Legislator Case Law & Legislation
1046/2010 AI generated

Supreme Court remands expropriation compensation case for retrial due to insufficient reasoning on neighbor benefits.

Case Number 1046/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding expropriation compensation. The appellants argued the lower court failed to verify if they were non-benefited neighbors, a crucial fact for determining liability under the Expropriation Code. The Court found the lower court's reasoning insufficient and unclear regarding the specific facts necessary to apply the legal presumption of neighbor benefits.

Legislator headnote

AI generated

Art. 20(1) Law 2882/2001; Art. 33(1) Law 2971/2001: When a lower court's decision on expropriation compensation lacks specific factual findings required to apply statutory presumptions regarding neighbor benefits, the decision must be remanded for retrial to allow proper application of the law.

Keywords

AI generated
expropriation compensation neighbor benefits presumption expropriation code insufficient reasoning remand for retrial statutory presumption expropriation liability

Cited Legislation

AI generated
Art. 20(1) Law 2882/2001
Art. 17(2) of the Constitution
Art. 1 of the First Protocol to the ECHR
Art. 33(1) Law 2971/2001
Art. 559(19) of the Code of Civil Procedure
Art. 580(3) of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 22(3) of Law 2882/2001
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1046 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1046/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Διονυσίου Γιαννακό-πουλου), Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Σοφία Καραχάλιου και Δημητρούλα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Απριλίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Κανδαράκη και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Αλέξανδρο Ροϊλό, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/10/2001 αίτηση προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3038/2002 μη οριστική και 2598/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, μετά από άσκηση αναίρεσης η 1132/2004 οριστική του Δικαστηρίου τούτου, η οποία αναίρεσε την παραπάνω οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο εφετείο για περαιτέρω εκδίκαση, το οποίο στη συνέχεια εξέδωσε τις 2234/2005 και 6199/2005 αποφάσεις. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζήτησαν οι ήδη αναιρεσείοντες με την από 10/1/2006 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1388/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου που απέρριψε την ως άνω αίτηση αναιρέσεως, κρίνοντας ότι οι ως άνω εφετειακές αποφάσεις δεν είναι οριστικές και ως εκ τούτου δεν υπόκεινται σε αναίρεση. Η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών με την από 11/7/2007 κλήση των ως άνω αναιρεσειόντων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8651/2007 μη οριστική και 422/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6/7/2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος ανέγνωσε την από 15/4/2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του ν. 2882/2001 (Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων-ΚΑΑΑ) "αρμόδιο να προσδιορίσει οριστικά την αποζημίωση είναι το Εφετείο, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η απαλλοτριούμενη έκταση". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ερμηνευόμενης ενόψει των ορισμών των άρθρων 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με ν.δ. 53/1974, για "πλήρη αποζημίωση" και για "σεβασμό της περιουσίας κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου", αντικείμενο της δίκης καθορισμού αποζημίωσης είναι η αποζημίωση στο σύνολό της λαμβανόμενη, δηλαδή η χορήγηση αποζημίωσης σε σχέση με την αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ο προσδιορισμός της ωφέλειας του ιδιοκτήτη αυτού, όπου η ύπαρξή της επηρεάζει τις από την απαλλοτρίωση αξιώσεις του, κάθε άλλο θέμα συναφές με την απαλλοτρίωση, και η δικαστική δαπάνη.

