1046/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1046/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έτσι, η αρχική ημερομηνία του πλειστηριασμού αποτελεί την αφετηρία αναδρομικού υπολογισμού της διετίας. Αν συνεπώς ο πλειστηριασμός έγινε αργότερα, λόγω αναβολής, αναστολής ή ματαίωσής του κατά την ημερομηνία που είχε αρχικά ορισθεί, το ανωτέρω προνόμιο απολαμβάνουν οι εν λόγω απαιτήσεις, που προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημέρα που είχε αρχικά ορισθεί για τον πλειστηριασμό.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1046 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1046/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Toυ αναιρεσείοντος: Α. Γ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του ως δικηγόρος .
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πάρεδρο του Νομικού συμβουλίου του Κράτους Ευθύμιο Τσάκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 15-12-2000 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κιλκίς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 229/2001 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 720/2002 του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που ανέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο για την κατ' ουσία εκδίκασή της. Στη συνέχεια εκδόθηκαν οι αποφάσεις 290/2002 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς και 3237/2003 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ασκήθηκε αναίρεση επί της οποίας εκδόθηκε η 1372/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την υπόθεση και την παρέπεμψε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο εξέδωσε την 1055/2011 απόφαση την αναίρεση της οποίας, ζητά ο αναιρεσείων με την από 29-10-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε την από 14-11-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 1055/11 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων. Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος και του Ι. Κ. (που δεν είναι διάδικος στην προκείμενη δίκη) κατά της 290/02 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς.
Με αυτή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά παραδοχή ανακοπής του ήδη αναιρεσιβλήτου, μεταρρύθμισε πίνακα κατάταξης δανειστών, αποβάλλοντας από αυτόν τον αναιρεσείοντα για το ποσό των 13.825,39 ευρώ και κατατάσσοντας σ' αυτόν το αναιρεσίβλητο για το ίδιο ποσό. Από την έναρξη της ισχύος του ν. 2497/1997 (6/5/ 1997) οι απαιτήσεις των δικηγόρων από αμοιβές, έξοδα και αποζημιώσεις κατατάσσονται οριστικά ή τυχαία, στην τρίτη τάξη των προνομιούχων απαιτήσεων, υπό την προϋπόθεση ότι προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού (ΑΠ 1819/11), ενώ ήδη και οι απαιτήσεις αυτές συμπεριλαμβάνονται, μεταξύ των άλλων, ευθέως στη διάταξη του άρθρου 975 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 56 του ν. 3924/2011.
Έτσι, η αρχική ημερομηνία του πλειστηριασμού αποτελεί την αφετηρία αναδρομικού υπολογισμού της διετίας. Αν συνεπώς ο πλειστηριασμός έγινε αργότερα, λόγω αναβολής, αναστολής ή ματαίωσής του κατά την ημερομηνία που είχε αρχικά ορισθεί, το ανωτέρω προνόμιο απολαμβάνουν οι εν λόγω απαιτήσεις, που προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημέρα που είχε αρχικά ορισθεί για τον πλειστηριασμό.
Εξάλλου, οι λόγοι της ανακοπής από το άρθρο 979 ΚΠολΔ κατά του πίνακα κατατάξεως μπορεί να ανάγονται είτε στο ουσιαστικό δίκαιο, εφόσον αναφέρονται στις απαιτήσεις των αναγγελθέντων δανειστών, είτε στο δικονομικό δίκαιο, εφόσον αφορούν τη διαδικασία της κατάταξης από την αναγγελία και μέχρι τη σύνταξη του πίνακα.
Από την παρ. 2 του άνω άρθρου προκύπτει, ότι αν ο λόγος ανακοπής, συνίσταται σε απλή αμφισβήτηση και άρνηση από τον ανακόπτοντα της απαίτησης του καθού, που έχει καταταγεί, ή του προνομίου της, αρκεί και μόνον η άρνηση αυτή για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής, δεδομένου ότι ο καθού η ανακοπή βαρύνεται με την επίκληση και την απόδειξη των παραγωγικών της απαιτήσεώς του ή του προνομίου της πραγματικών γεγονότων.
