Legislator Case Law & Legislation
1046/2011 AI generated

1046/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1046/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1 Απριλίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/10/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, τις από 15/4/1998 και 24/7/1998 κύριες και τις από 18/12/1998 παρεμπίπτουσες αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18123/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2568/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 9/5/2005 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 805/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσείων με την από 27/7/2010 κλήση του.

Legislator headnote

AI generated

1046/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αναίρεση συνεπώς που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει το θάνατό του, ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 27/1987).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1046 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1046/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1 Απριλίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Χ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τρίπλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Λ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) Σ. Σ. του Κ., 3) Γ. Σ. του Κ., 4) Φ. Σ. χήρας Κ. Σ., το γένος Α. Ο., ατομικά και ως κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικά αναιρεσιβλήτου Κ. Σ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 5) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου και εκ του νόμου και αυτοδικαίως υποκατασταθέντος στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της σε ασφαλιστική εκκαθάριση τελούσας αρχικά αναιρεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΗ Α.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και της οποίας η άδεια σύστασης και λειτουργίας έχει ανακληθεί οριστικά, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Καραβασίλη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/10/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, τις από 15/4/1998 και 24/7/1998 κύριες και τις από 18/12/1998 παρεμπίπτουσες αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18123/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2568/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 9/5/2005 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 805/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσείων με την από 27/7/2010 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Πετροπούλου ανέγνωσε την από 25/2/2007 έκθεση της ήδη αποχωρήσασας από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτου Ελένης Μαραμαθά, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών.

Ο πληρεξούσιος του παραστάντος 5ου αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατ' άρθρο 62 ΚΠολΔ ικανός να είναι διάδικος, είναι εκείνος που έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Η ικανότητα αυτή, που εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο (73 ΚΠολΔ) προκειμένου για φυσικό πρόσωπο παύει να υπάρχει με το θάνατό του (35 ΑΚ). Εξάλλου, κατ' άρθρο 353 παρ. 1 εδ.

δ' ΚΠολΔ απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη που είχε διεξαχθεί κατ' ανυπάρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και το αποβιώσαν, δεν έχει υπόσταση, χαρακτηριζόμενη ρητά ως ανύπαρκτη. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 286 επ. ΚΠολΔ, τα οποία εφαρμόζονται και στην κατ' αναίρεση δίκη (573 παρ. 1 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις ανωτέρω διατάξεις, αν ο διάδικος είναι στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης, αποβιώσει όμως στη συνέχεια προτού περατωθεί η δίκη αμετακλήτως, αν μεν ο θάνατός του επήλθε μέχρι πέρατος της προφορικής συζητήσεως, μετά την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση, τότε τηρουμένων και των λοιπών νομίμων διατυπώσεων, μεταξύ των οποίων και εκείνη της γνωστοποιήσεως του θανάτου προς τον αντίδικο, επέρχεται διακοπή της δίκης με συνεπεία όλες οι επιχειρούμενες στο μεταξύ και μέχρι της νόμιμης επαναλήψεως διαδικαστικές πράξεις, εκτός της τυχόν εκδιδόμενης απόφασης να λογίζονται άκυρες.

Αν δε ο θάνατος έλαβε χώραν μετά το πέρας της συζητήσεως εκείνης, πολύ δε περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής επ' αυτής αποφάσεως, τότε εφ' όσον δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, τα ασκούμενα κατά της ως άνω αποφάσεως ένδικα μέσα, άρα και η αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απευθύνεται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατά του αποβιώσαντος είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση προτού ασκηθεί η αναίρεσή του, με οποιονδήποτε τρόπο, του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.

Η αναίρεση συνεπώς που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει το θάνατό του, ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 27/1987).

Στην παρούσα περίπτωση, η υπό κρίση από 9.5.2005 αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται, εκτός άλλων, και κατά του Κ. Σ., ως αντίδικος του αναιρεσείοντος κατά τη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2568/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι ο εν λόγω αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 27.4.2004, ενόσω η ανοιγείσα δίκη με αφορμή το ένδικο τροχαίο ατύχημα εκκρεμούσε στο Εφετείο λόγω της άσκησης των με αρ.

κατ. 669/20-2-2002 και 4439/15-11-2002 εφέσεων κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, η δε προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε στις 11.8.2004 και επ' ονόματι του αναιρεσείοντος, ως διαδίκου. Ήδη, ο αναιρεσείων ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με την από27.7.2010 κλήση, που εκτός άλλων, απευθύνει και κατά των κληρονόμων του αποβιώσαντος ως άνω, ήτοι κατά των Φ.

