Supreme Court dismisses appeal on lease contract validity, rejecting claim of fictitious contract due to clear reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision regarding a lease contract dispute. The appellant argued the contract was fictitious, but the court found sufficient and clear reasoning in the lower court's decision based on the lessee's actual business activity and payment history. Consequently, the court held that the lower court did not lack a legal basis for rejecting the fictitious contract claim.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576 para. 2, 176, 183 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may examine an appeal even if a party is absent, provided the lower court's reasoning is sufficient and clear to address the contested legal issue without logical gaps.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1046 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1046/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Ουρανία Παπαδάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Έ. Δ. του Η., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Μπέη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Ε. ... ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΠΕ" και ήδη μονοπρόσωπης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Ε. ... - ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κωνσταντίνα Χόρτη, που δήλωσε στο ακροατήριο την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, 2) Α. Γ. του Γ. και 3) Μ. Γ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι (2ος-3ος) δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-2-2011 ανακοπή της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 59/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3620/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-10-2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ουρανία Παπαδάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και η 1η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια της 1ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης , κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί, ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση ,προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017 ,ΑΠ 242/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. .../21-11-2019 εκθέσεις επίδοσης ,του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ε. Π., που επικαλείται και προσκομίζει η πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρεία "Ε.... ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΠΕ", η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 12-10-2018 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 8981/15-10-2018 αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου , για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης, επιδόθηκε νόμιμα κι εμπρόθεσμα , κατ' άρθρο 769 εδ.β και 762 ΚΠολΔικ, στους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων Α. Γ. και Μ. Γ.
Συνεπώς, εφόσον αυτοί δεν εμφανίστηκαν, ενώπιον του Δικαστηρίου Τούτου ,κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο , εκπροσωπούμενοι από πληρεξούσιο δικηγόρο ,ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 Κ.Πολ.Δικ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρα 576 παρ.2, 575 εδαφ.β, του ίδιου κώδικα) .Ακόμη, η παρούσα αίτηση αναίρεσης .κοινοποιήθηκε επιμελεία της ίδιας πρώτης αναιρεσίβλητης ,δυνάμει της υπ'αριθμ..../21-11- 2019 έκθεσης επιδόσεως του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ε.
Π. και Κ.-Μ.- Κ.-Μ. χήρα Η. Ν., νόμιμη κληρονόμο του Η. Ν., μη διάδικο στην παρούσα αναιρετική δίκη. Κατόπιν τούτου, η κρινόμενη από 12-10-2018 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 8981/15-10-2018 αίτηση αναίρεσης, κατά της υπ' αριθμ. 3620/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με το άρθρο 936 Κ.Πολ.Δικ, τρίτος έχει δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης, αν προσβάλλεται δικαίωμά του επάνω στο αντικείμενο της εκτέλεσης, το οποίο δικαιούται να αντιτάξει σε εκείνον κατά του οποίου έχει στραφεί η εκτέλεση και ιδίως: α) δικαίωμα εμπράγματο, που αποκλείει ή περιορίζει το δικαίωμα εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, β) απαγόρευση διάθεσης που έχει ταχθεί υπέρ αυτού και συνεπάγεται σύμφωνα με το νόμο την ακυρότητα της διάθεσης.
Η διάταξη αυτή θέτει ως γενική αρχή ότι, ο τρίτος δικαιούται να επικαλεστεί οποιοδήποτε δικαίωμά του στο αντικείμενο της εκτέλεσης, το οποίο μπορεί όμως να αντιτάξει κατά του καθού η εκτέλεση, συγχρόνως δε καθορίζει ενδεικτικά ορισμένα δικαιώματα που θεμελιώνουν ανακοπή, εις τρόπον ώστε και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα, εφόσον επιδρά στη διαδικασία της εκτέλεσης είναι δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο της ανακοπής.
Συνεπώς, μπορεί να ασκήσει ανακοπή και αυτός που έχει ενοχικό δικαίωμα (λ.χ. μίσθωσης), εφόσον το δικαίωμα αυτό δεν αποκρούεται με επικρατέστερο δικαίωμα του καθ' ου η εκτέλεση. (ΑΠ 639/2014). Η θέση της διάταξης του άρθρου 936, ΚΠολΔ κατ' απόκλιση από το προϊσχύον δίκαιο, στο κεφάλαιο που περιλαμβάνει τις γενικές διατάξεις που ρυθμίζουν τη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης και η διατύπωση αυτής, η οποία είναι γενική χωρίς διακρίσεις, απολήγουν στην καθολική εφαρμογή της διάταξης αυτής.
