Legislator Case Law & Legislation
1046/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on distortion of document grounds, upholding lower court's finding of unjust enrichment.

Case Number 1046/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by Piraeus Bank against the Ioannina Court of Appeal's judgment. The bank argued the lower court distorted a specific document regarding timber sales, but the court found the appeal inadmissible because the trial court relied on multiple evidence sources, not just the disputed document. Consequently, the court ruled that the distortion argument failed and the lower court's decision on unjust enrichment was correct.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure; Art. 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure: The appeal ground of distortion of a document is established only if the court of first instance committed a diagnostic error in reading the document, not merely when it draws a different evidentiary conclusion from the document's correct content when considering other evidence.

Keywords

AI generated
distortion of document diagnostic error evidentiary conclusion unjust enrichment appeal admissibility good faith principle judicial review scope

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 914 of the Civil Code
Art. 297 of the Civil Code
Art. 298 of the Civil Code
Art. 330 of the Civil Code
Art. 932 of the Civil Code
Art. 904 of the Civil Code
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 30 of Law 3077/1954

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1046 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1046/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Σοφιαλίδη.

Του αναιρεσιβλήτου: ... κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Μήτση, με δήλωση, κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Οκτωβρίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 372/2007 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα, με την από 29 Νοεμβρίου 2007 αίτησή της . Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 18 Ιανουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο ορθώς διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία διαφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν απλώς το έχει συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτικό γεγονός.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, για να σχηματίσει το αποδεικτικό πόρισμά του επί της υποθέσεως, συνεκτίμησε τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, και όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο το από 18-8-1998 έγγραφο της "ΒΑΛΚΑΝ ΕΞΠΟΡΤ" προς την δικαιοδόχο της αναιρεσείουσας "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΘΡΑΚΗΣ Α.Ε.".

Επομένως δεν θεμελιώνεται ο σχετικός λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου του εγγράφου αυτού, ώστε ο τρίτος, κατά το οικείο μέρος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.- Επειδή, ο εκ του άρθρου 559αρ.11 περ. α' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου που δεν επιτρέπει ο νόμος, απορρίπτεται ως αβάσιμος αν από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη τέτοιο αποδεικτικό μέσο.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του βεβαιώνει ότι για να σχηματίσει το αποδεικτικό πόρισμά του επί της υποθέσεως συνεκτίμησε τα αναφερόμενα σε αυτή νόμιμα αποδεικτικά μέσα. Είναι δε στην προκειμένη περίπτωση νόμιμο αποδεικτικό μέσο και οι μάρτυρες, διότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή και τα γενόμενα δεκτά από την προσβαλλόμενη απόφαση, η σε αυτή αναφερόμενη σύμβαση παραβιάσθηκε με υπαίτια ζημιογόνο πράξη της εναγομένης, η οποία και χωρίς τη σύμβαση θα ήταν παράνομη, ώστε υφίσταται, υπέρ του ενάγοντος συρροή αξιώσεων, από τη σύμβαση και από την αδικοπραξία (Ολομ.

ΑΠ 967/1973, ΑΠ 836/2002, ΑΠ 1600/2002, ΑΠ 1190/2007, ΑΠ 1474/2004), για την οποία (αδικοπραξία) δεν ισχύει ο κατ' άρθρο 393 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., περιορισμός της εμμαρτύρου αποδείξεως. Επομένως ο τρίτος, κατά το οικείο μέρος του, εκ του άρθρου 559 αρ.11α' ΚΠολΔ, αντίθετος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, καθ'ό μέρος αποδίδεται με αυτόν η ιδία πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση, αλλά υπό την επίκληση αυτή, στην πραγματικότητα πλήττεται αυτή κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561§1 Κ.Πολ.Δ.

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκειμένη περίπτωση η εναγόμενη-εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα, προς απόκρουση της αγωγής αποζημιώσεως από υπαίτια παραβίαση συμβάσεως, συνιστώσα αδικοπραξία, ισχυρίσθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για τη ζημία που φέρεται ότι υπέστη είναι ο ίδιος ο ενάγων.

Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα έννοια, διότι η εκ μέρους του εναγομένου για αποζημίωση, από την ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά του, επίκληση ότι η ζημία του ενάγοντος οφείλεται αποκλειστικά σε υπαιτιότητα αυτού (ενάγοντος), αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και ειδικότερα της δικής του υπαιτιότητας.

Επομένως, ο δεύτερος, κατά το οικείο μέρος του, εκ του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, αντίθετος, λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή.

Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παραβίαση.

Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.ΑΠ 30/1997, Ολομ.ΑΠ 28/1997).

