Supreme Court dismisses appeal against second appellant due to death of first appellant, splitting the case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the second appellant, Mr. I. K., while separating the proceedings regarding the first appellant, Mrs. M. B. The court found that all evidence cited by the second appellant was already considered by the lower appellate court, rendering the specific grounds for appeal inadmissible. Consequently, the appeal against the second appellant was rejected, but the case was split to address the death of the first appellant, who passed away after the appeal was filed.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286(a) and 287 of the Code of Civil Procedure; Upon the death of a party after the filing of an appeal but before the oral debate concludes, the proceedings are suspended, and the appeal against the deceased party is rejected while the case continues against the surviving party.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1046 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1046 /2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Β., συζύγου Ι. Κ., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Ι. Κ. του Η., κατοίκου Α. Π. Α., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δ. Κ., που ανακάλεσε την από 29/9/2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Μ. του Δ., κατοίκου Α. Π. Α., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δ. Μ. με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος των ως άνω αναιρεσείοντος, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι η πρώτη ήδη αναιρσείουσα Μ. Β., σύζυγος Ι. Κ., απεβίωσε στις 2/12/2020 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου του …...
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/12/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4019/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3867/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/12/2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α' και 287 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος, ο θάνατος δηλαδή του διαδίκου επιφέρει την βίαιη διακοπή της δίκης και η σχετική διακοπή επέρχεται από την γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου της διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης.
Κατά την έναρξη της συζητήσεως της κρινομένης υποθέσεως ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου ο προαναφερθείς πληρεξούσιος Δικηγόρος του ως άνω εμφανισθέντος δευτέρου αναιρεσείοντος δήλωσε ότι στις 2-12-2020, δηλαδή μετά την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, απεβίωσε η πρώτη αναιρεσείουσα Μ. Β., σύζυγος Ι.
Κ. και παράλληλα προσκόμισε στο Δικαστήριο την σχετική υπ' αριθμ. ... ληξιαρχική πράξη που συντάχθηκε από την ληξίαρχο του …… και αφορά την εν λόγω πρώτη αναιρεσείουσα και εν όψει όσων αναφέρθηκαν, πρέπει, λόγω του δεσμού της απλής ομοδικίας που συνδέει τους αναιρεσείοντες στην κρινομένη υπόθεση, να διαχωριστεί ως προς αυτήν η δίκη (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 1305/2020, ΑΠ 1266/2019, ΑΠ 608/2018) και να θεωρηθεί ότι ως προς την εν λόγω πρώτη αναιρεσείουσα επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης.
Με την κρινόμενη από 20-12-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 3867/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 25-9-2015 ασκηθείσα έφεση των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 4019/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποίαν είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 27-12-2006 αγωγή του αναιρεσιβήτου και οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες υποχρεώθηκαν να καταβάλουν σ' αυτόν (ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο) εις ολόκληρον έκαστος εξ αυτών ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την τελεσθείσα εις βάρος του αδικοπραξία το χρηματικό ποσόν των τεσσάρων χιλιάδων ευρώ (4.000,00 €) νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής του μέχρις εξοφλήσεως. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί παρότι συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, ενώ η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).
Εξάλλου κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την παραπάνω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Εξάλλου ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στην διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με την συνδρομή ή μη γεγονότων, που στην συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (ΟλΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης ελέγχοντας μόνον την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για τον λόγον αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω από το άρθρο 57 παρ. 1 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μη επαναληφθεί στο μέλλον, συνάγεται ότι για την θεμελίωση αξίωσης για άρση προσβολής της προσωπικότητας απαιτείται πράξη επαγόμενη μειωτική διαταραχή αυτής σε κάποια από τις εκφάνσεις της, που πρέπει όμως να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγορεύει συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται ορισμένη έκφανση αυτής, ενώ είναι αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή.
Έτσι η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως η ψευδής καταμήνυση. Για την θεμελίωση αξίωσης προς αποζημίωση από μία πράξη που προσβάλλει την προσωπικότητα απαιτείται κατά την παράγραφο 2 του αυτού παραπάνω άρθρου 57 ΑΚ, η συνδρομή των όρων της αδικοπραξίας (άρθρα 914 επ. ΑΚ). Εξάλλου το άρθρο 914 ΑΚ ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.