Επομένως, η ανακοπή τρίτου μπορεί να ασκηθεί όχι μόνο σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης ,για ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων αλλά και' σε οποιοδήποτε άλλο είδος αναγκαστικής εκτέλεσης (ΑΠ 1587/2006, ΑΠ 1451/1987). Η άσκηση της ανακοπής του τρίτου δεν υπόκειται ευθέως από το νόμο σε χρονική οριοθέτηση. Μπορεί, όμως, αυτή να ασκηθεί κατά το χρονικό διάστημα από την επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση στον καθού η εκτέλεση έως και την κύρια διαδικασία, ιδίως μάλιστα με αφορμή τις περιπτώσεις της άμεσης εκτέλεσης όπου η κύρια διαδικασία εντοπίζεται σε μια πράξη.
Στην έμμεση εκτέλεση η ανακοπή ασκείται από την επιβολή της αναγκαστικής κατασχέσεως έως την εγκατάσταση του υπερθεματιστή στην νομή του πλειστηριασθέντος, έκτοτε η προστασία του τρίτου εξασφαλίζεται με την διεκδίκηση του πράγματος, η οποία υπόκειται στην αποκλειστική προθεσμία του άρθρου 1020 ΚΠολΔ (ΑΠ 2154/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Η ανακοπή τρίτου στην αναγκαστική εκτέλεση πρέπει να απευθύνεται, (άρθρο 936 παρ. 2 ΚΠολΔ), τόσο κατά του επισπεύδοντος, όσο και κατά του καθού η εκτέλεση οφειλέτη, μεταξύ των οποίων υπάρχει δεσμός αναγκαίας παθητικής ομοδικίας (άρθρο 76 παρ.1 περ. γ' (ολΑΠ 63/1981, ΑΠ 1697/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Αν η ανακοπή ασκήθηκε μετά τον πλειστηριασμό, αλλά πριν την εγκατάσταση του υπερθεματιστή στο πλειστηριασθέν, δεν απαιτείται κατ' ανάγκη να απευθυνθεί και κατά του τελευταίου, υπό την έννοια της υποχρεωτικής κοινής παθητικής νομιμοποιήσεως.
Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/20Θ6, 4/2005).
Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 349/2014, ΑΠ 466/2013). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης, ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για τον λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ,ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση η ανακόπτουσα (ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων) με την από 3.2.2011 και υπ' αριθμ. εκθ. καταθ.20248/104/2011 ανακοπή της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ζήτησε ν' αναγνωρισθεί το δικαίωμα κατοχής της στο περιγραφόμενο στην ανακοπή ακίνητο (οικόπεδο με την επ' αυτού οικοδομή), κείμενο στην ...
εμβαδού 286 τ.μ, κυριότητας του τρίτου των καθών, το οποίο με επίσπευση των δύο πρώτων των καθών και ήδη δευτέρου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, εκπλειστηριάσθηκε αναγκαστικά στις 8.10.2010 ενώπιον της συμ/φου Αθηνών Α. Κ.-Λ. και κατακυρώθηκε στην τέταρτη των καθών και ήδη αναιρεσείουσα, ερειδομένου του δικαιώματος κατοχής της στο από 16.1.2006 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μισθώσεως που είχε συνάψει με τον τρίτο των καθών η ανακοπή.
Ζήτησε επίσης να κηρυχθεί άκυρη η από 24.11.2011 επιταγή προς εκούσια συμμόρφωση που συνετάγη κάτω από το απόγραφο του α' εκτελεστού απογράφου της υπ' αριθμ..../5.1.2011 περιλήψεως κατακυρωτικής εκθέσεως της άνω συμβ/φου. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την υπ'αριθμ. 59/2016 απόφασή του, δέχθηκε την ανακοπή, αναγνώρισε το δικαίωμα κατοχής της ανακόπτουσας-πρώτης αναιρεσίβλητης και ακύρωσε την ως άνω επιταγή προς εκούσια συμμόρφωση.
Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε την από 30-5-2016 έφεσή της η τέταρτη των καθών, (υπερθεματίστρια του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου) και νυν αναιρεσείουσα, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και ζήτησε να εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση και να απορριφθεί η ανακοπή της πρώτης αναιρεσίβλητης, ισχυριζόμενη ότι η ανακόπτουσα δεν έχει την ιδιότητα του τρίτου κατά το άρθρο 936 ΚΠολΔ και δεν νομιμοποιείται ενεργητικώς προς άσκηση της ανακοπής και ότι η μίσθωση του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου ήταν άκυρη ως εικονική .Το Εφετείο, εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη υπ'αριθμ.3620/2018 απόφασή του με την οποία δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής:
"Με επίσπευση των δύο πρώτων των καθ'ων η ανακοπή Α. Γ. και Μ. Γ., σε εκτέλεση της υπ' αριθ.4831/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 1255/2009 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου), και δυνάμει της υπ' αριθ. .../2010 κατασχετήριας εκθέσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Γ.
