Supreme Court allows appeal against appellate court decision on company contract validity and formal defects.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court accepted the appeal filed by the appellants against the final appellate court decision regarding a company contract dispute. The appellants argued that the lower court erred in accepting a private agreement for transferring company shares without notarization and failed to address ambiguities in the contract. The court found these arguments valid, ruling that the unnotarized transfer violated mandatory law and the contract contained errors requiring remittal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 173 and 200 of the Civil Code; Article 235 of the Civil Code; The Supreme Court held that a private agreement for transferring company shares without notarization is void due to violation of mandatory formal requirements, and appellate courts must address ambiguities in contracts rather than assuming their validity.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1045 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1045/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Μαρία Πετσάλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Κ. του Γ., 2) Α. Κ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κωστή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. χήρας Ι. Κ., το γένος Ν. Α., 2) Α. Κ. του Ι., κατοίκων ..., ως καθολικών διαδόχων του αποβιώσαντος αρχικά εναγομένου Ι. Κ. του Δ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόφιλο Παπαδόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/2/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 150/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2709/2019 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23/12/2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 2709/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, δέχθηκε την έφεση του αρχικά εναγομένου, στη θέση του οποίου έχουν υπεισέλθει οι ήδη αναιρεσίβλητοι, κατά της 150/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, εξαφάνισε την απόφαση αυτή, που είχε δεχθεί στο σύνολό της, την από 12-2-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και στη συνέχεια, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, ως προς το υπό στοιχ. β αίτημά της. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετίας από την, στις 27-12-2019, δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι δεν προέκυψε επίδοσή της (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Η πιο πάνω προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι ενάγοντες, ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, κατά του αρχικά εναγομένου, δικαιοπαρόχου των ήδη αναιρεσίβλητων, την ένδικη, από 12-2-2009 αγωγή τους, με την οποία, ισχυρίστηκαν τα ακόλουθα:
Ότι µε το από 1-2-1964 ιδιωτικό συμφωνητικό συστάθηκε ετερόρρυθµη εταιρία µε την επωνυμία, "ΑΔΕΛΦΟΙ Κ. Ε.Ε.Ε." και εταίρους τον εναγόµενο, Ι. Κ., και τον πατέρα τους, Γ. Κ., κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους. Ότι, µετά το θάνατο του τελευταίου, στις ...-1999, στη θέση αυτού, υπεισήλθαν ως μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι οι ίδιοι (ενάγοντες) και η µητέρα τους, µετά δε τη μεταβίβαση των ποσοστών της τελευταίας σ' αυτούς, τα ποσοστά τους στην παραπάνω εταιρία διαμορφώθηκαν σε 25% για τον καθένα τους, ενώ στο υπόλοιπο ποσοστό (50%) παρέμεινε ο εναγόµενος.
Ότι παράλληλα, στις 23-6-1964, οι παραπάνω εταίροι, ήτοι ο εναγόµενος, Ι. Κ., ο πατέρας τους Γ. Κ., και οι Α. Κ. και Μ. Κ. συνέστησαν οµόρρυθµη εταιρία µε την επωνυμία, "ΑΔΕΛΦΟΙ Δ. Κ. Ο.Ε.Ε.", µετά δε το θάνατο του πατέρα τους στη θέση του υπεισήλθαν οι ίδιοι και η µητέρα τους κατά ποσοστό 14,37% ο καθένας και 9,59% η µητέρα τους.