Ο δε προβλεπόμενος στη διάταξη αυτή περιορισμός της αρμοδιότητας του Εφετείου σε μόνο τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης είναι ανίσχυρος, γιατί προσκρούει στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Επομένως, αν στα πλαίσια του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης υποβληθεί αίτημα για να αναγνωριστεί ότι ο ιδιοκτήτης του απαλλοτριούμενου ακινήτου, που αποκτά πρόσωπο σε διανοιγόμενη εθνική οδό, δεν ήταν ωφελούμενος και άρα δεν υποχρεούνταν σε αποζημίωση ιδιοκτησιών τρίτων, ούτε σε αυτοαποζημίωση, το Εφετείο είναι αρμόδιο να εξετάσει ενιαίως κατά τη διαδικασία αυτή, εκτός των άλλων? α) τη χορήγηση αποζημίωσης σε σχέση με την αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου, β) τη χορήγηση αποζημίωσης για τη μείωση της αξίας του μη απαλλοτριωθέντος τμήματος του οικοπέδου και γ) την ύπαρξη ή όχι ωφέλειας του ιδιοκτήτη απαλλοτριούμενου ακινήτου, που αποκτά πρόσωπο σε διανοιγμένη εθνική οδό και την από το γεγονός αυτό υποχρέωση ή μη συμμετοχής στις δαπάνες απαλλοτρίωσης κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 3 του ν. 653/1977, (ΟλΑΠ 10 και 11/2004), ώστε να εξασφαλίζεται σφαιρική εκτίμηση των συνεπειών της απαλλοτριώσεως και να αποφεύγεται η αντίφαση, η οποία παρατηρείται όταν επιδικάζεται αποζημίωση για τη μείωση της αξίας του μη απαλλοτριωθέντος τμήματος του ακινήτου και να κρίνεται ότι η αξία της ιδιοκτησίας αυξάνεται από τη διανοιγόμενη οδό (απόφαση της 19-9-2002 του ΕΔΔΑ, Αζάς κατά Ελλάδος, σκέψεις 48 και 53).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για τη διάνοιξη Εθνικών Οδών κλπ", όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του ν. 947/1979, αναφορικά με την εφαρμογή αυτών και στις περιπτώσεις των προς τη βελτίωση των υφιστάμενων οδών πραγματοποιούμενων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων, καθώς και επί των επαρχιακών οδών για το μέχρι 20 μέτρων πλάτους αυτών, προκειμένου περί διάνοιξης εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους κατάληψης 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων, με τη συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων.

Με την παρ. 3, του ως άνω άρθρου, ορίστηκε ότι, ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες για την εφαρμογή του θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγόμενων οδών, ενώ, κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου, όταν οι δικαιούχοι της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.

Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977 αντίκεινται στο άρθρο 1 του πρώτου (πρόσθετου) πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που, μετά την επικύρωσή της με το ν. δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του ημεδαπού δικαίου, άρα και της πιο πάνω διάταξης του ν. 653/1977, (άρθρο 28 παρ. 1 Συντάγματος).

Το τεκμήριο ισχύει ως μαχητό και ο ισχυριζόμενος ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρομένης ωφέλειας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του και ανατρέποντας το ως άνω μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του και να ζητήσει τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης και γι' αυτή.

Η αξίωση αυτή του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου εισαγόταν προς κρίση κατά την τακτική διαδικασία, ενώπιον του αρμοδίου πολιτικού δικαστηρίου, διότι κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη, (ΟλΑΠ 1/1998, 8/1999), δεν ήταν αντικείμενο της δίκης για τον προσδιορισμό της τιμής μονάδας, άποψη που τελικά κρίθηκε ότι παραβιάζει το άρθρο 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της Συμβάσεως της Ρώμης, που κυρώθηκε με το ν.

δ. 53/1974, (ΟλΑΠ 10/2004). Τέλος, κατά την παρ. 1 του άρθρου 33 του ν. 2971/19.12.2001, "το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών, κατά τις διατάξεις του ν. 653/1977, είναι μαχητό και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσ-διορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου".

Κατά την παρ. 2 του ίδιου ως άνω άρθρου, "ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριούμενου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί, με αίτησή του, να ζητήσει από το φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης. Η υποβολή της αίτησης δεν αναστέλλει τις διαδικασίες της απαλλοτρίωσης".

Κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, "η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή απευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και παραπέμπεται μετά τη λήξη της προθεσμίας προς εξέταση σε τριμελή επιτροπή...". Με το άρθρο 37 του ίδιου ως άνω νόμου ορίζεται ότι, "η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει? α) των διατάξεων του άρθρου 33 μετά την πάροδο ενός (1) μηνός από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφαρμόζεται και για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν έχουν μέχρι της ισχύος του συντελεσθεί.

Στις περιπτώσεις που κατά την έναρξη ισχύος του ίδιου αυτού άρθρου έχει παρέλθει η ανατρεπτική προθεσμία της παρ. 3 αυτού, η ανατρεπτική αυτή προθεσμία παρατείνεται για δύο (2) μήνες από την έναρξη ισχύος του". Με το ανωτέρω άρθρο 33 του ν. 2971/2001 θεσπίστηκε ότι το τεκμήριο είναι μαχητό και από το συνδυασμό των διατάξεων αυτού και του άρθρου 37, σαφώς συνάγεται ότι οι διατάξεις του πρώτου από αυτά εφαρμόζονται για τις απαλλοτριώσεις οι οποίες κηρύσσονται μετά την έναρξη της ισχύος του, καθώς και γι' αυτές οι οποίες κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του, αλλά δεν είχε ολοκληρωθεί η συντέλεσή τους μέχρι αυτή (έναρξη ισχύος), δεν εφαρμόζονται δε για τις απαλλοτριώσεις η συντέλεση των οποίων είχε ολοκληρωθεί πριν από την έναρξη ισχύος των ανωτέρω διατάξεων.

