Legislator Case Law & Legislation
1046/2007 AI generated

1046/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1046/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/2/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 128/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2172/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/6/2006 αίτησή της και τους από 26/2/2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 2/4/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το ένα σκέλος του και οι δύο πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως και να απορριφθούν οι άλλοι λόγοι.

Legislator headnote

AI generated

1046/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, με το άρθρο 13 της 12/84 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών που κηρύχθηκε εκτελεστή με την ΥΑ 12430/84, ο χρόνος εργασίας των οδηγών αυτοκινήτων ορίσθηκε σε 40 ώρες κατά εβδομάδα και με το άρθρο 6 της 40/85 του ΔΔΔΔ Αθηνών που κηρύχθηκε υποχρεωτική (από 29.11.85) με την ΥΑ 19533/85 (ΦΕΚ 179, Α΄) καθιερώθηκε η εβδομάδα των πέντε εργασίμων ημερών για τους οδηγούς όλων των φορτηγών αυτοκινήτων.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1046 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1046/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Μεταφορικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΔΕΛΦΟΙ Φ.ΚΑΡΕΛΙΑ Α.Μ.Ε.", η οποία εδρεύει στη Μαγούλα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καρούζο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1)..., 2)..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Χαραλαμπόπουλο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/2/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 128/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2172/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/6/2006 αίτησή της και τους από 26/2/2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 2/4/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το ένα σκέλος του και οι δύο πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως και να απορριφθούν οι άλλοι λόγοι.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ΒΔ της 28.1/4.2.38 "περί κανονισμού ωρών εργασίας του προσωπικού φορτηγού αυτοκινήτου"(ΦΕΚ Α΄ 35), τα φορτηγά αυτοκίνητα διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες ( Α΄ Β΄ και Γ΄), από τις οποίες η κατηγορία Α΄ περιλαμβάνει "τα μη εξυπηρετούντα ωρισμένον εργοδότην φορτηγά αυτοκίνητα (αγοραία)", στη Β΄ κατηγορία υπάγονται τα φορτηγά των εταιρειών ηλεκτρισμού, ύδρευσης κλπ και στη κατηγορία Γ΄ τα φορτηγά των λοιπών ανωνύμων εταιρειών, βιομηχανικών εργοστασίων και επιχειρήσεων πάσης φύσεως.

Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου 1 του πιο πάνω ΒΔ η απασχόληση των οδηγών των φορτηγών αυτοκινήτων Γ΄ κατηγορίας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις 8 ώρες ημερησίως, παρά μόνο καθ' ο μέτρο κρίνεται αναγκαία για την πρόληψη διαταραχής στην κανονική διεξαγωγή της εργασίας σε περίπτωση ατυχήματος, επικειμένου ή επελθόντος, επείγουσας εργασίας σε μηχανές, εργαλεία ή εγκαταστάσεις και ανωτέρας βίας κατά δε το ΒΔ 882/61 και λόγω συσσωρεύσεως εργασίας ή προς αντιμετώπιση επείγουσας γενικά εργασίας επί δίωρο ημερησίως (πέρα δηλαδή του οκταώρου) και επί τρίμηνο ετησίως κατ' ανώτατο όριο.

Εξάλλου, από το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν 435/76 προκύπτει ότι η απασχόληση του μισθωτού κατά το μέρος που υπερβαίνει το ανώτατο όριο διάρκειας της εργασίας κατά τη μονάδα του χρόνου, που έχει ορισθεί με διάταξη νόμου ή με κανονιστική διοικητική πράξη κατά νόμιμη εξουσιοδότηση, συνιστά, εφόσον δεν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 3 του ΝΔ 515/70 ή άλλη νόμιμη εξαίρεση, παράνομη υπερωρία, για την οποία ο μισθωτός έχει τις απαιτήσεις που αναφέρονται σε αυτή.