χας Κ. Σ., Γ. Σ. και Σ. Σ. (του τελευταίου υπό διττή ιδιότητα, του ενάγοντος - εναγομένου, εφεσιβλήτου, αναιρεσιβλήτου καθώς και του αποβιώσανος πατρός του Κ. Σ.), επαναφέρει προς συζήτηση αυτή, διότι όπως ισχυρίζεται, κατά την άσκησή της (9.5.2005) αγνοούσε το θάνατο του ανωτέρω αναιρεσιβλήτου. Ενόσω δε από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατά τον κρίσιμο χρόνο, άσκησης της αναιρέσεως τελούσε σε γνώση του επισυμβάντος ως άνω θανάτου του αναιρεσιβλήτου Κ.

Σ., είναι έγκυρη η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και νομίμως χωρεί η συζήτηση αυτής ως προς τους νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθέντες προς τούτο ως άνω κληρονόμους καθ' όσον ειδικότερα: Όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. 1611Γ/4.11.2010, 1607Γ/3.11.2010, 1608Γ/3.11.2010, 1603Γ/3.60.2010 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Καβάλας ..., που επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, ακριβές αντίγραφο της από 27.7.2010 κλήσης με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση προς συζήτηση της από 9.5.2005 αίτησης αναιρέσεως επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα αντίστοιχα στον πρώτο αναιρεσίβλητο Λ.

Τ., στο δεύτερο αναιρεσίβλητο Σ. Σ., καθώς και στους Γ. Σ. και Φ. χα Κ. Σ., οι οποίοι, εκτός του εκ τούτων πρώτον, τυγχάνουν εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος ως ανωτέρω αναιρεσιβλήτου (βλ. τη με αρ. .../28-4-2004 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Καβάλας και με αρ. Πρωτ. .../5.7.2010 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Καβάλας), ενώ εξάλλου στους εκ τούτων Γ.

και Φ. Σ. επιδόθηκε αντίστοιχα, με τις υπ' αρ. 1144Δ/17-11-2010 και 1685Γ/17.11.2010 εκθέσεις επιδόσεως της αυτής, ως ανωτέρω δικαστικής επιμελήτριας και πιστό φωτοτυπικό αντίγραφο της από 9.5.2005 της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, εφ' όσον δεν εμφανίστηκαν κατά την ως άνω συνεδρίαση κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση που επισπεύδεται από τον αναιρεσείοντα, παρά την απουσία τους.

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 297-298 ΑΚ συνάγεται, ότι σε περίπτωση καταστροφής πράγματος η ζημία συνίσταται στην αξία αυτού, το ποσό της οποίας αποτελεί και την επιδικαστέα στον κύριο του πράγματος αποζημίωση, όταν αυτή παρέχεται σε χρήμα. Η αναγραφή δε της ολοκληρωτικής καταστροφής του πράγματος και της αξίας του κατά το χρόνο της καταστροφής αρκούν για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής περί αποζημιώσεως κατά την έννοια του άρθρου 216 ΚΠολΔ και δεν είναι απαραίτητο να αναφέρονται, προκειμένου περί καταστροφής αυτοκινήτου, οι προηγηθείσες σ' αυτό επί μέρους βλάβες, η δαπάνη αποκαταστάσεως αυτών, ο τύπος του οχήματος, το έτος κατασκευής και κυκλοφορίας του, ο κυβισμός και η κατάστασή του κατά το χρόνο του ατυχήματος, διότι τα στοιχεία αυτά δεν ανάγονται στην ιστορική βάση της αγωγής και μπορούν να προκύψουν από τις αποδείξεις.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ προκύπτει, ότι παρέχεται στο δικαστήριο της ουσίας η δυνητική ευχέρεια, όπως ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, ήτοι του βαθμού του πταίσματος του υπόχρεου, του είδους της προσβολής, της περιουσιακής και κοινωνικής καταστάσεως των μερών και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, επιδικάσει ή όχι χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει, ότι επήλθε στον αδικηθέντα ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθώς και να καθορίσει το ποσό αυτής που θεωρεί εύλογο.

Για τον προσδιορισμό σε κάθε περίπτωση του ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης δεν είναι απαραίτητο να εκτίθενται στην αγωγή με ακρίβεια όπως κατά κανόνα τούτο συμβαίνει στην αγωγή για περιουσιακή ζημία, όσα στοιχεία κρίνονται απαραίτητα προκειμένου να τα χρησιμοποιήσει το δικαστήριο ως βάση για τον αιτούμενο προσδιορισμό.

