Legislator Case Law & Legislation
1046/2025 AI generated

Supreme Court annuls appeal court decision on debt calculation errors and remands case for retrial.

Case Number 1046/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Third Instance Court of Corfu's decision of 4/2021, which had rejected the plaintiffs' claim against the bank. The court found the lower court's calculation of the final debt amount erroneous, specifically regarding the application of interest multipliers and the exclusion of paid amounts. Consequently, the case was remanded to a new panel of the Third Instance Court for a fresh trial on the merits.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580, 495, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court annuls a judgment where the lower court erred in calculating the final debt amount by failing to correctly apply statutory interest multipliers and deducting payments made.

Keywords

AI generated
calculation of debt interest multipliers annulment of judgment remand for retrial Code of Civil Procedure final debt amount payment deduction

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 § 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 580 § 4 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1046 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1046/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Άλκηστη Σιάννου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Εταιρείας με την επωνυμία "ΚΡΟΝΟΣ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ - ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ & ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΠΕ", που εδρεύει στην Αχαράβη Κέρκυρας και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Μ. Τ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Τσίκλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από την Ειδική Εκκαθαρίστρια αυτής, Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΙΚΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ Α.Ε." , που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αθανασία Βρυώνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/12/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 133/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4/2021 του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6/7/2021 αίτησή τους και τους από 10/11/2021 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 6.7.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 4/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 22-7-2019 έφεσης της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος υπό ειδική εκκαθάριση" κατά της υπ' αριθ. 133/2019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσία βάσιμη η από 2.12.2009 αγωγή των αναιρεσειόντων κατά της ως άνω αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας. Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Τριμελές Εφετείο Κέρκυρας δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση της νυν αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση (133/2019) και απέρριψε την αγωγή. Η ως άνω αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε την 7.7.2021, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της γνήσιας προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στους αναιρεσείοντες, η οποία έλαβε χώρα την 9.6.2021, όπως τούτο αναφέρεται από τους τελευταίους στο αναιρετήριο και δεν αμφισβητείται από την αναιρεσίβλητη (ΑΠ 731/2024). Επομένως, η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ).

Παραδεκτοί, εξάλλου, είναι και οι από 10.11.2021 πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν από τους αναιρεσείοντες εμπρόθεσμα, με ιδιαίτερο δικόγραφο, και επιδόθηκαν νομότυπα στην αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 § 2, όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 37 και 120 του Ν. 4842/2021, σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του Ν. 4912/17.3.2022 και την παρ. 2β' του άρθρου 116 Ν. 4842/2021 (βλ. την υπ' αριθ. ....2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Κ. Γ. Δ.). Επομένως, τα ανωτέρω δικόγραφα, πρέπει να συνεκδικαστούν, κατά τα άρθρα 246, 573 § 1 ΚΠολΔ, καθόσον οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυτοτέλεια, αλλά συζητούνται, υποχρεωτικά, με την αίτηση αναίρεσης και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους, κατ' άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 1239/2024, ΑΠ 520/2023, ΑΠ 1278/2023, ΑΠ 157/2022).

ΙΙ.Α. Κατά το άρθρο 30 § 1 του Ν. 2789/2000, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 42 § 1 του Ν. 2912/2001: "Κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31.12.2000 δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσότερων δανείων ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ' ανώτατο όριο.

Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων, τυχόν υπερβάλλον ποσό πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιασθεί κατά περίπτωση: α) το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31-12-1985 ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτήν, β) το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.1990, γ) το διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.2000. Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού".

Εξάλλου, κατά το άρθρο 39 §§ 1, 2, 3, 8 και 12 Ν. 3259/2004: "Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου (παρ. 1).

Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεών τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξή τους ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος.

Μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση. Η αποπληρωμή της προκύπτουσας κατά τα ως άνω οφειλής πρέπει να έχει διάρκεια πέντε (5) έως επτά (7) ετών, εκ των οποίων δύο (2) έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος και η αποπληρωμή θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, εκτός και αν τα δύο μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά.

