωτερικού και εξωτερικού στα διάφορα λιμάνια του κόσμου και συγκέντρωνε κοστολόγια και πληροφορίες. Ως νόμιμος εκπρόσωπος της εργοδότριας είχε και ουσιαστικές αρμοδιότητες, όπως αυτήν της προσλήψεως υπαλλήλων στον οικονομικό τομέα της επιχειρήσεως καθώς και της απολύσεως αυτών, ασκώντας σε σημαντικό βαθμό τα καθήκοντα του εργοδότη.

Επιπρόσθετα, λόγω της αναλήψεως εκ μέρους του των ποινικών ευθυνών ως φορέων εργοδοτικής εξουσίας υφίστατο και ποινικές κυρώσεις κυρίως σε θέματα παραβιάσεων της εργατικής νομοθεσίας. Ο ενάγων ως Διευθυντής-Προϊστάμενος στο Τμήμα λογαριασμού πρακτόρων υπαγόταν, όπως και άλλοι Διευθυντές -Προϊστάμενοι οικονομικών τμημάτων στο Διευθυντή Οικονομικού ....., ο οποίος μαζί με τους Διευθυντές των άλλων Τομέων της Επιχειρήσεως (Ναυτικού Τεχνικού και Εμπορικού) συγκροτούσαν το Συμβούλιο των Διευθυντών.

Η θέση του δε ως Διευθυντή του πιο πάνω Τμήματος ήταν υπεύθυνη και νευραλγική ενόψει του ότι τα ποσά που δια της υπογραφής του πλήρωνε κάθε χρόνο η εταιρία στους πράκτορες ανέρχονταν σε δεκάδες εκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ. Εξάλλου, η ανάθεση και η άσκηση από αυτόν των καθηκόντων του ως νομίμου εκπροσώπου, διαχειριστή και εκκαθαριστή σαφώς ενείχε χαρακτήρα ιδιάζουσας εμπιστοσύνης εποπτείας και διευθύνσεως.

Αβάσιμα δε ο ενάγων ισχυρίζεται ότι ήταν τυπικά μόνο διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος των πιο εταιριών, πόσο μάλλον που ο ίδιος, στη σχετική αλληλογραφία του αναφερόταν με τις ιδιότητές του αυτές. Τα πιο πάνω καθήκοντά του ο ενάγων παρείχε στις εναγόμενες αυτές εταιρίες μέχρι την 31-12-1993, οπότε και καταγγέλθηκε η αορίστου χρόνου σύμβαση εργασίας που τον συνέδεε με τις εταιρίες αυτές.

Κατά τη διάρκεια της παροχής των πιο πάνω υπηρεσιών του διατηρούσε σχετική αυτοτέλεια ως προς το χρόνο προσελεύσεως και αποχωρήσεως από τα γραφείο του Ομίλου ΤΡΟΟΔΟΣ, αφού προσερχόταν κατά τις 10.00' το πρωί και αποχωρούσε στις 19.00' το απόγευμα, με διακοπή μιάμισης ώρας το μεσημέρι για φαγητό και αναψυχή.

Οι συνολικές δε μηνιαίες αποδοχές του ανέρχονταν, το έτος 1986 σε 96.200 δρχ., το 1987 σε 116.20 δρχ., το έτος; 1988 σε 136.200 δρχ., το έτος 1989 σε 146.200 δρχ., το 1990 σε 201.606 δρχ., το 1991 σε 259.491 δρχ., το 1992 σε 284.860 δρχ. και το έτος 1993 σε 285.000 δρχ., δηλαδή ήταν αισθητά υψηλότερες των νομίμων ελαχίστων ορίων και των αποδοχών των λοιπών υπαλλήλων.

Και τούτο, διότι ενδεικτικά ο μισθός υπαλλήλου 19 ετών και άνω εγγάμου με τρεις (3) 3ετίες ανερχόταν το 1987 σε 51.641 δρχ., το 1989 σε 73.762 δρχ. το 1990 σε 87.798 δρχ. και το 1993, που άρχισε να ισχύει η ΣΣΕ (20-9-93) "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού Ναυτικών Πρακτορείων και Ναυτιλιακών Επιχειρήσεων όλης της χώρας" ο βασικός μισθός ανερχόταν σε 140.653 δρχ.

και ο μισθός υπαλλήλου με 35 έτη υπηρεσίας ανερχόταν σε 258.922 δρχ.. Αλλά και ο μισθός των υπαλλήλων των πιο πάνω εταιριών .... και .... υπολειπόταν κατά πολύ αυτού του ενάγοντος. Ενώ οι μισθοί των επίσης διευθυντικών στελεχών ...., ...., ...., .... και ...., οι οποίοι είχαν τα ίδια ή ανάλογα με τον ενάγοντα προσόντα, ήταν ανάλογοι με αυτόν του ενάγοντος.

Με τις παραπάνω πραγματικές παραδοχές του το Εφετείο περιέλαβε πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο σχετικά με την ορθή ή μη εφαρμογή του αναφερόμενου κανόνος ουσιαστικού δικαίου επί του ουσιώδους επιδράσεως στην έκβαση της δίκης ζητήματος της θέσεως εποπτείας, διευθύνσεως και εμπιστοσύνης που κατείχε ο αναιρεσείων στην επιχείρηση των αναιρεσιβλήτων.

Επομένως, οι έκτος και έβδομος λόγοι αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Όπως προαναφέρθηκε, η έννοια του διευθύνοντος υπαλλήλου αποδίδεται με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστεως και της κοινής πείρας και λογικής από τη φύση των παρεχομένων υπηρεσιών, καθώς και την ιδιάζουσα θέση εκείνου που τις παρέχει, τόσο προς τον εργοδότη όσο και προς τους λοιπούς εργαζομένους.