Ότι η ως άνω ομόρρυθμη εταιρία είναι κυρία, νοµέας και κάτοχος ενός αστικού ακινήτου, του πρώην κινηματογράφου "Κ.", που βρίσκεται στη Βέροια. Ότι την 1-12-2000, οι εταίροι της ετερόρρυθμης (πρώτης) εταιρίας αποφάσισαν, υπογράφοντας και το σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό, τη λύση και εκκαθάριση αυτής, µε την ειδικότερη συμφωνία, ότι τα ανήκοντα στο µερίδιό τους χρέη (των εναγόντων), ανερχόµενα στο ποσό των 23.558.755 δραχμών, θα τα καταβάλει ο εναγόµενος, που θα κατέβαλε και το σύνολο των χρεών της εταιρίας προς τρίτους και ότι έναντι της διευκόλυνσης αυτής, οι ίδιοι (ενάγοντες) ανέλαβαν την υποχρέωση όπως σε πρώτη ζήτηση, του µεταβιβάσουν ποσοστό 6,5% καθένας στο κτίσµα του κινηματογράφου, που αποτελεί περιουσιακό στοιχείο της εταιρίας, σε περίπτωση δε που αυτοί µέχρι 30-6-2001, δεν επέστρεφαν το ως άνω ποσό (23.558.755 δραχμές), τότε ο εναγόµενος, στον οποίο παρείχαν οι ίδιοι τη σχετική εντολή, θα είχε το δικαίωµα να προβεί στην τροποποίηση του καταστατικού της άνω οµόρρυθµης εταιρίας (ΑΔΕΛΦΟΙ Κ.
ΟΕΕ), υπογράφοντας για λογαριασμό τους και µεταβιβάζοντας στον εαυτό του ποσοστό 6,5% από το ποσοστό καθενός τους, στο κτίσμα του κινηματογράφου. Ότι στις 21-9-2005, συντάχθηκε χωρίς τη συμμετοχή τη δική τους και της μητέρας τους και χωρίς δική τους εντολή, µε τη συµµετοχή µόνο του εναγοµένου και του Α. Κ., το µε την ίδια ηµεροµηνία συμφωνητικό τροποποίησης του καταστατικού της προαναφερθείσας οµόρρυθµης εταιρίας, με το οποίο μεταβιβάστηκε το άνω συμφωνηθέν ποσοστό στον εναγόµενο και τροποποιήθηκαν τα ποσοστά συµµετοχής του καθενός στην εταιρία, µε αποτέλεσµα ο καθένας των εναγόντων να συμμετέχει πλέον µε ποσοστό 7,87%.
Με βάση δε το ιστορικό αυτό, οι ενάγοντες ζήτησαν να αναγνωρισθεί: α) ότι είναι άκυρη η συμφωνία που εµπεριέχεται στο µε ηµεροµηνία 1-12-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό µε την οποία, "άλλως ο Ι. Κ. έχει το δικαίωμα να προβεί στην τροποποίηση του καταστατικού της εταιρίας, με την επωνυμία "ΑΔΕΛΦΟΙ Δ. Κ. Ο.Ε.Ε", υπογράφοντας και για λογαριασμό τους και µεταβιβάζοντας προς αυτόν τα ποσοστά, 6,5% και 6,5% τούτων, επί του κτίσµατος του κινηματογράφου" και β) ότι είναι άκυρη η από 21-9-2005 συμφωνία µε την οποία τροποποιήθηκε το καταστατικό της εταιρίας και ορίστηκε ότι µετά την τροποποίηση, η συµµετοχή και συγκυριότητα εκάστου των εταίρων της εταιρίας µε την επωνυμία "ΑΔΕΛΦΟΙ Δ.
Κ. Ο.Ε.Ε" µόνον επί του κτίσµατος του κινηµατοθεάτρου έχει ως εξής: 1) Ι. Κ. του Δ. 51,33%, 2) Α. Κ. του Δ. 23,33%, 3) Ε. χα Γ. Κ. 9,59%, 4) Α. Κ. του Γ. 7,87% και 5) Δ. Κ. του Γ. 7,87% και γ) να αναγνωρισθεί ότι ουδέποτε µεταβλήθηκαν τα ποσοστά συµµετοχής τους στο κεφάλαιο και τις κερδοζηµίες της εταιρίας µε την επωνυµία, "ΑΔΕΛΦΟΙ Κ. Ο.Ε.Ε" τα οποία εξακολουθούν να παραμένουν σε ποσοστό 14,37% για τον καθένα από τους ενάγοντες.
