Appeal dismissed for two defendants but allowed for insurance company regarding legal qualification error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court declared the appeal inadmissible for two defendants due to procedural defects but allowed it against the third defendant, an insurance entity. The court found the lower court erred in failing to legally qualify specific statutory provisions despite sufficient factual basis in the plaintiff's claim. Consequently, the case was remitted for further examination while costs were assigned to the losing insurance company.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(2) and 226(4) of the Code of Civil Procedure; The court must independently and sua sponte correctly qualify the legal provisions applicable to the case based on the historical basis of the claim and the plaintiff's request, even if not explicitly cited.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1046 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1046/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Κ. του Γ. και 2) Μ. Β., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Επιτροπάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) S. R. του N., 2) R. B. του S., κατοίκων …, που δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Γενική Ένωση ΑΕΓΑ - General Union", εδρεύουσας στον Πειραιά και νόμιμα εκπροσωπούμενης, της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας και υπεισήλθε ως ειδικός διάδοχός της το ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 221/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 127/2014 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-12-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και το 3ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του 3ου αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.
β` και γ` ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ` άρθρο 575 εδ. β` του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων, που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ` αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος, κατά τη μετ` αναβολή δικάσιμο διάδικος, είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή (ΑΠ 92/2017, ΑΠ 242/2015, ΑΠ 546/2015, ΑΠ 1726/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα υπ' αρ. 3/2020 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και από την επισκόπηση του εισαγωγικού φακέλου της δικογραφίας, η ένδικη από 8-12-2017 (αρ. 40/2017) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αρ. 127/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, που εκδόθηκε με την τακτική διαδικασία, είχε προσδιοριστεί αρχικά, για να συζητηθεί στη δικάσιμο της 10-1-2020,με αριθμό πινακίου 26, σύμφωνα με την από 18-1-2019 Πράξη της Προέδρου του Τμήματος (άρθρο 568 παρ. 2 έως 4 ΚΠολΔ).
Κατά τη δικάσιμο αυτή η υπόθεση αναβλήθηκε οίκοθεν, για να συζητηθεί στη σημερινή δικάσιμο, με αριθμό πινακίου …. Όπως, όμως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν ο 1ος και η 2η των αναιρεσιβλήτων, με την επί πλέον επισήμανση, ότι δεν είχαν επίσης εμφανιστεί, ούτε στην αρχική δικάσιμο της 10-1-2020.
Επομένως, το Δικαστήριο τούτο οφείλει να ελέγξει τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των απολειπομένων αναιρεσιβλήτων. Περαιτέρω, από την επιτρεπτή επισκόπηση (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων του φακέλου της δικογραφίας, δεν προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, έχουν επιδώσει αυτήν νόμιμα και εμπρόθεσμα στους απολειπομένους σήμερα 1ο και 2η των αναιρεσιβλήτων, για να παρασταθούν, στην αρχική δικάσιμο κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε οίκοθεν από το πινάκιο, για να συζητηθεί στη σημερινή δικάσιμο, όπως σε αντίθεση έπραξαν για το παριστάμενο σήμερα 3ο αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ, με την επωνυμία ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ και χάριν συντομίας ΕΚ, όπως ειδικότερα, τούτο προκύπτει από την υπ' αρ. 2086Ε/7-10-2019 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Ι.
Α., την οποία προσκομίζουν με νόμιμη επίκληση οι αναιρεσείοντες, ούτε άλλωστε οι τελευταίοι, επικαλούνται τέτοια επίδοση και προς τους απολειπομένους 1ο και 2η των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, εφόσον οι απολειπόμενοι 1ο και 2η των αναιρεσιβλήτων δεν έχουν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να παρασταθούν, κατά τα ανωτέρω, στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, πρέπει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς αυτούς, σύμφωνα με όσα ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 576 παρ.2 περ.
α και β, σε συνδ. 226 παρ.4 ΚΠολΔ. Επίσης, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ, λόγω της δικονομικής σχέσης της απλής ομοδικίας εξαιτίας της αδικοπραξίας του τροχαίου ατυχήματος, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση ως προς τους απολειπομένους ως άνω αναιρεσιβλήτους και η συζήτηση της αναίρεσης πρέπει να προχωρήσει ως προς τους λοιπούς διαδίκους, που παρίστανται και εκπροσωπούνται νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο και παρά την απουσία των απολειπομένων ως άνω διαδίκων.
Διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν ορίζεται στην απόφαση αυτή, διότι δεν είναι οριστική (ΑΠ ολ. 4/2013).