Χ., κατασχέθηκε αναγκαστικά το αναφερόμενο και λεπτομερώς περιγραφόμενο σ' αυτήν ακίνητο ιδιοκτησίας του τρίτου των καθ'ων (Η. Ν.) και συγκεκριμένα: Ένα οικόπεδο, πρώην αγρός, που βρίσκεται στην περιφέρεια του ..., εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του άνω Δήμου, στο Ο.Τ ... της περιοχής ΠΕ-6, το οποίο εντάχθηκε στο σχέδιο πόλεως με το ρυμοτομικό σχέδιο που εγκρίθηκε με το από 14-6-89 Π.
Διάταγμα (ΦΕΚ 424/Δ/89).... Το άνω οικόπεδο έχει συνολική έκταση 286,56 τ.μ, εμφαίνεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα A, Α1, Β, Γ, Γ1, Δ, Α στο από Νοεμβρίου 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Ε. Α.Σ.,..., είναι άρτιο και οικοδομήσιμο πριν την κύρωση της Πράξης Εφαρμογής σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 1337/1983..., συνορεύει δε σύμφωνα με το σχεδιάγραμμα αυτό:
Βόρεια σε πλευρά Δ-Γ1-Γ συνολικού μήκους μέτρων 28,92, ήτοι [Δ-Γ1 = 10,30 συν Γ1-Γ = 18,62] με ιδιοκτησία αγνώστων εν μέρει και εν μέρει με δρόμο, Ανατολικά με πρόσωπο πλευράς Α-Δ μήκους μέτρων 10,07 με δρόμο, Νότια σε πλευρά Α-Α1-Β συνολικού μήκους μέτρων 28,22, ήτοι [Α-Α1 = 9,49 συν Α1-Β= 18,73] με δρόμο και Δυτικά σε πλευρά Β-Γ μήκους μέτρων 10,00 με ιδιοκτησία αγνώστων.
Το άνω ακίνητο πριν την ένταξή του στο σχέδιο πόλεως ήταν αγροτεμάχιο, κείμενο στη θέση "...", της επικοισθείσας περιοχής του αγροκτήματος Β. Σπάτων Αττικής, ..., είχε έκταση 312,50 τ.μ .... Επί του παραπάνω ακινήτου έχει ανεγερθεί από τον τρίτο των καθ'ων, δυνάμει της υπ' αριθμ. .../2005 άδειας οικοδομής της Πολεοδομίας Παλλήνης, ...., μία οικοδομή αποτελούμενη από ένα ισόγειο κατάστημα επιφάνειας 71,83 τ.μ, με υπόγειο 71,83 τ.μ και δώμα, όπως αυτή εμφαίνεται στα από Ιανουάριου 2005 με αριθμούς σχεδίων 3, 4 και 5 σχεδιαγράμματα κάτοψης υπογείου, ισογείου και δώματος αντίστοιχα του πολιτικού Μηχανικού Ε.
Σ.. Για την εξυπηρέτηση των αναγκών του άνω κτιρίου έχει δεσμευθεί στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου μία θέση στάθμευσης αυτοκινήτου, η οποία εμφαίνεται με τα στοιχεία ... στο από μηνός Ιανουάριου 2005 σχεδιάγραμμα κάτοψης ισογείου του μηχανικού Ε. Σ., επιφάνειας 11,25 τ.μ. Επιπλέον δε, για το παραπάνω κτίσμα έχει χορηγηθεί και η με αριθμό ...2006 άδεια οικοδομής-προσθήκη πέργκολας στο υπάρχον ισόγειο κατάστημα από την Πολεοδομία Νότιου Τομέα της Διεύθυνσης Χωροταξίας της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής.
Το ακίνητο αυτό κατά τον χρόνο επιβολής της αναγκαστικής κατασχέσεως ήταν εκμισθωμένο από τον κύριο αυτού, τρίτο των καθών, στην ανακόπτουσα εταιρία με την επωνυμία "Ε. ... ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΠΕ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", δυνάμει του μεταξύ τους από 16.1.2006 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως, κατατεθέντος στην ... (αριθμ....30.1.2006), προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως καφετέρια - ζαχαροπλαστείο.