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ'άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, ότι το έτος 1998, στα ..., στα πλαίσια της συνεργασίας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης που είχε αναπτυχθεί μεταξύ του ενάγοντος - εκκαλούντος και της Τράπεζας Μακεδονίας -Θράκης, της οποίας καθολική διάδοχος είναι η εναγομένη - εφεσίβλητη, έγινε πρόταση στον εκκαλούντα, από αρμόδιο υπάλληλό της, προστηθέντα, του Υποκαταστήματος ..., την οποία και αποδέχθηκε, να καταβάλει ο εκκαλών στην Τράπεζα, για λογαριασμό της οφειλέτιδάς της εταιρίας "BALKAN EXPORT AE", το ποσό των 30.000.000 δρχ.

έναντι ισόποσης οφειλής αυτής προς την Τράπεζα και ακολούθως η δανείστρια (Τράπεζα) θα αποδέσμευε το ενέχυρο που είχε επί εμπορευμάτων, ίσης αξίας, της οφειλέτιδας(ΒΑΛΚΑΝ), προκειμένου να μπορέσει η τελευταία να πωλήσει τα ενεχυριασμένα εμπορεύματα, ελεύθερα πλέον (καθ' υπόδειξη της Τράπεζας), στην Ανώνυμη Εταιρεία "Εξαγωγική ΑΕ", της οποίας ήταν πρόεδρος ο εκκαλών.

Η πρόταση αυτή έγινε από την Τράπεζα προς τον εκκαλούντα, επειδή ο τελευταίος, ως εξαγωγέας προϊόντων, θα μπορούσε να τα διαθέσει περαιτέρω στην αγορά, με μεγαλύτερη ευκολία από την ίδια, στην πιο πάνω τιμή. Ο εκκαλών, προς διασφάλισή του από τον κίνδυνο τα εμπορεύματα να κατασχεθούν από άλλους προνομιούχους δανειστές μετά την απόσβεση του ενεχύρου και πριν την παράδοσή τους σ' αυτόν, ζήτησε από την Τράπεζα, η οποία τύγχανε κάτοχος του πιο πάνω εμπορεύματος, ως ενεχυρούχος δανείστρια της ΒΑΛΚΑΝ και ως νόμιμη κομίστρια δυνάμει πρώτης, από 11-2-1998, οπισθογραφήσεως προς την ίδια (Τράπεζα) του με αριθμό ...ενεχυρογράφου της Προνομιούχου Ανώνυμης Εταιρίας Γενικών Αποθηκών της Ελλάδας (ΠΑΕΓΑΕ), προς εξασφάλιση απαιτήσεως της Τράπεζας σε βάρος της οφειλέτιδας από δάνειο, την οπισθογράφηση σε αυτόν του πιο πάνω ενεχυρογράφου μετά την καταβολή των χρημάτων, ώστε να υπεισέλθει στα δικαιώματα της ενεχυρούχου Τράπεζας και παραλάβει με την πώληση τα εμπορεύματα, η οποία και αποδέχθηκε τη σχετική πρόταση.

Τα εμπορεύματα, όπως προκύπτει από το αποθετήριο και ενεχυρόγραφο, βρίσκονταν αποθηκευμένα σε ισόγεια ιδιαίτερη αποθήκη της ΒΑΛΚΑΝ, μέσα στο εργοστασιακό της συγκρότημα στη .... Ο εκκαλών σε ουδεμία συμφωνία ήλθε με την εταιρία ΒΑΛΚΑΝ, όπως εσφαλμένα δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, από δε την από 18-8-1998 επιστολή της οφειλέτιδας προς την εναγομένη δεν προκύπτει το αντίθετο, δεδομένου ότι σ' αυτή αναφέρεται ότι η ΒΑΛΚΑΝ αποδέχεται την πρόταση της Τράπεζας προς αυτήν και όχι του εκκαλούντος, να πωλήσει τα εμπορεύματα (912m3 NOVOPAN), αξίας 30.000.000 δρχ., προς την ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ ΑΕ.

Σε εκτέλεση της πιο πάνω συμφωνίας ο εκκαλών εξέδωσε, στα ..., σε διαταγή της Τράπεζας Μακεδονίας Θράκης και παρέδωσε σ' αυτή στο Υποκατάστημά της στα ... στις ..., τρεις(3) μεταχρονολογημένες επιταγές της Τράπεζας Εργασίας ΑΕ, ποσού 10.000.000 δρχ. η καθεμία, με φερόμενο χρόνο εκδόσεως ..., ... και... αντιστοίχως, επί ατομικού του λογαριασμού που τηρείτο στην πιο πάνω Τράπεζα.

Ταυτοχρόνως, η εφεσίβλητη εξέδωσε, κατ' εντολή του ενάγοντος, στο Κατάστημά της στα ..., την υπ' αριθ. ... εγγυητική επιστολή, παρέχοντας ανεπιφύλακτη εγγύηση υπέρ του εκκαλούντος, μέχρι του ποσού των 30.000.000 δρχ., για την εξασφάλιση πληρωμής από τον τελευταίο των πιο πάνω επιταγών, προκειμένου να αποδεσμεύσει το απορρέον από το πιο πάνω ενεχυρόγραφο της ΠΑΕΓΑΕ ενέχυρο.