Στην έννοια της υπαιτιότητας (πταίσματος) περιλαμβάνονται τόσον ο δόλος που στο πεδίο εφαρμογής του Αστικού Δικαίου κρίνεται με ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 27 ΠΚ, όσον και η αμέλεια. Περαιτέρω από το άρθρο 59 ΑΚ, το οποίο ορίζει, ότι το Δικαστήριο μπορεί να καταδικάσει τον "υπαίτιο" σε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατά τις περιπτώσεις των δύο προηγουμένων άρθρων, συνάγεται ότι μία τέτοια αξίωση προϋποθέτει, επίσης, όπως απαιτούν τα άρθρα 57 και 58 ΑΚ, πράξη επαγόμενη προσβολή της προσωπικότητας υπαίτια και παράνομη.
Αποκλείεται συνεπώς η αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εάν είτε η πράξη δεν επάγεται προσβολή της προσωπικότητας, καίτοι τυχόν παράνομη, είτε είναι ανυπαίτια, είτε έλαβε χώρα κατ' ενάσκηση νομίμου δικαιώματος προστατευμένου κατά προτίμηση έναντι εκείνου της προσωπικότητας και ως εκ τούτου δεν είναι παράνομη, εκτός εάν υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες η εν λόγω ενάσκηση δικαιώματος είναι καταχρηστική ως αντικείμενη στα αντικειμενικά κριτήρια της ΑΚ 281, υφίσταται δε και το στοιχείο της υπαιτιότητας (ΑΠ 391/06).
Εξάλλου από την διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει ότι η ψευδής καταμήνυση θεμελιώνεται αντικειμενικά με την υποβολή ψευδούς μηνύσεως ή με την ψευδή ανακοίνωση στην αρχή ότι άλλος τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση και υποκειμενικά με πρόθεση που ενέχει την θέληση της πραγματώσεως της αντικειμενικής υποστάσεως της αξιόποινης αυτής πράξεως και την γνώση του υπαιτίου ότι η καταμήνυση ή ανακοίνωση είναι ψευδής και ακόμη με σκοπό αυτού να προκαλέσει την καταδίωξη του μηνυομένου για την εκτιθέμενη στην μήνυση ή την ανακοίνωση αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση (ΑΠ 753/2011).
Από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διατάξεως είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται στην συνέχεια ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος και οι όλως ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται - κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα - με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στην διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται όμως σε κάθε περίπτωση να τηρείται κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στην συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί γενική αρχή του δικαίου και μέσον ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Επομένως, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 1052/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3867/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση από αυτό, των αποδείξεων: "Με την 132/1977 πράξη προσκύρωσης και αναλογισμού αποζημίωσης λόγω ρυμοτομίας ιδιοκτησιών, κείμενων στην …..
και στο ΟΤ ….., της Υπηρεσίας Πολεοδομίας ….. της Νομαρχίας Αττικής που κυρώθηκε με την 15796/1989/1986 νομαρχιακή απόφαση, ο ενάγων και ο Σ. Α. υποχρεώθηκαν να αποζημιώσουν λόγω ρυμοτομίας τους κληρονόμους Α. Τ., μεταξύ άλλων, και για έκταση με στοιχεία 5-8-9-10-5 έκταση επιφάνειας 37 τ.μ., κατά το διάγραμμα που συνοδεύει την πράξη, κείμενης εντός του Ο.Τ.Α. 124, για να χρησιμοποιηθεί ως ιδιωτικός δρόμος και τακτοποιηθούν τα οικόπεδα.
Προς τελείωση της ως άνω πράξης της Πολεοδομίας, με το με αριθμό ... συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα, η Μ. Τ. μεταβίβασε λόγω προσκύρωσης στον ενάγοντα και στον προαναφερόμενο Σ. Α. εδαφική έκταση 176 τ.μ., στην οποία, όπως ρητά μνημονεύεται στο συμβόλαιο, περιλαμβανόταν και η ως άνω έκταση των 37 τ.μ.
Επιπλέον, ο ενάγων δυνάμει του υπ' αριθ. 14789/1983 συμβολαίου του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, απέκτησε κατά κυριότητα λόγω πώλησης και το συνεχόμενο με την παραπάνω ιδιοκτησία (Τ.) οικόπεδο από τον Χ. Ρ., με συνέπεια η ως άνω δίοδος να διέρχεται διαμέσου των συνεχόμενων ακινήτων του.