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι προϋποθέσεις της διάταξης που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 608/1976, 26/2004).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 8-10-2001 αίτηση, η οποία εισήχθη προς εκδίκαση, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, πριν από την ισχύ του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, (19.1.2002) και μετά την ισχύ του ν. 2882/2001 (Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων-ΚΑΑΑ), δηλαδή την 7.5.2001, οι αιτούντες ισχυρίστηκαν τα ακόλουθα: Α) ότι με την υπ' αρ. 1067705/0010/28.6.1995 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 507/11.7.1995, Τ.

Δ, απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά, για δημόσια ωφέλεια και συγκεκριμένα για τη διάνοιξη της Ε.Ο. ..., στο τμήμα από χ.θ. 4+200 μέχρι χ.θ. 4+886, διάφορες ιδιοκτησίες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η υπ' αρ. ΚΠ 1248, που ανήκει στον πρώτο από αυτούς και οι υπ' αρ. ΚΠ 1248 Α και 1266 Α, που ανήκουν στο δεύτερο. Ότι, κατόπιν αιτήσεως του υπέρ ου η απαλλοτρίωση Ελληνικού Δημοσίου, καθορίστηκε τόσο η προσωρινή όσο και η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης με τις υπ' αρ. 1476/1996 και 8809/1997 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Δικαστηρίου τούτου, αντίστοιχα, και ότι, στις σχετικές δίκες αυτοί δεν κλητεύθηκαν και δεν έγιναν διάδικοι.

Β) Ότι, με την υπ' αρ. 1012521/1178/0010/25.2.2000 κοινή απόφαση των ίδιων Υπουργών, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 152/17.3.2000 Τ. Δ', απαλλοτριώθηκαν συμπληρωματικά, για τη διάνοιξη της ίδιας ως άνω Ε.Ο., (τμήμα ... από χ.θ. 2+400 μέχρι χ.θ. 4+855) και άλλα τμήματα των ίδιων ως άνω ακινήτων, τα οποία φέρουν τους αρ. ΚΠ 289 Β, που ανήκει στον πρώτο των αιτούντων και 289 και 299, που ανήκουν στο δεύτερο και ότι, κατόπιν αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης με την υπ' αρ. 668/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με βάση αυτά τα περιστατικά ζήτησαν καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης? α) απευθείας από το Εφετείο Αθηνών, για τα εδαφικά τμήματα και τα επικείμενά τους, που απαλλοτριώθηκαν με την πρώτη από τις ανωτέρω Υπουργικές αποφάσεις και β) σε ποσό μεγαλύτερο από εκείνο που καθορίστηκε προσωρινά με την προαναφερθείσα απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου για τα εδαφικά τμήματα και τα επικείμενα τους, που απαλλοτριώθηκαν με τη δεύτερη Υπουργική απόφαση.

Ζήτησαν επίσης? α) να καθοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα τμήματα των ανωτέρω ακινήτων τους, όπως αυτά ορίζονται στην αίτηση και διευκρινίστηκαν ως προς το εμβαδόν, με τις προτάσεις, λόγω σημαντικής, για τους εκτιθέμενους λόγους μειώσεως της αξίας τους και β) να μην υποχρεωθούν, για τα προσδιοριζόμενα στην αίτηση εδαφικά τμήματα, σε αυτοαποζημίωση και αποζημίωση άλλων ιδιοκτητών, κατά τις σχετικές διατάξεις του ν. 653/1977, λόγω μη ωφέλειάς τους από τις εν λόγω απαλλοτριώσεις και δη τη διάνοιξη του αυτοκινητόδρομου και να καθοριστεί οριστική αποζημίωση και για τις αυτοαποζημιούμενες εκτάσεις τους.

