Legislator Case Law & Legislation
1046/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against civil judgment for fraud, citing lack of causal link between forged documents and damages.

Case Number 1046/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's judgment regarding a civil dispute over fraud. The appellant argued that the defendant's refusal to return exchange certificates constituted fraud, but the court found the defendant's delivery of a forged company registration document in December 2006 was merely a cover-up for an earlier act. Consequently, the court ruled that the forged document lacked causal connection to the appellant's damages, rendering the appeal grounds inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 914, 297, 298, 330 of the Civil Code; Article 147-149 of the Civil Code; Article 386 of the Penal Code: A refusal to return exchange certificates constitutes fraud only if the refusal itself caused the damage, not if it merely concealed a prior fraudulent act lacking causal link to the loss.

Keywords

AI generated
Civil Code fraud liability Causal link damages Forged documents concealment Supreme Court appeal dismissal Exchange certificates return

Cited Legislation

AI generated
Article 914 of the Civil Code
Articles 297, 298, 330 of the Civil Code
Articles 147-149 of the Civil Code
Article 386 of the Penal Code
Article 559, paragraphs 1 and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 494, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 895/2011
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1046 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1046/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Κ. του Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Αρώνη, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι το ονοματεπώνυμο του αναιρεσείοντος είναι Σ. Κ.. Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Α. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Παπακωνσταντίνου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-9-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6367/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 4196/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-2-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).

Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά. Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ., σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 147-149 ΑΚ. και 386 ΠΚ προκύπτει ότι, γενεσιουργό λόγο υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο, προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον, τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενομένη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 895/2011).

Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 386 ΠΚ, ερμηνευομένης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση της ζημίας αυτής, αλλά και όταν την γνωρίζει ως ενδεχόμενη και αποδέχεται τη δυνατότητα πρόκλησης της ίδιας ζημίας είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του.

Κατά την έννοια του άρθρου 147 ΑΚ, απάτη αποτελεί κάθε συμπεριφορά από πρόθεση που τείνει να παράγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση με σκοπό να οδηγηθεί κάποιος σε δήλωση βούλησης, συνίσταται δε η απατηλή συμπεριφορά είτε σε παράσταση ανύπαρκτων γεγονότων ως υπαρκτών, κατά παράβαση του καθήκοντος αλήθειας, είτε στην απόκρυψη ή αποσιώπηση η ατελή ανακοίνωση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη σ' αυτόν που τα αγνοούσε επιβαλλόταν από το καθήκον διαφώτισής του με βάση την καλή πίστη ή την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ αυτού και εκείνου προς τον οποίο απηύθυνε τη δήλωσή του (ΑΠ 282/2010).

Σε κάθε περίπτωση δεν ενδιαφέρει το είδος της πλάνης που δημιουργήθηκε από την απάτη, δηλαδή αν αυτή είναι ή δεν είναι συγγνωστή, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βούλησης, αρκεί η πλάνη να υφίσταται κατά το χρόνο που δηλώνεται η βούληση (ΑΠ 1269/2017, ΑΠ 373/2008).

Εξάλλου, από τη διάταξη δε του άρθρου 298 εδ. β' του ΑΚ προκύπτει, ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρ. 336 § 4 Κ.Πολ.Δ.), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθ. 298 ΑΚ) ήταν επαρκής, ήτοι ικανή (πρόσφορη), να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Εφόσον οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτού, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος στο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας κρίνει το εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 604/2015, ΑΠ 641/2011, ΑΠ 1015/2010).

Αντίθετως, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι, στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1617/2017, ΑΠ 706/2016).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 995/2017, ΑΠ 713/2016).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).

Επίσης, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016, ΑΠ 1266/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι διάδικοι, είχαν πολυετή γνωριμία... Ο εναγόμενος (αναιρεσείων) είναι ιδιοκτήτης και διαχειριστής της εταιρείας... που δραστηριοποιείται στο χώρο των εκδόσεων, διαφημίσεων, τηλεοπτικών παραγωγών...