Επομένως, δυνάμει του υπ' αριθ. ... συμβολαίου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο ενάγων κατέστη κύριος της προαναφερόμενης εδαφικής έκτασης των ….. τ.μ., στο οποίο αυτή χαρακτηρίζεται ρητά ως δουλεία διόδου και για την εξυπηρέτηση των ιδιοκτησιών (τυφλών οικοπέδων, μεταξύ άλλων και των εναγομένων, μέχρι τη διάνοιξη της ...
και σύμφωνα με όσα έγιναν αποδεκτά και στο μεταγενέστερο υπ' αριθ. 78/1987 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Μ.-Π., στο οποίο συμβλήθηκαν ο ενάγων, ο ως άνω Σ. Α. και ο Δήμος ..., που αφορά αποζημίωση λόγω προσκύρωσης. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά δέχθηκε και η υπ' αριθ. 8706/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη αμετάκλητη και δημοσιεύτηκε επί της από 04.10.1994 αγωγής των εναγομένων που άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου, υπό την ιδιότητά τους ως ασκούντων τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους, κατά του ενάγοντος, της Α.
Μ. και του Ν. Α., με την οποία ισχυρίζονταν ότι η ως άνω εδαφική λωρίδα είχε δημοτικό-κοινόχρηστο χαρακτήρα. Περαιτέρω, περί το έτος 1992 διανοίχτηκε η ..., η οποία συνέδεσε, μεταξύ άλλων και τις ιδιοκτησίες των εναγομένων με την ..., οπότε κατόπιν αίτησης του ενάγοντος, εκδόθηκε η 10536/457/16.10.1998 απόφαση της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της Νομαρχίας ……, δυνάμει της οποίας ανακλήθηκε η προρρηθείσα νομαρχιακή απόφαση και ακυρώθηκε η ως άνω πράξη προσκύρωσης και αναλογισμού αποζημίωσης κατά το προαναφερθέν μέρος της, ως παράνομη.
Ακολούθως, με την υπ' αριθ. 5586/99-8442/99- 8947/99/26.02.1999 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής έγινε δεκτή προσφυγή του άρθρου 8 του ν. 3200/1955, την οποία άσκησαν, μεταξύ άλλων και οι εναγόμενοι και ακυρώθηκε η ανωτέρω 10536/457/16.10.1998 απόφαση της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της Νομαρχίας ……., ως παράνομη. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, μετά τη δημοσίευση της προαναφερθείσας υπ' αριθ. 8706/1998 τελεσίδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επιπλέον έχοντας εις χείρας του την επίσης προρρηθείσα 10536/457/16.10.1998 απόφαση της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της Νομαρχίας …… και μάλιστα, πριν την έκδοση της 5586/99-8442/99-8947/99/26.02.1999 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, κατέλαβε την προαναφερόμενη εδαφική λωρίδα που του ανήκε κατά κυριότητα, ρίχνοντας σ' αυτήν κηπευτικά χώματα.
Γι' αυτήν την ενέργεια του ενάγοντος, οι εναγόμενοι, αρχικώς του επέδωσαν την από 12/3/1999 εξώδικη πρόσκληση-διαμαρτυρία και δήλωση, με επισυναπτόμενη την 5586/99-8442/99-8947/26.2.1999 Απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής γνωστοποιώντας του την απόφαση και καλώντας τον εντός δύο ημερών να αποσύρει τα χώματα, για να αποκατασταθεί η επικοινωνία τους με την …...
Στη συνέχεια, κατέθεσαν στις 30.03.1999, ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών την από 30.03.1999 έγκλησή τους, η οποία έλαβε Α.Β.Μ. Γ 99/1488, σε βάρος του ενάγοντος, στην οποία εξέθεταν ότι ο ενάγων είχε τελέσει το έγκλημα της αυτοδικίας και ειδικότερα ότι είχε προβεί στην παραπάνω ενέργεια της κατάληψης της εδαφικής λωρίδας αυτογνωμόνως και αυθαιρέτως, κατά παράλειψη της δικαστικής οδού.
Σ' αυτή τους την έγκληση, οι εναγόμενοι μνημόνευαν μόνο την προαναφερόμενη 5586/99-8442/99-8947/99/26.02.1999 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, σύμφωνα με την οποία, όπως επί λέξει αναφέρεται στην επίδικη έγκληση "ο αποκλεισθείς από τον εγκαλούμενο δρόμος πρέπει να παραμείνει, γιατί δίνει διέξοδο στις αποκλεισμένες ιδιοκτησίες μας (τυφλές)".