Τα στοιχεία αυτά συμπληρωματικά δύνανται να προκύψουν και από τις αποδείξεις. Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση το δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ως παραβίαση από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Στην παρούσα περίπτωση, από την παραδεκτώς γενόμενη επισκόπηση του δικογράφου της από 9.10.2000 αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος, ο τελευταίος εκθέτει, ότι συνεπεία της παρατιθέμενης σ' αυτή αμελούς περί την οδήγηση συμπεριφοράς των αναιρεσιβλήτων, ο πρώτος των οποίων οδηγώντας το με αρ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του προς Θεσσαλονίκη ρεύματος πορείας της οδού Θεσσαλονίκης - Καβάλας, επέπεσε επί του εμφανίσαντος μηχανική βλάβη και ακινητοποιηθέντος στη λωρίδα αυτή με αρ. ...

ΙΧΕ οχήματός του, με αποτέλεσμα, το τελευταίο να προσκρούσει επί του παραλλήλως με αυτό κινουμένου με αρ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου που οδηγούσε ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων και συνεπεία της πρόσκρουσης αυτής, το όχημά του, συρθέν περιστροφικά να ακινητοποιηθεί με κατεύθυνση αντίθετη της αρχικής, όπου και στην εμπρόσθια αυτού επιφάνεια επέπεσε το οδηγούμενο από το δεύτερο των αναιρεσιβλήτων ως άνω όχημα, ότι συνεπεία των διαδοχικών κτυπημάτων που δέχθηκε από τις επ' αυτού προσκρούσεις των οχημάτων των αναιρεσιβλήτων, το ανωτέρω, μάρκας NISSAN 1200 cc όχημά του καταστράφηκε ολοσχερώς, ενώ ο ίδιος υπέστη σωματικές κακώσεις.

Ζήτησε δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, καθένας εις ολόκληρον, να του καταβάλουν το ποσό των 2.500.000 δραχμών που αντιστοιχεί στην αξία του καταστραφέντος οχήματός του, καθώς και το ποσό των 200.000 δραχμών, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, συνεπεία των σωματικών κακώσεων που υπέστη από το ένδικο ατύχημα.

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. επειδή το Εφετείο απέρριψε την αγωγή αυτή ως αόριστη, λόγω μη αναφοράς των καταστραφέντων μερών του οχήματός του και της αξίας αυτών, του κόστους ων ανταλλακτικών και επισκευής αυτού, καθώς και της αξίας των διασωθέντων μερών του προκειμένου να κριθεί, αν είναι τεχνικώς αδύνατη ή οικονομικώς ασύμφορη η επισκευή του βλαβέντος οχήματός του, αλλά και περαιτέρω, λόγω μη εξειδίκευσης των σωματικών βλαβών που υπέστη από το ένδικο ατύχημα.

Κρίνοντας ως άνω το Εφετείο, υπέπεσε στην προβλεπόμενη από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια και συνεπώς, κρίνεται βάσιμος ο σχετικός, πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και κατά τα δύο μέρη του.

Επειδή, κατά το άρθρο 926 ΑΚ, αν η ζημία προήλθε από κοινή πράξη περισσοτέρων ή αν για την ίδια ζημία ευθύνονται παράλληλα περισσότεροι, (όπως επί αυτοκινητικών ατυχημάτων κατά τα άρθρα 4 και 9 του Ν. ΓΠΝ/1991) καθένας αυτών ευθύνεται εις ολόκληρον μη απαλλασσόμενος της ευθύνης εκ του ότι μόνη η δική του θετική ή αρνητική ενέργεια χωρίς την συνδρομή και της των λοιπών, δεν θα επέφερε η ζημία, είτε εκ του ότι δεν μπορεί να εξακριβωθεί ποίου εκ τούτων η πράξη δεν θα επέφερε τη ζημία.

Συνεπώς, η γενόμενη καταβολή από κάποιο των συνοφειλετών, αντικειμενικώς κατ' άρθρο 483 παρ. 1 ΑΚ ενεργούσα, απαλλάσσει και τους λοιπούς κατά των οποίων δεν δύναται πλέον να στραφεί ο ζημιωθείς, οι δε συνεναγόμενοι και εις ολόκληρο ευθυνόμενοι σε αποζημίωση λόγω τροχαίου ατυχήματος βάσει των διατάξεων των άρθρων 10 παρ. 1 ν. 489/1976, 914, 922, 926 ΑΚ, δεν μπορούν να ζητήσουν από το δικαστήριο να τους προσδιορίσει με την απόφασή του το βαθμό συμμετοχής τους στο ατύχημα κατά ποσοστό, αφού ευθύνονται καθένας για τα σύνολον της επιδικαζομένης αποζημίωσης, το ζήτημα δε αυτό θα λυθεί στα πλαίσια της δίκης αναγωγής μεταξύ των εις ολόκληρον ευθυνόμενων δηλαδή, μετά την ικανοποίηση του παθόντος μέσω ενός από αυτούς και ακολούθως, της εναγωγής από αυτόν των άλλων ευθυνόμενων.