Δηλαδή στην περίπτωση αυτή ο καθού η ανακοπή οφείλει κατά την πρώτη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση να επικαλεστεί και να αποδείξει την ύπαρξη, το περιεχόμενο και το μέγεθος της απαίτησής του, για την οποία έχει καταταγεί, καθώς και τον προνομιακό χαρακτήρα της. Αν ο καθού η ανακοπή δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό, η ανακοπή γίνεται δεκτή (ΑΠ 1281/11, 650/11, 60/11).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, δικάζοντας επί εφέσεως, μεταξύ άλλων και του αναιρεσείοντος, κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία κατά παραδοχή ανακοπής του αναιρεσιβλήτου (Ελληνικού Δημοσίου) είχε μεταρρυθμιστεί ο ανακοπτόμενος πίνακας κατάταξης δανειστών, δέχτηκε ότι με επίσπευση κατασχέθηκε με την ...
έκθεση κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κιλκίς Επ. Χούτα, Το περιγραφόμενο σ' αυτήν ακίνητο της καθής η εκτέλεση εταιρείας και με το 142/ 13.4.93 πρόγραμμα αναγκαστικού πλειστηριασμού του ίδιου δικαστικού επιμελητή ορίστηκε ημέρα πλειστηριασμού η 2/6/1993, κατά την οποία αυτός δεν διενεργήθηκε.
Ότι μετά από ματαίωσή του και κατά τη νέα ορισθείσα ημερομηνία πλειστηριασμού (10/11/93), επισπεύτηκε με σχετική δήλωση ενυπόθηκης δανείστρια κατόπιν δε διαδοχικών ματαιώσεών του και ενώ στις 19/2/97 η καθής η εκτέλεση κηρύχτηκε σε πτώχευση, πραγματοποιήθηκε, τελικά, στις 31/5/2000, καθώς και ότι στον επίμαχο πίνακα που συνέταξε ο υπάλληλος του πλειστηριασμού για τη διανομή του επιτευχθέντος πλειστηριάσματος έχει καταταγεί οριστικά ο 2ος καθού η ανακοπή και ήδη αναιρεσείων, δικηγόρος Θεσσαλονίκης, για το ποσό των 4.711.000 δραχμών.
Στη συνέχεια και αναφορικά με τον αμφισβητηθέντα από το ανακόπτον-αναιρεσίβλητο προνομιακό χαρακτήρα των απαιτήσεων του αναιρεσείοντος, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Περαιτέρω ο δεύτερος των καθ'ων η ανακοπή, παρά το γεγονός ότι το ανακόπτον με τον σχετικό λόγο της ανακοπής του αμφισβήτησε τον προνομιακό χαρακτήρα της κατά της καθ'ης η εκτέλεση απαίτησής του, για την οποία κατατάχθηκε αυτός με τον προσβαλλόμενο πίνακα, δεν ανταποκρίθηκε στο βάρος της επικλήσεως και απόδειξης των συνιστούντων το προνόμιο της συνολικής απαίτησής του πραγματικών γεγονότων, δηλαδή του χρόνου κατά τον οποίο προέκυψαν οι απαιτήσεις του, που, για να απολαμβάνουν του προνομίου, έπρεπε να εμπίπτουν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημέρα που είχε αρχικά ορισθεί για τον πλειστηριασμό (2-6-1993), δηλαδή στη διετία από 1-6-1991 έως 1-6-1993, εφόσον εν προκειμένω, πριν την κήρυξη της καθ' ης η εκτέλεση σε κατάσταση πτωχεύσεως, στις 19-2-1997, είχε επιβληθεί κατάσχεση και επισπεύτηκε εν συνεχεία ο πλειστηριασμός, προ της πτωχεύσεως, από την ενυπόθηκη δανείστρια Τράπεζα Εργασίας, της οποίας η αναγγελία επείχε θέση αυτοτελούς κατάσχεσης, όπως προαναφέρεται, με συνέπεια, ως αφετηρία της διετίας, μέσα στην οποία θα έπρεπε να γεννηθούν οι απαιτήσεις του δευτέρου των καθ' ων δικηγόρου για να κριθούν προνομιακές, κατά το άρθρο 975 αριθ. 3 ΚΠολΔ, να λαμβάνεται υπόψη η αρχική ημερομηνία ορισμού του πρώτου μετά την κατάσχεση πλειστηριασμού και όχι η μεταγενέστερη ημερομηνία της κήρυξης της πτώχευσης.