Η οφειλή θα είναι έντοκη με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της ενήμερης οφειλής για όμοιες χρηματοδοτήσεις (παρ. 2). Παρέλευση της προθεσμίας της προηγούμενης παραγράφου άπρακτης ή καθυστέρηση στην εξόφληση δόσης που έχει συμφωνηθεί με τη ρύθμιση πέραν των ενενήντα (90) ημερών παρέχει το δικαίωμα στο πιστωτικό ίδρυμα να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί σύμφωνα με τα ανωτέρω.

Στην περίπτωση αυτή η οφειλή θα εκτοκίζεται με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας από την πρώτη ημέρα καθυστέρησης (παρ. 3)... Καταβολές που έγιναν οποτεδήποτε από τον οφειλέτη, τον εγγυητή ή τρίτο και αφορούν σε οφειλές ρυθμιζόμενες με τις ανωτέρω παραγράφους, αφαιρούνται από το συνολικό ποσό της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώνεται με βάση τις διατάξεις του παρόντος (παρ. 8)...

Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει (παρ.12)". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες εγκαθίδρυσαν υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τον επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλών από συμβάσεις ή πιστώσεις ώστε η εκάστοτε προς αυτά οφειλή να μην υπερβαίνει το τετραπλάσιο, τριπλάσιο ή διπλάσιο κατά περίπτωση του ληφθέντος κεφαλαίου κάθε δανείου ή πιστώσεως ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων λογαριασμών του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, προκύπτει ότι με το άρθρο 39 Ν. 3259/2004 περιορίσθηκε το οριζόμενο με το άρθρο 30 § 1 του Ν. 2789/2000, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 § 1 του Ν. 2912/2001, ως ανώτατο όριο του τετραπλασίου της απαίτησης από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων με πιστωτικά ιδρύματα, στο τριπλάσιο αυτής και δεν καταργήθηκαν οι λοιπές διαβαθμίσεις των οφειλών ανάλογα με το χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού που προβλεπόταν από το άρθρο 30 § 1 του Ν. 2789/2000, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 42 § 1 του Ν. 2912/2001, αφού οι τελευταίες αυτές διατάξεις δεν έχουν χρονικά όρια εφαρμογής και εξακολουθούν να ισχύουν και να εφαρμόζονται παράλληλα και μετά τη νέα ρύθμιση του Ν. 3259/2004, σύμφωνα με το εδάφιο 12 του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004.

Η ερμηνεία αυτή είναι σύμφωνη τόσο με τη γραμματική διατύπωση των εν λόγω διατάξεων, όσο και με το σκοπό και τη βούληση του νομοθέτη, εγκειμένων, σύμφωνα και με την αιτιολογική έκθεση του νεότερου παραπάνω νόμου, στη βελτίωση των ισχυουσών ρυθμίσεων με τον περιορισμό της επιβάρυνσης των οφειλετών από πολλαπλάσια χρέη σε σχέση με την αρχική οφειλή τους, λόγω του συνδυασμού υψηλών επιτοκίων και συχνότητας ανατοκισμού των ληξιπρόθεσμων οφειλών, όχι δε και στη μεταβολή προς το χειρότερο της υφιστάμενης ευνοϊκότερης ρύθμισης, ως προς τον συντελεστή πολλαπλασιασμού (2 αντί 3) του άρθρου 39 § 1 του Ν. 2789/2000, όπως και ισχύει, αν οι σχετικές συμβάσεις δανεισμού ή πιστώσεων είχαν συναφθεί ή το οριστικό κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού είχε συμβεί από 1.1.1991 και έως 31.12.2000 (ΑΠ 1101/2021, ΑΠ 763/2019, ΑΠ 1002/2019, ΑΠ 488/2017, ΑΠ 1433/2015, ΑΠ 132/2014, ΑΠ 1224/2014).

Από αυτά παρέπεται ότι σε περίπτωση δανειακής σύμβασης, που καταρτίσθηκε κατά τη χρονική περίοδο από 1-1-1991 έως 31-12-2000, το τριπλάσιο ή το διπλάσιο υπολογίζεται επί του δανείου που έχει ληφθεί ή, αν πρόκειται για αλληλόχρεους λογαριασμούς, επί του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του αλληλόχρεου λογαριασμού (ΑΠ 1224/2014).