Περαιτέρω, από την με αρ.πρωτοκόλλου 40/2017 έκθεση κατάθεσης δικογράφου ενώπιον του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, που είναι συνημμένη στην τελευταία σελίδα της αίτησης αναίρεσης, προκύπτει ότι αυτή έχει κατατεθεί στις 8-12-2017, δηλαδή μετά την ισχύ του Ν. 4335/2015 (που εφαρμόζεται από 1-1-2016) και απευθύνεται κατά τελεσίδικης απόφασης, που δεν επιδόθηκε και έχει δημοσιευθεί στις 9-12-2014. Επομένως, για την εμπρόθεσμη άσκηση αυτής ισχύει η τριετής καταχρηστική προθεσμία του άρθρου 564 αρ.3,όπως τούτο ίσχυε πριν από τον Ν. 4335/2015, (ΑΠ ολ.10/2018), ζήτημα που ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 724/2013). Εξάλλου, από την επομένη της δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης (10-12-2014) άρχισε να τρέχει η τριετής αποσβεστική προθεσμία, που συμπληρώθηκε στις 10-12-2017, ενώ η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε με την κατάθεσή της (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), όπως προεκτέθηκε, στις 8-12-2017, δηλαδή εμπρόθεσμα. Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή ως δικόγραφο (άρθρο 577 αρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 αρ. 3 ΚΠολΔ), ως προς το παριστάμενο 3ο αναιρεσίβλητο ΕΚ.
Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), αναφορικά με την διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες άσκησαν την από 23-12-2009 (αρ. κατ. 99/2010) αγωγή εναντίον των τότε 1ου και 2ης των εναγομένων (ήδη απολειπομένων αναιρεσιβλήτων, ως προς τους οποίους η συζήτηση της αναίρεσης κηρύχθηκε απαράδεκτη, κατά τα προεκτεθέντα) και κατά του τότε 3ου εναγομένου και ήδη 3ου αναιρεσιβλήτου ΕΚ, στην οποία ισχυρίστηκαν ότι, στις 30-7-2009 και ώρα 18:45, συνέβη τροχαίο ατύχημα στο Ηράκλειο της νήσου Κρήτης, κατά το οποίο η 1η ενάγουσα, οδηγός του με αρ.
κυκλοφορίας … μοτοποδήλατου, ιδιοκτησίας του 2ου ενάγοντα, προσέκρουσε στην αριστερή εμπρόσθια θύρα του με αρ.κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο οδηγούσε ο 1ος εναγόμενος, ιδιοκτησίας της 2ης εναγομένης και του οποίου την αστική ευθύνη έναντι των τρίτων ζημιούμενων κάλυπτε το 3ο εναγόμενο ΕΚ, το οποίο είχε υπεισέλθει αυτοδικαίως στην ασφαλιστική σύμβαση (άρθρο 19 παρ.1 περ.
δ Ν. 489/1976) λόγω ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της ασφαλιστικής του εταιρείας, με την επωνυμία ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΕΓΑ. Σύμφωνα με το ιστορικό της αγωγής ο οδηγός του αυτοκινήτου είχε σταθμεύσει τούτο προσωρινά και, ενώ βρισκόταν εντός του οχήματός του, άνοιξε εντελώς αιφνίδια και απροειδοποίητα την εμπρόσθια αριστερή θύρα του οχήματος, στη θέση του οδηγού, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει, εάν τούτο δεν θα προκαλέσει κίνδυνο στους λοιπούς χρήστες της οδού, τη χρονική στιγμή, που το μοτοποδήλατο προσήγγιζε το σταθμευμένο όχημα, με συνέπεια η 1η ενάγουσα, οδηγός του μοτοποδήλατου, να απωλέσει τον έλεγχο αυτού και να καταπέσει στο οδόστρωμα, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί σοβαρά στο άκρο δεξιό πόδι και στην κεφαλή, ενώ το μοτοποδήλατο υπέστη υλικές ζημίες.
Με το ιστορικό αυτό η μεν 1η ενάγουσα-παθούσα και ήδη 1η αναιρεσείουσα ζητούσε ως αποζημίωση για τις θετικές ζημίες, που υπέστη εξαιτίας του τραυματισμού της και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το συνολικό ποσό των 28724,47 ευρώ και ο 2ος ενάγων και ήδη 2ος αναιρεσείων το συνολικό ποσό των 815,28 ευρώ για την αποκατάσταση της θετικής ζημίας, που υπέστη το μοτοποδήλατο, ιδιοκτησίας αυτού, πλέον της χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης, που αυτός επίσης υπέστη.
Η αγωγή συζητήθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου και εκδόθηκε η υπ' αρ.221/2011 οριστική απόφαση, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής για τον 1ο και τη 2η των εναγομένων (οδηγό και κυρία του ζημιογόνου αυτοκινήτου) λόγω έλλειψης κλήτευσης αυτών, ενώ απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, ως προς το 3ο εναγόμενο ΕΚ, κρίνοντας ότι η ζημία των εναγόντων δεν προέρχεται από αυτοκίνητο, διότι τούτο δεν ήταν σε λειτουργία, αλλά σταθμευμένο και επομένως δεν θεμελιώνεται αξίωση των παθόντων σε βάρος του 3ου εναγομένου ΕΚ, το οποίο ευθύνεται κατ' άρθρο 19 Ν. 489/1976, μόνο για την αποκατάσταση ζημιών, που προκαλούνται από αυτοκίνητο, το οποίο βρίσκεται σε λειτουργία.
Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν την από 11-8-2011 (αρ. κατ. 412/2011) έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία επίσης κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της έφεσης, ως προς τους 1ο και 2η των εφεσιβλήτων λόγω έλλειψης κλήτευσης αυτών και, υιοθετώντας τις παραδοχές της εκκαλουμένης απόφασης απέρριψε την έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη, ως προς το 3ο εφεσίβλητο ΕΚ, κρίνοντας ότι ορθά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, ως προς το 3ο εναγόμενο-3ο εφεσίβλητο ΕΚ, διότι οι ζημίες που υπέστησαν οι ενάγοντες δεν συνδέονταν αιτιωδώς με τη λειτουργία του αυτοκινήτου, χωρίς, στη συνέχεια, να ερευνήσει τους λοιπούς λόγους της έφεσης, που αφορούσαν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, με δεδομένο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με την ουσία της υπόθεσης, μετά την απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β` και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.
Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 199/2018, ΑΠ 52/2016, ΑΠ 848/2015, ΑΠ 869/2013, ΑΠ 686/2011), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ, στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγηση τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 1500/2002, ΑΠ 1070/2001 ).
Περαιτέρω, στις διατάξεις των άρθρων 30 παρ.1, 34 παρ. 3δ` και 6 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) ορίζονται ότι: άρθρο 30 παρ.1 "Απαγορεύεται σε όλους να ανοίγουν ή να αφήνουν τις πόρτες του οχήματος ανοικτές ή να εισέρχονται/εξέρχονται αυτού, αν προηγουμένως δεν βεβαιωθούν ότι, εκ των ενεργειών τους, δεν προκαλείται κίνδυνος στους χρήστες της οδού.." άρθρο 34 παρ. 3δ". "Η στάθμευση οχήματος στο οδόστρωμα απαγορεύεται και αν το ελεύθερο μέρος της οδού που απομένει είναι ανεπαρκές για την κυκλοφορία των οχημάτων.." άρθρο 34 παρ. 6 "Τα οχήματα που βρίσκονται σε στάση ή στάθμευση, επιβάλλεται να τοποθετούνται παράλληλα με την οριογραμμή του οδοστρώματος και επί της αντιστοιχούσας γι` αυτούς προς την κατεύθυνση της κυκλοφορίας πλευράς, εκτός αν ορίζεται με σήμανση διαφορετικά..." (ΑΠ 2219/2013).
Εξάλλου, το άρθρο 19 παρ.1 (του κωδικοποιημένου από το ΠΔ 237/1986) Ν. 489/1976 ορίζει ότι "το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στα πρόσωπα που ζημιώθηκαν την κατά την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού αποζημίωση λόγω θανάτωσης ή σωματικών βλαβών ή υλικών ζημιών από αυτοκινητιστικά ατυχήματα όταν: α) αυτός που ζημιώθηκε παραμένει άγνωστος...β) το ατύχημα προήλθε από αυτοκίνητο, ως προς το οποίο δεν είχε εκπληρωθεί η κατά το άρθρο 2 υποχρέωση γ) το ατύχημα προήλθε από αυτοκίνητο οδηγούμενο από πρόσωπο που προκάλεσε από πρόθεση το ατύχημα και δ) ο ασφαλιστής επτώχευσε ή η εις βάρος του εκτέλεση απέβη άκαρπη ή ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης ένεκα παραβάσεως του νόμου". (ΑΠ 1350/2003).
Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ.4 Ν.489/1976,όπως κωδικοποιήθηκε από το ΠΔ 237/1986, ορίζεται ότι...<από την ημερομηνία που η ασφαλιστική επιχείρηση κηρύσσεται σε κατάσταση πτώχευσης ή ανακαλείται η άδεια λειτουργίας της για παράβαση νόμου, το Επικουρικό Κεφάλαιο υπεισέρχεται αυτοδίκαια στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της ασφαλιστικής επιχείρησης, που πηγάζουν από ασφαλιστικές συμβάσεις του κλάδου αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα.
Εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται χωρίς άλλο από το Επικουρικό Κεφάλαιο>.....
Περαιτέρω, με τα άρθρα 1, 2, 5, 6 και 10 του ν. 489/1976, όπως έχει κωδικοποιηθεί με το π.δ. 237/1986 και όπως συμπληρώθηκε με μεταγενέστερους νόμους, ορίζονται τα εξής:... "Άρθρο 1. α) Κατά την έννοια του παρόντος: α) Αυτοκίνητο όχημα είναι το επί του εδάφους και όχι επί τροχιών με μηχανική δύναμη ή με ηλεκτρική ενέργεια κινούμενο όχημα, ανεξάρτητα αριθμού τροχών>....