Με το ιδιωτικό αυτό συμφωνητικό η διάρκεια της μισθώσεως ορίσθηκε από 16.1.2006 έως 17.1.2016 και το μηνιαίο μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσόν των 500 Ε μηνιαίως. Η μισθώτρια παρέλαβε την χρήση του μισθίου και άσκησε εντός αυτού επιχείρηση καφετερίας με τον διακριτικό τίτλο "...". Μετά την ως άνω αναγκαστική κατάσχεση το ακίνητο, δυνάμει της υπ' αριθ. ...2010 Β' επαναληπτικής περίληψης της ανωτέρω κατασχετήριας έκθεσης του ιδίου ως άνω δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Γ.
Χ., εκπλειστηριάσθηκε αναγκαστικά στις 8-12-2010 ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Κ.-Λ., με την υπ' αριθ. .../8-12-2010 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακυρώθηκε στην τέταρτη των καθ'ων Έ. Δ., συνταχθείσης σχετικώς της υπ' αριθ. .../5-1-2011 περιλήψεως κατακυρωτικής εκθέσεως της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου, που καταχωρίσθηκε στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σπάτων Αττικής υπ' αριθμ. ...18.1.2011.
Η ως άνω υπερθεματίστρια, από την κτήση της κυριότητας του μισθίου, δηλαδή από τη μεταγραφή της περιλήψεως της κατακυρωτικής εκθέσεως, υπεισήλθε από τον νόμο ως εκμισθώτρια στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της μισθωτικής σχέσεως, δεσμευόμενη από αυτή έναντι της μισθώτριας ανακόπτουσας. Ακολούθως η υπερθεματίστρια, πρώτο εκτελεστό απόγραφο της περιλήψεως αυτής με την από 24-1- 2011 επιταγή προς εκούσια συμμόρφωση, επέδωσε την 31-1-2011 στον τρίτο των καθ'ων, (εκμισθωτή), δυνάμει της υπ' αριθμ. ...
εκθέσεως επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ. Α., επιτασσόμενο να παραδώσει εκουσίως και εμπροθέσμως προς την τέταρτη των καθ'ων το ανωτέρω αναφερόμενο ακίνητο, σε περίπτωση δε που δεν πράξει τούτο θα επακολουθήσει αναγκαστική εκτέλεση στρεφόμενη κατ' αυτού, καθώς και κατά κάθε τρίτου που το νέμεται ή το κατέχει στο όνομά του, αποσκοπούσα στην αποβολή του και στην εγκατάσταση της τέταρτης των καθ'ων ως υπερθεματίστριας κατά την διάταξη του άρθρου 943 Κ.Πολ.Δ.
Στην συνέχεια η υπερθεματίστρια - επισπεύδουσα τετάρτη των καθών, δυνάμει της υπ' αριθμ. ...18.2.2011 εκθέσεως αποβολής και εγκαταστάσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ. Α., με την συνδρομή κλειδαρά, άνοιξε το μίσθιο και άλλαξε τις κλειδαριές του, αποβάλλοντας με αυτό τον τρόπο την ανακόπτουσα μισθώτρια από την κατοχή του, εγκαθιστώντας σε αυτό τον εαυτό της αμφισβητώντας την δέσμευσή της από την ως άνω σύμβαση μισθώσεως στην οποία, κατά τα ήδη εκτεθέντα, υπεισήλθε.
Ο ισχυρισμός της εκκαλούσας υπερθεματίστριας ότι η ανακόπτουσα δεν ενομιμοποιείτο στην άσκηση της ανακοπής, διότι δεν είχε την ιδιότητα της τρίτης αφού εχώρησε αποβολή της από το μίσθιο και επομένως εδικαιούτο να ασκήσει ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολ.Δ και όχι την ανακοπή του άρθρου 936 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Η ανακόπτουσα κατά τον χρόνο ασκήσεως της ανακοπής της (3.2.2011) δεν είχε αποβληθεί από το μίσθιο κατάστημα, αφού η αποβολή της έλαβε χώρα μεταγενέστερα (18.2.2011) κατά τα ανωτέρω και επομένως εδικαιούτο να ασκήσει ως τρίτη την ανακοπή του άρθρου 936 ΚΠολΔ, αντιτάσσοντας την υφισταμένη σύμβαση μισθώσεως αυτού στην οποία υπεισήλθε η τέταρτη των καθών (εκκαλούσα), σύμφωνα με τα εκτεθέντα και την δέσμευε, η οποία, στην συνέχεια παρανόμως και άνευ δικαιώματος προέβη στην αποβολή της ανακόπτουσας από την κατοχή του μισθίου.
Ο πρώτος λόγος της εφέσεως επομένως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι στο μίσθιο η ανακόπτουσα άσκησε πραγματική επιχειρηματική δραστηριότητα, χρησιμοποιώντας αυτό ως καφετέρια (βλ. προσκομιζόμενα φωτ/φα ταμειακής μηχανής), ενώ τόσο η ίδια όσο και ο τρίτος των καθών (εκμισθωτής) δήλωναν στην εφορία τα μισθώματα που κατέβαλε η πρώτη και ελάμβανε ο δεύτερος.