Περαιτέρω, από τη συγκριτική παράθεση του άρθρου 30 §§ 1 και 2 Ν. 2879/2000 και του άρθρου 39 §§ 1 και 8 του Ν. 3259/2004, οι οποίοι όπως αναφέρθηκε ισχύουν παράλληλα, προκύπτει ότι υφίσταται διαφορά αναφορικά με την περίπτωση του αλληλόχρεου λογαριασμού ως προς τα ποσά που θα αφαιρεθούν από το πλασματικό ύψος της επαναπροσδιοριζόμενης οφειλής.

Ειδικότερα, το άρθρο 39 § 1 Ν. 3259/2004 (που ισχύει εν προκειμένω, αφού με βάση το νόμο αυτό η αναιρεσίβλητη τράπεζα επαναπροσδιόρισε την οφειλή της οφειλετών εναγόντων) ορίζει ότι η ληξιπρόθεσμη οφειλή δεν δύναται να υπερβαίνει προκειμένου περί αλληλόχρεου το τριπλάσιο (ή διπλάσιο), του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού.

Επομένως, με βάση τον προσδιορισμό αυτό η τράπεζα θα αναζητήσει την οφειλή μετά την τελευταία εκταμίευση και θα την πολλαπλασιάσει εις τριπλούν (ή εις διπλούν). Μετά τον πολλαπλασιασμό αυτό και την ανεύρεση της τριπλάσιας ή διπλάσιας (πλασματικής) οφειλής κρίσιμο τυγχάνει ποιες καταβολές θα αφαιρέσει.

Κατά το άρθρο 30 § 2 του Ν. 2879/2000, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 42 του Ν. 2912/2001, θα πρέπει από την επαναπροσδιορισθείσα οφειλή, αν πρόκειται περί δανείου να αφαιρούνται όλες οι καταβολές, ενώ αν πρόκειται περί αλληλόχρεου λογαριασμού δεν θα πρέπει να αφαιρούνται όλες οι καταβολές που έχουν γίνει οποτεδήποτε αλλά μόνο οι καταβολές που έχουν γίνει, μετά από τη λήψη του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πίστωσης δανείου.

Αντίθετα, το νέο άρθρο 39 § 8 του Ν. 3259/2004 όρισε ότι θα πρέπει να αφαιρούνται από το συνολικό ποσό της οφειλής όλες καταβολές που έγιναν οποτεδήποτε από τον οφειλέτη, τον εγγυητή ή τρίτο απαλείφοντας την διάκριση που γίνονταν με το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς αν επρόκειτο περί αλληλόχρεου, όπου προβλεπόταν ότι αφαιρούνται μόνο καταβολές μετά την τελευταία εκταμίευση.

Πράγματι, όσον αφορά ειδικότερα στην περίπτωση του αλληλόχρεου λογαριασμού, ο προσδιορισμός της συνολικής οφειλής γίνεται με διαφορετικά κριτήρια από αυτά που εφαρμόζονται για τις οφειλές από τοκοχρεωλυτικά δάνεια. Η συνολική οφειλή δηλαδή υπολογίζεται ως το τριπλάσιο ή διπλάσιο του ποσού της οφειλής κατά την τελευταία εκταμίευση (βλ.

άρθρο 39 § 1 του Ν. 3259/2004), δηλαδή ως το τριπλάσιο ή διπλάσιο του χρεωστικού υπολοίπου του αλληλόχρεου λογαριασμού κατά το χρόνο της τελευταίας εκταμίευσης. Η διαφοροποίηση της ρύθμισης στην περίπτωση του αλληλόχρεου λογαριασμού οφείλεται στη φύση της πίστωσης αυτής. Στα τοκοχρεολυτικά δάνεια οι καταβολές αποσβένουν τόσο τόκους όσο και χρέος, έτσι ώστε οποιοδήποτε υπόλοιπο εμφανίζει ο λογαριασμός του δανείου, αυτό περιλαμβάνει τόσο τους συμβατικούς τόκους όσο και το κεφάλαιο.

