Legislator Case Law & Legislation
1046/2015 AI generated

1046/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1046/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1046/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, η δήλωση αυτή έχει ως αποτέλεσμα ότι η αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι θεωρείται ότι δεν ασκήθηκαν ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο.

Keywords

AI generated
excessive price company agreement value in dispute nullity of agreements and decisions special scheme for travel agents action for price reduction
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1046 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1046/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Εταιρίας περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "A. M. -ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΟΙΝΩΝ ΚΑΙ ΠΟΤΩΝ ΕΠΕ", που εδρεύει στο Δήμο ..., 2.Χ. Ζ. του Γ., κατοίκου ..., 3.Ε. Κ. του Φ., κατοίκου ..., 4.Α. Π. του Α., και 5.Κ. συζύγου Α. Π., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κυριάκο Παραβάντη, ο οποίος δήλωσε τον θάνατο του 4ου αναιρεσείοντος την 25-7-2014 (σύμφωνα με την …14 ληξ. πράξη Αιτωλοακαρνανίας όπου και κατατέθηκε) καθώς επίσης δήλωσε ότι οι αναιρεσείοντες παραιτούνται από την αίτηση αναίρεσης ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο για τον οποίο δεν εισάγεται.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Δ. Ζ. του Π., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε και 2. υπό εκκαθάριση Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Δ. Ζ. Τουριστικές Επιχειρήσεις και Εμπορική ποτών ΑΕ" που εδρεύει στο Δήμο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σφυρή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-2-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4272/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 2698/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-7-2014 αίτησή τους και τους από 29-12-2014 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 30-1-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη ως απαράδεκτη της κρινόμενης αίτησης ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο και την απόρριψη όλων των λόγων αναίρεσης ως προς τη δεύτερη. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της δεύτερης αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294 εδ.α’ , 295 παρ.1 εδ.α’ , 296 εδ.α’ , 297 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο αναιρεσείων μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσίβλητου, πριν ο τελευταίος προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της υποθέσεως, καθώς και ότι η παραίτηση γίνεται με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο, έχει δε ως αποτέλεσμα ότι η αναίρεση θεωρείται πως δεν ασκήθηκε.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 233, 573 παρ. 1 και 574 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στην αναιρετική δίκη η προφορική συζήτηση της υποθέσεως αρχίζει με την εκφώνησή της στο ακροατήριο του δικαστηρίου και την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, μετά την οποία ο αναιρεσίβλητος δικαιούται να προβάλλει αντιρρήσεις, με την έννοια ότι έχει έννομο συμφέρον στην περάτωση της δίκης με την έκδοση οριστικής αποφάσεως, η πιθανολόγηση του οποίου έχει ως δικονομικό αποτέλεσμα το απαράδεκτο της παραιτήσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων με δήλωσή του, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου, παραιτήθηκε από τα δικόγραφα της ένδικης από 16 Ιουλίου 2014 αιτήσεως και των από 5 Ιανουαρίου 2015 πρόσθετων λόγων για αναίρεση της 2698/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Συνεπώς, η δήλωση αυτή έχει ως αποτέλεσμα ότι η αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι θεωρείται ότι δεν ασκήθηκαν ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο.

Κατά το άρθρο 286 περ.α’ ΚΠολΔ: "Η δίκη διακόπτεται αν, εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, α) πεθάνει κάποιος διάδικος ή νόμιμος αντιπρόσωπός του ή συμβεί άλλη μεταβολή στο πρόσωπο κάποιου από αυτούς, η οποία επηρεάζει την ικανότητα της δικαστικής παράστασής του ή την εξουσία εκπροσώπησης του νόμιμου αντιπροσώπου εκτός αν πρόκειται για θάνατο ή άλλες μεταβολές στο πρόσωπο του νόμιμου αντιπροσώπου ανώνυμης εταιρίας, εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, σωματείου ή ιδρύματος", κατά δε το άρθρο 287 του ίδιου Κώδικα: "Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου της διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης.