Επί της αίτησης αυτής και της ανταίτησης, που άσκησε το Ελληνικό Δημόσιο, εκδόθηκε η υπ' αρ. 3038/2002 εν μέρει οριστική απόφαση και στη συνέχεια η υπ' αρ. 2598/2003 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με την πρώτη (3038/2002) απόφαση: α) απορρίφθηκε η αίτηση ως προς το αίτημά της για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως για τις απαλλοτριωθείσες με την πρώτη (1995) απαλ-λοτρίωση ιδιοκτησίες 1248 και 1248 Α ως απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου από την υπ' αρ. 8809/1997 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, ενώ ως προς την απαλλοτριωθείσα με την ίδια απαλλοτρίωση 1266 Α ιδιοκτησία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση αυτής, διότι δεν προσκομίζονταν ο κτηματολογικός πίνακας, που να περιλαμβάνει την εν λόγω ιδιοκτησία, β) απορρίφθηκε η αίτηση ως απαράδεκτη, ως προς το αίτημά της να αναγνωριστεί ότι οι αιτούντες δεν υποχρεούνται σε αυτοαποζημίωση και αποζημίωση ομόρων ιδιοκτητών, για έλλειψη καθ' ύλην αρμοδιότητας του Δικαστηρίου τούτου, γ) προσδιορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τις ιδιοκτησίες της δεύτερης απαλλοτρίωσης (2000) 289 Β, 289 και 299 σε 65 ευρώ ανά τ.μ., δ) κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης για τα εναπομείναντα μετά την τελευταία ως άνω απαλλοτρίωση εδαφικά τμήματα, για τους αναφερόμενους στην απόφαση λόγους.

Με τη δεύτερη (2598/2003) οριστική απόφαση καθορίστηκε οριστικά? α) η αποζημίωση για την 1266 Α ιδιοκτησία στο ποσό των 66 ευρώ ανά τ.μ. και β) η ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομείναν μετά τη δεύτερη απαλλοτρίωση τμήμα της υπ' αρ. ΚΠ 289 Β ιδιοκτησίας σε ποσοστό 45% επί της αποζημίωσης των 65 ευρώ, που καθορίστηκε για την εν λόγω ιδιοκτησία με την προδικαστική του (3038/2002) απόφαση.

Οι αιτούντες, με την από 1.12.2003 αίτησή τους ενώπιον του Αρείου Πάγου, ζήτησαν την αναίρεση των παραπάνω αποφάσεων. Επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αρ. 1132/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία τις αναίρεσε για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους, παραπέμποντας την υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο. Ιδιαίτερα δε και αναφορικά με το αίτημα που κρίνεται, (άρση ωφέλειας), αναιρέθηκε η υπ' αρ. 3038/2002 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, διότι, παρά το νόμο, δηλαδή τις διατάξεις του Συντάγματος και του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της Συμβάσεως της Ρώμης (ΕΣΔΑ), απορρίφθηκε τούτο ως απαράδεκτο, για έλλειψη λειτουργικής αρμοδιότητας του άνω δικαστηρίου.

Επακολούθησαν οι υπ' αρ. 2234/2005 και 6199/2005 αποφάσεις του Εφετείου τούτου, με την πρώτη των οποίων? α) καθορίστηκε ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα εδαφικά τμήματα των ΚΠ 289 Β, 289 και 299 ιδιοκτησιών των αιτούντων, β) κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης για άρση του τεκμηρίου ωφέλειας, λόγω μη προσκομιδής της έκθεσης της επιτροπής του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, ενώ με τη δεύτερη απορρίφθηκε η σχετική αίτηση των αιτούντων για ανάκληση της πρώτης απόφασης ως προς την υπό στοιχ.

β' διάταξή της. Κατά των αποφάσεων αυτών ασκήθηκε η από 10.1.2006 αίτηση αναίρεσης των αιτούντων ενώπιον του Αρείου Πάγου. Επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αρ. 1388/2007 απόφαση του άνω δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την αίτηση ως απαράδεκτη, για το λόγο ότι αυτές δεν ήταν οριστικές και ως εκ τούτου δεν υπόκειντο σε αναίρεση.

Η από 11.7.2007 κλήση, με την οποία οι αιτούντες επανέφεραν προς συζήτηση την αίτηση ως προς το αίτημα της άρσης του τεκμηρίου ωφέλειας, απορρίφθηκε με την επακολουθήσασα απόφαση 8651/2007 του Εφετείου Αθηνών, με την ίδια αιτιολογία με την οποία είχε κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης με την προγενέστερη (2234/2005) απόφαση.