Το ύψος του μισθώματος του μισθίου συμφωνήθηκε στο ποσόν των 500 Ε μηνιαίως, που είναι πολύ κατώτερο του καταβαλλομένου μισθώματος από τους μισθωτές ομοειδών ακινήτων της περιοχής, πλην συμφωνήθηκε στο ύψος αυτό, διότι η μισθώτρια με τον όρο 17 του ιδιωτικού συμφωνητικού ανέλαβε την υποχρέωση να αποπερατώσει την κατασκευή του, λόγω του ότι, κατά τον χρόνο συνάψεως της συμβάσεως ήταν ημιτελές και βρισκόταν στο στάδιο της επιστρώσεως των πλακιδίων, ώστε να είναι έτοιμο προς χρήση έως την 31.5.2006.
Περαιτέρω η μισθώτρια έπαυσε να χρησιμοποιεί το μίσθιο το έτος 2010, όμως η διακοπή της χρήσεως αυτού δεν αποτελεί λόγο αυτοδίκαιης λύσεως της μισθώσεως, αλλά μπορεί να συνιστά κακή χρήση του μισθίου παρέχουσα δικαίωμα καταγγελίας της μισθώσεως στον εκμισθωτή (άρθρο 594 ΑΚ). Επομένως, ο ισχυρισμός της εκκαλούσας, ότι η σύμβαση μισθώσεως του μισθίου ήταν εικονική, διότι το μίσθωμα αυτού συμφωνήθηκε σε ποσόν πολύ κατώτερο του καταβαλλομένου από τους μισθωτές ομοειδών ακινήτων της περιοχής και διότι το μίσθιο έπαυσε να χρησιμοποιείται από το έτος 2010 είναι αβάσιμος, ενώ ζήτημα εικονικότητας δεν μπορεί να γεννηθεί απλώς και μόνον από την συγγενική σχέση που συνδέει τον αρχικό εκμισθωτή (τρίτο των καθών) με τον νόμιμο εκπρόσωπο της ανακόπτουσας (πατέρας-γιος).
Επομένως και ο δεύτερος λόγος της εφέσεως ,με τον οποίο προβάλλεται εικονικότητα της συμβάσεως μισθώσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, συνεπώς, το οποίο έκρινε ομοίως αναγνώρισε ότι η ανακόπτουσα είναι κάτοχος του μισθίου, δυνάμει της από 16.1.2006 έγκυρης συμβάσεως μισθώσεως μεταξύ αυτής και του τρίτου των καθών, ακύρωσε δε την από 24.1.2011 επιταγή προς εκούσια συμμόρφωση που συνετάγη κάτω από αντίγραφο πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ' αριθμ. .../5.1.2011 περιλήψεως κατακυρωτικής εκθέσεως ακινήτου της συμ/φου Αθηνών Α.
Κ. - Λ. που μετεγράφη νόμιμα, κατά το μέρος που έθιγε το αντιτασσόμενο έναντι της τέταρτης των καθών ενοχικό δικαίωμά της απορρέον από την ως άνω από 16.1.2006 έγκυρη σύμβαση μισθώσεως μεταξύ αυτής και του τρίτου των καθών, ορθά εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις. Κατ' ακολουθία, η έφεση, καθόσον στρέφεται και κατά της πρώτης των εφεσιβλήτων είναι αβάσιμη και απορριπτέα"..
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχτεί την ένδικη ανακοπή, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 936 ΚΠολΔ, καθόσον η ανακόπτουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη δεν νομιμοποιείτο ενεργητικώς προς άσκηση της ανακοπής, αφού μετά τον πλειστηριασμό του ακινήτου του τρίτου των καθών η ανακοπή Η.
Ν., ο οποίος δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, δεν έχει την ιδιότητα του τρίτου κατά την έννοια του άρθρου 936 ΚΠολΔ., ιδιότητα (του τρίτου), την οποία είχε αυτή από την αναγκαστική κατάσχεση μέχρι και τον αναγκαστικό πλειστηριασμό του επίδικου ακινήτου. Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, το δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής, το οποίο μπορεί να ασκήσει και τρίτος που έχει ενοχικό δικαίωμα, αντιτάξιμο έναντι οτυ καθού η εκτέλεση, όπως στην προκειμένη περίπτωση το δικαίωμα μισθώσεως της ανακόπτουσας στο ακίνητο που αποτελεί το αντικείμενο της εκτέλεσης, όπου μάλιστα, η μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης στο νέο κτήτορα από τον καθού η εκτέλεση οφειλέτη, ανεξαρτήτως αν η μεταβίβαση του μισθίου ακινήτου επέρχεται εκουσίως ή κατόπιν αναγκαστικού πλειστηριασμού, χωρεί εκ του νόμου και χωρίς τις διατυπώσεις των άρθρων 614 και 615 του Α.Κ., εφόσον πρόκειται για μίσθωση που υπάγεται στις διατάξεις του π.δ. 34/1995, στην έμμεση εκτέλεση ασκείται από την επιβολή της αναγκαστικής κατασχέσεως έως την εγκατάσταση του υπερθεματιστή στην νομή του πλειστηριασθέντος.