Επί της αγωγής, εκδόθηκε η 150/2010 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή στο σύνολό της. Μετά δε την άσκηση έφεσης από τον αρχικά εναγόμενο, εκδόθηκε η πρσβαλλόμενη με την αίτηση αναίρεσης, με αριθμό 2709/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και στη συνέχεια αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, ως προς το άνω υπό στοιχ.
β'αίτημά της. Στις εταιρίες που έχουν νομική προσωπικότητα, σε αντίθεση με εκείνες που στερούνται νομικής προσωπικότητας (άρθρα 758 παρ. 1, 759, 761 ΑΚ), η εταιρική περιουσία ανήκει στο νομικό πρόσωπο και διακρίνεται από τις ατομικές περιουσίες των εταίρων. Η ιδιότητα εταίρου σε εταιρία με νομική προσωπικότητα δεν παρέχει σε αυτόν κανένα δικαίωμα περιουσιακής φύσης επί των επί μέρους στοιχείων που απαρτίζουν την εταιρική περιουσία, αλλά ποσοστό οικονομικής συμμετοχής επί της εταιρικής περιουσίας, ως χωριστής (αυτοτελούς) ομάδας (ΑΠ 421/2022, ΑΠ 350/2020, ΑΠ 1926/2013).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1033 του ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από την εν λόγω διάταξη προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε (ΑΠ 176/2024, ΑΠ 823/2021, ΑΠ 558/2017, ΑΠ 913/2015).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων, 158, 159, 166, 180, 181, 361, 369, 513 και 1033 ΑΚ, προκύπτει, ότι όπου ο νόμος απαιτεί την τήρηση τύπου για την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, ο τύπος απαιτείται για ολόκληρο το περιεχόμενό της και προκειμένου για ακίνητο πρέπει να καλύπτει τόσο την μεταβιβαστική της κυριότητάς του εμπράγματη σύμβαση, όσο και την ενοχική της πώλησής του ως προς όλα τα ουσιώδη στοιχεία της, δηλαδή ως προς το πράγμα και το τίμημα (ΑΠ 1007/2023, ΑΠ 580/2019).
Ακολούθως, με το άρθρο 235 ΑΚ, το οποίο ρυθμίζει την περίπτωση της δικαιοπραξίας του αντιπροσώπου με τον εαυτό του, ορίζεται ότι, ''ο αντιπρόσωπος δεν μπορεί να επιχειρήσει στο όνομα του αντιπροσωπευομένου δικαιοπραξία με τον εαυτό του ατομικά ή με την ιδιότητά του ως αντιπροσώπου άλλου, εκτός αν ο αντιπροσωπευόμενος είχε επιτρέψει τη δικαιοπραξία ή αυτή συνίσταται αποκλειστικά στην εκπλήρωση υποχρέωσης.
Αυτοσύμβαση που δεν έχει περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου είναι άκυρη''. Σκοπός της, από τη διάταξη αυτή, απαγόρευσης της αυτοσύμβασης είναι να αντιμετωπιστεί ο κίνδυνος, ο οποίος καθιστά προβληματικό το κύρος της αυτοδικαιοπραξίας, δημιουργούμενος για τον αντιπροσωπευόμενο ως αποτέλεσμα της εκπροσώπησης των συμφερόντων του από πρόσωπο που εκπροσωπεί ταυτοχρόνως και τα δικά του συμφέροντα ή συμφέροντα κάποιου άλλου, συγχρόνως αντιπροσωπευομένου.
Στον απαγορευτικό δε κανόνα της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 235 ΑΚ εμπίπτει, κατ' αρχήν, κάθε σύμβαση την οποία καταρτίζει ο άμεσος αντιπρόσωπος, είτε με τον εαυτό του ατομικά, είτε υπό την ιδιότητά του, ως αντιπροσωπεύοντος ταυτόχρονα και άλλο πρόσωπο, εκτός εάν ο αντιπροσωπευόμενος είχε επιτρέψει τη δικαιοπραξία ή αυτή συνίσταται αποκλειστικά στην εκπλήρωση υποχρέωσης, αυτοσύμβαση δε που δεν έχει περιληφθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου είναι άκυρη (ΑΠ 839/2015, ΑΠ 1241/2012).