Ειδικότερα ο δεύτερος των καθών για την απόδειξη του προνομιακού χαρακτήρα της καταταγείσας απαίτησής του επικαλείται και προσκομίζει τα αναφερόμενα στην αναγγελία του έγγραφα, δηλαδή: α) Τις από 21-2-1994 και 18-5-1995 επιστολές της καθ' ης η εκτέλεση, με τις οποίες αυτή αναγνωρίζει ότι του οφείλει για τις, πλέον των 30, δίκες που διεξήγαγε, ως πληρεξούσιος δικηγόρος της εντός του έτους 1993 και για τα, πλέον των 40, δικόγραφα που συνέταξε το ίδιο έτος με την ίδια ιδιότητά του γι' αυτήν, το ποσό των 1.445.825 δραχμών, καθώς και το ποσό των 2.554.175 δραχμών, το οποίο προέκυψε από τις, μέχρι τη σύνταξη της από 18-5-1995 επιστολής της, νομικές υπηρεσίες του προς αυτήν.
β) Την υπ' αριθμ. 19.671/1995 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε με βάση την προαναφερόμενη συναλλαγματική (ποσού 4.000.000 δραχμών), η οποία επίσης προσκομίζεται με επίκληση και αναφέρεται και στην από 18-5-1995 επιστολή της καθ' ης η εκτέλεση, που την αποδέχθηκε χάριν και προς εξασφάλιση πληρωμής της οφειλής της, γ) τις δύο υπ' αριθμ. 9773/16-10-1995 και 9840/8-11-1995 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Π.
Α., από τις οποίες προκύπτει η επίδοση στην οφειλέτρια της διαταγής πληρωμής κα δ) το υπ' αριθμ. 837/30-11-1995 πιστοποιητικό της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, περί μη ασκήσεως ανακοπής κατά της δ/γής πληρωμής. Γίνεται φανερό, από το περιεχόμενο της πιο πάνω αιτιώδους αναγνωρίσεως χρέους, που έγινε με τις προαναφερόμενες επιστολές (από τις οποίες η δεύτερη αποτελεί συνέχεια ης πρώτης) και έχει επιβεβαιωτικό-αποδεικτικό χαρακτήρα της οφειλής της καθ' ης, σε συνδυασμό και προς τα λοιπά πιο πάνω έγγραφα, ότι, οι κατ' αυτής απαιτήσεις του δευτέρου των καθών από δικηγορικές αμοιβές ανέρχονταν για το έτος 1993 στο ποσό των 1.445.825, ενώ οι λοιπές, ποσού 2.554.175 δραχμών αφορούν απαιτήσεις του για δικηγορικές αμοιβές για το έτος 1994 και μέχρι την 18-5-1995.
Συνεπώς εντός της κρίσιμης διετίας, όπως αυτή παραπάνω προσδιορίζεται (από 1-6-1991 έως 1-6-1993), εμπίπτει μέρος μόνο της εκ δραχμών 1.445.825 απαίτησης του δευτέρου των καθών και συγκεκριμένα εμπίπτουν οι απαιτήσεις αυτού του χρονικού διαστήματος από 1-1-1993 έως 1-6-1993, το ύψος των οποίων όμως δεν είναι δυνατόν να προσδιορισθεί, αφού ο ίδιος δεν προσδιορίζει και δεν αποδεικνύει τις επί μέρους νομικές υπηρεσίες που ως πληρεξούσιος δικηγόρος της καθ' ης η εκτέλεση παρέσχε σ' αυτήν το έτος 1993 και την αμοιβή που όφειλε αυτή να του καταβάλει για κάθε μία από αυτές, ενόψει και του ότι με την αναγγελία του ισχυρίζεται αυτός ότι η συμφωνία του με την καθ' ης η εκτέλεση προέβλεπε να αμείβεται ανά υπόθεση".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο και αναφορικά με τη διάγνωση του προνομιακού χαρακτήρα των απαιτήσεων του αναιρεσείοντος: 1) Δεχόμενο ότι ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ήταν η 2/6/1993, με βάση την οποία υπολόγισε αναδρομικά την επίμαχη διετία, δεν έλαβε υπόψη του παρά τον νόμο πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Τούτο, διότι ο ίδιος ο αναιρεσείων (2ος ανακόπτων) επικαλέστηκε την ημερομηνία αυτή (2/6/93), ως ημερομηνία που είχε αρχικώς ορισθεί για τον πλειστηριασμό, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των από 2/5/01 και 15/5/02 έγγραφων προτάσεών του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αλλά και το