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 2 εδάφ. α` και 4 εδάφ. α` του ν. ΓΠΝ/1911, κατά τα οποία "Αυτοκίνητον, κατά την έννοιαν του παρόντος νόμου, είναι το δια μηχανικής δυνάμεως και ουχί επί τροχιών κινούμενον όχημα ή τροχήλατον" (άρθρο 2 εδάφ. α`) και "Δια πάσαν υπό του αυτοκινήτου κατά την λειτουργίαν του ζημίαν προς τρίτους ενέχεται εις αποζημιώσεις ο τε οδηγός και ο κατά το άρθρον 2 κάτοχος..." (άρθρο 4 εδάφ.
α`), συνάγονται τα εξής: Η ενοχή από τον ειδικό νόμο (ν. ΓΠΝ/1911) υπάρχει μόνο για ζημίες από αυτοκίνητο σε λειτουργία. Το αυτοκίνητο είναι σε λειτουργία, όταν αρχίζει να δουλεύει ο κινητήρας του, έστω και αν αυτό δεν έχει αρχίσει ακόμη να κινείται, καθώς και όταν κινείται, χωρίς να λειτουργεί η μηχανή. Η ασφάλιση είναι υποχρεωτική για τα αυτοκίνητα, που κυκλοφορούν επί οδού ή επί γηπέδου προσιτού στο κοινό ή σε αριθμό προσώπων, που δικαιούνται να συχνάζουν σε αυτό.
Για την ευθύνη του ασφαλιστή έναντι του τρίτου δεν είναι αναγκαίο το αυτοκίνητο να ήταν σε κίνηση κατά το χρόνο του ατυχήματος, αλλά αρκεί να ήταν σε λειτουργία με την πιο πάνω έννοια. Ο όρος "κυκλοφορία" του αυτοκινήτου ερμηνεύεται ευρέως από τη νομολογία του Αρείου Πάγου, ώστε να αντιμετωπίζονται όλες, σχεδόν, οι περιπτώσεις πρόκλησης ζημιών σε τρίτους. 'Ετσι αυξάνεται η προστασία των τρίτων και ικανοποιείται η κοινωνική προστατευτική λειτουργία του ν. 489/1976 (ΑΠ Ολομ. 23/1989, ΑΠ 209/2017, ΑΠ 426/2015, ΑΠ 238/2015, ΑΠ 526/2012).
Τέλος, από το συνδυασμό όλων των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται, ότι για να χαρακτηριστεί η αξίωση αποζημίωσης ότι προέρχεται από αυτοκινητικό ατύχημα (άρθρο 681Α ΚΠολΔ) και ότι συνακόλουθα, θεμελιώνεται ευθύνη του Επικουρικού Κεφαλαίου λόγω της ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της ασφαλιστικής εταιρείας του αυτοκινήτου, απαιτείται, μεταξύ άλλων, α) ύπαρξη απαιτήσεως αποζημιώσεως οιασδήποτε μορφής για ζημίες, που έχουν προκληθεί από αυτοκίνητο, β) η ζημία να έχει ως αίτιο το αυτοκίνητο, να τελεί δηλαδή σε άμεση σχέση μ` αυτό και όχι να προέρχεται από άλλη πηγή, έστω και αν αφορά αυτοκίνητο.
Οι διαφορές της ένδικης αυτής διαδικασίας προϋποθέτουν ορισμένη ιδιότητα των διαδίκων και ο εναγόμενος θα πρέπει να έχει την ιδιότητα, είτε του οδηγού, είτε του ιδιοκτήτη ή προστήσαντος τον οδηγό στην οδήγηση του ζημιογόνου αυτοκινήτου και όχι τρίτου άσχετου με το ζημιογόνο αυτοκίνητο. 'Οπως έχει κριθεί, δεν είναι πάντα απαραίτητο το αυτοκίνητο να ευρίσκεται σε λειτουργία, αρκεί το γεγονός ότι το ατύχημα είχε ως αίτιο το αυτοκίνητο.
Ο όρος αυτοκίνητο λαμβάνεται με την ευρεία του έννοια κατά τα ανωτέρω.
Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά δηλαδή περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1467/2018, ΑΠ 1097/2013,ΑΠ 481/2012).
Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998,ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 349/2014, ΑΠ 382/2013).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 565/2018, ΑΠ 199/2018, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/2011 ).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον 'Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 425/2019, ΑΠ 198/2015,ΑΠ 1987/2007).