Το έτος 2005, ο εναγόμενος πρότεινε στον ενάγοντα (αναιρεσίβλητο) να συμμετάσχει σε εταιρεία, που σχεδίαζε να ιδρύσει και η οποία θα ανέπτυσσε επενδυτική δραστηριότητα στη …. και συγκεκριμένα, στο …., με αντικείμενο αγοραπωλησίες οικοπεδικών εκτάσεων, δημιουργία μεγάλου παιδότοπου, εμπορία παιχνιδιών, σε κτίριο, που θα κατασκεύαζε η εταιρεία κ.λ.π., κατόπιν δανεισμού της με ποσό 800.000 ευρώ, από το οποίο ποσό 600.000 ευρώ θα διατίθετο για την κατασκευή του κτιρίου και το υπόλοιπο για την αγορά παιχνιδιών, ενώ οι εταίροι θα έπρεπε να καταβάλουν σε μετρητά 2.646.400 ευρώ.

Ο ενάγων δέχτηκε να συμμετάσχει στην εταιρεία αυτή, με ποσοστό συμμετοχής 4% επί του καταβεβλημένου κεφαλαίου, που αντιστοιχούσε σε καταβολή 100.000 ευρώ, ενώ η συμμετοχή του εναγομένου θα ήταν 88% και 8% των λοιπών δύο συνεταίρων, τους οποίους ο ενάγων δεν γνώριζε. Η ως άνω εταιρεία θα είχε τη μορφή της Ε.Π.Ε.

και θα δραστηριοποιείτο στη ... Προκειμένου να πεισθεί ο ενάγων, να συμμετάσχει στην ως άνω επιχειρηματική δραστηριότητα, μετέβη μαζί με τον εναγόμενο, στη ... όπου ο εναγόμενος του υπέδειξε δύο οικοπεδικές εκτάσεις, μία εκτάσεως 20.000 τμ..., η οποία πωλούνταν προς 90 ευρώ το τμ., και μία άλλη 16.800 τμ προς 98 ευρώ το τμ., ως τις πλέον κατάλληλες και συμφέρουσες για αγορά, προκειμένου στη μία από αυτές να ανέπτυσσαν την ανωτέρω επιχειρηματική τους δραστηριότητα.

Κατόπιν αυτών, ο ενάγων πείστηκε να συμμετάσχει στην υπό ίδρυση εταιρεία και για το σκοπό αυτό κατέβαλε στον εναγόμενο, τμηματικά, συνολικά, το ποσό των 100.000,00 ευρώ, κατά το χρονικό διάστημα από το Μάιο του έτους 2006 έως τον Οκτώβριο του έτους 2006". Το εφετείο παραθέτει στη συνέχεια τα έγγραφα που αποδεικνύουν τις αναφερόμενες καταβολές και στη συνέχεια δέχθηκε τα εξής: "...Στις 26-5-2005, ενώ ο ενάγων ήταν στο ...

και ενώ υπολείπονταν ακόμα 35.000 ευρώ για πλήρη καταβολή του ποσού της συμμετοχής του ενάγοντα, ο εναγόμενος του παρουσίασε, υπό την παρουσία της μεταφράστριας δικηγόρου …. Γ. Δ., ένα καταστατικό στη ρουμανική γλώσσα, που κατά τις διαβεβαιώσεις του, ήταν το καταστατικό της εν λόγω εταιρείας, η οποία θα είχε την επωνυμία "...

SRL" και στο οποίο (καταστατικό) εκτός του ενάγοντος και του εναγομένου φαίνονταν να συμμετέχουν και άλλα δύο άτομα, ως συμμετέχοντα, στη διοίκηση αυτής, οι Ν. Τ. και Π. Λ., άγνωστοι του ενάγοντος, εκ των οποίων, ήδη, κατά την ανωτέρω ημερομηνία φαινόταν από το εν λόγω καταστατικό ότι είχε, ήδη, υπογράψει αυτό ο πρώτος από αυτούς, Ν.