Περαιτέρω, ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, κατά τη διάταξη του αριθμού 1 εδ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή η οποία εκδηλώνεται όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται ενώ έπρεπε, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένως.

Στην παρούσα περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως κατά ένα μέρος προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 και αληθώς από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν ΓΠΝ/1911 σε συνδυασμό με το άρθρο 300 ΑΚ δεχθείσα κοινή υπαιτιότητα περί την πρόκλησή του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, των οδηγών, των εμπλακέντων στο ατύχημα αυτό οχημάτων, δεν προσδιόρισε το ποσοστό συνυπαιτιότητας τόσο του ιδίου, οδηγού του με αρ. ...

ΙΧΕ αυτοκινήτου, όσο και του Ι. Σ., οδηγού του με αρ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου. Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη ως απαράδεκτος.

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 300 του ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, συνεπώς και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις του άρθρου 914 επ. του ΑΚ, στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου (άρθρ. 4 Ν. ΓΠΝ/1991) προκύπτει, ότι όταν στη γένεση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος το δικαστήριο της ουσίας, μπορεί κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.

Οι έννοιες της υπαιτιότητας και συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.

Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του δικαστηρίου περί του αν περιστατικά που το δικαστήριο δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, μπορούν καθεαυτά αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, να θεωρηθούν ως συνδεόμενα αιτιωδώς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Εκφεύγει, όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση τόσο ως προς την ύπαρξη στη συγκεκριμένη περίπτωση αιτιατής σχέσεως μεταξύ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς και του ζημιογόνου αποτελέσματος, όσον και ως προς το βαθμό του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια.

Στην παρούσα περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως κατά ένα μέρος προσάπτεται από τον αναιρεσείοντα η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, διότι καίτοι οι πρώτος και δεύτερος των αναιρεσιβλήτων κρίθηκαν συνυπαίτιοι περί την πρόκληση του ειδικού ατυχήματος λόγω αμελούς περί την οδήγηση συμπεριφοράς με επίκληση ομοίου περιεχομένου αιτιολογίας, ο εκ τούτων πρώτος κρίθηκε συνυπαίτιος περί την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος κατά ποσοστό 20% και ο δεύτερος κατά ποσοστό 15% χωρίς επαρκή προς τούτο αιτιολογία.

Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο ψέγεται η κρίση του εφετείου ως προς το ποσοστό υπαιτιότητας στην πρόκληση του ατυχήματος των εμπλακέντων στο ένδικο τροχαίο ατύχημα ως ανωτέρω αναιρεσιβλήτων, με βάση το γενόμενο δεκτό πταίσμα αυτών, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Για τον ίδιο δικαιολογητικό λόγο πρέπει να απορριφθεί και ο δεύτερος της αναιρέσεως λόγος κατά ένα μέρος, με τον οποίο προσάπτεται η πλημμέλεια από τον αυτό ως άνω αριθμό του άρθρου 559 ΚΠοΛΔ διότι το Εφετείο κατά παραδοχή εν μέρει ως βάσιμης και στην ουσία της υπ' αυτού προταθείσης τόσο πρωτοβαθμίως όσο και δευτεροβαθμίως ένστασης συνυπαιτιότητας των αναιρεσιβλήτων Λ.

Τ. και Σ. Κ. περί την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, καθόρισε το συντρέχον αυτών πταίσμα σε ποσοστό 20% και 15% αντίστοιχα, καίτοι το βαρύνουν αυτούς πταίσμα είναι μεγαλύτερο του δικού του.

Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες της που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση, όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠοΛΔ) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς.

Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά ένα μέρος, η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ επειδή το Εφετείο, α) καίτοι σύμφωνα με τα αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι Λ. Τ. και Σ. Σ. παρέβησαν τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του ΚΟΚ διότι δεν εκινούντο, όπως όφειλαν, στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος, την παράβαση αυτή καταλόγισε μόνο στον ίδιο και β) διότι δέχθηκε, ότι το τμήμα της οδού Θεσσαλονίκης - Καβάλας όπου συνέβη το τροχαίο ατύχημα περί το 22ο χιλιόμετρο αυτής είναι Εθνική Οδός, ενώ πρόκειται για οδό ταχείας κυκλοφορίας.