Ήδη, με την από 16.1.2008 κλήση των αιτούντων, επαναφέρθηκε προς συζήτηση η αίτησή τους ως προς το ανωτέρω αίτημα, με την προσκομιδή και επίκληση του υπ' αρ. πρωτ. Δ12/33648/ 14.4.2008 εγγράφου της αρμόδιας Διεύθυνσης του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, εφόσον η αυτοαποζημίωση των ιδιοκτησιών 1248, 1248 Α και 1266 των αιτούντων απορρέει από την απαλλοτρίωση που έγινε με την ΚΥΑ 1067705/4159/-28.6.1995 των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.

και δεδομένου ότι κατά την επόμενη απαλλοτρίωση (ΚΥΑ 1012521/1178/ 0010/25.2.2000) δεν έχει επιβληθεί αυτοαποζημίωση, η σχετική προς την επιτροπή ωφέλειας του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001 παραπομπή της αίτησής τους θα ήταν άνευ αντικειμένου, αφού η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού είναι μεταγενέστερη της πρώτης απαλλοτρίωσης.

Κατόπιν τούτου κρίθηκε ότι δεν απαιτείται, για το παραδεκτό της συζήτησης της αίτησης, η τήρηση της προδικασίας, που καθιέρωσε το άρθρο 33 του ν. 2971/2001, εφόσον η διάταξη αυτή άρχισε να ισχύει από 19.1.2002, σύμφωνα με το άρθρο 37 εδ. α' του ίδιου νόμου και δεν εφαρμόζεται για τις απαλλοτριώσεις που είχε ολοκληρωθεί η συντέλεσή τους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του, όπως η κρινόμενη, κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα.

Συνεπώς, η σχετική περί απαραδέκτου, λόγω μη τήρησης της άνω προδικασίας, ένσταση του Ελληνικού Δημοσίου κρίθηκε απορριπτέα ως αβάσιμη. Εξάλλου, με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, η αίτηση, αναφορικά με το αίτημα που εισήχθη στο Εφετείο προς κρίση, κρίθηκε ότι είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 17 του Συντάγματος, 9 παρ. 4 β', 13, 14 παρ. 1, 18, 20, 21 και 29 παρ. 2 του ΚΑΑΑ, 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της Συμβάσεως της Ρώμης, (ΕΣΔΑ), ήδη δε και 33 του ν. 2971/2001.

Ακολούθως, το Εφετείο, δέχτηκε, τα εξής: "Με την υπ' αρ. 1067705/4159/0010/28.6.1995 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., (ΦΕΚ 507 τ. Δ/11.7.1995), κηρύχθηκε, ως κατεπείγουσας ανάγκης και επισπεύσθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο η διάνοιξη της Ε.Ο. ..., στο τμήμα της από την χ.θ 4+200 έως χ.θ 4+886, που βρίσκεται στο Ν. Αττικής.

Η απαλλοτριωμένη για τον άνω λόγο δημόσιας ωφέλειας έκταση, εμφαίνεται στο κτηματολογικό διάγραμμα και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα της Διεύθυνσης Τοπογρα-φήσεων και Απαλλοτριώσεων (Δ12) της ΓΓΔΕ/Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., που θεώρησε στις 19.1.1995 ο Δ/ντής της εν λόγω υπηρεσίας ..., όπως τροποποιή-θηκε ο ως άνω πίνακας μεταγενέστερα.

Η απαλλοτρίωση αυτή συντελέστηκε στις 14.11.1997, (ΦΕΚ 984/14.11.97), ήτοι πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 2971/2001. Τμήματα της ανωτέρω απαλλοτριούμενης έκτασης αποτελούν οι ιδιοκτησίες ΚΠ 1248, 1248 Α και 1266 Α, εκ των οποίων η πρώτη ανήκει στον πρώτο αιτούντα Χ1 και οι λοιπές στο Χ2. Στις ιδιοκτησίες αυτές επιβλήθηκε αυτοαποζημίωση και αποζημίωση τρίτων, καθόσον χαρακτηρίστηκαν ως ωφελούμενες παρόδιες ιδιοκτησίες, σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη.