Και ναι μεν αυτός που έχει την εν λόγω ιδιότητα εξαιρείται της εφαρμογής των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας που αναφέρονται, μεταξύ των άλλων και στη χορήγηση ετήσιας άδειας αναψυχής, πλην όμως, η ύπαρξη του στοιχείου αυτού καθώς και οι συναφείς με την άδεια παροχές του εργοδότη (αποδοχές και επίδομα αδείας), δεν εμποδίζει το χαρακτηρισμό ενός υπαλλήλου ως διευθύνοντος, αφού κριτήριο προς τούτο (μεταξύ των άλλων), δεν αποτελεί η φύση των προς αυτόν παροχών του εργοδότη αλλά το ύψος τους.

Εξάλλου, ομολογία (δικαστική ή εξώδικη) είναι η δήλωση με την οποία διάδικος εκθέτει ή αναγνωρίζει την αλήθεια ενός ουσιώδους πραγματικού περιστατικού που είναι επιβλαβές για τον ομολογούντα. Αντίθετα, τα αδιάφορα για τον ομολογούντα γεγονότα δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ομολογούμενα. Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη την εξώδικη ομολογία των αναιρεσιβλήτων ότι κατά τη διάρκεια της ένδικης εργασιακής σχέσεως χορηγούσαν σ' αυτόν άδεια αναψυχής και του κατέβαλλαν αποδοχές και επίδομα αδείας καθώς και δώρα εορτών, ήτοι παροχές τις οποίες δε θα εδικαιούτο αν πράγματι ήταν διευθύνων υπάλληλος.

Όμως, από τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, αυτό μεν που αναφέρεται στην καταβολή δώρων εορτών δεν είναι επιβλαβές διότι οι διευθύνοντες υπάλληλοι δεν εξαιρούνται των εν λόγω παροχών, εκείνα δε που αναφέρονται στη χορήγηση άδειας αναψυχής και των συναφών με αυτήν παροχών, είναι, κατά τα προαναφερόμενα, αδιάφορα για τους βαρυνόμενους με την απόδειξη της ιδιότητας του αναιρεσείοντος ως διευθύνοντος υπαλλήλου αναιρεσίβλητους.

Έτσι, η επικαλούμενη ομολογία δεν αποτελούσε στη συγκεκριμένη δίκη αποδεικτικό μέσο και κατά συνέπεια το Εφετείο που δεν την έλαβε υπόψη, δεν υπέπεσε στην προβαλλόμενη πλημμέλεια. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως. Από τη διάταξη του άρθρου 651 ΑΚ που ορίζει ότι η αξίωση του εργοδότη για την εργασία του μισθωτού είναι αμεταβίβαστη, εάν από τη συμφωνία ή τις περιστάσεις δεν προκύπτει κάτι άλλο, συνδυαζόμενη προς τις διατάξεις των άρθρων 361 και 648 ΑΚ προκύπτει ότι είναι νόμιμη η συμφωνία με την οποία ο εργοδότης, που έχει στη διάθεσή του τις υπηρεσίες κάποιου μισθωτού, παραχωρεί με τη συναίνεση του μισθωτού τις υπηρεσίες του τελευταίου σε άλλον εργοδότη στον οποίο παρέχονται πλέον οι υπηρεσίες αυτές, οπότε η σχέση στηρίζεται στη θέληση και των τριών μερών.

Κάτι τέτοιο μπορεί να γίνει με την αρχική συμφωνία προσλήψεως του μισθωτού ή με μεταγενέστερη συμφωνία αλλά δύναται να προκύπτει και από τις περιστάσεις, όπως στις περιπτώσεις συγγενών επιχειρήσεων που ανήκουν στον ίδιο επιχειρηματικό όμιλο. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα:

Η εργοδότρια του εκκαλούντος ΤΡΟΟΔΟΣ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΠΕ στις 13-7-1987, δηλαδή μετά τη σύναψη της ένδικης συμβάσεως εργασίας, ανέθεσε στον ενάγοντα και αυτός αποδέχθηκε καθήκοντα νομίμου εκπροσώπου της γ' εναγομένης εφεσίβλητης εταιρίας (GREENWICH BROKERAGE NAVIERA S.A.", η οποία ανήκε και αυτή στον Όμιλο εταιριών ΤΡΟΟΔΟΣ και συμφώνησε με αυτόν σιωπηρά να αμείβεται από την μέχρι τότε εργοδότριά του με τις αποδοχές που καταβάλλονταν συνολικά σ'αυτόν και οι οποίες ανέρχονταν στα προαναφερθέντα ποσά κατά τα διάφορα χρονικά διαστήματα μέχρι την απόλυσή του.

Ενόψει δε του ότι ενάγων αδιαμαρτύρητα επί επτά χρόνια δεν ζήτησε αμοιβή από την γ' εναγομένη κατά το χρόνο που προαναφέρθηκε, συνεστήθη σχέση δανεισμού των διευθυντικών υπηρεσιών αυτού σε τρίτη εργοδότρια, για την αμοιβή όμως του οποίου η τελευταία δεν ευθύνεται. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, που απέρριψε ακολούθως την αγωγή κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της τρίτης αναιρεσίβλητης, δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αλλά αντιθέτως περιέλαβε πλήρεις αιτιολογίες που στηρίζουν το διατακτικό της.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του ο όγδοος λόγος αναιρέσεως που υποστηρίζει τα αντίθετα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-3-2005 αίτηση του .... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 821/2004 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του έκτου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 15 Μαΐου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