Ο λόγος αυτός κατά το προαναφερθέν μέρος του πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι οι πλημμέλειες αυτές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.

Επειδή με τα διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 43 παρ. 2 του ν. 2693/2001, ορίζεται, ότι απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος σε οδηγό ο οποίος βρίσκεται υπό την επήρεια οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων, που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την οδηγική ικανότητα του οδηγού.

Θεωρείται ότι ο ελεγχόμενος οδηγός βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό του υπερβαίνει το 0,5 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0, 5 gr/l). Με τη διάταξη δε της παρ. 5 του ίδιου ως άνω άρθρου ορίζεται ότι "με κοινές αποφάσεις των υπουργών Υγείας και Πρόνοιας, Δημόσιας Τάξης και Μεταφορών καθορίζονται οι επιστημονικοί τρόποι διαπίστωσης της χρήσης οινοπνεύματος και τοξικών ουσιών ή φαρμάκων κατά την παράγραφο 1 από τον ελεγχόμενο οδηγό, καθώς και κάθε σχετική λεπτομέρεια.

Εξάλλου, με τη με αριθμό 13382 2. 706/11/4δ/1977 απόφαση των Υπουργών Συγκοινωνιών και Δημόσιας Τάξης, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την με αριθμό 13300 Φ. 105.11/4 παρ. θ/198 απόφαση των ιδίων Υπουργών, καθορίζεται η μέγιστη επιτρεπόμενη συγκέντρωση οινοπνεύματος πέραν της οποίας το άτομο υπέχει ευθύνη, που είναι 0,50 % , καθώς και ο τρόπος εξακρίβωσης της χρήσης οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών από οδηγούς κατά την οδήγηση μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται το αλκοτέστ και η αιμοληψία.

Εκτός όμως από τις μεθόδους αυτούς η διαπίστωση της μέθης μπορεί να στηριχθεί και σε άλλα αποδεικτικά μέσα όπως, καταθέσεις μαρτύρων και σε περαιτέρω ενδείξεις όπως είναι η υπερβολική ταχύτητα στη συγκεκριμένη περίπτωση, η άρνηση του οδηγού να υποβληθεί σε αιμοληψία.

Στην παρούσα περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά ένα μέρος η αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της προπαρατεθείσης διάταξης του ΚΟΚ, δέχθηκε ότι κατά την οδήγηση του οχήματός του ευρίσκετο υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τη δε κρίση του αυτή στήριξε αποκλειστικά και μόνο στην εκτίμηση μαρτυρικών αποδείξεων.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως κατά τα μέρος του αυτό, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι στο αποδεικτικό πιο πάνω πόρισμα το Εφετείο κατέληξε, όπως προκύπτει από την επισκόπηση παραδεκτώς (άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης, από την εξωτερική εμφάνιση του ιδίου του αναιρεσείοντος, τις καταθέσεις των μαρτύρων αλλά και το ότι αρνήθηκε να υποβληθεί σε έλεγχο με ηλεκτρονική συσκευή, καθώς και δια αιμοληψίας.

Επειδή, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που κρίθηκε αόριστη η από 9.10.2000 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων 1. Λ. Τ. και 2. Σ. Σ. και απορρίφθηκε ως αβάσιμος ο σχετικός λόγος της από 14.11.2002 έφεσης αυτού, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος αυτό στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 1 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠοΛΔ) όπως στο διατακτικό.

Περαιτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη από 9.5.2005 αίτηση αναιρέσεως ως προς τους αναιρεσίβλητους 1. Σ. Σ., 2. Γ. Σ., 3 Φ. χα Κ. Σ. και 4. το ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων" και καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του τελευταίου ως άνω αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ) όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2568/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος που αναφέρεται στο αιτιολογικό.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος αυτό στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους πρώτο και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Λ. Τ. και Σ. Σ. στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300 ) ευρώ.

Απορρίπτει την από 9.5.2005 αίτηση αναιρέσεως ως προς τους αναιρεσιβλήτους 1 Σ. Σ. 2. Γ. Σ., 3 Φ. χα Κ. Σ. με την ιδιότητά τους ως κληρονόμων του αρχικά αναιρεσιβλήτου Κ. Σ. και 4. το Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων".

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του τέταρτου ως ανωτέρω αναιρεσιβλήτου, που ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