Τέλος, στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφενός, ότι, κατά την ερμηνεία της δήλωσης βούλησης αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βούλησης.
Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς καvόvες, μολονότι διαπίστωσε ρητά ή έμμεσα την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 1041/2018).
Επομένως, δεν παραβιάζονται οι ως άνω κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του, ότι η ελεγχόμενη δήλωση βούλησης είναι σαφής, χωρίς κενά (ΑΠ 836/2022, ΑΠ 1059/2018, ΑΠ 1164/2015). Η κρίση δε του δικαστηρίου για την ύπαρξη ή μη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βούλησης ή ασάφειας στη διατύπωσή της, έστω και έμμεσα εκφερόμενη, ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 836/2022, ΑΠ 738/2018, ΑΠ 1597/2017).
Επίσης, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 334/2023, ΑΠ 1595/2022, ΑΠ 301/2022, ΑΠ 1363/2021, ΑΠ 1123/2019, ΑΠ 1563/2018, ΑΠ 432/2016).
Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη και σταθμίζει, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, πλην άλλων, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνήθειες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων, τη φύση της σύμβασης, τις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί, καθώς και την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών (ΑΠ 1431/2022, ΑΠ 1360/2017, ΑΠ 220/2016, ΑΠ 934/2014).
Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται, όμως, και εκ πλαγίου, στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 26/2004) και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βούλησης ή όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται, και ούτε προκύπτει, αν υπήρχε ή όχι κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία και επομένως ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, την οποία ωστόσο το δικαστήριο πραγματοποίησε ή αναλόγως παρέλειψε να πραγματοποιήσει, καθώς και όταν το δικαστήριο, σε περίπτωση που προβαίνει σε ερμηνεία της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να εκθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, και συγκεκριμένα ότι χρησιμοποίησε τα κριτήρια που αυτές θέτουν, δηλαδή τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, για να ανεύρει την αληθινή βούληση των συμβληθέντων (ΑΠ 301/2022, ΑΠ 1565/2017, ΑΠ 1134/2015, ΑΠ 10/2015), έστω και αν παρέπεμψε στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, οπότε η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 61/2021, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 1324/2018, ΑΠ 1360/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173, 200 ΑΚ, με τις αιτιάσεις ότι, α) προέβη σε ερμηνεία των δηλώσεων βούλησης των συμβαλλομένων στο άνω από 1-12-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό, παρά το γεγονός ότι οι δηλώσεις αυτές ήταν σαφείς και η σχετική συμφωνία για τη μεταβίβαση ποσοστού εξ αδιαιρέτου επί του ακινήτου του κινηματογράφου της εταιρίας ήταν άκυρη, λόγω της μη τήρησης του απαιτούμενου κατ' άρθρα 158 και 1033 ΑΚ τύπου, εφόσον αφορούσε ακίνητο, δεχόμενο ότι, αληθινή βούληση των συμβαλλομένων στο άνω συμφωνητικό, ήταν η μεταβίβαση ποσοστού 6,5% της εταιρικής μερίδας καθενός από αυτούς στον εναγόμενο και όχι του ίδιου ποσοστού εξ αδιαιρέτου επί της συγκυριότητας στο ακίνητο του κινηματογράφου, ιδιοκτησίας της ομόρρυθμης εταιρίας, β) ότι η ερμηνεία στην οποία κατέληξε δεν είναι σύμφωνη με την καλή πίστη, ούτε με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, και επιπλέον ότι διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ανεπαρκείς αιτιολογίες κατά την ερμηνεία στην οποία προέβη, καθόσον δεν διευκρινίζεται, και ούτε προκύπτει από την απόφαση, αν υπήρχε ή όχι κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία και επομένως ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, την οποία ωστόσο το δικαστήριο πραγματοποίησε.