Ειδικότερα, από την ιδιοκτησία του πρώτου αιτούντος (1248), συνολικού εμβαδού 1438,77 τ.μ., απαλλοτριώνεται έκταση 688 τ.μ., εμφαινόμενη στον ανωτέρω διορθωμένο κτηματολογικό πίνακα με τα στοιχεία 167-160'-Χι'-Ωι-167, από την οποία τα 130 τ.μ. φέρονται ως αυτοαποζημιούμενα, ενώ υπάρχει υποχρέωση του άνω αιτούντος να αποζημιώσει τρίτους, ήτοι την ιδιοκτησία 1249, για 228 τ.μ.

Από τις ιδιοκτησίες του δεύτερου αιτούντος (1248 Α και 1266 Α), συνολικού εμβαδού 2250 τ.μ., απαλλοτριώνονται? α) από την 1248 Α, έκταση 460 τ.μ., εμφαινόμενη στον ανωτέρω διορθωμένο κτηματολογικό πίνακα με τα στοιχεία 160'-163-Χι-ΧΓ-160', από την οποία τα 136 τ.μ. φέρονται ως αυτοαποζημιούμενα, ενώ υπάρχει υποχρέωση τούτου να αποζημιώσει τρίτους, ήτοι τις ιδιοκτησίες 1248 και 1249 για 284 και 190 τ.μ.

αντίστοιχα, β) από την 1266 Α, έκταση 163 τ.μ., εμφαινόμενη στον κτηματολογικό πίνακα με τα στοιχεία Θ2-Υ2-Φ2α-Η2α-Θ2, από την οποία τα 108 (42+66) τ.μ. φέρονται ως αυτοαποζημιούμενα. Οι ως άνω ιδιοκτησίες των διαδίκων, αρχικής έκτασης, όπως προαναφέρθηκε, 1438,77 τ.μ. του πρώτου αιτούντος και 2.250 τ.μ. του δεύτερου, κείμενες στην εκτός σχεδίου πόλεως περιφέρεια του Δήμου ..., ήταν ενιαίες εδαφικές εκτάσεις με ορθογωνικό σχήμα, μη άρτιες και μη οικοδομήσιμες, με πρόσωπο σε αγροτική οδό και ο προορισμός τους ήταν η γεωργική χρήση και δη με καλλιέργεια αμπέλου.

Μετά την απότμηση των απαλλοτριωθέντων τμημάτων τους από 688 και 623 (460+163) τ.μ. αντίστοιχα, εξακολούθησαν να παραμένουν αγροί, ως άνω, έκτασης 750,77 και 1.627 τ.μ., με δυνατότητα καλλιέργειας, η οποία δεν αναιρέθηκε από την εν λόγω απαλλοτρίωση και για την οποία δεν προσκομίζονται αποδεικτικά στοιχεία, (λ.χ. εκθέσεις χημείου για την ποιότητα της αμπέλου πριν και μετά την απαλλοτρίωση), που να συνηγορούν στον επηρεασμό αυτής (καλλιέργειας) από την εξαιτίας της διέλευσης οχημάτων από τον επίδικο αυτοκινητόδρομο ρύπανση της ατμόσφαιρας, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αιτούντες.

Ακολούθως, οι τελευταίοι, δεν αποδεικνύουν το αντίθετο της τεκμαιρόμενης ωφέλειας των ακινήτων τους από την διάνοιξη του ως άνω αυτοκινητόδρομου, η οποία, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), μεταβάλλει εκ βάθρων την οικονομική φυσιογνωμία της περιοχής και πολλαπλασιάζει την αξία τους, (βλ.

αιτιολογική έκθεση ν. 653/77), ήτοι τη ζημία που υφίστανται αυτά σχετικά με τη δυνατότητα πρόσβασής τους στο έργο ή τα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτρίωσης και την κατά τις ισχύουσες διατάξεις αρτιότητα και οικοδομη-σιμότητά τους. Η σύνδεση των επιπτώσεων που είχε μεταγενέστερη απαλλοτρίωση στα ακίνητά τους, προκειμένου, λαμβανομένων υπόψη ενιαίως των αποτε-λεσμάτων που επήλθαν σε αυτά ως προς την έκταση, το σχήμα και την προσβασιμότητά τους και από τις δυο απαλλοτριώσεις, να ανατραπεί η τεκμαιρόμενη από την πρώτη ωφέλειά τους, δεν είναι παραδεκτή.