Ο αλληλόχρεος λογαριασμός όμως, κατά το τακτικό περιοδικό του κλείσιμο ανά τρίμηνο, εμφανίζει το χρεωστικό του υπόλοιπο, το οποίο αφορά το κεφάλαιο, όπως διαμορφώθηκε, όμως από το τελευταίο κλείσιμο και μετά (και όχι από την αρχή της λειτουργίας του όπως γίνεται με το δάνειο), ενώ επίσης εμφανίζει τους δεδουλευμένους τόκους και πάλι από το τελευταίο κλείσιμο και τους μη δεδουλευμένους τόκους και πάλι από την τελευταία κεφαλαιοποίηση.

Δηλαδή, το χρεωστικό υπόλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού είναι το αποτέλεσμα της πρόσθεσης όλων των χρεώσεων και όλων των πιστώσεων και την αφαίρεση των δεύτερων από τις πρώτες, δηλαδή από την οφειλή έχουν ήδη αφαιρεθεί όλες προηγούμενες καταβολές ή άλλες πιστώσεις, αφού στον αλληλόχρεο ενδιαφέρει πάντα το κατάλοιπο κατά το κλείσιμό του που είναι και αυτό που οφείλεται και μεταφέρεται στην επόμενη περίοδο.

Για τον λόγο αυτό ως συνολική οφειλή στο άρθρο 39 § 1 του Ν. 3259/2004 ορίζεται το τριπλάσιο (ή διπλάσιο) του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού και όχι το τριπλάσιο (ή διπλάσιο) του ποσού του αρχικού κεφαλαίου, ήτοι του ποσού του δανείου που ο πιστούχος έχει αναλάβει εξ αρχής. Λόγω δε της λειτουργίας αυτής του αλληλόχρεου έχει κριθεί ότι στην περίπτωση αυτή (του αλληλόχρεου λογαριασμού) για τον επαναπροσδιορισμό θα πρέπει από τη συνολική οφειλή να αφαιρεθούν μόνο οι καταβολές που έλαβαν χώρα μετά την τελευταία εκταμίευση, αφού οι προηγούμενες καταβολές έχουν ήδη αφαιρεθεί στα προηγούμενα κλεισίματα του λογαριασμού.

Σε αντίθετη περίπτωση, δηλαδή αν αφαιρεθούν και πάλι όλες οι καταβολές τόσο πριν την τελευταία εκταμίευση όσο και μετά την τελευταία εκταμίευση, τότε θα φτάσουμε σε διπλή αφαίρεση: α) μία αφαίρεση εκ της λειτουργίας του αλληλόχρεου, σε κάθε περιοδικό του κλείσιμο, για να βρούμε το χρεωστικό υπόλοιπο και β) και μία αφαίρεση για τον υπολογισμό της συνολικής οφειλής (ΑΠ 696/2021, ΑΠ 26/2010).

Β. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 § 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 5/2024, ΑΠ 56/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017).

Με τον λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 4/2018, ΑΠ 827/2020, ΑΠ 156/2019).

Γ. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου, προκύπτει ότι με αυτήν έγιναν, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δεκτά τα ακόλουθα: "

Η πρώτη εφεσίβλητη συνήψε με την εκκαλούσα την υπ' αριθμό ...-1991 σύμβαση ανοικτού λογαριασμού. Δυνάμει αυτής χορηγήθηκαν στην πρώτη εφεσίβλητη τα εξής δάνεια: Α) την 20-5-1991 ποσό 13.300.000 δρχ. ή 39.031,55 ευρώ, με επιτόκιο ύψους 19,75%, διάρκειας 15 ετών, εξοφλητέο σε 15 ετήσιες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, με ορισθείσα πρώτη δόση την 31-12-1992 και τελευταία την 31-12-2006 και Β) την 20-5-1991 ποσό 24.825.000 δρχ.

ή 72.854 ευρώ, με επιτόκιο ύψους 19,25%, διάρκειας 8 ετών, εξοφλητέο σε 8 ετήσιες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, με πρώτη δόση την 31-12-1992 και τελευταία την 31-12-1999. Για την εξυπηρέτηση των δανείων αυτών τηρήθηκαν οι με αριθμούς ... και ... λογαριασμοί, αντιστοίχως. Λόγω ασυνέπειας της εφεσίβλητης στην εξυπηρέτηση των ως άνω δανείων, η εκκαλούσα κατήγγειλε την 21-3-2003 την ένδικη σύμβαση, γνωστοποιώντας την στους εφεσίβλητους, στην πρώτη με την ιδιότητά της ως οφειλέτρια και στον δεύτερο ως έχοντα την ιδιότητα του μοναδικού εταίρου και διαχειριστή της πρώτης, με την ...-2003 δήλωσή της.