Επίσης, πλέον των όσων έχουν προεκτεθεί, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος για αναίρεση απόφασης, επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης, που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών, που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Αντίθετα, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ο οποίος προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονας πρότασης της προσβαλλόμενης αποφάσεως σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή την αίτηση ως μη νόμιμη ή απαράδεκτη (Ολ.
ΑΠ 44/1990, ΑΠ 101/2005, ΑΠ 74/2020, ΑΠ 1479/2013, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 140/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το Α' σκέλος αυτού, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ. α ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι κρίνοντας το Εφετείο, ότι το ένδικο τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο το μοτοποδήλατο που οδηγούσε η 1η αναιρεσείουσα, ιδιοκτησίας του 2ου αναιρεσείοντα, προσέκρουσε στην αριστερή εμπρόσθια θύρα του αυτοκινήτου, δεν συνδέεται δήθεν αιτιωδώς με τη λειτουργία του σταθμευμένου προσωρινά με αρ.
κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκινήτου και ότι δήθεν δεν ευθύνεται το ΕΚ, διότι η διαφορά δεν υπάγεται στην ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ, εσφαλμένα ερμήνευσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914 σε συνδ. 297-298, 300, 330 ΑΚ και αυτές σε συνδ. με το άρ. 10 Ν. ΓΠΝ/1911 και με τα άρθρα 30 παρ. 1 και 34 παρ. 3 περ. δ και 6 Ν. 2696/1999- ΚΟΚ και αυτές σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 19 παρ.1 περ.
δ και 24 παρ. 4 του Ν. 489/1976, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούσαν την ιστορική βάση της αγωγής, αναφορικά με την ευθύνη του αναιρεσιβλήτου ΕΚ, σύμφωνα με τα οποία ο οδηγός του σταθμευμένου προσωρινά αυτοκινήτου την αστική ευθύνη του οποίου έναντι τρίτων ζημιούμενων κάλυπτε το ήδη αναιρεσίβλητο ΕΚ, ως ειδικός διάδοχος μετά την ανάκληση λειτουργίας της ασφαλιστικής του εταιρείας, άνοιξε αιφνίδια και απρόβλεπτα την εμπρόσθια αριστερή θύρα, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει, εάν προκαλείται κίνδυνος στους λοιπούς χρήστες της οδού, με συνέπεια η οδηγός του μοτοποδήλατου να προσκρούσει στο αυτοκίνητο και να καταπέσει στο οδόστρωμα και να τραυματιστεί, πληρούσαν το πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, τους οποίους το Εφετείο παραβίασε ευθέως με μη εφαρμογή αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία για την εφαρμογή τους από όσα ο νόμος απαιτεί.
Επίσης, με το συναφές Β' σκέλος του ίδιου μοναδικού αναιρετικού λόγου οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει κατ' ουσίαν την έφεσή τους, με την οποία αυτοί παραπονούνταν για την απόρριψη της αγωγής τους ως μη νόμιμης από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αναφορικά με το τότε 3ο εναγόμενο-3ο εφεσίβλητο και ήδη 3ο αναιρεσίβλητο ΕΚ, διότι δήθεν η ζημία δεν προκλήθηκε από αυτοκίνητο σε λειτουργία, αλλά από σταθμευμένο και ότι δήθεν για το λόγο αυτό δεν ιδρύεται ευθύνη του ΕΚ για την αποκατάσταση των ζημιών, που προκλήθηκαν στους αναιρεσείοντες- τρίτους ζημιούμενους, παραβίασε και εκ πλαγίου τους ανωτέρω ουσιαστικούς κανόνες δικαίου με ανεπαρκή και ασαφή αιτιολογία, ως προς τις συνθήκες του τροχαίου ατυχήματος και τη συμπεριφορά του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, την αστική ευθύνη του οποίου καλύπτει το αναιρεσίβλητο ΕΚ μετά την ανάκληση της λειτουργίας της αρχικής ασφαλιστικής εταιρείας του ζημιογόνου οχήματος και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι δεν είναι εφικτός ό αναιρετικός έλεγχος για την ορθή μη εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, αν και τα περιστατικά που συνιστούσαν την ιστορική βάση της αγωγής τους πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών, που εσφαλμένα το εφετείο δεν εφάρμοσε.
Ο λόγος αυτός, όμως κατά το Β σκέλος αυτού πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος εφόσον, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί σε προηγούμενη νομική σκέψη, προϋπόθεση για να ιδρυθεί η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ είναι η ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, η οποία αποκλείεται, όταν η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, όπως συνέβη στην ένδικη υπόθεση, χωρίς να ερευνηθεί από πλευράς ουσίας.