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της ως άνω έγκλησης που κατέθεσαν οι εναγόμενοι σε βάρος του ενάγοντος ήταν ψευδές εν γνώσει των εναγομένων, το ψεύδος τους δε συνίστατο, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, στην εν γνώσει τους παρασιώπηση ουσιωδών γεγονότων, που απέκλειαν την ενοχή του εγκαλουμένου ενάγοντος, ενήργησαν δε κατ' αυτόν τον τρόπο οι εναγόμενοι με σκοπό να προκαλέσουν την καταδίωξή του.
Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι, εν γνώσει τους, παραβιάζοντας το καθήκον αλήθειάς τους ενώπιον της αρχής, παρασιώπησαν τα ακόλουθα ουσιώδη γεγονότα και συγκεκριμένα: α) ότι η ιδιοκτησία τους είχε παύσει πλέον να είναι "τυφλή", δεδομένου ότι περί το έτος 1992 διανοίχτηκε η ..., η οποία συνέδεσε, μεταξύ άλλων και τις ιδιοκτησίες τους με την ..., β) ότι κατόπιν αίτησης του ενάγοντος, είχε εκδοθεί η 10536/457/16.10.1998 απόφαση της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της Νομαρχίας ……, δυνάμει της οποίας είχε ανακληθεί η 15796/1989/1986 νομαρχιακή απόφαση και είχε ακυρωθεί η 132/1977 πράξη προσκύρωσης και αναλογισμού αποζημίωσης κατά το προαναφερθέν μέρος της, ως παράνομη και ότι αυτή (10536/457/16.10.1998) η απόφαση της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της Νομαρχίας …….
ήταν σε ισχύ, όταν ο εγκαλούμενος ενάγων προέβη στην κατάληψη της συγκεκριμένης εδαφικής λωρίδας, γ) ότι κατά το χρόνο της κατάληψης είχε δημοσιευτεί η προαναφερόμενη υπ' αριθ. 8706/1998 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε κρίνει ότι η εδαφική αυτή λωρίδα αποτελούσε ιδιοκτησία του ενάγοντος και ουδέποτε είχε δημοτικό και κοινόχρηστο χαρακτήρα και δ) ότι η 5586/99-8442/99-8947/99/26.02.1999 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, που εκδόθηκε μετά το χρόνο της κατάληψης, είχε ακυρώσει, μετά από προσφυγή τους, την 10536/457/16.10.1998 απόφαση της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της Νομαρχίας …….
Εξάλλου, το γεγονός ότι οι εναγόμενοι, κατά το χρόνο της κατάθεσης της επίδικης έγκλησης, γνώριζαν ότι κατά το χρόνο της από τον ενάγοντα κατάληψης, είχε εκδοθεί και ήταν εν ισχύ η 10536/457/16.10.1998 απόφαση της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της Νομαρχίας …… προκύπτει αυτόδηλα από το γεγονός ότι στην ίδια έγκληση μνημόνευαν την 5586/99-8442/99-8947/99/26.02.1999 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, που ακύρωσε την 10536/457/16.10.1998 απόφαση, μετά από προσφυγή τους.
Επιπλέον, οι εναγόμενοι γνώριζαν και τη δημοσίευση της υπ' αριθ. 8706/1998 τελεσίδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, γεγονός που προκύπτει από την ένορκη κατάθεση του δεύτερου εναγομένου στα πρακτικά της υπ' αριθ. 76179/2002 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά τη συνεδρίαση της 04.06.2002.