Και τούτο διότι δεν αποδεικνύεται ότι με τη μεταγενέστερη απαλλοτρίωση, που έλαβε χώρα δυνάμει της υπ' αρ. 1012521/ 1178/0010/25.2.2000 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε, (ΦΕΚ 152 Δ710.3.2000), στην εν λόγω περιοχή, με σκοπό τη διάνοιξη της Εθνικής Λεωφόρου ..., από τη χ.θ. 2+400 έως τη χ.θ. 4+855, έχει επιβληθεί σε αυτούς αυτοαποζημίωση ή αποζημίωση τρίτων, λόγο άλλωστε για τον οποίο και δεν νοείται διόρθωση των κτηματολογικών της στοιχείων, μη απαιτούμενης και της τήρησης της προδικασίας του άρθρου 33 ν. 2971/2001, όπως θα έπρεπε στην αντίθετη περίπτωση (επιβολή αυτοαποζημίωσης κ.λ.π.), αφού η απαλλοτρίωση αυτή συντελέσθηκε στις 30.5.2002, (ΦΕΚ 456/30.5.2002), ήτοι μετά την έναρξη ισχύος του άνω νόμου, όπως βάσιμα υποστηρίζει το καθ' ου Ελληνικό Δημόσιο.

Επομένως, εφόσον οι αιτούντες δεν ανταποκρίθηκαν στην υποχρέωσή τους να αποδείξουν ότι δεν ήταν ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες από την απαλλοτρίωση των με αριθμ. ΚΠ 1248, 1248 Α και 1266 Α ιδιοκτησιών τους, με την ως άνω υπ' αρ. 1067705/4159/0010/28.6.1995 ΚΥΑ, με επακόλουθο να μην υποχρεούνται σε αποζημίωση τρίτων ιδιοκτησιών και σε αυτοαποζημίωση για τα αναφερόμενα στον οικείο κτημα- τολογικό πίνακα εδαφικά τμήματα και περαιτέρω να δικαιούνται και τον καθορισμό οριστικής αποζημίωσης για τα αυτοαποζημιούμενα τοιαύτα, αποκρούοντας το προαναφερόμενο (μαχητό) τεκμήριο (άρθρο 33 παρ. 1 Ν. 2971/2001), πρέπει η αίτηση ως προς τα συναφή ως άνω αιτήματά της να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη".

Με βάση τις ως άνω αιτιολογίες το Εφετείο, απέρριψε ως αβάσιμο το αίτημα των αναιρεσειόντων να αναγνωριστεί ότι αυτοί (αιτούντες) δεν είναι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες και ως εκ τούτου δεν υποχρεούνται σε αυτοαποζημίωση ή αποζημίωση τρίτων και να καθορισθεί οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως και για τις αυτοαποζημιούμενες εκτάσεις.

Όμως αυτές οι αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως είναι ανεπαρκείς και ασαφείς και δεν καθιστούν ευχερή τον αναιρετικό έλεγχο της υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στους προμνησθέντες κανόνες δικαίου, που αναφέρονται στο αναιρετήριο και παραπάνω. Συγκεκριμένα, στην προσβαλλόμενη απόφαση:

α) δεν αναφέρεται ποια ήταν η συνολική έκταση όλων των απαλλοτριωθέντων ακινήτων ως και των εναπομεινάντων τμημάτων, μετά από τις διαδοχικές απαλλοτριώσεις του 1995 και του 2000, ώστε να κριθεί αν υπέστησαν ή μη μεταβολές ως προς το εμβαδόν και το σχήμα τους (αν παραμορφώθηκε) και αν αυτές (μεταβολές), μετά την απαλλοτρίωση, επηρεάζουν ή μη την αξία τους, όπως και αν επηρεάζουν ή μειώνουν τη δυνατότητα ή μη πραγμα-τοποίησης της χρήσης για την οποία προοριζόταν και β) δεν αναφέρεται ότι τα ως άνω τμήματα, που απέμειναν έχουν πρόσοψη και πρόσβαση στη συγκεκριμένη οδό, (ποιου χαρακτήρα είναι αυτή, εθνική, επαρχιακή ή δημοτική).

Αναφέρεται ότι ο προορισμός τους ήταν η γεωργική χρήση και δη με καλλιέργεια αμπέλου, δεν καθορίζεται όμως αν επρόκειτο για αγρό ποτιστικό ή ξηρικό. Ενόψει τούτων, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ. 19 ΚΠολΔ, πρέπει να αναιρεθεί κατά τούτο ή προσβαλλόμενη απόφαση, στη συνέχεια πρέπει, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που τις εξέδωσε, γιατί είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσείοντων (άρθρο 183 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 22 παρ. 3 ΚΑΑΑ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 422/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