Περαιτέρω, με το άρθρο 13 της 12/84 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών που κηρύχθηκε εκτελεστή με την ΥΑ 12430/84, ο χρόνος εργασίας των οδηγών αυτοκινήτων ορίσθηκε σε 40 ώρες κατά εβδομάδα και με το άρθρο 6 της 40/85 του ΔΔΔΔ Αθηνών που κηρύχθηκε υποχρεωτική (από 29.11.85) με την ΥΑ 19533/85 (ΦΕΚ 179, Α΄) καθιερώθηκε η εβδομάδα των πέντε εργασίμων ημερών για τους οδηγούς όλων των φορτηγών αυτοκινήτων.

Εξάλλου, με το άρθρο 6 της από 14.2.84 εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την απόφαση του Υπουργού Εργασίας 11770/20.2.84(ΦΕΚ Β΄, 81), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε σε 40 ώρες, για την αμοιβή δε της απασχολήσεως πέρα από το συμβατικό αυτό εβδομαδιαίο ωράριο και έως τη συμπλήρωση του νομίμου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή της υπερεργασίας, γίνεται παραπομπή στο άρθρο 9 της 1/82 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του Ν. 1346/83.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι: α)ως προς τη συνδρομή υπερεργασίας υπό την ανωτέρω έννοια κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια, αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και όχι κατά Κυριακές ή άλλες ημέρες ανάπαυσης, για τις οποίες υφίσταται αυτοτελής νομοθετική πρόνοια και, συνεπώς ο απασχολούμενος υπό καθεστώς πέντε εργασίμων ημερών εβδομαδιαίως πραγματοποιεί υπερεργασία για την οποία δικαιούται την οικεία αμοιβή (ωρομίσθιο επαυξανόμενο κατά 25%), αν η απασχόλησή του υπερβαίνει κατά τις ημέρες αυτές το συμβατικό όριο των 40 ωρών, β) ως προς τη συνδρομή υπερωριακής εργασίας, στην οποία αφορούν οι παροχές του άρθρου 1 του άνω Ν 435/76, λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία, αλλά η ημερήσια εργασία, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία όταν ο μισθωτός της προκείμενης κατηγορίας απασχοληθεί πέρα των οκτώ ωρών ημερησίως ( ή πέρα των εννέα ωρών υπό τους όρους του άρθρου 6 της από 26.2.75 εθνικής γενικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν.133/75), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζόμενου από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της επί πλέον ημερήσιας εργασίας με τις ολιγότερες ώρες εργασίας άλλης ημέρας.

Η υπερωριακή αυτή εργασία αμείβεται ανάλογα με το χαρακτηρισμό της ως νόμιμης ή παράνομης. Ειδικώς, επί πενθημέρου, η πέρα των 45 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση των 48 ωρών τρίωρη κάθε εβδομάδα (48-45=3 ώρες ) εργασία θεωρείται ως επιτρεπτή νόμιμη υπερωριακή εργασία ( κατ' άρθρο 6 παρ. 2 εδ. β΄ της από 26.2.75 ΕΓΣΣΕ Ν.133/75) που δεν συμψηφίζεται στα επιτρεπόμενα όρια υπερωριακής απασχόλησης και αμείβεται σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 435/76, δηλαδή με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά 25%.

Η δε παράνομη εργασία, δηλαδή χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων του ΝΔ 515/70, αμείβεται σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 435/76 (δηλαδή με αποζημίωση βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού, άρθρο 904 επ. ΑΚ) και την προσαύξηση 100% του καταβαλλομένου ωρομισθίου. Η εργασία του μισθωτού κατά την Κυριακή και το Σάββατο δεν αποτελεί υπερωριακή εργασία, αν δεν υπερβαίνει το ανώτατο νόμιμο όριο ημερήσιας απασχολήσεως.

Εξάλλου, για να έχει νομική πληρότητα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 εδ. α΄ Κ.Πολ.Δ., το δικόγραφο αγωγής οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου, που έχει ως αίτημα την καταβολή αμοιβής για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση, λόγω υπερβάσεως του χρόνου της συνολικής απασχολήσεως, θα πρέπει να αναφέρεται η εργασιακή σχέση και οι όροι αυτής καθώς και η διάρκεια της εβδομαδιαίας και καθ' εκάστη ημέρα απασχολήσεως.