Η γνωστοποίηση γίνεται από πρόσωπο που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη (παρ.1). Τη γνωστοποίηση της παραγράφου 1 μπορεί να κάνει και αυτός που ήταν κατά τη στιγμή που επήλθε ο λόγος της διακοπής πληρεξούσιος του διαδίκου ή του νόμιμου αντιπροσώπου, στο πρόσωπο του οποίου επήλθε ο λόγος αυτός (παρ.2)". Στην προκειμένη περίπτωση ο πληρεξούσιος δικηγόρος, πλην των άλλων, και της πέμπτης των αναιρεσειόντων, Κυριάκος Παραβάντης, δικηγόρος Αθηνών, με δήλωσή του που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου, γνωστοποίησε το θάνατο του τετάρτου αναιρεσείοντες Α.

Α. Π., συζύγου της, ο οποίος επήλθε στις 25-7-2014, δηλαδή μετά την κατάθεση του δικογράφου της αιτήσεως στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση στις 17-7-2014. Κατά συνέπεια διακόπηκε βιαίως μόνο ως προς αυτόν η δίκη, δεδομένου ότι οι αναιρεσείοντες συνδέονται μεταξύ τους με το δεσμό της απλής ομοδικίας.

Κατά το άρθρο 559 αρ.11β’ ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Για τη θεμελίωση του λόγου αυτού, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά διά των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.

Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ’ έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων, που περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, ή με ενσωμάτωση των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων, στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (ΑΠ 622/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσιβλήτων (εναγόντων - εφεσιβλήτων) ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι οι τελευταίοι προσκόμισαν νόμιμα και επικαλέσθηκαν με τις προτάσεις τους τα έγγραφα προς υποστήριξη της αγωγής και της εφέσεώς τους και προς αντίκρουση της εφέσεως των αντιδίκων τους.

Ειδικότερα, στις προτάσεις αυτές αναφέρεται κατά λέξη: "Προσάγουμε και επικαλούμαστε εκ νέου όλα τα προσκομισθέντα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποδεικτικά έγγραφά μας, αλλά και ορισμένα από εκείνα που στην πορεία της υπό κρίση αντιδικίας εκδόθηκαν ή/και λάβαμε γνώση ..." και ακολουθεί στη συνέχεια ο μακρύς κατάλογος των εγγράφων, τα οποία προσκόμισαν ενώπιον του Εφετείου, ενώ στο κύριο σώμα των προτάσεών τους παραθέτουν τους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματά τους, σε παρένθεση δε και προς υποστήριξη του ισχυρισμού μνημονεύουν τον αριθμό του αντίστοιχου εγγράφου ως σχετικού.

Ο τρόπος αυτός προσκομιδής και επικλήσεως των εγγράφων εκ μέρους των εναγόντων - εφεσιβλήτων είναι καθ’ όλα νόμιμος και καλώς ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο, εφόσον στις προτάσεις αυτές δεν περιέχεται γενική αναφορά σε όλα τα έγγραφα που είχαν επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, ούτε γίνεται ενσωμάτωση των προτάσεων προηγούμενης συζητήσεως, στις οποίες υπήρχε επίκληση των εγγράφων αυτών, αλλά παραθέτουν εκ νέου τον κατάλογο των εγγράφων που προσκομίζουν και επικαλούνται, και κατά συνέπεια δεν όφειλαν να αναφερθούν σε συγκεκριμένα μέρη των πρωτόδικων προτάσεών τους, στα οποία γινόταν επίκληση του συγκεκριμένου κατά περίπτωση αποδεικτικού μέσου.

Κατόπιν τούτου ο σχετικός από το άρθρο 559 αρ. 11β ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως τυγχάνει αβάσιμος. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήρια της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως.

Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι παραδεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο.

Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, (Ολ ΑΠ 15/2000 - ΑΠ 139/2001, 539/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως κατά το πρώτο σκέλος του και τον πρώτο πρόσθετο λόγο προβάλλουν αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, κατ’ ορθή υπαγωγή, και ειδικότερα ότι το Εφετείο εσφαλμένως δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή αποζημιώσεως το μεν ως μη νόμιμη, αφού οι αναιρεσίβλητοι προσδιόρισαν τη ζημία τους από την επικαλούμενη αδικοπρακτική σε βάρος τους συμπεριφορά των εναγομένων όχι στο χρόνο της πρώτης συζητήσεως της αγωγής, αλλά στο χρόνο υπογραφής του πωλητηρίου συμβολαίου, με το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς τους, έχοντας πεισθεί αυτοί στις απατηλές διαβεβαιώσεις των τελευταίων ότι πρόκειται να καταστήσουν τον πρώτο ενάγοντα εταίρο της πρώτης των αναιρεσειόντων κατά ποσοστό 25%, μεταβίβασαν σ’ αυτήν τα περιγραφόμενα ακίνητα της δεύτερης των εναγόντων με τίμημα μικρότερο της εμπορικής τους αξίας, με αποτέλεσμα να υποστεί η τελευταία ζημία, που συνίστατο στη διαφορά μεταξύ του πράγματι καταβληθέντος το έτος 2000 τιμήματος και της εμπορικής αξίας αυτών κατά τον αυτό χρόνο, το δε ως αόριστη, δεδομένου ότι δεν αναφέρεται στο οικείο δικόγραφο:

α) πότε κατασκευάσθηκε το ακίνητο που μεταβιβάσθηκε στην πρώτη εναγομένη - αναιρεσείουσα, ποια ήταν η εμπορική και αντικειμενική του αξία κατά το χρόνο της μεταβιβάσεως και ποια ήταν η χρήση για την οποία κατασκευάσθηκε, γιατί μόνο με τα στοιχεία αυτά θα μπορούσε να ερευνήσει την αναφερόμενη στην αγωγή εμπορική του αξία.

β) ποιο ήταν το περιεχόμενο της τροποποιήσεως του καταστατικού της πρώτης εναγομένης - αναιρεσείουσας και για ποιο λόγο όφειλαν να ενημερώσουν τον πρώτο των εναγόντων. γ) από ποια στοιχεία προέκυπτε ο βασικός ισχυρισμός των εναγόντων για την πρόθεση των εναγομένων να σφετερισθούν την ακίνητη περιουσία τους σε τιμή υπολειπόμενη της εμπορικής, αφού αναγράφεται στο δικόγραφο περί αυτού "κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα", χωρίς ωστόσο να αναφέρεται στη συνέχεια ούτε λέξη για την πρόθεση και το δόλο τους, και ότι ενώ υπήρχαν όλες αυτές οι αοριστίες το Εφετείο δέχθηκε ότι υπήρξε αδικοπρακτική συμπεριφορά εκ μέρους τους σε βάρος της δεύτερης ενάγουσας και επιδίκασε υπέρ αυτής το αναφερόμενο στο διατακτικό ποσό αποζημιώσεως.

Ωστόσο, στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι οι εναγόμενοι - αναιρεσείοντες επικαλέσθηκαν στο Εφετείο τους άνω ισχυρισμούς ως στοιχεία της αοριστίας της αγωγής, Αντιθέτως, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της εφέσεως των αναιρεσειόντων ενώπιον του Εφετείου, όλοι οι λόγοι της εφέσεως ανάγονται σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου ως προς τις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων περί αδικοπραξίας.

Κατόπιν τούτου και κατ’ εφαρμογή των όσων προεκτέθηκαν, λαμβάνοντας δε υπόψη ότι ο μη προσδιορισμός του ύψους της ζημίας στο χρόνο συζητήσεως της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αλλά σε προγενέστερο χρόνο, συνιστά σε κάθε περίπτωση ποσοτική και όχι νομική αοριστία της αγωγής, οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως είναι στο σύνολό τους απαράδεκτοι.

Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του και τον δεύτερο πρόσθετο λόγο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, και ειδικότερα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως δεν έχει καθόλου και σε κάθε περίπτωση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα ως προς το ποια ήταν η εμπορική αξία των επιδίκων ακινήτων κατά το χρόνο συζητήσεως της ένδικης αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στις 16-12-2009, ενόψει του ότι δεν διαλαμβάνονται στην προσβαλλομένη απόφαση, ποιο ήταν το κόστος της πολυτελούς ανακαινίσεως των ακινήτων, καθώς και ο χρόνος διενέργειας των σχετικών δαπανών, και τέλος τα περιστατικά που συγκροτούσαν την έννοια της απάτης ως αδικοπρακτικής συμπεριφοράς σε βάρος των αναιρεσίβλητων.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η δεύτερη των εναγόντων ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Δ. Ζ. ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ & ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΠΟΤΩΝ Α.Ε." είχε ως σκοπό, σύμφωνα με το καταστατικό της, μεταξύ άλλων, και την εμπορία, διανομή και διακίνηση ποτών παντός είδους εγχώριων και εισαγομένων, ως έδρα της δε είχε ορισθεί ο Δήμος Αθηναίων, και ειδικότερα τα επί της οδού Ι.