Κατόπιν, στην υπ' αριθμό ...-2004 αίτηση των εφεσιβλήτων για αναπροσαρμογή των ένδικων οφειλών τους, κατ' άρθρο 39 παρ. 1 Ν 3259/2004, η εκκαλούσα απάντησε με την υπ' αριθμό ...-2004 δήλωσή της, στην οποία περιέλαβε κατάσταση οφειλής καθορίζοντας το υπόλοιπο της οφειλής με βάση την 4-8-2004 στο συνολικό ποσό των 285.073,94 ευρώ.

Στον υπολογισμό αυτόν, η εκκαλούσα, προέβη πολλαπλασιάζοντας το αρχικό κεφάλαιο με τον συντελεστή τρία (3) και αφαιρώντας μετά τις γενόμενες από τους εφεσίβλητους καταβολές. Έτσι, υπολόγισε για το πρώτο ως άνω δάνειο κεφάλαιο 13.300.000 δρχ. ή 39.031,54 ευρώ επί 3, μείον καταβολή ποσού 1.000.000 δρχ., ίσον 38.900.000 δρχ. ή 114.159,94 ευρώ ενώ για το δεύτερο ως άνω δάνειο κεφάλαιο 24.825.000 δρχ.

ή 72.853,99 ευρώ επί 3, μείον καταβολές μέχρι 4-8-2004 ποσού 16.236.054 δρχ. ίσον 170.914 ευρώ, δηλαδή συνολικά υπολόγισε το υπόλοιπο και για τα δύο δάνεια στο ποσό των 285.073,94 ευρώ. Μετά ταύτα οι διάδικοι συνήψαν την υπ' αριθμό ...-2004 πρόσθετη πράξη ρύθμισης οφειλών, στην οποία ορίζοντο τα προαναφερθέντα, δηλαδή ότι το ύψος της συνολικής οφειλής την 4-8-2004 ανερχόταν στο ποσό των 285.073,94 ευρώ, το οποίο οι εφεσίβλητοι, έτσι, αποδέχθηκαν, υπό την επιφύλαξη που εξέφρασε ο δεύτερος εφεσίβλητος την ίδια μέρα ως προς το ύψος του καταλοίπου, και συμφωνήθηκε η αποπληρωμή του σε 10 εξαμηνιαίες δόσεις, αρχής γενομένης από 30-6-2007 έως και την 31-12-2011.

Σε εκτέλεση της ως άνω συμφωνίας, οι εφεσίβλητοι κατέβαλαν την 28-12-2006 το ποσό των 2.272,29 ευρώ, την 4-6-2007 το ποσό των 250.000 ευρώ και την 16-1-2009 το ποσό των 9.124,38 ευρώ. Μετά ταύτα το υπόλοιπο υπολογίστηκε από την εκκαλούσα στις 27-1-2009 στο ποσό των 146.843,86 ευρώ και η σύμβαση αυτή καταγγέλθηκε από την τελευταία (εκκαλούσα) με την από 28-1-2009 δήλωσή της, που επιδόθηκε στους εφεσίβλητους στις 2-2-2009.

Τα περιστατικά αυτά συνομολογούνται από τους διαδίκους και δεν αμφισβητήθηκαν.