Επίσης, η διάταξη του εδαφ. β' του άρθρου 224 ΚπολΔ, κατά την οποία "με τις προτάσεις που κατατίθενται κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 237 ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, διευκρινίσει και διορθώσει τους ισχυρισμούς του αρκεί να μη μεταβάλλεται η βάση της αγωγής", επιτρέπει στον ενάγοντα την διευκρίνιση όσων ουσιωδών γεγονότων διατυπώθηκαν ανεπαρκώς ή ασαφώς στην αγωγή του, θεραπεύοντας έτσι την πραγματική, αλλά όχι και την νομική αοριστία της ιστορικής βάσεως της αγωγής, σκοπεί δε να αποτρέψει την απόρριψη αγωγών ως αορίστων, συνεπεία της ανεπαρκούς ή ασαφούς διατυπώσεως των περιεχομένων στην αγωγή ισχυρισμών, πράγμα που αντιβαίνει στην αρχή της οικονομίας της δίκης.

Όμως η δυνατότητα αυτή του ενάγοντος δεν εξικνείται και μέχρις αναπληρώσεως ελλειπόντων ισχυρισμών, από την εκ τούτου αόριστη αγωγή, πράγμα που θα αιφνιδίαζε ανεπιτρέπτως τον εναγόμενο. Τέλος με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτο, ελέγχεται η ποσοτική (ή ποιοτική) αοριστία της αγωγής η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο, για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, αρκεί ο σχετικός ισχυρισμός για την αοριστία της αγωγής να είχε προταθεί παραδεκτά και ορισμένα στο ουσιαστικό δικαστήριο.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσίβλητοι, για τη θεμελίωση του αιτήματός τους για πληρωμή αμοιβής για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση, που προσέφεραν στην αναιρεσείουσα κατά τα έτη 1996 μέχρι 2000, ισχυρίσθηκαν στην αγωγή τους ότι, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκαν αντίστοιχα κατά μήνα Μάρτιο του έτους 1983 και στις 27-9-1993, προσελήφθησαν από την αναιρεσείουσα, που διαθέτει φορτηγά ρυμουλκά μετά ρυμουλκουμένου, ειδικά διαμορφωμένα για την μεταφορά με αυτά Ι.Χ.

αυτοκινήτων, ως οδηγοί φορτηγών αυτοκινήτων (Γ΄ κατηγορίας, όπως δέχθηκε και το Εφετείο), ότι εργάζονταν επί 28 ημέρες κάθε μήνα και εβδομαδιαίως επί 90 τουλάχιστον ώρες και συγκεκριμένα όλα τα Σάββατα και δύο Κυριακές κάθε μήνα, ήτοι μηνιαίως 396 ώρες, αφού για 16 ημέρες μηνιαίως (όταν δεν μετέβαιναν στην επαρχία) εργάζονταν 12 ώρες ημερησίως, ήτοι από 08.00 έως 20.00 και για τις υπόλοιπες 12 ημέρες (που συνήθως μετέβαιναν στην επαρχία) εργάζονταν επί 17 ώρες ημερησίως με ώρα ενάρξεως την 08.00 αφού, όπως προελέχθη, την ίδια ημέρα άρχιζαν το ταξίδι στην επαρχία (16 ημέρες επί 12 ώρες =192 +12 ημέρες επί 17 ώρες =204 ήτοι 192+204 = 396 ώρες).

Ζήτησαν δε με την αγωγή αμοιβή υπερεργασίας για 22 ώρες κάθε μήνα και αμοιβή για υπερωριακή απασχόληση για 150 ώρες κάθε μήνα. Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή, στην οποία δεν διευκρινιζόταν πόσες ώρες εργάζονταν οι αναιρεσίβλητοι τα Σάββατα, ήταν αόριστη, γιατί δεν αναφερόταν στο δικόγραφό της, ούτε μπορούσε να συναχθεί με μαθηματικό υπολογισμό, η διάρκεια της απασχολήσεως των αναιρεσιβλήτων κατά τις εργάσιμες, πλην του Σαββάτου και της Κυριακής ημέρες της εβδομάδας, ούτε η διάρκειά της για κάθε ημέρα και έτσι δεν μπορούσε να διαπιστωθεί αν για το χαρακτηρισμό των παραπάνω ωρών απασχολήσεώς τους ως υπερεργασίας και υπερωριακής απασχόλησης συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του νόμου.