και Ν. αρ. … γραφεία της. Ήδη αυτή τελεί υπό εκκαθάριση, ενώ ένας από τους εκκαθαριστές της ορίστηκε ο Δ. Ζ. του Π. (πρώτος των εναγόντων) πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου αυτής. ... Εξάλλου, η πρώτη των εναγομένων εταιρεία με την επωνυμία "A. M. - ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΟΙΝΩΝ & ΠΟΤΩΝ Ε.Π.Ε." έχει ως κύριο αντικείμενο εμπορικής δραστηριότητας την εισαγωγή, εξαγωγή και εμπορία χονδρικώς και λιανικώς ποτών, χυμών πάσης φύσεως, αναψυκτικών, μπίρας και λοιπών συναφών ειδών, κατά δε το χρόνο σύστασής της εταίροι και διαχειριστές αυτής υπήρξαν ο δεύτερος, ο τρίτος και ο τέταρτος των εναγομένων. ...

Μεταξύ των τελευταίων και του Δ. Ζ., ενεργούντων όλων υπό τις προαναφερθείσες ιδιότητές τους, συμφωνήθηκε κατά το έτος 1999 λόγω της συναφούς εμπορικής δραστηριότητας των άνω εταιρειών, που αυτοί εκπροσωπούσαν, η ένωση των δυνάμεών τους με στόχο τη δημιουργία ενός δυναμικότερου επιχειρηματικού σχήματος στον τομέα δραστηριότητάς τους, η οποία θα επιτυγχανόταν πρακτικά με την είσοδο του Δ.

Ζ., ως τετάρτου εταίρου - συνδιαχειριστή στην πρώτη εναγομένη Ε.Π.Ε. κατά ποσοστό 25%. Για την κάλυψη της εισφοράς του ως μετόχου, ο τελευταίος θα μεταβίβαζε στην άνω Ε.Π.Ε. τον εξοπλισμό και τα πάγια της εταιρείας του στοιχεία, όπως και όλο το πελατολόγιό του, μετά δε από συνεκτίμηση των ανωτέρω στοιχείων, καθώς και της φήμης και της θέσης που κατείχε η επιχείρησή του στην αγορά, συμφωνήθηκε ότι θα έπρεπε να καταβληθεί σ’ αυτήν, ως υπεραξία της, επιπλέον ποσόν 80.000.000 δρχ.

Ακολούθως όμως επειδή οι διαχειριστές της πρώτης εναγομένης επικαλέστηκαν αδυναμία άμεσης καταβολής του ποσού αυτού, πρότειναν να αγοράσει η πρώτη τα περιγραφόμενα κατωτέρω ακίνητα της εταιρείας του έναντι του συμβολικού τιμήματος των 80.000.000 δρχ., ώστε με το σκοπό αγοράς τους, να μπορέσουν να δανειοδοτηθούν από τράπεζα και να καταβάλουν το ανωτέρω ποσό μέσω προϊόντος δανείου.

Επιπλέον συμφώνησαν ότι η δεύτερη ενάγουσα θα είχε δικαίωμα επαναγοράς των ως άνω ακινήτων, εφόσον το επιθυμούσε ο νόμιμος εκπρόσωπός της, με καταβολή μόνο του 75% του καταβαλλομένου τιμήματος, ενώ το υπόλοιπο 25% θα καλύπτονταν με το ποσοστό συμμετοχής του τελευταίου επί των κερδών της πρώτης εναγομένης Ε.Π.Ε.

Προς επίρρωση των ανωτέρω προφορικώς συμφωνηθέντων καταρτίσθηκε μεταξύ των ... νομίμων εκπροσώπων της τελευταίας και του Δ. Ζ., ενεργούντος ατομικά και ως νομίμου εκπροσώπου της δεύτερης ενάγουσας, το άνευ χρονολογίας ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο αναφέρονται επί λέξει τα εξής: "Α. ... Β. Με το υπ’ αριθμ. .../... 1999 συμβόλαιο ...

ο δεύτερος συμβαλλόμενος, Δ. Ζ., εισήλθε ως νέος εταίρος στην πρώτη συμβαλλομένη εταιρεία "A. M. ΕΠΕ", συμμετέχων σ’ αυτή με ποσοστό 25% ...". Ακολούθως, δυνάμει του υπ’ αριθμ. ...23-3-2000 πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Σταυρούλας Κανελλοπούλου - Χρονοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα ... ο Δ. Ζ., ενεργώντας υπό την ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου ...