Δεδομένου δε, ότι στην προκειμένη περίπτωση η ανακοπή ασκήθηκε μετά τον πλειστηριασμό, (8-12-2010) αλλά πριν από την αποβολή της ανακόπτουσας και την εγκατάσταση του υπερθεματιστή στο εκπλειστηριασθέν, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με τις οποίες κατά τον χρόνο ασκήσεως της ανακοπής της (3.2.2011) δεν είχε λάβει χώρα αποβολή της ανακόπτουσας και εγκατάσταση της υπερθεματίστριας στο μίσθιο, η οποία έλαβε χώρα μεταγενέστερα και συγκεκριμένα στις 18-2-2011, δυνάμει της υπ' αριθμ. ...18.2.2011 εκθέσεως αποβολής και εγκαταστάσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ.
Α., η ανακόπτουσα νομιμοποιείτο στην άσκηση ανακοπής του άρθρου 936 ΚΠολΔ, έχουσα την ιδιότητα του τρίτου κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης.
Πέραν τούτων, η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν νομιμοποιείτο ενεργητικά να ασκήσει την εκ του άρθρου 933 ΚΠολΔ ανακοπή, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, αφού η τελευταία δεν επικαλείται ούτε προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι επιδόθηκε στην ανακόπτουσα η προσβαλλόμενη από 24-1-2011 επιταγή για εκουσία συμμόρφωση που έχει συνταχθεί κάτω από το αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ' αριθμ. .../5-1-2011 περιλήψεως κατακυρωτικής εκθέσεως ακινήτου της συμβ/φου Αθηνών Α.
Κ. - Λ., ώστε να καταστεί παθητικό υποκείμενο της εκτελεστικής διαδικασίας (καθ' ης η εκτέλεση) και να νομιμοποιείται να προσβάλει την ανωτέρω πράξη της εκτελέσεως κατ' άρθρο 933 ΚΠολΔ. Επιπρόσθετα, το δικόγραφο της ανακοπής της φέρει τον χαρακτήρα ανακοπής του τρίτου προς ακύρωση της εκτέλεσης κατά το αρθρ. 936 ΚΠολΔ, έχει εγγραφεί εμπρόθεσμα στα βιβλία διεκδικήσεων του Κτηματολογικού Γραφείου Σπάτων, ενώ απευθύνεται κατά της αναιρεσείουσας υπερθεματίστριας, του καθόυ η εκτέλεση οφειλέτη, ήτοι του πρώην ιδιοκτήτη του μισθίου ακινήτου και ήδη αποβιώσαντος Η.
Ν. και κατά των επισπευδόντων δανειστών - δεύτερου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, όπως απαιτείται επί ποινή απαραδέκτου από την §2 του ως άνω άρθρου (ΑΠ462/200), κι εκδικάστηκε με την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών των άρθρων 648 επ. ΚΠολΔ. Η αναιρεσείουσα εξάλλου από την 18-1-2011, οπότε και καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά βιβλία και φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Σπάτων Αττικής, η υπ' αριθ. .../5-1-2011 περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως της Συμβολαιογράφου Αθηνών Α.