Συνεπώς, συνομολογείται από τους διαδίκους ότι η οφειλή των εφεσιβλήτων προέρχεται από σύμβαση δανείου με ανοικτό λογαριασμό που συνήφθη την 15-5-1991, δηλαδή εντός του χρονικού διαστήματος από 1-1-1991 έως 31-12-2000. Επομένως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, ο επαναπροσδιορισμός της οφειλής των εφεσιβλήτων πρέπει να λάβει χώρα, για το σύνολο των ένδικων δύο δανείων, με βάση τον συντελεστή δύο (2), με τον οποίο πρέπει να πολλαπλασιαστεί το κεφάλαιο δανείου από ανοικτό λογαριασμό, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ' ανώτατο όριο, χωρίς τόκους ανατοκισμού και έξοδα και αφαιρουμένων από το διαμορφούμενο, κατά την παραπάνω μέθοδο, συνολικό ποσό της οφειλής των ποσών των καταβολών. Επομένως, ως προς το πρώτο δάνειο των 39.031,55 ευρώ (13.300.000 δρχ.) συν 50% ποσού 19.515,77 (εφόσον οι συμβατικοί τόκοι υπερέβαιναν το ποσό αυτό), δηλαδή συνολικά (κεφάλαιο και τόκοι) 58.547,32. Πολλαπλασιαζομένου του ποσού αυτού με τον συντελεστή 2 η οφειλή διαμορφώνεται στο ποσό των 117.094,64. Μείον το ποσό που η εφεσίβλητη κατέβαλε την 5-9-1995 του 1.000.000 δρχ. ή 2.934,70 ίσον 114.159,94 ευρώ, στο οποίο διαμορφώθηκε η οφειλή μετά την εφαρμογή των ευεργετικών για τον οφειλέτη ως άνω διατάξεων.

Περαιτέρω, ως προς το δεύτερο δάνειο των 72.854 ευρώ (24.825.000 δρχ.) συν 50% ποσού 36.427 (εφόσον οι συμβατικοί τόκοι υπερέβαιναν το ποσό αυτό), δηλαδή συνολικά (κεφάλαιο και τόκοι) 109.281. Πολλαπλασιαζομένου του ποσού αυτού με τον συντελεστή 2 η οφειλή διαμορφώνεται στο ποσό των 218.562. Μείον το ποσό που η εφεσίβλητη κατέβαλε από 6-9-1994 έως 30-10-1995 ποσού 16.236.054 δρχ.

ή 47.648 ίσον 170.914 ευρώ, στο οποίο διαμορφώθηκε η οφειλή μετά την εφαρμογή των ευεργετικών για τον οφειλέτη ως άνω διατάξεων. Κατά συνέπεια, η συνολική οφειλή διαμορφώθηκε στο ποσό των (114.159,94 + 170.914=) 285.073,94 ευρώ, προσαυξανόμενο από τη σύναψη της με αριθμό ...-2004 ως άνω σύμβασης ρύθμισης οφειλών, με το ισχύον επιτόκιο της ενήμερης οφειλής για όμοιες χρηματοδοτήσεις.

Το ποσό αυτό συμπίπτει με αυτό για το οποίο έλαβε χώρα η με αριθμό ...-2004 ρύθμιση της οφειλής. Μετά τις καταβολές στις οποίες προέβη η εφεσίβλητη, το υπόλοιπο ανήλθε στις 27-1-2009 στο ποσό των 146.843,86 ευρώ, υπολογισμό για τον οποίο δεν εκφράζουν αντιρρήσεις οι εφεσίβλητοι. Περαιτέρω, η ως άνω σύμβαση ρύθμισης καταγγέλθηκε και ζητήθηκε η καταβολή του υπολοίπου αυτού.