της δεύτερης ενάγουσας μεταβίβασε λόγω πώλησης κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή προς την πρώτη εναγομένη Ε.Π.Ε. ... τις υπό στοιχείο ΓΚ - 1 οριζόντια ιδιοκτησία (υπόγειο χώρο), που περιλαμβάνει ολόκληρους τους πρώτο (Α) και δεύτερο (Β) υπόγειους ορόφους, συνολικής έκτασης 806,50 τ.μ. καθώς και την υπό στοιχεία Κ - 3 οριζόντια ιδιοκτησία (κατάστημα) του ισογείου ορόφου, συνολικής έκτασης 80 τ.μ.

μιας πολυκατοικίας που βρίσκεται στην Αθήνα ... επί της οδού Ι. 4 και Ν. ... Το τίμημα της πώλησης ορίστηκε στο ποσό των 85.000.000 δρχ., καταβλητέο το μεν ποσό των 5.000.000 δρχ. τοις μετρητοίς πριν την υπογραφή του συμβολαίου της αγοραπωλησίας και το υπόλοιπο των 80.000.000 δρχ. ως προϊόν δανείου, που θα ελάμβανε η αγοράστρια εταιρεία από την "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." ή από άλλο δανειοδοτικό οργανισμό.

Ακολούθησε η τροποποίηση και κωδικοποίηση του καταστατικού της πρώτης εναγομένης ΕΠΕ ... στην οποία ωστόσο δεν προβλέφθηκε η είσοδος του Δ. Ζ. στην άνω εταιρεία. Ο τελευταίος, μόλις το πληροφορήθηκε, διαμαρτυρήθηκε στους εναγομένους, οι οποίοι τον καθησύχασαν και του πρότειναν να λειτουργήσει μεταξύ τους μια αφανής εταιρεία, με εμφανή εταίρο την πρώτη εναγομένη και αφανή εταίρο τον ίδιο, ο οποίος θα συμμετείχε με ποσοστό 25% στα κέρδη της εταιρείας αυτής, ενώ κατά τα λοιπά θα ίσχυε η συμφωνία τους, όπως αποτυπώθηκε στο από έτους 1999 ιδιωτικό συμφωνητικό, την δε πρόταση αυτή εκείνος αναγκαστικά αποδέχθηκε, ενόψει της πώλησης των ακινήτων της εταιρίας του, αλλά και της προοπτικής επαναμεταβίβασής τους σε αυτή στο μέλλον.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το υπ’ αριθ. 8103/31.7.2002 ΦΕΚ Τ.Α.Ε. & Ε.Π.Ε. στη θέση του απερχόμενου εταίρου, Α. Π., τέταρτου των εναγομένων, υπεισήλθε η πέμπτη από αυτούς-σύγυζός του, Κ. Π., η δε λειτουργία της αφανούς εταιρίας συνεχίστηκε μέχρι τις αρχές του έτους 2007, οπότε ο Δ. Ζ. συνειδητοποίησε ότι οι εναγόμενοι με τις προφορικές υποσχέσεις τους αλλά και την έγγραφη δέσμευση της εταιρίας τους με το προαναφερόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό περί της εισόδου του τελευταίου σε αυτή, δεν είχαν ως σκοπό τη συγχώνευση των δύο εταιριών, αλλά την απόκτηση των ανωτέρω ακινήτων της δεύτερης ενάγουσας με τίμημα που υπολειπόταν της εμπορικής τους αξίας, και έτσι τον έπεισαν να προβεί στην πώλησή τους, βλάπτοντας την περιουσία αυτής, αφού, εάν αυτό το γνώριζε εξ αρχής, δεν θα προχωρούσε στην πώληση τους με τον εν λόγω μειωμένο τίμημα.

Για το λόγο αυτό με την από 6.3.2007 εξώδικη όχληση-γνωστοποίηση-πρόσκληση-επιφύλαξη δικαιωμάτων που επέδωσε στους εναγομένους, ενεργώντας και ως νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης ενάγουσας εταιρίας, κατήγγειλε την μεταξύ τους αφανή εταιρία και ζήτησε την υλοποίηση των συμφωνηθέντων, με την επαναγορά των πωληθέντων ακινήτων, καλώντας τους τελευταίους να συμπράξουν προς τούτο ..., οι δε τελευταίοι επέδωσαν στους ενάγοντες εξώδικη απάντηση την 12.3.2007, με την οποία αρνούνταν τόσο τη λειτουργία της αφανούς εταιρίας όσο και την εγκυρότητα του συνταχθέντος ιδιωτικού συμφωνητικού.

Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η μεταβίβαση των εν λόγω ακινήτων στην πρώτη από αυτούς εταιρία, έγινε προκειμένου ο Δ. Ζ. να μπορέσει με την είσπραξη του τιμήματος της πώλησης αφενός μεν να καταβάλει στην τελευταία το χρηματικό ποσό των 35.000.000 δραχμών, που αντιστοιχούσε στο ποσοστό 25% της συνεισφοράς του για την είσοδό του στην Ε.Π.Ε., αφετέρου δε να άρει τα βάρη με τα οποία αυτά ήταν βεβαρημένα, ώστε να απομείνουν και σε εκείνον χρήματα, καθώς και ότι τελικά η είσοδός του στην εταιρία δεν επιτεύχθηκε λόγω της μη καταβολής του ποσού αυτού, δεν αποδεικνύεται βάσιμος ...

Εξάλλου, το αντιστοιχούν στο ποσοστό συμμετοχής του ποσό υπερκαλύφθηκε με την μεταβίβαση ολόκληρης της επιχείρησής του στην πρώτη εναγομένη εταιρία και ειδικότερα με τη μεταβίβαση σε αυτήν τόσο των παγίων στοιχείων της και του εξοπλισμού της, καθώς και του επαγγελματικού οχήματός της ... αλλά και ολόκληρου του πελατολογίου της, όπως και των άϋλων στοιχείων της επιχείρησής του και δη της φήμης και της θέσης που κατείχε αυτή στην αγορά, που είχε ως αποτέλεσμα την επαύξηση του ετήσιου κύκλου εργασιών της πρώτης εναγομένης ΕΠΕ και συνακόλουθα της αύξησης του ετήσιου τζίρου της κατά τα αμέσως επόμενα έτη ...

Περαιτέρω, λαμβανομένης υπόψη της από μηνός Φεβρουαρίου 2000 έκθεσης εκτίμησης αξίας επαγγελματικού ακινήτου του μέλους του Ελληνικού Ινστιτούτου Εκτιμητικής, Α. Μ., που εκτιμά την αξία των επιδίκων ακινήτων στο συνολικό ποσό των 205.000.000 δραχμών, του ποσού των 140.000.000 δραχμών για το οποίο εγγράφηκε προσημείωση υποθήκης στα επίδικα ακίνητα, δυνάμει της αριθμ. 2866/1996 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προς εξασφάλιση απαίτησης της Τράπεζας Κύπρου σε βάρος της ενάγουσας εταιρίας, αλλά και της θέσης και της κατάστασης στην οποία αυτά βρίσκονται (δηλαδή στην περιοχή Ι., που παρουσιάζει εμπορική και οικιστική ανάπτυξη και της πρόσφατης πολυτελούς ανακαίνισής τους), καθώς και της δυνατότητας οικονομικής αξιοποίησής τους, πρωτίστως ως επαγγελματικών χώρων, το δικαστήριο άγεται στο συμπέρασμα ότι η εμπορική αξία των πωληθέντων οριζόντιων ιδιοκτησιών κατά το χρόνο της μεταβίβασης τους στην πρώτη εναγομένη ανερχόταν στο ποσό των 140.000.000 δρχ.

ή 410.858,39 ευρώ. Με τις ως άνω όμως ψευδείς υποσχέσεις των δεύτερου έως και πέμπτου των εναγομένων οι οποίοι ουδεμία αληθή και σοβαρή πρόθεση είχαν για την είσοδο του Δ. Ζ. ως εταίρου και συνδιαχειριστή κατά ποσοστό 25% στην πρώτη εναγομένη, την οποία αυτοί νόμιμα εκπροσωπούν (ο τέταρτος και η πέμπτη διαδοχικά), αλλά σκοπό είχαν να αποκομίσουν οι ίδιοι και η εταιρία τους παράνομο περιουσιακό όφελος, έπεισαν αυτόν να μεταβιβάσει λόγω πώλησης προς την τελευταία τα επίδικα ακίνητα της δεύτερης ενάγουσας με τίμημα μικρότερο της πραγματικής τους εμπορικής αξίας, βλάπτοντας έτσι την περιουσία της.