Εξάλλου, εξαιτίας της ως άνω γνώσης τους και λόγω της ιδιότητας της πρώτης εναγομένης ως δικηγόρου, οι εναγόμενοι δεν κατέθεσαν την επίδικη έγκληση πάραυτα μετά την από 12-13.01.1999 ενέργεια της κατάληψης της εδαφικής λωρίδας από τον ενάγοντα, επειδή δηλαδή αυτοί γνώριζαν ότι ο τελευταίος είχε ενεργήσει βάσει της 10536/457/16.10.1998 απόφασης της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της ……αλλά και της υπ' αριθ. 8706/1998 τελεσίδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που κατέστη αμετάκλητη με την υπ' αρ. 1525/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου που απέρριψε αίτηση αναιρέσεως κατ' αυτής, αλλά αντίθετα κατέθεσαν την επίδικη έγκληση τους στις 30.03.1999, λίγες μέρες πριν την πάροδο της τρίμηνης προθεσμίας της έγκλησης, αφού ανέμεναν την έκδοση της 5586/99-8442/99-8947/99/26.02.1999 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, που εκδόθηκε μετά από προσφυγή τους.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι δυνάμει της υπ' 76179/2002 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, της συνεδρίασης της 04.06.2002, ο ενάγων κηρύχθηκε αθώος για την αξιόποινη πράξη της αυτοδικίας που φερόταν ότι τέλεσε κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο, με βάση την επίδικη μήνυση των εναγομένων. Επομένως, αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι με δόλο, ενεργώντας από κοινού, τέλεσαν σε βάρος του ενάγοντος την προαναφερθείσα αδικοπραξία, στο πλαίσιο της 25ετούς σφοδρής τους αντιδικίας τους, γεγονός που δεν αναιρείται από τις μεταγενέστερες ενέργειές τους και τις μεταγενέστερες πράξεις της Διοικήσεως που δεν αφορούν στο επίδικο χρονικό διάστημα, αφού η μεταξύ των διαδίκων αντιδικία συνεχίστηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την καταγγελθείσα από αυτούς πράξη "αυτοδικίας" (βλ.
προσκομιζόμενα έγγραφα εκκαλούντων που αναφέρονται στο μακροχρόνιο δικαστικό αγώνα τους ενώπιον των διοικητικών αρχών και Δικαστηρίων). Ούτε είναι νόμιμος ο ισχυρισμός των εναγομένων περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος, για το λόγο ότι ο ενάγων όφειλε και μπορούσε να ερευνήσει, εάν είχε ασκηθεί προσφυγή και εάν είχε τελεσιδικήσει ή όχι η ακυρωθείσα στη συνέχεια υπ' αριθ. 10536/1457/16.10.1998 απόφαση της Πολεοδομίας, αφού δεν ήταν δυνατόν να πιστεύει ότι οι εναγόμενοι δεν θα ασκούσαν προσφυγή για να ζητήσουν την ακύρωσή της, προκειμένου να προστατέψουν τα νόμιμα συμφέροντά τους, αφού μεταξύ των ως άνω παραλείψεων του ενάγοντος και αληθών υποτιθέμενων και της ψευδούς καταμήνυσής του από τους εναγομένους δεν υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος και ειδικότερα δεδομένου ότι οι ως άνω παραλείψεις του ζημιωθέντος, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν είναι ικανές να επιφέρουν, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, την υποβολή σε βάρος του ψευδούς μήνυσης.
Ούτε η υποβολή αυτής δικαιολογείται από την προάσπιση των εννόμων συμφερόντων των εκκαλούντων, αφού αυτή δεν εξικνούται μέχρι την διάπραξη αδικοπραξίας σε βάρος του ενάγοντος. Η ανωτέρω αδικοπραξία των εναγομένων προκάλεσε αιτιωδώς την προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να έχει υποστεί ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας, ενόψει της υπαιτιότητας, του μεγέθους και της έκτασης της προσβολής, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, κρίνεται εύλογο το ποσό των τεσσάρων (4.000) χιλιάδων ευρώ, δεδομένου ότι από όσα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι έχουν υψηλό επίπεδο μόρφωσης, κοινωνική καταξίωση και οικονομική άνεση, γεγονός που αποδεικνύεται και από τους μακροχρόνιους δικαστικούς αγώνες τους...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο και ειδικότερα, με το να δεχθεί ότι από την παραπάνω περιγραφομένη υπαίτια αδικοπρακτική συμπεριφορά των ήδη αναιρεσειόντων, συνισταμένη στη ψευδή καταμήνυση του ήδη αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος, εκ μέρους των αντιδίκων του, που γνώριζαν το ψεύδος των όσων διέλαβαν στην προαναφερθείσα έγκλησή τους, προσβλήθηκε η προσωπικότητά του (αναιρεσιβλήτου), με συνέπεια να δικαιούται αυτός ως χρηματική ικανοποίηση της, εντεύθεν, ηθικής του βλάβης το ανωτέρω χρηματικό ποσό, ορθά ερμήνευσε, εφάρμοσε και ορθά υπήγαγε τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, διαλαμβάνοντας στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, πλήρεις, σαφείς, χωρίς λογικά κενά και άλματα και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που δικαιολογούν το ανωτέρω πόρισμά του και για την πληρότητά τους δεν απαιτείτο η παράθεση και άλλων (αιτιολογιών), δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις εφαρμοστέες και εφαρμοσθείσες, εν προκειμένω, ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 297, 299, 346, 914, 926, 932 ΑΚ και 229 παρ. 1 ΠΚ.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και οι δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος του, τρίτος, κατά το δεύτερο σκέλος του και τέταρτος και πέμπτος, από τον αριθ. 19 άρθρου ΚΠολΔ, αναιρετικοί λόγοι, κρίνονται αβάσιμοι. Οι ίδιοι αναιρετικοί λόγοι, κατά τις λοιπές αιτιάσεις τους, κρίνονται απαράδεκτοι, καθόσον, με την επίφαση της επίκλησής τους, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.