Κ.-Λ., ως ειδικός διάδοχος του καθού η εκτέλεση οφειλέτη-εκμισθωτή Η. Ν., υπεισήλθε από το νόμο στην από 16-1-2006 υφιστάμενη σύμβαση επαγγελματικής μισθώσεως (η οποία σε κάθε περίπτωση αποδεικνύεται με έγγραφο βεβαίας χρονολογίας) δεσμευόμενη από αυτήν και απέκτησε τα σχετικά δικαιώματα και τις υποχρεώσεις στην έκταση που είχε τα δικαιώματα αυτά και τις υποχρεώσεις ο εκμισθωτής, ο οποίος ετύγχανε κύριος του εκπλειστηριασθέντος μισθίου ακινήτου.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ της παραβίασης εκ πλαγίου του ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 138, 574 Α.Κ. και 1 του Π.Δ. 34/1995 με το να απορρίψει με ανύπαρκτες, άλλως ελλιπείς αιτιολογίες, τον ισχυρισμό της περί εικονικότητας της ένδικης συμβάσεως μισθώσεως, διότι, κατά τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφο της αιτήσεως της, το Εφετείο, ενώ ανελέγκτως, διαπίστωσε ότι το συμφωνηθέν μίσθωμα της μισθώσεως του ακινήτου που εκπλειστηριάστηκε ήταν πολύ κατώτερο του μισθώματος που κατέβαλαν μισθωτές ομοειδών καταστημάτων, δέχτηκε ότι, η διαπίστωση αυτή δεν ήταν αρκετή για να αχθεί στην κρίση περί κανονικότητας διότι η μισθώτρια με τον όρο 17, του ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης ανέλαβε να αποπερατώσει την κατασκευή του, λόγω του ότι κατά το χρόνο συνάψεως της συμβάσεως, ήταν ημιτελές και βρισκόταν στο στάδιο της επιστρώσεως των πλακιδίων, ώστε να είναι έτοιμος προς χρήση έως 31-5-2006, ουδόλως υπολόγισε σχέση κόστους αποπεράτωσης του επίδικου μισθίου και ωφέλειας από τα εκπιπτόμενα μισθώματα, ώστε να προκύψει η ισορροπία ανάμεσα στο πολύ χαμηλότερο μίσθωμα με τα πρόσθετα έξοδα που επωμίσθηκε η πρώτη αναιρεσίβλητη μισθώτρια.
Και τούτο διότι η αιτιολογία απόρριψης του ισχυρισμού της καθής η ανακοπή αναιρεσείουσας περί εικονικότητας ήταν ελλιπής, καθόσον το μίσθωμα δεν ήταν απλώς κατώτερο, αλλά πολύ κατώτερο του αντίστοιχου ομοειδών καταστημάτων, όπως έκρινε η αναιρεσιβαλλόμενη και τα έξοδα αποπεράτωσης αντίστοιχα, ως εκ τούτου θα πρέπει να είναι πολύ υψηλά, ενώ ακόμη η αναιρεσιβαλλόμενη ουδόλως προσδιορίζει ποια είναι αυτά τα έξοδα που δικαιολογούν το πολύ κατώτερο μίσθωμα, λαμβανομένου υπ' όψιν ότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, οι κατασκευές τέτοιων καταστημάτων είναι εξαιρετικά πρόχειρες και οικονομικές και το στάδιο επίστρωσης των πλακιδίων, ανήκει στο τελικό στάδιο κατασκευής, οπότε το κόστος αποπεράτωσης είναι ασήμαντο.
Πλήν όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως τυγχάνει απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού οι φερόμενες ως ελλείψεις δεν συνιστούν τέτοιες, δεδομένου ότι τα επικαλούμενα ως ελλείποντα στοιχεία δεν ήταν αναγκαία για την κρίση του Εφετείου περί μη εικονικότητας της μισθώσεως, αλλά ανάγονται στην εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται αναιρετικώς και ειδικότερα στην πληρέστερη κατά την άποψη την άποψη της αναιρεσείουσας ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και την επιχειρηματολογία της περί εικονικότητας της συμβάσεως μισθώσεως, οι προβαλλόμενες αιτιάσεις δεν συγκροτούν τον προβλεπόμενο κατά τη σχετική διάταξη λόγο ελλείψεως νομίμου βάσεως ενώ στην ουσία με το λόγο αυτό και κατά το μέρος που επιχειρείται να θεμελιωθεί στο άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτος περί τα πράγματα κρίση του δικάσαντος Δικαστηρίου.
Πέραν τούτου ο λόγος αυτός τυγχάνει και αβάσιμος καθόσον η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με πλήρη, σαφή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία έχει υπαγάγει τα πραγματικά περιστατικά που κάνει ανελέγκτως δεκτά στον προσήκοντα κανόνα δικαίου απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί εικονικότητας της ένδικης συμβάσεως μισθώσεως δεχόμενη ότι η ανακόπτουσα, (πρώτη αναιρεσίβλητη) άσκησε στο επίδικο μίσθιο πραγματική επιχειρηματική δραστηριότητα, (καφετέρια), ότι το ύψος του μηνιαίου μισθώματος συμφωνηθέν στο ποσόν των 500 ευρώ, ναι μεν είναι κατώτερο του καταβαλλομένου μισθώματος από μισθωτές ομοειδών ακινήτων της περιοχής, πλην όμως συμφωνήθηκε στο ύψος αυτό διότι η πρώτη αναιρεσίβλητη σύμφωνα με τον όρο 17 του ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως, ανέλαβε την υποχρέωση να αποπερατώσει την κατασκευή του μισθίου ακινήτου, το οποίο κατά το χρόνο συνάψεως της ένδικης συμβάσεως μισθώσεως, ήταν ημιτελές, (στάδιο της επιστρώσεως των πλακιδίων), ώστε να είναι έτοιμο προς χρήση έως την 31-5-2016, και ότι η διακοπή της χρήσεως του μισθίου (το έτος 2010 λόγω σφραγίσεώς του από το Δήμο Αρτέμιδας συνεπεία παραβάσεων σχετικά με τη χρήση μουσικής) δεν αποτελεί λόγο αυτοδίκαιης λύσης της συμβάσεως μισθώσεως ,και ότι ζήτημα εικονικότητας δεν μπορεί να γεννηθεί απλώς και μόνον από τη συγγενική σχέση που συνέδεε τον εκμισθωτή και το νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας μας (πατέρας- γιος).
Ειδικότερα, σύμφωνα και με όσα έγιναν ανελέγκτως δεκτά από το Δικαστήριο, αποδείχθηκε πλήρως ότι η μεταξύ της πρώτης αναιρεσίβλητης και του καθού η εκτέλεση οφειλέτη Η. Ν. υφίστατο από 16-1- 2006 και πριν από την κατάσχεση του επιδίκου ακινήτου έγκυρη σύμβαση επαγγελματικής μισθώσεως. Ότι το κατάστημα αυτό λειτούργησε στο εκπλειστηριασθέν μίσθιο ακίνητο από το καλοκαίρι του έτους 2006 (οπότε και αυτό αποπερατώθηκε από την πρώτη αναιρεσίβλητη σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο από 16-1-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό) έως το καλοκαίρι του έτους 2010.
Για τον παραπάνω λόγο, άλλωστε, δεδομένου ότι αυτό κατά το χρόνο κατάρτισης της συμβάσεως μισθώσεως ευρίσκετο στο στάδιο της στρώσης των πλακιδίων), το μηνιαίο μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσό των 500 ευρώ. Ότι η εγκυρότητα της ένδικης συμβάσεως μισθώσεως αποδείχθηκε εξάλλου και από την σύναψή της τέσσερα και πλέον έτη πριν από την κατάσχεση του επίδικου ακινήτου από τους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων (Απρίλιο του 2010), μάλιστα δε κατά τον χρόνο που καταρτίστηκε η ένδικη σύμβαση μισθώσεως (16-1- 2006), δεν επαπειλείτο σε βάρος του καθού η εκτέλεση- οφειλέτη Η.
Ν. αναγκαστική εκτέλεση, ενώ ο εκτελεστός τίτλος με βάση των οποίο εχώρησε η προκειμένη αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη-εκμισθωτή Η. Ν. εκδόθηκε το έτος 2009.
Κατά συνέπεια, με σαφείς σκέψεις και επαρκείς αιτιολογίες (οι οποίες δεν αναφέρονται μόνο στο ύψος του μηνιαίου μισθώματος σε συνδυασμό με τη συμβατική υποχρέωση της πρώτης αναιρεσίβλητης για την αποπεράτωση του μισθίου ακινήτου, αλλά και στην πραγματική επιχειρηματική δραστηριότητα που άσκησε αυτή σ' αυτό, καθώς και στην καταβολή του μηνιαίου μισθώματος, αλλά και στο γεγονός ότι η διακοπή της χρήσεως του επίδικου μισθίου από την πρώτη αναιρεσίβλητη δεν συνιστά λόγο αυτοδίκαιης λύσης της συμβάσεως μισθώσεως, η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη έχει την κατοχή του επιδίκου μισθίου ακινήτου δυνάμει της από 16-1-2016 έγκυρης σύμβασης επαγγελματικής μίσθωσης που είχε καταρτισθεί μεταξύ αυτής και του καθού η εκτέλεση οφειλέτη, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί εικονικότητας της ένδικης συμβάσεως μισθώσεως, οι παραπάνω επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της εικονικότητας ή μη της ένδικης συμβάσεως μισθώσεως που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και για το λόγο αυτό.
Κατ' ακολουθίαν τούτων και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. Β' δ' ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της παρισταμένης πρώτης των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσε ξεχωριστά προτάσεις σε βάρος των αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δικ)., ενώ για τους λοιπούς των αναιρεσιβλήτων που δεν παραστάθηκαν δεν επιδικάζονται δικαστικά έξοδα καθόσον δεν υπάρχει σχετικό αίτημα, ούτε υποβλήθηκαν, άλλωστε, σε δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την κρινόμενη από 12-10-2018 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 8981/15-10-2018 αίτηση αναίρεσης, κατά της υπ' αριθμ. 3620/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της παρισταμένης πρώτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Οκτωβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