Τ.. Σύμφωνα με το ως άνω καταστατικό, το οποίο την ίδια εκείνη ημέρα υπέγραψε και ο ενάγων, ως κεφάλαιο της εταιρείας ορίζονταν το ποσό των 60.000 ευρώ, (ισοδύναμο με 210.000 RON), στο οποίο ο ενάγων συμμετείχε με ποσοστό 4% και 24 εταιρικά μερίδια, που αντιστοιχούν σε εταιρικό κεφάλαιο 2.400 ευρώ. Περαιτέρω, το Δεκέμβριο του έτους 2006, προκειμένου ο εναγόμενος να διασκεδάσει τις αμφιβολίες του ενάγοντα, περί ίδρυσης και έναρξης της δραστηριότητας της εταιρείας, του παρέδωσε στην ….

σε φωτοτυπικό αντίγραφο, έγγραφο στη ρουμανική γλώσσα, περί εγγραφής της ως άνω εταιρείας (... SRL), στο μητρώο εμπορικών εταιρειών, που τηρείται από το Γραφείο Εμπορικού Μητρώου της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου του Βουκουρεστίου. Συγκεκριμένα, με το έγγραφο αυτό, που δόθηκε από τον εναγόμενο στον ενάγοντα...

βεβαιώνεται ότι η εταιρεία με την επωνυμία "... SRL", έχει έδρα το ..., ..., είναι εγγεγραμμένη στο εμπορικό μητρώο του Δικαστηρίου του Βουκουρεστίου, με αριθμό πρωτοκόλλου εγγραφής ... και κωδικό εγγραφής ... από 18-5-2006 και φέρεται πως έχει εκδοθεί... στις 4-10-2006. Πεισθείς ο ενάγων, ότι όντως η εταιρεία, που αναγράφονταν στο ως άνω έγγραφο είναι εκείνη για την οποία και είχαν συμφωνήσει, κατέβαλε στον εναγόμενο την ίδια ημέρα (26-5-2006) και τα υπόλοιπα χρήματα, που αντιπροσώπευαν το ποσοστό συμμετοχής του στο κεφάλαιο, ήτοι 25.000 ευρώ, 5.000,00 ευρώ σε μετρητά στις 5-6-2006 και 5.000,00 ευρώ σε μετρητά στις 18-10-2006.

Ο εναγόμενος, όμως, στη συνέχεια, απέφευγε να ενημερώσει τον ενάγοντα, για την πορεία των εργασιών της εταιρείας, όπως απέφευγε συστηματικά και να του γνωρίσει, παρά τις υποσχέσεις του, τους άλλους δύο συνέταιρους. Τελικά, όταν ο ενάγων, έδωσε προς μετάφραση, το ως άνω "πιστοποιητικό εγγραφής" προέκυψε ότι ως κύρια δραστηριότητα της εταιρείας αναφερόταν η "Σύνταξη επιθεωρήσεων και περιοδικού τύπου" και όχι οι συμφωνημένες μεταξύ τους δραστηριότητες, ήτοι αγοραπωλησίες οικοπεδικών εκτάσεων, δημιουργία μεγάλου παιδότοπου και εμπορία παιχνιδιών.

Τελικά, κατόπιν αιτήσεώς του, ζήτησε από τις αρχές της Ρουμανίας πληροφορίες σχετικά με την ανωτέρω εταιρεία "... SRL", οπότε και του απεστάλησαν από τη ... τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα τόσο στη Ρουμανική όσο και σε νόμιμη μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα, με αριθμούς ... και ... γνήσια πληροφοριακά έγγραφα του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διεύθυνση Εμπορικού Μητρώου της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου του Βουκουρεστίου, από τα οποία αποδεικνύεται ότι εταιρεία με την επωνυμία "...

SRL", δεν ήταν ποτέ εγγεγραμμένη στο Εμπορικό Μητρώο του γραφείου Εμπορικού Μητρώου της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου του Βουκουρεστίου και ότι με τα στοιχεία του εγγράφου, που παρέδωσε ο εναγόμενος στον ενάγοντα είναι εγγεγραμμένη άλλη εταιρεία αυτού, με την επωνυμία "... S.R.L". Τα ανωτέρω αλλοδαπά δημόσια έγγραφα, αποτελούν πλήρη απόδειξη ...

ότι το έγγραφο, που παρέδωσε ο εναγόμενος στον ενάγοντα, ως εγγραφή της εταιρείας με την επωνυμία "... SRL", στο Εμπορικό Μητρώο του Γραφείου Εμπορικού Μητρώου της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου του Βουκουρεστίου είναι προϊόν πλαστογραφίας, αφού τα στοιχεία, που αναφέρονται στο ως άνω έγγραφο, αφορούν άλλη εταιρεία με την επωνυμία "...

S.R.L", η οποία (επωνυμία) διεγράφη και στη θέση αυτής ανεγράφη η επωνυμία "... SRL", δηλαδή η επωνυμία της επινοηθείσας εταιρείας από τον εναγόμενο, προς εξαπάτηση του ενάγοντα, ώστε να εμφαίνεται ότι η τελευταία εταιρεια έχει κάνει νόμιμα έναρξη δραστηριότητας και είναι εγγεγραμμένη στο μητρώο, που τηρείται από το γραφείο Εμπορικού μητρώου του Δικαστηρίου του Βουκουρεστίου.

Συνεπώς, η ως άνω εταιρεία ουδέποτε συνεστήθη και δεν λειτούργησε, αφού επινοήθηκε από τον εναγόμενο προς εξυπηρέτηση του σχεδίου εξαπάτησης του ενάγοντα, όπως προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο και από το γεγονός ότι το Δεκέμβριο του έτους 2006, ο εναγόμενος του παρέδωσε στην …, σε φωτοτυπικό αντίγραφο, έγγραφο περί εγγραφής τάχα της ως άνω εταιρείας στο επίσημο μητρώο εταιρειών, που τηρείται από το γραφείο Εμπορικού μητρώου της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου του Βουκουρεστίου.

Η σύσταση της ανωτέρω επιχειρηματικής δραστηριότητας και η συνεργασία του με τον ενάγοντα, ήταν μια επινόηση του εναγομένου, προκειμένου να τον πείσει να του καταβάλει το ποσό των 100.000 ευρώ. Εξάλλου, αφού πλέον, ο ενάγων είχε αντιληφθεί ότι τα χρήματα τα οποία είχε καταβάλει, δεν επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν για το σκοπό για τα οποία τα είχε καταβάλει, ζήτησε από τον ενάγοντα να του τα επιστρέψει.

Στις οχλήσεις του ο τελευταίος, τον Ιούλιο του έτους 2007 που επέστρεψε το ποσό των 5.000,00 ευρώ και του υποσχέθηκε ότι θα του επέστρεφε σύντομα το υπόλοιπο ποσό των 95.000,00 ευρώ. Πολύ αργότερα και συγκεκριμένα το έτος 2009 και μετά από συνεχείς και επανειλημμένες οχλήσεις του ενάγοντα, αποδέχτηκε ο εναγόμενος επτά (7) συναλλαγματικές εκδόσεως του ενάγοντα, συνολικού ποσού 95.000,00 ευρώ, δίνοντάς του μάλιστα την συγκατάθεσή του να τις συμπληρώσει κατά τα ελλείποντα στοιχεία τους.

Μετά την αποδοχή εκ μέρους του εναγομένου των συναλλαγματικών συνολικού ποσού 95.000,00 ευρώ, αυτός κατέβαλε στον ενάγοντα μόνο το ποσό των 10.000,00 ευρώ τον Ιούλιο του έτους 2009, ενώ το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό των 85.000,00 ευρώ αρνείται μέχρι σήμερα να του το καταβάλει. ... Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι η αποδοχή των συναλλαγματικών από τον εναγόμενο έγινε με σκοπό την αγορά από αυτόν του μεριδίου του ενάγοντα στην ως άνω εταιρεία, όπως αυτός υποστηρίζει με την έφεσή του.

Ο εκκαλών... υποστηρίζει... ότι... "το καταστατικό και η ιδρυτική πράξη της Ε.Π.Ε. εγκρίθηκαν από το Εμποροδικείο του Βουκουρεστίου και καταχωρήθηκαν στο ειδικό βιβλίο", όμως, ... αποδείχθηκε ότι τα στοιχεία που παρουσίασε ο εκκαλών, ως στοιχεία εγγραφής της Ε. Π. Ε. ανήκαν στα στοιχεία εγγραφής άλλης εταιρείας, ενώ η εταιρεία, που είχε παρουσιάσει ο εναγόμενος στον ενάγοντα, δεν ήταν ποτέ εγγεγραμμένη στο Εμπορικό μητρώο του γραφείου Εμπορικού μητρώου της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου του Βουκουρεστίου.

Εξάλλου, το ότι ο ενάγων υπέγραψε το καταστατικό, που του παρουσίασε ο εναγόμενος, στη ρουμανική γλώσσα, στο ..., έστω και υπό την παρουσία της μεταφράστριας δικηγόρου Γ. Δ., δεν αναιρεί το γεγονός: α) ότι ο εναγόμενος, προσπάθησε να παραπλανήσει τον ενάγοντα, με την παρουσίαση του εγγράφου, στο οποίο φερόταν η εν λόγω ΕΠΕ με την επωνυμία "...

SRL", εγγεγραμμένη στο Εμπορικό Μητρώο του Γραφείου Εμπορικού Μητρώου της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου του Βουκουρεστίου, ενώ αυτό (έγγραφο) ήταν προϊόν πλαστογραφίας, αφού τα στοιχεία που αναφέρονταν σε αυτό, αφορούσαν άλλη εταιρεία..., της οποίας εταιρείας, η επωνυμία είχε διαγραφεί και στη θέση αυτής ανεγράφη η επωνυμία "...

SRL", β) ότι η εν λόγω εταιρεία (Ε.Π.Ε.) ουδέποτε συνεστήθη, δεν λειτούργησε και ήταν μια επινόηση του εναγομένου, προκειμένου να πείσει τον ενάγοντα, να του καταβάλει το ποσό των 100.000 ευρώ, από το οποίο ποσό 85.000 ευρώ, από τον Ιούνιο του 2009 έχει ιδιοποιηθεί παράνομα και δεν το επιστρέφει στον ενάγοντα. ...

Συνεπώς, ο εναγόμενος, είναι υπαίτιος της ζημιάς των 85.000 ευρώ, που υπέστη ο ενάγων, και ευθύνεται σε αποκατάσταση αυτής. Περαιτέρω, ο ενάγων, από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου, υπέστη ηθική βλάβη, για την οποία δικαιούται να αξιώσει χρηματική ικανοποίηση, η οποία λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών τέλεσης της απατηλής συμπεριφοράς του εναγομένου, του αδικήματος της υπεξαίρεσης, της περιουσιακής και κοινωνικής κατάστασης των διαδίκων και των εν γένει περιστάσεων, όπως εκτιμώνται με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής ...

το εύλογο ποσό της χρηματικής ικανοποίησης, ανέρχεται σε πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε τυπικά την έφεση του αναιρεσείοντος και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, λόγω της ερημοδικίας αυτού στον πρώτο βαθμό, δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε τον εναγόμενο (αναιρεσείοντα) να καταβάλει στον ενάγοντα (αναιρεσίβλητο) ως αποζημίωση το ποσό των 85.000 ευρώ, πλέον 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που αυτός υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου, με τον νόμιμο τόκο από επίδοση της αγωγής.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 330, 914, 932 και 298 του Α.Κ., αφού τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα, ανωτέρω πραγματικά περιστατικά πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών, καθόσον στοιχειοθετούν αδικοπραξία και δη παράνομη και υπαίτια (υπό τη μορφή του δόλου) συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, η οποία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την προκληθείσα στον αναιρεσίβλητο ζημία, καθόσον ήταν ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το ανωτέρω επιζήμιο αποτέλεσμα, και, συνεπώς, θεμελιώνει την ένδικη αξίωση του τελευταίου προς αποζημίωση.

Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σε αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι ο αναιρεσείων (εναγόμενος), ενεργώντας με πρόθεση, ζημίωσε τον αναιρεσίβλητο (ενάγοντα) με την υποστηρίζουσα την εν λόγω παραδοχή ορθή αιτιολογία α) ότι η διαβεβαίωση του εναγομένου προς τον ενάγοντα για σχεδιαζόμενη ίδρυση εταιρείας, που θα ανέπτυσσε επενδυτική δραστηριότητα στη ...

και η πρότασή του προς αυτόν για συνεργασία και συμμετοχή του στην ως άνω εταιρεία, ήταν μια επινόηση του εναγομένου προς εξυπηρέτηση του σχεδίου του για εξαπάτηση του ενάγοντα και, ειδικότερα, προκειμένου να πείσει τον τελευταίο να του καταβάλει το ποσό των 100.000 ευρώ, με σκοπό δε την παραπλάνηση του ενάγοντος μετέβη μαζί του στη ...

όπου του υπέδειξε δύο οικοπεδικές εκτάσεις, κατάλληλες και συμφέρουσες για αγορά, στη μία από τις οποίες θα ανέπτυσσαν την ανωτέρω επιχειρηματική τους δραστηριότητα, β) ότι ο ενάγων πείστηκε στις διαβεβαιώσεις αυτές του εναγομένου και δέχθηκε να συμμετάσχει στην υπό ίδρυση εταιρεία και για το σκοπό αυτό κατέβαλε στον εναγόμενο, τμηματικά, το συνολικό ποσό των 100.000 ευρώ κατά το χρονικό διάστημα από το Μάιο του έτους 2006 έως τον Οκτώβριο του έτους 2006, γ) ότι στις 26-5-2006 (από προφανή παραδρομή αναγράφεται 2005), και ενώ υπολείπονταν ακόμα 35.000 ευρώ για πλήρη καταβολή του ποσού της συμμετοχής του ενάγοντα, ο εναγόμενος, προς ενίσχυση της παραπλάνησης του ενάγοντος, παρουσίασε σε αυτόν ένα καταστατικό στη ρουμανική γλώσσα, που κατά τις διαβεβαιώσεις του, ήταν το καταστατικό της εν λόγω εταιρείας, πεισθείς δε ο ενάγων, ότι όντως η εταιρεία, που αναγραφόταν στο ως άνω έγγραφο, είναι εκείνη για την οποία είχαν συμφωνήσει, κατέβαλε στον εναγόμενο την ίδια ημέρα (26-5-2006) και τα υπόλοιπα χρήματα, που αντιπροσώπευαν το ποσοστό συμμετοχής του στο κεφάλαιο, ήτοι 25.000 ευρώ, 5.000 ευρώ σε μετρητά στις 5-6-2006 και 5.000 ευρώ σε μετρητά στις 18-10-2006 και δ) ότι, στη συνέχεια, ο ενάγων αντιλαμβανόμενος ότι τα χρήματα που είχε καταβάλει, δεν επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν για το σκοπό για τα οποία τα είχε καταβάλει, ζήτησε από τον εναγόμενο να του τα επιστρέψει, αυτός δε του επέστρεψε το ποσό των 5.000 ευρώ τον Ιούλιο 2007 και το ποσό των 10.000 ευρώ τον Ιούλιο 2009, αρνούμενος να του καταβάλει το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό των 85.000 ευρώ και έτσι κατέστη υπαίτιος ισόποσης ζημίας, την οποία υπέστη ο ενάγων, ευθυνόμενος ως εκ τούτου σε αποκατάσταση αυτής, η παραδοχή δε αυτή αιτιολογεί την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αποδειχθείσας αδικαιοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου και της επελθούσας ζημίας, υπό την έννοια της κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας προσφορότητας αυτής για την επέλευση της τελευταίας, καθόσον η περαιτέρω κρίση της προσβαλλομένης απόφασης περί του ότι η εν λόγω συμπεριφορά υπήρξε η αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος είναι, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, αναιρετικά ανέλεγκτη ως αναγομένη σε εκτίμηση πραγμάτων.

Η ως άνω παραδοχή για τη ζημία του ενάγοντος δεν αντιφάσκει με την έτερη παραδοχή της αναιρεσιβαλλόμενης ότι ο εναγόμενος "από τον Ιούνιο του 2009 έχει ιδιοποιηθεί παράνομα και δεν το επιστρέφει στον ενάγοντα" το ποσό των 85.000 ευρώ, καθόσον η τελευταία αναφέρεται στην μετά την τέλεση της αδικοπραξίας άρνηση του εναγομένου να αποκαταστήσει τη ζημία του ενάγοντος, καίτοι είχε αποδεχθεί τις αναφερόμενες στην απόφαση συναλλαγματικές.

Η περαιτέρω παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι ο εναγόμενος το Δεκέμβριο του έτους 2006 παρέδωσε στον ενάγοντα σε φωτοτυπικό αντίγραφο, έγγραφο στη ρουμανική γλώσσα περί εγγραφής της εταιρείας στο μητρώο εμπορικών εταιρειών του Βουκουρεστίου, το οποίο, όμως, ήταν πλαστό, δεν περιλαμβάνεται στα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Εφετείο στήριξε την κρίση του για τα ανωτέρω αναφερόμενα ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού σαφώς το Δικαστήριο δέχεται, ότι τούτο δόθηκε "προκειμένου ο εναγόμενος να διασκεδάσει τις αμφιβολίες του ενάγοντα περί ίδρυσης και έναρξης της δραστηριότητας της εταιρείας", δηλαδή προς μεταγενέστερη συγκάλυψη από τον εναγόμενο της ήδη συντελεσθείσας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του σε βάρος του ενάγοντος, χωρίς να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τη ζημία αυτού.

Επίσης, η ίδια ως άνω παραδοχή δεν δημιουργεί ασάφεια ως προς το χρόνο τέλεσης της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου, που κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης έλαβε χώρα κατά το έτος 2005, με ενίσχυση της παραπλάνησης του ενάγοντος το μήνα Μάιο 2006. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος, από τον αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι.

Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, επίσης, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση χωρίς αιτιολογία απέρριψε, ως μη αποδειχθέντα, τον ισχυρισμό του, ότι η έκδοση και αποδοχή από αυτόν των επτά συναλλαγματικών έγινε για την αγορά του μεριδίου του ενάγοντος στην εταιρεία, η αιτία δε της συναλλαγής αυτής είναι κρίσιμη διότι, οι συναλλαγματικές αυτές εκδόθηκαν και έγιναν αποδεκτές πριν ακόμη πληροφορηθεί ο ενάγων, ότι το πιστοποιητικό εγγραφής στο Μητρώο Εταιρειών του Βουκουρεστίου δεν ήταν γνήσιο.

Η επικαλούμενη ως άνω αιτίαση είναι απαράδεκτη, διότι αποτελεί επιχείρημα του αναιρεσείοντος που σχετίζεται με την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με τον ως αβάσιμο κριθέντα από το δικαστήριο της ουσίας αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί ελλείψεως αδικοπρακτικής συμπεριφοράς αυτού.

Επομένως, ο ανωτέρω τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί ο τελευταίος λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176 και 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-2-2018 αίτηση του Σ. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 4196/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Αυγούστου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