Με τις προτάσεις που υπέβαλαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και προφορικά κατά τη συζήτηση της αγωγής στο ακροατήριο διευκρίνισαν την αγωγή τους και ισχυρίσθηκαν ότι, κάθε Δευτέρα εργάζονταν στο λεκανοπέδιο Αττικής 12 ώρες, κάθε Τρίτη μετέβαιναν στην επαρχία και εργάζονταν 17 ώρες, κάθε Τετάρτη στην Αθήνα 17 ώρες, κάθε Πέμπτη εντός του Λεκανοπεδίου 12 ώρες, κάθε Παρασκευή στην επαρχία 17 ώρες και κάθε Σάββατο, έκαναν διανομή σε επαρχιακές πόλεις και ακολούθως επέστρεφαν στην Αθήνα 15 ώρες.

Η διευκρίνιση αυτή της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, κατά την οποία οι αναιρεσίβλητοι εργάζονταν περισσότερες ώρες από αυτές που είχαν επικαλεσθεί με την αγωγή (κατά την αγωγή εργάζονταν 90 ώρες εβδομαδιαίως, ενώ με τις προτάσεις ισχυρίσθηκαν ότι εργάζονταν 75 ώρες τις εργάσιμες ημέρες και 15 κάθε Σάββατο, δηλαδή 90 ώρες, χωρίς όμως να υπολογίζονται οι ώρες εργασίας κατά τις δύο Κυριακές κάθε μήνα), δεν είναι επιτρεπτή, κατά το άρθρο 224 Κ.Πολ.Δ., και αποτελεί απαράδεκτη μεταβολή της βάση της.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως καθώς και οι δύο πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, αληθώς από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται ότι, το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη τη μεταβολή της βάσης της αγωγής, ως προς τα παραπάνω αιτήματά της για πληρωμή αμοιβής για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση και δεν απέρριψε την αγωγή, ως προς τα αιτήματα αυτά, ως αόριστη, όπως είχε προτείνει η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.

Για την κατά το άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. νομική πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, που έχει ως αίτημα, πλην άλλων και την καταβολή αμοιβής για εργασία που παρασχέθηκε κατά Κυριακές και κατά τη νύκτα συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, αρκεί να αναφέρεται στο αγωγικό δικόγραφο, εκτός από την εργασιακή σχέση και τους όρους αυτής, ο αριθμός των Κυριακών, κατά τις οποίες εργάσθηκε ο ενάγων και ο αριθμός των ημερών, που εργάσθηκε κατά τη νύκτα, ο αριθμός των ωρών που εργάσθηκε κάθε φορά (την Κυριακή ή τη νύκτα) καθώς και το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρονται οι ημέρες και ώρες εργασίας, χωρίς να είναι απαραίτητος ο ημερολογιακός προσδιορισμός των ημερών που εργάσθηκε Κυριακές και κατά τη νύκτα.

Στην προκείμενη περίπτωση, στην αγωγή, για την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφέρεται ότι, οι αναιρεσίβλητοι εργάζονταν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα δύο Κυριακές κάθε εβδομάδα και για τουλάχιστον οκτώ ώρες κάθε φορά, για τις οποίες (οκτώ ώρες) και ζητούν αμοιβή και έξι φορές κάθε μήνα κατά τη νύκτα για οκτώ ώρες κάθε φορά.

Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή ήταν πλήρως ορισμένη ως προς τα αιτήματά της για πληρωμή αμοιβής, λόγω εργασίας κατά Κυριακές και κατά τη νύκτα και επομένως οι ίδιοι πιο πάνω λόγοι αναιρέσεως, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται ότι, παρά το νόμο το Εφετείο δεν απέρριψε την αγωγή, ως προς τα αιτήματα αυτά, ως αόριστη, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. δημιουργείται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου ως πράγματα θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τείνουν στη θεμελίωση ή στην κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος , που έχει ασκηθεί με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, ή ένδικο μέσο.