Επίσης, οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την ίδια πιο πάνω πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι δεχόμενο (μετά την κατά άνω ερμηνεία) ότι είναι έγκυρη η καταρτισθείσα με το 21-9-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό, σύμβαση μεταβίβασης ποσοστών από την εταιρική μερίδα του καθενός από αυτούς στην άνω ομόρρυθμη εταιρία από μόνο τον εναγόμενο, με αυτοσύμβαση, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 235 του ΑΚ, αφού πρόκειται για απαγορευμένη αυτοσύμβαση, λόγω του ότι δεν είχε περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την αναίρεση μέρος, τα ακόλουθα: "Με το από 1-2-1964 ιδιωτικό συμφωνητικό οι, Γ. Κ., (δικαιοπάροχος των εναγόντων - αναιρεσειόντων), Ι. Κ., (αρχικά εναγόμενος - εκκαλών, ο οποίος αποβίωσε μετά την άσκηση της έφεσης και στη θέση του υπεισήλθαν οι εκ διαθήκης κληρονόμοι του, ήδη αναιρεσίβλητοι), Α.
Κ. και Α. Μ. συνέστησαν την ετερόρρυθµη εταιρία µε επωνυμία "ΑΔΕΛΦΟΙ Κ. Ε.Ε.Ε." µε έδρα τη Βέροια, αόριστης διάρκειας, µε αντικείµενο την εμπορία ειδών νεωτερισμού, ετοίµων ενδυμάτων, µαλλίνων ειδών και συναφών αντικειμένων. Στην ως άνω εταιρία ο Γ. Κ. και ο Ι. Κ. ήταν τα ομόρρυθµα µέλη αυτής και ο Α. Κ. και η Α.
Μ. τα ετερόρρυθµα µέλη. Η εταιρία αυτή καταχωρήθηκε νόµιµα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Βέροιας µε αριθµό 39/7-2-1964. Μετά το θάνατο του εκ των εταίρων Γ. Κ., στις ...-1999, στη θέση του οποίου υπεισήλθαν στην εταιρία "κληρονομικώ δικαιώµατι" οι ενάγοντες και η µητέρα τους Ε. χα Γ. Κ., αλλά και πολλών άλλων τροποποιήσεων του καταστατικού της εταιρίας, λόγω υπεισέλευσης και αποχώρησης µελών της, νόµιµα καταχωρηµένων στα ανωτέρω βιβλία, στις 15-9-2000, τα ποσοστά συµµετοχής των εταίρων είχαν διαμορφωθεί, του µεν εναγοµένου σε 50%, των δε εναγόντων, µετά απ? τη μεταβίβαση και του αναλογούντος στη µητέρα τους ποσοστού σε καθένα εξ αυτών εξ αδιαιρέτου, σε 25% σε καθένα τους.
Στη συνέχεια, µε το από 29-11-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταχωρήθηκε στα προαναφερόµενα βιβλία µε αριθµό 229/5-12-2000, αποφασίσθηκε η λύση και η εκκαθάριση της ανωτέρω εταιρίας, της οποίας οι υποχρεώσεις προς τρίτους ανέρχονταν στο ποσό των 47.117.511 δραχμών. Προηγουμένως, µε το από 23-6-1966 ιδιωτικό συμφωνητικό οι παραπάνω, Γ.
Κ., Ι. Κ., Α. Κ. και επιπλέον η Μ. Κ., είχαν συστήσει επίσης την οµόρρυθµη εταιρία µε επωνυμία, "ΑΔΕΛΦΟΙ Δ. Κ. Ο.Ε.Ε." µε έδρα τη Βέροια, αόριστης διάρκειας, µε αντικείµενο την επί κέρδει κατασκευή και εκμετάλλευση κινηµατοθεάτρου στη Βέροια, µε αόριστη διάρκεια. Η συµµετοχή των εταίρων στα κέρδη και τις ζημίες της παραπάνω εταιρίας ανέρχονταν για τον Γ.