Περαιτέρω από την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην δίκη, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την σχετική αποδεικτική κρίση (ΑΠ 1137, 1139/2020, ΑΠ 1349/2018, ΑΠ 576/2018, ΑΠ 2110/2017).
Με το πρώτο σκέλος του τρίτου αναιρετικού λόγου αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον κατά τους ισχυρισμούς του ως άνω δευτέρου αναιρεσείοντος έγινε δεκτό ότι "η ιδιοκτησία τους είχε παύσει πλέον να είναι "τυφλή", δεδομένου ότι περί το έτος 1992 διανοίχτηκε η ..., η οποία συνέδεε, μεταξύ των άλλων και τις ιδιοκτησίες τους με την ......", παρότι η προαναφερθείσα ιδιοκτησία του παραμένει μέχρι σήμερα "τυφλή", αποκομμένη από την ...
καθώς δεν έχει μέχρι σήμερα διανοιχθεί η ... καθώς δεν έχει εισέτι συντελεστεί η 132/77 πράξη εφαρμογής του δήμου ...", καθώς δεν αναφέρεται κάποιο αποδεικτικό μέσο από το οποίο να προκύπτει ότι η παραπάνω αναφερομένη ιδιοκτησία του έχει παύσει να είναι "τυφλή". Ο λόγος, όμως, αυτός είναι διττώς απαράδεκτος, καθόσον, αφενός τα ανωτέρω επικαλούμενα, προς θεμελίωσή του, δεν συνιστούν "πράγμα", κατά την προεκτεθείσα έννοια του όρου αυτού, αλλά αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό και, αφετέρου, γιατί με την επίκληση την παραπάνω πλημμέλειας πλήττεται η εκτίμηση των αποδείξεων, από το Εφετείο, η οποία κατ' άρθρον 561 § 1 ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Εξάλλου παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι όμως και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.
Όμως δεν συνιστούν έγγραφα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ εκείνα που δεν χαρακτηρίζονται κατά τα άρθρα 339 και 432 - 449 ΚΠολΔ ως αποδεικτικά έγγραφα και απλώς αποτυπώνουν στο περιεχόμενό τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι εκθέσεις με τις γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων (ΑΠ 861/1994, ΑΠ 674/1997) ή προσώπων με ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης (ΑΠ 792/1993), οι βεβαιώσεις τρίτων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή τα πρακτικά των δικαστηρίων και οι εκθέσεις του εισηγητή δικαστή, που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης (ΑΠ 391/2001, ΑΠ 1425/2002, ΑΠ 1813/2005, ΑΠ 300/2006, ΑΠ 355/2008, ΑΠ 1289/2011), καθώς και οι εκθέσεις με τις καταθέσεις μαρτύρων στην ποινική διαδικασία.
Αντίθετα συνιστούν έγγραφα κατά την παραπάνω έννοια οι αποφάσεις των ποινικών (ΑΠ 359/1993) ή πολιτικών δικαστηρίων (ΑΠ 185/1993) κατά το μέρος που έχουν αποδεικτική δύναμη ως προς τα βεβαιούμενα σ' αυτές πραγματικά περιστατικά ή ως προς το περιεχόμενο των διατάξεών τους (ΑΠ 339/1996) και όχι βεβαία ως προς το περιεχόμενο των τυχόν διαλαμβανόμενων σ' αυτές μαρτυρικών καταθέσεων.
Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 1440/2002). Δηλαδή, για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 τoυ άρθρου 559 ΚΠολΔ θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενο του.
Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενο του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 627/2003, ΑΠ 402/2004, ΑΠ 832/2009, ΑΠ 1627/2010).