Από την επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και του αγωγικού δικογράφου ως διαδικαστικού εγγράφου της δίκης, προκύπτει ότι το Εφετείο για τα ερευνώμενα με το Α' σκέλος του μοναδικού αναιρετικού λόγου ζητήματα, αναφορικά με την νομιμότητα της αγωγής και την ευθύνη του αναιρεσιβλήτου ΕΚ, δέχθηκε τα ακόλουθα:... "...Στην κρινόμενη αγωγή, οι ενάγοντες εκθέτουν, ότι την 30-7-2009 και ώρα 18.45, η πρώτη εξ αυτών, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας … μοτοποδήλατο, ιδιοκτησίας του δεύτερου ενάγοντος, εκινείτο επί της οδού Λισσού με κατεύθυνση από την οδό Λεβήνου προς την οδό Μίνωος.
Ότι κατά τον ίδιο χρόνο και στην ίδια ως άνω οδό, ήταν σταθμευμένο το με αριθμό κυκλοφορίας … ΙΧΕ, αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης, που κατά το χρόνο εκείνο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία, "Γενική Ένωση ΑΕΓΑ", της οποίας η άδεια ανακλήθηκε πριν την άσκηση της αγωγής και για το λόγο αυτό στρέφονται κατά του τρίτου εναγομένου ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ και ότι τη στιγμή που η πρώτη εξ αυτών είχε φτάσει ακριβώς δίπλα στο σταθμευμένο όχημα, της δεύτερης εναγομένης, ο πρώτος εναγόμενος ο οποίος την ώρα εκείνη βρισκόταν εντός του οχήματος άνοιξε εντελώς αιφνίδια και απότομα τη πόρτα του οδηγού, με αποτέλεσμα να τη κτυπήσει και εξαιτίας του χτυπήματος, αυτή να απωλέσει τον έλεγχο του μοτοποδηλάτου, να επιπέσει με σφοδρότητα στο οδόστρωμα και να τραυματιστεί.
Ζητούν δε με την αγωγή τους, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι ευθυνόμενοι εις ολόκληρον να καταβάλουν στη πρώτη ενάγουσα το ποσό των 28.724,47 ευρώ και στο δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 815,28 ευρώ, ως αποζημίωση για τη θετική τους ζημία και ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Επί της αγωγής αυτής, που συζητήθηκε κατά τη τακτική διαδικασία, ερήμην του πρώτου και της δεύτερης εναγομένης ως προς τους οποίους κηρύχτηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αγωγής, αφού δεν είχαν κληθεί, εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση η οποία απέρριψε την αγωγή, όσον αφορά το εναγόμενο ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ, ως μη νόμιμη.
Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται οι ενάγοντες, με τη κρινόμενη έφεση και με τους λόγους αυτής, που όπως εκτιμώνται από το δικαστήριο ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και να γίνει εξ ολοκλήρου δεκτή η αγωγή τους...".
Στη προκειμένη περίπτωση, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, στην επίδικη διαφορά, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του Ν. ΓΠΝ/1911 και του ν. 489/1976 και συνεπώς δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εκδίκασης της, κατά τις διατάξεις του άρθρου 681 Α ΚΠολΔ, ήτοι ζημία από αυτοκίνητο και διαφορά από σύμβαση ασφάλισης αυτοκινήτου. Ειδικότερα, η ζημία των εναγόντων δεν έχει προκληθεί, ούτε έχει αίτιο το αυτοκίνητο και η ζημία την οποία υπέστησαν δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τη λειτουργία του αυτοκινήτου, αλλά προέρχεται από άλλη πηγή. Η ζημία των εναγόντων προκλήθηκε από την αμελή κίνηση του πρώτου εναγομένου, ο οποίος, ενώ το αυτοκίνητο, όπως ιστορούν οι ίδιοι, ήταν σταθμευμένο (βλ. σελίδα 2 της αγωγής στίχος 7ος και στίχος 24ος), αιφνίδια άνοιξε τη θύρα του οδηγού, την στιγμή που το μοτοποδήλατο στο οποίο επέβαινε η πρώτη ενάγουσα βρισκόταν δίπλα ακριβώς από το σταθμευμένο όχημα, με αποτέλεσμα να τη κτυπήσει με δύναμη η θύρα, να απωλέσει τον έλεγχο του μοτοποδηλάτου και να επιπέσει στο οδόστρωμα.
Δεν έσφαλε επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεχθέν ότι η ως άνω διαφορά δεν είναι αυτοκινητική και δεν υπάγεται στην ειδική διαδικασία των άρθρων 666 επ. σε συνδ. με 681 Α ΚΠολΔ, με την οποία εισήχθη και στη συνέχεια δίκασε αυτή με τη αρμόζουσα τακτική διαδικασία, με την οποία δικάζεται. Πρέπει επομένως να απορριφθεί, ως αβάσιμος ο σχετικός λόγος της έφεσης, με την οποία υποστηρίζεται ότι η σχετική διαφορά είναι αυτοκινητική.