Από δε την παράνομη αυτή και υπαίτια συμπεριφορά των άνω εναγομένων, η οποία αφενός μεν στοιχειοθετεί την έννοια της απάτης ως αδικοπραξίας (άρθρ. 914 ΑΚ), αφετέρου δε την αξιόποινη πράξη της απάτης σε βάρος της άνω ενάγουσας εταιρίας με συνολικό όφελος και προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνει τις 73.000 ευρώ, για την οποία ήδη ασκήθηκε σε βάρος τους ποινική δίωξη η ενάγουσα εταιρία υπέστη ζημία που συνίσταται στη μείωση του ενεργητικού της περιουσίας της τελευταίας και ειδικότερα στη διαφορά μεταξύ του πράγματι καταβληθέντος τιμήματος και την πώληση των επίδικων οριζόντιων ιδιοκτησιών των 249.449,74 ευρώ (85.000.000 δρχ.) και της εμπορικής αξίας αυτών των 410.858,39 ευρώ, δηλαδή 161.408,65 ευρώ.

Υπόχρεοι δε προς αποζημίωση της δεύτερης ενάγουσας εταιρείας είναι τόσο η πρώτη εναγομένη ΕΠΕ, η οποία ευθύνεται για την αδικοπραξία των δεύτερου έως και πέμπτου των εναγομένων, νομίμων εκπροσώπων και διαχειριστών της, εφόσον η άνω αδικοπραξία τους έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί με το καταστατικό της, όσο και τα ίδια τα φυσικά αυτά πρόσωπα ως υπαίτιοι για την τέλεση της άνω αδικοπραξίας, οι οποίοι ευθύνονται εις ολόκληρο με την άνω εταιρεία".

Κατόπιν τούτου, το Εφετείο έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που είχε αποφανθεί ομοίως και είχε αναγνωρίσει την υποχρέωση των άνω εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων να καταβάλουν στην εταιρεία "Δ. Ζ. ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ & ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΠΟΤΩΝ Α.Ε." το ποσόν των 161.408,65 ευρώ (111.408,65 ευρώ αναγνωριστικό και 50.000 ευρώ καταψηφιστικό), ορθά το νόμο ερμήνευσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και συνακόλουθα απέρριψε την έφεση των εκκαλούντων - εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων ως αβάσιμη.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες ως προς τις προϋποθέσεις για την υποχρέωση καταβολής αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας, καθώς και για τον υπολογισμό της ζημίας του δικαιούχου της αποζημιώσεως, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ τις οποίες εφάρμοσε, και το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συνεπώς οι σχετικοί από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αιτήσεως ως προς το δεύτερο σκέλος του και δεύτερος πρόσθετος λόγος είναι αβάσιμοι.

Ειδικότερα, από τις διατάξεις των ως άνω άρθρων συνάγεται ότι γεννάται υποχρέωση προς αποζημίωση, εάν από παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη επήλθε ζημία, για τον προσδιορισμό του ύψους της οποίας λαμβάνεται κατ’ αρχήν υπόψη ο χρόνος της συζήτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεν αποκλείεται όμως να αναχθεί ο προσδιορισμός του ύψους της ζημίας σε προγενέστερο χρόνο, ακόμη και στο χρόνο επελεύσεώς της.

Κατά συνέπεια, εφόσον το Εφετείο, προκειμένου να προσδιορίσει το ύψος της αποζημιώσεως υπέρ της δεύτερης ενάγουσας, δέχθηκε τον αυτό χρονικό υπολογισμό, δεν ήταν απαραίτητο να περιλάβει για την πληρότητα των αιτιολογιών του στην προσβαλλόμενη απόφαση, ποια ήταν η αξία των ακινήτων αυτών κατά το χρόνο της πρώτης συζητήσεως της αγωγής.

Εξάλλου, η περαιτέρω αιτίαση που προσάπτεται με το πρώτο τμήμα του δεύτερου πρόσθετου λόγου, ότι το Εφετείο για τον υπολογισμό της αξίας των μεταβιβασθέντων ακινήτων έλαβε υπόψη μόνο την από Φεβρουαρίου 2000 έκθεση του Α. Μ., ανεξάρτητα του ότι δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, εφόσον ρητά στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι το δικαστήριο, έλαβε υπόψη την από Φεβρουαρίου 2000 έκθεση εκτίμησης αξίας του μέλους του Ελληνικού Ινστιτούτου Εκτιμητικής Α.