Κ. σε 35%, για τον Ι. Κ. σε 35%, για τον Α. Κ. σε 20% και για την Μ. Κ. σε 10%. Για την επίτευξη του σκοπού της εταιρίας αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθµ. 371/27-6-1966 άδεια οικοδοµής από το Πολεοδομικό Γραφείο Βέροιας και ανεγέρθηκε κινηµατοθέατρο µε εξώστη, εμβαδού, του ισογείου 637,83 τετρ. µέτρα, του εξώστη 226,45 τετρ. µέτρα και του υπάρχοντος βοηθητικού χώρου 23,40 τετρ.
µέτρα. Μετά το θάνατο της εταίρου Μ. Κ., το ποσοστό συμμετοχής της στην εταιρία (10%) περιήλθε ισοµερώς στους άλλους τρεις εταίρους και µετά το θάνατο του Γ. Κ. το ποσοστό συµµετοχής του στην εταιρία (35%) περιήλθε στους κληρονόμους του, ήτοι στα τέκνα του (ενάγοντες) και στη σύζυγό του, Ε. χα Γ. Κ.. Έτσι, τα ποσοστά συμμετοχής στην εταιρία ανήλθαν για τους ενάγοντες, Δ.
Κ. και Α. Κ. σε 14,37%, για τον καθένα εξ αυτών, για την Ε. χα Γ. Κ. σε 9,59%, για τον εναγόµενο Ι. Κ. σε 38,33% και για τον Α. Κ. σε 23,33%.
Περαιτέρω, µε το από 1-12-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό, οι διάδικοι συμφώνησαν να αποπληρώσει ο εναγόµενος, για λογαριασμό των εναγόντων, τις υποχρεώσεις τους προς τρίτους (Δημόσιο ΙΚΑ, ιδιώτες), που απέρρεαν απ? τη συμμετοχή τους στην προαναφερόµενη λυθείσα ετερόρρυθµη εταιρία µε την επωνυμία "ΑΔΕΛΦΟΙ Κ. Ε.Ε.Ε.", συνολικού ποσού 23.558.755 δραχμών, ήτοι 69.137,95 ευρώ (47.117.511 δραχμές : 2).
Ο όρος που τέθηκε για την παρεχόµενη από τον εναγόµενο διευκόλυνση προς τους ενάγοντες ήταν ότι, αν οι ενάγοντες δεν επιστρέψουν στον εναγόµενο το ανωτέρω ποσό μέχρι τις 31-6-2002, θα υποχρεούνται να του µεταβιβάσουν, καθένας τους, ποσοστό 6,5% εξ αδιαιρέτου, στο οίκημα του κινηματογράφου ελεύθερο από κάθε βάρος, το οποίο (οίκημα) αποτελεί περιουσιακό στοιχείο της οµόρρυθµης εταιρίας µε την επωνυμία "ΑΔΕΛΦΟΙ Δ.
Κ. Ο.Ε.Ε.". Ειδικότερα, οι ενάγοντες παρείχαν στον εναγόµενο την ρητή εντολή και πληρεξουσιότητα να υπογράψει για λογαριασμό τους το ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης του καταστατικού της εν λόγω εταιρίας, µεταβιβάζοντας στον εαυτό του τα ανωτέρω ποσοστά 6,5% και 6,5% επί του κινηματογράφου, η δε παραβίαση οποιουδήποτε από τους όρους αυτούς θα επέσυρε κατάπτωση ποινικής ρήτρας 35.000.000 δραχμών.
Με τον όρο αυτόν παρασχέθηκε στον εναγόµενο η πληρεξουσιότητα όπως, µε μονομερή τυπική δήλωσή του, µεταβιβάσει µέρος του εταιρικού μεριδίου των εναγόντων στον εαυτό του, χωρίς τη σύμπραξη των εξουσιοδοτούντων και έτσι να επέλθει τροποποίηση του καταστατικού της εταιρίας. Μέχρι τις 31-6-2002, οι ενάγοντες δεν κατέβαλαν το ανωτέρω ποσό στον εναγόµενο, παρά τις οχλήσεις του και ο τελευταίος µε την από 5-12-2002 εξώδικη πρόσκλησή του προς τους ενάγοντες, την οποία κοινοποίησε και προς τον άλλο εταίρο Α.