Προς περαιτέρω εξασφάλισή της, υπογράφηκε μεταξύ αυτής και του εκκαλούντος η υπ' αριθ. ...σύμβαση ενεχύρασης τραπεζικής κατάθεσης, που τηρούσε ο εκκαλών στην εφεσίβλητη, για την περίπτωση κατάπτωσης της πιο πάνω εγγυητικής επιστολής. Το γεγονός ότι οι παραπάνω επιταγές εκδόθηκαν από τον εκκαλούντα σε διαταγή της εφεσίβλητης και όχι της εταιρίας ΒΑΛΚΑΝ, ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου ότι ο εκκαλών δεν συμβλήθηκε με την πιο πάνω οφειλέτιδα εταιρία, γιατί στην αντίθετη περίπτωση κανονικά θα έπρεπε οι επιταγές να έχουν εκδοθεί σε διαταγή της εταιρείας(κυρίας και πωλήτριας των εμπορευμάτων), η οποία στη συνέχεια θα τις οπισθογραφούσε-μεταβίβαζε στη δανείστρια Τράπεζα, προς εξόφληση ισόποσης απαίτησης της τελευταίας.

Στις 18-8-1998, η οφειλέτιδα εταιρία ΒΑΛΚΑΝ απέστειλε έγγραφο στην Τράπεζα Μακεδονίας Θράκης, σύμφωνα με το οποίο την ενημέρωνε ότι αποδέχεται την πρότασή της για την πώληση της παραπάνω ποσότητας ξυλείας, αξίας 30.000.000 δρχ., προς την ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ ΑΕ και την παρακαλούσε να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες αποδέσμευσης της παραπάνω ξυλείας από το ενέχυρο, με την απόσβεσή του.

Η εφεσίβλητη, την ίδια ημέρα (18.8.98), απέστειλε έγγραφό της προς την ΠΑΕΓΑΕ, με το οποίο δήλωνε ότι απαλλάσσει τον τίτλο αποθήκευσης με αριθμό ...., που μεταγράφηκε στο όνομά της, από το ενέχυρο. Μετά από αυτό το εμπόρευμα παραδόθηκε ελεύθερο στην αποθέτιδα και κυρία αυτού εταιρία ΒΑΛΚΑΝ, όπως προκύπτει από το με αριθμό πρωτοκόλλου ...έγγραφο της ΠΑΕΓΑΕ.

Πλην όμως, παρά τα συμφωνηθέντα, η εφεσίβλητη δεν ενημέρωσε τον εκκαλούντα για την απόσβεση του ενεχύρου, πολύ δε περισσότερο δεν του μεταβίβασε αυτό με οπισθογράφηση (άρθρο 30 ΝΔ. 3077/1954 περί Γενικών Αποθηκών), όπως είχε αναλάβει την υποχρέωση από τη μεταξύ τους σύμβαση. Αποτέλεσμα της αντισυμβατικής αυτής συμπεριφοράς της εφεσίβλητης, που συγχρόνως βρίσκεται σε αντίθεση και με το θεμελιώδη κανόνα δικαίου που επιβάλλει κατά τις συναλλαγές να επικρατεί η καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, ήταν ο εκκαλών να μη μπορέσει να παραλάβει την ξυλεία, αφού, παρά τις προσπάθειές του, δεν αναβρέθηκε στις αποθήκες της οφειλέτιδας εταιρίας και κατά συνέπεια να ζημιωθεί το ποσό των 30.000.000 δρχ.

που είχε προκαταβάλει στην εφεσίβλητη για την αγορά της ξυλείας, με αντίστοιχη ωφέλεια της τελευταίας, κατά το οποίο ποσό αυτή κατέστη πλουσιότερη, χωρίς νόμιμη αιτία, σε βάρος της περιουσίας του εκκαλούντος. Ακολούθως δέχθηκε την αγωγή εν μέρει ως αβάσιμη και κατ' ουσίαν και υποχρέωσε την εφεσίβλητη να καταβάλει στον εκκαλούντα το ποσό των 88.041Ευρώ, ως αποζημίωση, καθώς και ποσό 3.000Ευρώ ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αδικοπραξία της εναγομένης.

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο διέλαβε σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς όλα τα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση του περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων των άρθρων 914, 297, 298, 330 και 932 ΑΚ, τις οποίες ορθώς εφήρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.

Δεν στέρησε δεν την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Τα διαλαμβανόμενα δε ως προς την ερμηνεία του άρθρου 904 ΑΚ είναι αβάσιμα, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, δεν εφήρμοσε τη διάταξη αυτή, ούτε έκρινε ότι κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερη η εναγομένη αλλά η οφειλέτιδα εταιρία "ΒΑΛΚΑΝ ΕΞΠΟΡΤ".

Επομένως οι πρώτος και δεύτερος, εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, αντίθετοι λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση. Η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-11-2007 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", για αναίρεση της υπ' αριθμό 372/2007 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