Για να είναι ορισμένος ο αναιρετικός αυτός λόγος, θα πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση αναιρέσεως, αφ' ενός μεν, το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενό του και το παραμορφωμένο περιεχόμενο, που προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από την σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, αφ' ετέρου δε, έστω και έμμεσα ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και επί πλέον, το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμορφώσεως του εγγράφου (ΑΠ 1195/2018, ΑΠ 374/2013, ΑΠ 1643/2005).
Με τον έκτο αναιρετικό λόγο ο δεύτερος αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, απορρέουσα πλημμέλεια, που, κατά τους, επί λέξει, ισχυρισμούς του συντελέσθηκε γιατί το Εφετείο θεμελίωσε την κρίση του για την τέλεση του προαναφερθέντος αδικήματος εις βάρος του αναιρεσιβλήτου λαμβάνοντας υπόψη και στην σχετική ένορκη κατάθεση του δευτέρου αναιρεσείοντος που έλαβε χώρα ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κατά την δικάσιμο της 4ης Ιουνίου 2002, οπότε εκδόθηκε η προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 76179/2002 (αθωωτική για τον αναιρεσίβλητο) απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, το περιεχόμενο της οποίας παραμόρφωσε.
Ο ως άνω έκτος αναιρετικός λόγος κρίνεται απαράδεκτος, γιατί η περιεχομένη στην προαναφερθείσα ποινική απόφαση ως άνω σχετική μαρτυρική κατάθεση δεν συνιστά έγγραφο, όπως ήδη αναφέρθηκε στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη, ενώ τυγχάνει ακόμη και αόριστος, καθόσον δεν προσδιορίζονται στην αίτηση αναιρέσεως, το περιεχόμενο της ως άνω δοθείσης σχετικής μαρτυρικής καταθέσεως αλλά και το παραμορφωμένο περιεχόμενο αυτής. Εξάλλου ο ίδιος λόγος είναι και αβάσιμος γιατί όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο σωστά ανέγνωσε το επίμαχο έγγραφο, αλλά, συνεκτιμώντας το με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, συνήγαγε διαφορετικό πόρισμα από εκείνο, που θεωρεί ορθό ο δεύτερος αναιρεσείων.
Με τον ίδιον (έκτο) από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο εκτίθεται ακόμη ότι η σχετική από 30.3.1999 έγκληση υποβλήθηκε μόνον από την πρώτη αναιρεσείουσα Μ. Β. και όχι από τον δεύτερον εξ αυτών Ι. Κ.. Η σχετική όμως αυτή αιτίαση είναι απαράδεκτη, γιατί δεν συνιστά παραμόρφωση εγγράφου κατά την προδιαληφθείσα στην παραπάνω νομική σκέψη έννοια, ούτε και παρατίθεται στο αναιρετήριο αυτούσιο το περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν την βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.
Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγο εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (ΟλΑΠ 3/1997).
Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996 ΑΠ 268/2015, ΑΠ 265/2018, ΑΠ 268/2015).
Άν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στον δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1011/1994) και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 760/2004), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 § 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
Για την πληρότητα του λόγου αν το παράπονο συνίσταται στην μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ποιά ήταν τα "πράγματα" που προτάθηκαν και ποιά επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης. Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να παρατίθενται και όλα τα στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο (ΑΠ 401/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον έβδομο λόγο του αναιρετηρίου, προτείνεται η από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ απορρέουσα πλημμέλεια, λόγω του ότι κατά τους σχετικούς ισχυρισμούς του δευτέρου αναιρεσείοντος το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον παραδεκτώς προταθέντα ισχυρισμό ότι η προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 10536/457/16.10.1998 απόφαση της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της Νομαρχίας …… ήταν ανυπόστατη πράξη της διοίκησης αλλά και ότι η προαναφερθείσα "ιδιοκτησία δεν έχει παύσει να είναι "τυφλή" καθώς και ότι δεν έχει διανοιχθεί ούτε το 1992 ούτε ουδέποτε μέχρι σήμερα η ..., ώστε να συνδέεται η με την ...", όπως επί λέξει αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης.