Επομένως, ορθώς η εκκαλούσα διαμόρφωσε την οφειλή της εφεσίβλητης, με βάση τις εν λόγω ευεργετικές για τους οφειλέτες διατάξεις και είναι απορριπτέα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες στην ένδικη αγωγή τους. Ώστε, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω νομικών διατάξεων, αφού κατέληξε στο αντίθετο συμπέρασμα, κατ' εσφαλμένη παραδοχή των λόγων της αγωγής, τους οποίους δέχθηκε ως ουσία βάσιμους και αναγνώρισε εσφαλμένως ότι η οφειλή των εφεσιβλήτων εξοφλήθηκε...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση (133/2019), που είχε δεχθεί την αγωγή των αναιρεσειόντων και, αφού δίκασε αυτήν, την απέρριψε ως αβάσιμη.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 30 § 1 του Ν. 2789/2000, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του Ν. 2912/2001 και 39 §§ 1, 2 και 12 του Ν. 3259/2004, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, δεδομένου ότι, α) ως προς το δάνειο των 39.031,55 ευρώ (13.300.000 δραχμών), προστέθηκε το ποσό των 19.515,77 ευρώ (ήτοι το 50% των συμβατικών τόκων που συνολικά υπερέβαιναν το ποσό αυτό) και το συνολικό ποσό των 58.547,32 ευρώ πολλαπλασιάστηκε με το συντελεστή 2, αφού το δάνειο λήφθηκε το 1991 και έτσι η οφειλή διαμορφώθηκε στο ποσό των 117.094,64 ευρώ, από το οποίο αφαιρέθηκε το ποσό των 2.934,70 ευρώ, το οποίο κατέβαλε η ανακόπτουσα την 5-9-1995 και έτσι η τελική οφειλή διαμορφώθηκε στο ποσό των 114.159,94 ευρώ, ενώ αν η προσβαλλομένη απόφαση ερμήνευε και εφάρμοζε ορθά τις ανωτέρω διατάξεις έπρεπε να μην προσθέσει το ποσό των συμβατικών τόκων στην αρχική οφειλή, την οποία έπρεπε να πολλαπλασιάσει με τον συντελεστή 2 και ακολούθως να αφαιρέσει τα τυχόν καταβληθέντα ώστε να καταλήξει στην τελική οφειλή και β) ως προς το δάνειο των 72.854 ευρώ (2.482.5000 δραχμών), προστέθηκε το ποσό 36.427 ευρώ (ήτοι το 50% των συμβατικών τόκων που συνολικά υπερέβαιναν το ποσό αυτό) και, ακολούθως, το συνολικό ποσό των 109.281 ευρώ πολλαπλασιάστηκε με το συντελεστή 2, αφού το δάνειο λήφθηκε το 1991 και έτσι η συνολική οφειλή διαμορφώθηκε στο ποσό των 218.562 ευρώ, από το οποίο αφαιρέθηκε το ποσό των 47.648 ευρώ που καταβλήθηκε την 6-9-1994 και έτσι η τελική οφειλή διαμορφώθηκε στο ποσό των 170.914 ευρώ, ενώ αν η προσβαλλομένη απόφαση ερμήνευε και εφάρμοζε ορθά τις ανωτέρω διατάξεις έπρεπε να μην προσθέσει το ποσό των συμβατικών τόκων στην αρχική οφειλή την οποία έπρεπε να πολλαπλασιάσει με τον συντελεστή 2 και ακολούθως να αφαιρέσει τα τυχόν καταβληθέντα ώστε να καταλήξει στην τελική οφειλή (βλ.

και την ΑΠ 753/2024, με την οποία αναιρέθηκε η 3/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση της καθ' ης η ανακοπή και νυν αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 132/2019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας και αφού εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση, απορρίφθηκε η ανακοπή των νυν αναιρεσειόντων, με την οποία ζητούσαν την ακύρωση της υπ' αριθ. 800/2019 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας και της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπευδόταν με αυτήν και αφορούσε την ίδια ως άνω οφειλή των αναιρεσειόντων, βλ.

και άρθρο 580 § 4 του ΚΠολΔ). Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, όπως αυτός συμπληρώθηκε παραδεκτά με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι.

Μετά από αυτά, παρελκομένης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, και συγκεκριμένα του τρίτου λόγου, του τρίτου πρόσθετου λόγου, του τέταρτου πρόσθετου λόγου, του πέμπτου πρόσθετου λόγου και του έβδομου πρόσθετου λόγου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (για αντιφατικές και ελλιπείς αιτιολογίες), του δεύτερου λόγου από τον αριθμό 10 του ίδιου άρθρου (λήψη υπόψη πραγμάτων χωρίς απόδειξη), του δεύτερου πρόσθετου λόγου από τον αριθμό 8α του ίδιου άρθρου (λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν) και του έκτου πρόσθετου λόγου (από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγω εσφαλμένου υπολογισμού της βάσης της οφειλής), οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια των ως άνω κριθέντων αναιρετικών λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές από αυτούς που την εξέδωσαν (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες (άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσίβλητης, που ηττήθηκε (άρθρα 176, 183, 191 § 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθμό 4/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο (Τριμελές Εφετείο Κέρκυρας), το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση στους αναιρεσείοντες του καταβληθέντος από αυτήν παραβόλου.

Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσίβλητης τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων επτακοσίων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης