1046/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1046/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας, κατά το άρθρο 656 ΑΚ, λόγω άκυρης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, υπόκειται, όπως κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 2077/2007, ΑΠ 1057/2005). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1046 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1046/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Κούλα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ελληνικό Καζίνο Πάρνηθας ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Αντωνίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-4-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 265/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 369/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-4-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Αρετή Παπαδιά.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αναιρεσίβλητης στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και, μάλιστα, ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται, ακόμη, οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή δεν πρόκειται να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού. Απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή μιας κατάστασης που διαμορφώθηκε υπό ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων (ΟλΑΠ 10/2012).
Το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας, κατά το άρθρο 656 ΑΚ, λόγω άκυρης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, υπόκειται, όπως κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 2077/2007, ΑΠ 1057/2005). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται αναιρετικά τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή αν αγωγή ή ένας αυτοτελής ισχυρισμός ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμος ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτός ως νόμιμος ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτός κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει δικαιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
2.Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Επί της από 1-9-2010 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αρχικής αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας εκδόθηκε η 1331/2010 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου με την οποία α) αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της εκ μέρους της εναγομένης, από 5-8-2010, καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, ως καταχρηστικής και β) επιδικάσθηκαν στον ενάγοντα μισθοί υπερημερίας για το από 6-8-2010 έως 8-3-2011 χρονικό διάστημα, μετά από αφαίρεση του ποσού της καταβληθείσας αποζημίωσης απόλυσης, κατόπιν παραδοχής σχετικής ένστασης της εναγομένης.
Μετά την άσκηση έφεσης από την εναγομένη εκδόθηκε η 1591/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που την απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Η εναγομένη, εργοδότρια εταιρεία, άσκησε κατ' εκείνης της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου αίτηση αναίρεσης, η οποία απορρίφθηκε με την 125/2015 απόφαση αυτού του δικαστηρίου.
Στη συνέχεια, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την από 28-4-2014 δεύτερη αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικαλούμενος και πάλι την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασής του με την εναγομένη που είχε κριθεί με δύναμη δεδικασμένου σύμφωνα με το προαναφερόμενο διαδικαστικό ιστορικό, καθώς και παράταση της υπερημερίας της εναγομένης ζήτησε α) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει συνολικό ποσό 45.975,27 ευρώ ως αποδοχές υπερημερίας για το από 9-3-2011 έως 8-5-2012 χρονικό διάστημα και β) να αναγνωριστεί ότι η ίδια οφείλει σ' αυτόν συνολικό ποσό 90.557,27 ευρώ ως αποδοχές υπερημερίας για το από 9-5-2012 έως 8-10-2014 χρονικό διάστημα, νομιμοτόκως.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 265/2016 απόφασή του, απέρριψε την αγωγή κατά παραδοχή προταθέντος ισχυρισμού της εναγομένης περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος. Μετά την άσκηση έφεσης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την ήδη προσβαλλομένη 369/2017 απόφασή του, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση.
3.Με την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δέχτηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: Ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσλήφθηκε την 16-9-2003 από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, που εκμεταλλεύεται το καζίνο, ξενοδοχείο και τελεφερίκ Πάρνηθας, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί ως οδηγός λεωφορείου για τη μετακίνηση προσωπικού και πελατών.
Ότι απασχολήθηκε σ' αυτήν μέχρι την 5-8-2010, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας και κατέβαλε την προβλεπόμενη από το ν. 2112/1920 αποζημίωση. Ότι η ανωτέρω καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ήταν καταχρηστική, διότι ναι μεν έγινε κατάργηση της θέσεως εργασίας του ενάγοντος για λόγους οικονομοτεχνικούς, αλλά η εναγομένη μπορούσε και έπρεπε να τον τοποθετήσει σε άλλη, έστω και υποδεέστερη της προηγούμενης θέση εργασίας, συγκεκριμένα ως φύλακα, καθόσον ο ενάγων είχε τα προσόντα και τις ικανότητες για να απασχοληθεί στη θέση αυτή και το είχε ζητήσει, προκειμένου να μην απολυθεί.
Ότι με την απόλυση η εναγομένη επέλεξε το έσχατο μέτρο κατά κατάχρηση δικαιώματος, με αποτέλεσμα η καταγγελία να είναι άκυρη και η εναγομένη, που έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος, να έχει καταστεί υπερήμερη. Ότι για τα ανωτέρω υφίσταται δεδικασμένο από την 1331/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αναγνωρίστηκε ότι η από 5-8-2010 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος είναι άκυρη και επιδικάστηκαν αποδοχές υπερημερίας για το από 6-8-2010 έως 8-3-2011 χρονικό διάστημα και η οποία κατέστη τελεσίδικη, κατόπιν επικύρωσής της με την 1591/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και ήδη αμετάκλητη, μετά την έκδοση της 125/2015 απόφασης του Αρείου Πάγου.
Ότι η εναγομένη κατά το χρονικό διάστημα από την άσκηση της καταγγελίας και μέχρι τη συζήτηση της ένδικης αγωγής δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος, συνεχίζει να βρίσκεται σε υπερημερία, αφού δεν μεσολάβησε λύση της σύμβασης εργασίας με νέα, έγκυρη καταγγελία εκ μέρους αυτής. Ότι ο ενάγων την 27-4-2012 υπέβαλε αίτηση για απονομή σύνταξης γήρατος, η οποία έγινε δεκτή με την 838/24-2-2014 απόφαση του διευθυντή του υποκαταστήματος ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Αγίων Αναργύρων, με συνέπεια να λάβει από 27-4-2012 πλήρη σύνταξη γήρατος, ποσού 1.237,11 ευρώ το μήνα.
Ότι με αφορμή την αρχική αγωγή επιδικάστηκε σ' αυτόν ποσό 11.837,46 ευρώ ως αποδοχές υπερημερίας. Ότι η εναγομένη κατέβαλε ποσό 13.003,11 ευρώ για τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης. Ότι ο ενάγων επέδωσε την ένδικη αγωγή στην εναγομένη την 3-6-2014, δηλαδή περίπου τρία έτη και δέκα μήνες μετά τη γενόμενη καταγγελία της σύμβασης εργασίας και τρείς μήνες μετά την έκδοση της ως άνω 1591/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία αναγνωρίσθηκε η ακυρότητά της.
Ότι η ανωτέρω συμπεριφορά του ενάγοντος κρίνεται ως αντιφατική, διότι επιδιώκει να λάβει για το ένδικο χρονικό διάστημα, εκτός από την πλήρη σύνταξη του ΙΚΑ και μισθούς υπερημερίας, λαμβανομένου υπόψη ότι με την υποβολή της αίτησης για συνταξιοδότησή του λόγω γήρατος από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ υποδηλώνεται η πρόθεσή του να μην εργάζεται για τον εφεξής χρόνο.
Ότι, συγχρόνως, με την ένδικη αγωγή ζητεί μισθούς υπερημερίας με σκοπό την επίτευξη πρόσθετου οικονομικού οφέλους. Ότι ο ενάγων αδράνησε να ασκήσει τις αξιώσεις του για αποδοχές υπερημερίας επί τρία έτη και δέκα μήνες από τη γενόμενη την 5-8-2010 άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας και μόνη η επίκληση ότι περίμενε να κριθεί τελεσίδικα η ακυρότητα της καταγγελίας, που εκκρεμούσε με την από 1-9-2010 αρχική αγωγή του, δεν αρκεί για να δικαιολογήσει την αδράνειά του ως προς τη διεκδίκηση μισθών υπερημερίας για το ένδικο χρονικό διάστημα, ενόψει του ότι δεν αποδείχθηκε υπόσχεση εκ μέρους της εναγομένης κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα για καταβολή περαιτέρω αποδοχών υπερημερίας.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το εφετείο έκρινε ότι η άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος για αποδοχές υπερημερίας του ενδίκου χρονικού διαστήματος είναι καταχρηστική, αφού τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και την αντιφατική συμπεριφορά του ενάγοντος, η οποία συνδυαζόμενη με το σκοπούμενο αποτέλεσμα προσλαμβάνει το χαρακτήρα μεθόδευσης σε βάρος της εναγομένης και υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του.
Κατόπιν αυτών, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών απέρριψε την έφεση του ενάγοντος και με τον τρόπο αυτό επικύρωσε την πρωτόδικη 265/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κρίνει ομοίως.
4.Με την ως άνω κρίση και κατά το μέρος που αφορά στο αίτημα επιδίκασης αποδοχών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 27-4-2012, ημερομηνία απονομής σύνταξης γήρατος στον ενάγοντα και μετέπειτα, το εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και με επαρκείς αιτιολογίες υπήγαγε σ' αυτήν το αποδεικτικό του πόρισμα, το οποίο με σαφήνεια και πληρότητα παρέθεσε.
Πράγματι, σύμφωνα με όσα δέχθηκε, η συμπεριφορά του αναιρεσείοντος πριν από την άσκηση των επίδικων δικαιωμάτων του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε μπορούσαν να δημιουργήσουν στην αναιρεσίβλητη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα και να την αποτρέψουν είτε από την πραγματική απασχόληση αυτού (λόγω της συνταξιοδότησής του) είτε από την εκ νέου έγκυρη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας (που παρίστατο περιττή για ένα συνταξιούχο).
Έτσι, η μεταγενέστερη με την ένδικη αγωγή άσκηση του δικαιώματος για αποδοχές υπερημερίας υπερβαίνει, και δη προφανώς, τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός αυτού. Επομένως, ο λόγος της αιτήσεως, κατά το μέρος με το οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ ως προς το χρονικό διάστημα μετά τη συνταξιοδότηση του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος, όμως, κατά το μέρος που αφορά στο αγωγικό αίτημα επιδίκασης αποδοχών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από την 9-3-2011 (ήτοι, την επομένη του χρονικού διαστήματος για το οποίο είχαν επιδικασθεί αποδοχές υπερημερίας με την προεκδοθείσα αμετάκλητη απόφαση) έως την 27-4-2012 (ήτοι, την ημερομηνία συνταξιοδότησης του αναιρεσείοντος), το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της επίδειξης ή μη καταχρηστικής συμπεριφοράς εκ μέρους του ενάγοντος.
Και τούτο, διότι ενώ δέχεται ότι αυτός λαμβάνει σύνταξη γήρατος μετά την 27-4-2012, οπότε και υπέβαλε αίτηση συνταξιοδότησης, γεγονός που ενέχει βούληση να μην παρέχει εργασία από την ημερομηνία αυτή και μετά, δέχεται αντιφατικώς και χωρίς πρόσθετη αιτιολογία ότι και η επιδίωξη να λάβει αποδοχές υπερημερίας για το πριν τη συνταξιοδότησή του χρονικό διάστημα (ήτοι, από 9-3-2011 έως 27-4-2012) συνιστά μεθόδευση λήψεως πρόσθετου οικονομικού οφέλους και είναι καταχρηστική.
Ακόμη, δεν διαλαμβάνει σαφώς κάποιο περιστατικό, δηλωτικό της βούλησής του να μην παρέχει εργασία κατά το προ της υποβολής της αιτήσεως προς συνταξιοδότηση χρονικό διάστημα, κατά το οποίο η αναιρεσίβλητη είχε δικαστικώς αναγνωρισμένη υποχρέωση να τον απασχολεί. Επομένως, ο ίδιος λόγος αίτησης, κατά το μέρος με το οποίο αποδίδεται η ίδια αναιρετική πλημμέλεια για το πριν τη συνταξιοδότηση χρονικό διάστημα, είναι αντιστοίχως βάσιμος.
5.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση στην έκταση που αναφέρεται παραπάνω και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (ΚΠολΔ 580 αρ..3). Η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό αίτημα (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό την 369/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ως προς αναιρούμενο μέρος στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. -Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή δυο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7η Μαΐου 2018. -Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 5η Ιουνίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