Ο παραπάνω όμως αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται και κρίνεται απαράδεκτος, καθόσον τα επικαλούμενα προς θεμελίωσή του, από τον αναιρεσείοντα, δεν συνιστούν "πράγματα" αλλά αρνητικούς της ένδικης αγωγής ισχυρισμούς και συμπεράσματα αντλούμενα από την εκτίμηση των αποδείξεων. Με τον αυτόν ως άνω έβδομο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο και με σκοπό να καταδειχθεί ότι η προαναφερθείσα πράξη της ψευδούς καταμήνυσης δεν τελέσθηκε με δόλο εκ μέρους (και) του δευτέρου αναιρεσείοντος και ως εκ τούτου δεν πρέπει να καταλογισθεί εκ μέρους του σχετική πρόθεση για την εκ μέρους του τέλεση της παραπάνω αποδιδομένης σ' αυτόν αδικοπραξίας, προτάθηκε ο ισχυρισμός ότι με την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 76179/2002 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσίβλητος κηρύχθηκε αθώος για την αξιόποινη πράξη της αυτοδικίας που αποδόθηκε σ' αυτόν ύστερα από την παραπάνω υποβληθείσα εις βάρος του έγκληση αλλά παράλληλα με την αυτήν ως άνω (ποινική) απόφαση το προαναφερθέν Δικαστήριο δεν πείστηκε ότι οι μηνυτές και ήδη αναιρεσείοντες (δηλαδή και ο δεύτερος αναιρεσείων) είχαν καταγγείλει δολίως ή έστω από βαρειά αμέλεια τον κατηγορούμενον και για τον λόγον αυτό δεν επέβαλε εις βάρος τους τα σχετικά δικαστικά έξοδα.
Ο ισχυρισμός όμως αυτός, εκτός του ότι τυγχάνει αλυσιτελής και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθ' όσον κατά το ισχύον δικονομικό σύστημα στα πλαίσια της πολιτικής δίκης δεν μπορεί να υπάρξει δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου από την παραπάνω σχετική κρίση του ποινικού δικαστηρίου ως προς το προαναφερθέν ζήτημα της καταβολής χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, γιατί δεν συνιστά "πράγμα" αλλά επιχείρημα και συμπέρασμα από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά και αρνητικό της ένδικης αγωγής ισχυρισμό όπως και νομική επιχειρηματολογία.
Εξάλλου κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, ενώ από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από την γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας χωρίς κανένα να παραβλεφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 1137/2020, ΑΠ 166/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον όγδοο από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη, αφ' ενός μεν, την υπ' αριθ. 10536/457/16.10.1998 απόφαση της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της …… αφ' ετέρου δε, την υπ' αριθμ. 5586/99-8442/99-8947/99/26.2.1999 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας, την υπ' αριθμ. 132/1977 Πράξη προσκύρωσης, τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημίωσης ιδιοκτησιών και επί πλέον την υπ' αριθμ. 76719/2002 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αλλά και την προαναφερθείσα από 12-3-199 εξώδικη πρόσκληση, διαμαρτυρία και δήλωση.
Από την επιτρεπτή όμως επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι όλα τα προαναφερθέντα έγγραφα ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο και μάλιστα αυτά αναφέρονται ρητώς στην εν λόγω απόφαση, ενώ από το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως εν σχέσει προς το διατακτικό της καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι για την κρίση του Εφετείου συνεκτιμήθηκε και η υπ' αριθμ. 246/2002 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και συνεπώς, είναι αβάσιμος ο ως άνω όγδοος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 11 περ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον προβάλλεται η αντίστοιχη αιτίαση. Εν όψει όλων όσων αναφέρθηκαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως κατά της ως άνω πληττομένης υπ' αριθμ. 3867/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, να διαταχθεί η εισαγωγή του σχετικού παραβόλου που κατέθεσε ο δεύτερος αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί ο δεύτερος αναιρεσείων Ι.
Κ. του Η., στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του σχετικού του αιτήματος (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως αμέσως παρακάτω στο διατακτικό αυτής της αποφάσεως ειδικότερα αναφέρεται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΔΙΚΑΖΕΙ την από 20-12-2018 αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 3867/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τον χωρισμό της υπόθεσης όσον αφορά την πρώτη αναιρεσείουσα Μ. Β., σύζυγο Ι. Κ..
ΘΕΩΡΕΙ ότι επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα Μ. Β., σύζυγο Ι. Κ..
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος που αφορά τον δεύτερον αναιρεσείοντα Ι. Κ. του Η..
ΔΙΑΤΑΖΕΙ να εισαχθεί το κατατεθέν εκ μέρους του δευτέρου αναιρεσείοντος παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον δεύτερον αναιρεσείοντα Ι. Κ. του Η., στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου Ν. Μ. του Δ., το ύψος των οποίων καθορίζει στο χρηματικό ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00 €).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