Μ., που εκτιμά την αξία των επίδικων ακινήτων στο συνολικό ποσόν των 205.000.000 δρχ., το ποσόν των 140.000.000 δρχ., για το οποίο εγγράφηκε προσημείωση υποθήκης στα επίδικα ακίνητα δυνάμει αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών το έτος 1996 προς εξασφάλιση απαίτησης της Τράπεζας Κύπρου, αλλά και τη θέση και την κατάσταση στην οποία αυτά βρίσκονται και την πρόσφατη πολυτελή ανακαίνισή τους, καθώς και τη δυνατότητα οικονομικής αξιοποίησής τους, πρωτίστως ως επαγγελματικών χώρων, και κατόπιν αυτού ήχθη στο συμπέρασμα ότι η εμπορική αξία των επίδικων οριζόντιων ιδιοκτησιών κατά το χρόνο της μεταβίβασής τους στην πρώτη εναγομένη ανερχόταν στο ποσόν των 140.000.000 δρχ.

ή 410.858,39 ευρώ. Κατά συνέπεια το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη μόνο την ως άνω τεχνική έκθεση, ούτε άλλωστε καθόρισε την αξία των επιδίκων ακινήτων στο ποσό αυτής της εκθέσεως, αλλά σε πολύ κατώτερη τιμή.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.20 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση, κατά την έννοια της άνω διατάξεως συντρέχει όταν υπάρξει διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Η παραμόρφωση μπορεί να γίνει θετικά, με τη μεταβολή του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά με την παράλειψη χρήσιμων περικοπών και το ζήτημα πρέπει να αναφέρεται σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου και όχι όταν το συνεκτίμησε μαζί με τις άλλες αποδείξεις, χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο ως προς το πόρισμα περί υπάρξεως ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.

Δεν ιδρύεται όμως, ο παραπάνω λόγος, όταν αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου για τη συναγωγή αποδεικτικού συμπεράσματος διαφορετικού από εκείνο, που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο πρόσθετο λόγο, από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από Φεβρουαρίου 2000 τεχνικής έκθεσης που συνέταξε για λογαριασμό των αναιρεσίβλητων ο εκτιμητής ακινήτων Α.

Μ. με την παράλειψη αναφοράς κρίσιμων περιστατικών αναφορικά: α) με τις δυνατότητες αξιοποιήσεως του επίμαχου ακινήτου, που μεταβίβασε η αναιρεσίβλητη στην πρώτη αναιρεσείουσα, β) με την περιγραφή του ακινήτου και γ) την αγοραία αξία αυτού λόγω και της ανακαινίσεώς του. Από την επισκόπηση όμως της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει αφ’ ενός και κυρίως ότι το Εφετείο προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος συνεκτίμησε το ανωτέρω έγγραφο με τα υπόλοιπα προσκομισθέντα, από τα οποία μάλιστα ρητά αναφέρει την 2866/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αλλά και με τις καταθέσεις των εξετασθέντων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μαρτύρων και αφετέρου, δεν παραμόρφωσε κατά κυριολεξία το περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου αλλά απέδωσε σ’ αυτό νόμιμα διαφορετικό από αυτό που θεωρούν ορθό οι αναιρεσείοντες.

Κατά συνέπεια ο λόγος αυτός τυγχάνει αβάσιμος.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι στη δικαστική δαπάνη της δεύτερης αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει τη βίαιη διακοπή της δίκης ως προς τον αναιρεσείοντα Α. Π..

Θεωρεί ότι δεν ασκήθηκε ως προς τον αναιρεσίβλητο Δ. Ζ. η από 16 Ιουλίου 2014 αίτηση αναιρέσεως και οι από 5 Ιανουαρίου 2015 πρόσθετοι λόγοι.

Απορρίπτει την ως άνω αίτηση και τους πρόσθετους λόγους της 1) εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "A. M. -ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΟΙΝΩΝ ΚΑΙ ΠΟΤΩΝ Ε.Π.Ε.", 2) Χ. Ζ., 3) Ε. Κ. και 4) Κ. συζύγου Α. Π., για αναίρεση της 2698/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, το ποσό των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιουλίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουλίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