Επομένως, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του ισχυρισμό που δεν είναι νόμιμος, ή είναι αόριστος, ή είναι νομικά αδιάφορος. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των 8900/1946 και 18310/1946 κοινών αποφάσεων των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, όπως ερμηνεύθηκαν με την 25825/1951 όμοια απόφαση και όπως η δεύτερη από αυτές τροποποιήθηκε με τη Φ.27019/2/53 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και άρθρου 2 του ν. 435/1976, την προσαύξηση κατά 75% και 25% αντίστοιχα του ημερομισθίου τους δικαιούνται να λάβουν όχι μόνο οι απασχολούμενοι κατά την Κυριακή και τη νύκτα με έγκυρη σύμβαση εργασίας αλλά και οι προσφέροντες τις υπηρεσίες τους με απλή σχέση εργασίας, με βάση δηλαδή άκυρη σύμβαση εργασίας.

Επίσης, από τις διατάξεις της πιο πάνω 8900/45 αποφάσεως σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του ΒΔ 748/66 προκύπτει ότι, και οι απασχολούμενοι, με βάση άκυρη σύμβαση εργασίας, κατά τις Κυριακές και με μηνιαίο μισθό αμειβόμενοι μισθωτοί, δικαιούνται να λάβουν, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρο 904 ΑΚ), το 1/25 του μισθού τους, σε περίπτωση στέρησής τους από τη δικαιούμενη εβδομαδιαία ανάπαυσή τους σε άλλη ημέρα της εβδομάδας, ισχυριζόμενοι με την αγωγή τους ότι, ο εργοδότης τους εξοικονόμησε τη δαπάνη, στην οποία θα έπρεπε να υποβληθεί για τη μισθοδοσία άλλου μισθωτού της ίδιας με αυτούς ειδικότητας και αποδόσεως, που θα είχε απασχοληθεί στην ίδια εργασία.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση επεδίκασε στους αναιρεσιβλήτους, εκτός από αμοιβή για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση, την προσαύξηση του ημερομισθίου τους κατά 75% και 25% για εργασία παρασχεθείσα κατά Κυριακές και κατά τη νύκτα αντίστοιχα καθώς και το 1/25 του μισθού τους, λόγω στέρησης της εβδομαδιαίας ανάπαυσής τους (με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, τις οποίες είχαν επικαλεσθεί στην αγωγή τους οι αναιρεσίβλητοι), δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, που πρόβαλε ενώπιον του, ότι οι συμβάσεις εργασίας των αναιρεσιβλήτων ήσαν άκυρες, επειδή αυτοί δεν είχαν εφοδιασθεί με την προβλεπόμενη από το νόμο (άρθρο 94 παρ.3α του Ν. 2696/1999 και άρθρο 94 παρ. 1 και 4 του Ν. 2094/1992) αντίστοιχη για κάθε όχημα άδεια οδήγησης.

Όπως όμως προαναφέρθηκε, οι πιο πάνω αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων ήσαν επιδικαστέες και με βάση άκυρη σύμβαση εργασίας και επομένως ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι αλυσιτελής και απορριπτέος. Τέλος, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η παραβίαση της διάταξης του άρθρου 94 παρ. 3α του Ν. 2696/1999, βασίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέος, αφού το Εφετείο δεν έχει παραδοχή ότι, οι αναιρεσίβλητοι δεν είχαν εφοδιασθεί με άδεια οδήγησης αντίστοιχης με το όχημα που οδηγούσαν, ώστε να προχωρήσει σε εφαρμογή της πιο πάνω διάταξης.

Μετά από αυτά, κατ' αποδοχή του τρίτου λόγου αναιρέσεως καθώς και των δύο προσθέτων λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος μόνο που επιδίκασε στους αναιρεσιβλήτους αμοιβή για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος αυτό, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι σε πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη 2172/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος αυτό, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους σε πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 15 Μαΐου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