δικόγραφο της από 18/11/02 εφέσεώς του (σελ. 21), ανεξάρτητα από ποια ημερομηνία (7/5/97) είχε επικαλεστεί, εσφαλμένα, αλλά εκ περισσού, το ανακόπτον-αναιρεσίβλητο, εφόσον εκείνος (καθού-αναιρεσείων), μαχόμενος υπέρ του προνομιακού χαρακτήρα των απαιτήσεών του, όφειλε να επικαλεστεί και αποδείξει την ημερομηνία που είχε αρχικώς ορισθεί για τον πλειστηριασμό, ως στοιχείο αφετηριακό του αναδρομικού υπολογισμού της επίμαχης διετίας και εντεύθεν θεμελιωτικό του αμφισβητηθέντος προνομίου του. 2) Δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου από το άρθρο 975 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο σύνταξης του προσβαλλόμενου πίνακα κατάταξης, εφόσον με βάση τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά και λαμβάνοντας παραδεκτά υπόψη την 2α/6/1993, ως αρχικώς ορισθείσα ημέρα του πρώτου πλειστηριασμού, ορθώς προσδιόρισε την επίμαχη διετία στο χρονικό διάστημα από 1/6/91 έως 1/6/93, δεχόμενο περαιτέρω ότι ο αναιρεσείων δεν ανταποκρίθηκε στο βάρος επίκλησης και απόδειξης των πραγματικών γεγονότων που συνιστούν το προνόμιο της συνολικής του απαίτησης, δηλαδή του χρόνου κατά τον οποίο προέκυψαν οι απαιτήσεις του, που για να απολαμβάνουν του προνομίου έπρεπε να εμπίπτουν μέσα στην παραπάνω διετία. 3) Δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την ένδικη ανακοπή του αναιρεσιβλήτου, όπου το αναιρεσίβλητο επικαλούμενο μόνο την ...
έκθεση κατάσχεσης του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου και στη συνέχεια την έκδοση ΣΤ' επαναληπτικής περίληψης συνεχίσεως πλειστηριασμού, αμφισβητώντας τον προνομιακό χαρακτήρα των καταταγεισών απαιτήσεων του αναιρεσείοντος, ανέφερε ως ημέρα πρώτου πλειστηριασμού την 7η/5/97, εφόσον το αναιρεσίβλητο για το ορισμένο του σχετικού λόγου της ανακοπής του αρκούσε απλώς να αρνηθεί το προνόμιο των καταταγεισών απαιτήσεων του καθού αναιρεσείοντος, ο δε τελευταίος όφειλε να επικαλεστεί και αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά, τα θεμελιωτικά του προνομίου του, μεταξύ των οποίων πρωταρχικώς την ημερομηνία που είχε αρχικά ορισθεί για τον πλειστηριασμό, ως στοιχείο αφετηριακό του αναδρομικού υπολογισμού της επίμαχης διετίας και εντεύθεν θεμελιωτικό του αμφισβητηθέντος προνομίου του.
Ανεξαρτήτως τούτου, ο αναιρεσείων απαραδέκτως επικαλείται την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, εφόσον ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου δεν προτάθηκε εκ μέρους του, με λόγο εφέσεως, αοριστία της ανακοπής (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ). Επομένως, και οι τρεις λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλομένη οι αντίστοιχες με τους αριθμούς 8, 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, κρίνονται απορριπτέοι, κατά τις παραπάνω διακρίσεις.
Κατ' ακολουθίαν τούτων η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου θα επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, σύμφωνα με άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3.693/57, κατά τ' αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29/10/12 αίτηση του Α. Γ. για αναίρεση της 1055/11 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των διακοσίων ενενήντα τριών (293) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 16 Ιανουαρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 14Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