Περαιτέρω η αγωγή, ως προς το τρίτο εναγόμενο ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ δεν είναι νόμιμη, καθόσον αυτό ευθύνεται, υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 19 του ν. 489/76, μόνο προς αποκατάσταση των ζημιών, που προκαλούνται από αυτοκίνητο, που ευρίσκεται σε λειτουργία, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προεκτέθηκε το όχημα ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης, εντός του οποίου βρισκόταν ο πρώτος εναγόμενος, δεν ήταν σε λειτουργία, αλλά ήταν σταθμευμένο. Η αμελής συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου, ενδεχομένως να θεμελιώνει αξιώσεις των εναγόντων εναντίον του, από τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ.
Τα αυτά αφού δέχτηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και απέρριψε την αγωγή προς το τρίτο εναγόμενο, ως μη νόμιμη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ο σχετικός λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος...".
Σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την έφεση κατ' ουσίαν κρίνοντας, ότι ορθά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, διότι η ζημία των αναιρεσειόντων, η οποία προκλήθηκε α) εξαιτίας του τραυματισμού της 1ης αναιρεσείουσας, οδηγού του μοτοποδήλατου, λόγω της πτώσης της στο οδόστρωμα μετά την πρόσκρουση του μοτοποδήλατου στη θύρα του ζημιογόνου σταθμευμένου αυτοκινήτου και β) εξαιτίας των υλικών ζημιών του μοτοποδήλατου, που ανήκει στον 2ο αναιρεσίβλητο, δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τη λειτουργία του αυτοκινήτου, διότι αυτό ήταν σταθμευμένο και ότι, συνακόλουθα, δεν ενεργοποιήθηκε η επικουρική ευθύνη του 3ου αναιρεσιβλήτου ΝΠΙΔ, ως ειδικού διαδόχου της ασφαλιστικής εταιρείας του αυτοκινήτου, της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, εφόσον σύμφωνα με τις παραδοχές η ευθύνη του ΕΚ προϋποθέτει ζημία, που προκαλείται από αυτοκίνητο, που βρίσκεται σε λειτουργία.
Κρίνοντας όμως το Εφετείο την αγωγή ως μη νόμιμη, επικυρώνοντας την κρίση της εκκαλουμένης απόφασης, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί για την θεμελίωση της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου. Και τούτο διότι, σύμφωνα με την πάγια και σταθερή θέση της νομολογίας και της θεωρίας, για την έννοια του αυτοκινήτου, δεν είναι αναγκαίο τούτο να κινείται, αλλά αρκεί να είναι σε λειτουργία (άρθρο 4 Ν.
ΓΠΝ/1911), υπό την έννοια ότι αρχίζει να δουλεύει ο κινητήρας του και η ζημία που προκαλείται να έχει ως <<αίτιο>> το αυτοκίνητο, δηλαδή να προέρχεται από το αυτοκίνητο, του οποίου επίσης είναι υποχρεωτική η ασφάλιση εκ του νόμου, εφόσον τούτο κυκλοφορεί επί της οδού, υπό την έννοια, ότι τούτο χρησιμοποιείται κατά τη συνήθη λειτουργία του.
Άλλωστε και υπό το Ν.ΓΠΝ/1911 η ιδιότητα του οδηγού του αυτοκινήτου διατηρείται και όταν το αυτοκίνητο είναι <σε στάση> ή όταν ο οδηγός στιγμιαίως εξέλθει από το αυτοκίνητο. Σε τέτοια περίπτωση, εάν προκληθεί ατύχημα, ο οδηγός ενέχεται, διότι υπέχει αντικειμενική ευθύνη κατ' αρ. 4 Ν. ΓΠΝ/1911,ενώ και ο Ασφαλιστής καλύπτει την αστική ευθύνη του ανωτέρω οδηγού, κατ' αρ. 6 παρ. 1 του Ν. 489/1976.
Στην ένδικη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση της αγωγής ως διαδικαστικού εγγράφου της δίκης, προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες-ενάγοντες ισχυρίστηκαν, ότι το ζημιογόνο όχημα ήταν σταθμευμένο και ότι ο 1ος εναγόμενος -οδηγός άνοιξε αιφνιδιαστικά και απροειδοποίητα την αριστερή εμπρόσθια θύρα του οχήματος, χωρίς να ελέγξει, εάν τούτο δεν θα προκαλέσει κίνδυνο στους λοιπούς χρήστες της οδού, με αποτέλεσμα η 1η ενάγουσα, οδηγός του μοτοποδήλατου, που εκείνη την χρονική στιγμή είχε προσεγγίσει το σταθμευμένο όχημα, να προσκρούσει στην θύρα του οδηγού και εξαιτίας αυτού να απωλέσει τον έλεγχο του μοτοποδήλατου και να καταπέσει στο οδόστρωμα με άμεση συνέπεια τον τραυματισμό αυτής και την πρόκληση υλικών ζημιών σ' αυτήν και στο μοτοποδήλατο, ιδιοκτησίας του 2ου εναγομένου, για την αποκατάσταση των οποίων καθώς και της ηθικής βλάβης που υπέστησαν, η μεν πρώτη λόγω του τραυματισμού της κατά το ένδικο ατύχημα, ο δε δεύτερος λόγω του μεγέθους των ζημιών που προκλήθηκαν στο μοτοποδήλατό του, είναι υπόχρεοι οι εναγόμενοι, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο καθένας τους, και δη ο μεν πρώτος ως οδηγός του ζημιογόνου οχήματος (ΙΧΕ αυτοκινήτου), ο δεύτερος ως ιδιοκτήτης, και η τρίτη εναγόμενη, ασφαλιστική εταιρία, στη θέση της οποίας υπεισήλθε, το Επικουρικό Κεφάλαιο, ήδη τρίτο αναιρεσίβλητο.
Σύμφωνα επομένως με το ανωτέρω ιστορικό της αγωγής, η ζημία των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων είχε ως αίτιο το αυτοκίνητο, που βρισκόταν σε προσωρινή στάθμευση του οδηγού του μάλιστα ευρισκομένου εντός αυτού, και κυκλοφορούσε επί της οδού, υπό την ευρεία ως άνω έννοια, ότι δηλαδή ο οδηγός του το χρησιμοποιούσε κατά τη συνήθη λειτουργία του.
Συνακόλουθα, ενεργοποιήθηκε η εγγυητική επικουρική εκ του νόμου ευθύνη του 3ου εναγομένου ΕΚ και ήδη 3ου αναιρεσιβλήτου, ως ειδικού διαδόχου της ασφαλιστικής εταιρείας του αυτοκινήτου, της οποίας είχε ανακληθεί η άδεια λειτουργίας, κατ' άρθρο 19 παρ. 1 περ. δ και 25 παρ.4 Ν489/1976.Επομένως, η αγωγή ως προς το 3ο εναγόμενο ΕΚ ήταν νόμιμη και θα έπρεπε να ερευνηθεί και από πλευράς ουσιαστικής βασιμότητας αυτής.
Συμπερασματικά κατόπιν αυτών, το Εφετείο με το να κρίνει αντιθέτως και να επικυρώσει την εκκαλουμένη απόφαση, που απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη έναντι του ΕΚ, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί για την υπαγωγή της αγωγής στις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914 σε συνδ. 297-298, 300, 330 ΑΚ και αυτές σε συνδ.
με το άρ. 10 Ν. ΓΠΝ/1911 και με τα άρθρα 30 παρ.1 και 34 παρ. 3 περ. δ και 6 Ν. 2696/1999- ΚΟΚ και αυτές σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 1 περ. δ και 24 παρ. 4 του Ν. 489/1976,τις οποίες το Εφετείο παραβίασε ευθέως με μη υπαγωγή, αν και τα περιστατικά, που συνιστούσαν την ιστορική βάση της ένδικης αγωγής, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, με την επί πλέον επισήμανση ότι αν και η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 3 εδ.
δ και 6 του Ν. 2696/1999- ΚΟΚ δεν μνημονεύεται αριθμητικά στην αγωγή, το πραγματικό της προκύπτει από όλο το περιεχόμενο του αγωγικού δικογράφου, ο χαρακτηρισμός του οποίου είναι έργο του Δικαστηρίου, που οφείλει αυτεπαγγέλτως να προβεί στην ορθή νομική υπαγωγή λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το διατυπούμενο αίτημα, σύμφωνα με τον κανόνα της jura novit curia δηλ.
το δίκαιο γνωρίζει ο δικαστής (ΑΠ 488/2010, ΑΠ 1181/2017), απορριπτομένων των αντίθετων ισχυρισμών του 3ου αναιρεσιβλήτου περί απαράδεκτης το πρώτον προβολής της διάταξης αυτής ενώπιον του δικαστηρίου τούτου.
Κατόπιν όλων αυτών ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, κατά το Α' σκέλος αυτού εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ. α ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή, για να ερευνηθεί περαιτέρω, κατά το αναιρούμενο μέρος της υπόθεσης. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που οι αναιρεσείοντες έχουν καταθέσει στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί το 3ο αναιρεσίβλητο λόγω της ήττας του (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 8-12-2017 (αρ.κατ. 40/2017) αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 127/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης (τακτική διαδικασία) ως προς τον 1ο και τη 2η των αναιρεσιβλήτων.
Αναιρεί ως προς το 3ο αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο την προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος αυτής.
Παραπέμπει την υπόθεση για να ερευνηθεί περαιτέρω κατά το αναιρούμενο μέρος αυτής στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, που οι αναιρεσείοντες έχουν καταθέσει στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
ΚΑΙ
Καταδικάζει το 3ο αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Αυγούστου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