Κ. (βλ. τις υπ' αριθμ. ...-2002 και ...-2002 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Βέροιας, Μ. Π.), τους κάλεσε να προσέλθουν στις 13-12-2002 στο γραφείο του πληρεξουσίου δικηγόρου του για να του καταβάλουν το ανωτέρω συμφωνηθέν ποσό, άλλως να υπογράψουν την τροποποίηση του καταστατικού για τη μεταβίβαση των και µερίδων τους, ήτοι από 6,5% ο καθένας, στον ίδιο.
Οι ενάγοντες σε καμία από τις ανωτέρω ενέργειες δεν προέβησαν και έτσι, µε το από 21-9-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό, που υπέγραψε αφενός µεν ο εναγόµενος για τον εαυτό του και για λογαριασμό των εναγόντων, βάσει της από 1-12-2000 πληρεξουσιότητας, αφετέρου δε και οι λοιποί εταίροι, Ε. χα Γ. Κ. και Α. Κ., προέβησαν σε τροποποίηση του καταστατικού της εταιρίας και ορίστηκε ότι "....
µετά την παρούσα τροποποίηση, η συμμετοχή και συγκυριότητα εκάστου των εταίρων της εταιρίας µε την επωνυμία "ΑΔΕΛΦΟΙ Δ. Κ. Ο.Ε.Ε.", µόνο επί του κτίσματος του κνηµατοθεάτρου, έχει ως εξής: 1) Ι. Κ. του Δ. 51,33%, 2) Α. Κ. του Δ. 23,33%, 3) Ε. χα Γ. Κ. 9,59%, 4) Α. Κ. του Γ. 7,87% και 5) Δ. Κ. του Γ. 7,87%". Όλοι οι διάδικοι οµολογούν ότι το επίδικο ακίνητο (κνηµατογράφος) ανήκει κατά κυριότητα στην ως άνω οµόρρυθµη εταιρία µε την επωνυμία "ΑΔΕΛΦΟΙ Δ.
Κ. Ο.Ε.Ε.", η περιουσία της οποίας (εταιρική), λόγω της νομικής προσωπικότητας αυτής, είναι ανεξάρτητη από αυτή των εταίρων της. Στο συγκεκριµένο περιουσιακό στοιχείο της εταιρίας (κινηματογράφος) και µάλιστα στην εκμετάλλευσή του, όλοι οι εταίροι έχουν οικονομική συµµετοχή, η οποία είναι ίση µε την εταιρική τους συµµετοχή (εταιρική τους μερίδα), τούτο δε προκύπτει ρητά και από την από 23-6-1966 συμφωνία ίδρυσης της εταιρίας που αποτελεί και το καταστατικό αυτής, κατά την οποία στον όρο 3 ορίζεται ότι "Συμμετοχή και κεφάλαια.
Κεφάλαια της εταιρίας ορίζονται εκ δραχμών ενός εκατομμυρίου (1.000.000) εισφερόµενα υπό των εταίρων ως ακολούθως: α) Γ. Δ. Κ. εισφέρει το ποσό των 350.000 δρχ., ήτοι ποσοστό 35%. β) Ι. Δ. Κ. εισφέρει το ποσό των 350.000 δρχ., ήτοι ποσοστό 35%. γ) Α. Δ. Κ. εισφέρει το ποσό των 200.000 δρχ., ήτοι ποσοστό 20% κλπ... ". Η αληθινή βούληση των συμβαλλομένων (άρθρο 173 ΑΚ) µε το από 1-12-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό είναι όπως προς εξασφάλιση της απαίτησης του εναγοµένου (Ι.
Κ.) από την εκ µέρους του εξόφληση των οφειλών των εναγόντων, από την εταιρική τους συµµετοχή, να µεταβιβάσει καθένας εκ των εναγόντων στον εναγόµενο, ποσοστό 6,5% της οικονοµικής τους συμμετοχής επί του συγκεκριµένου περιουσιακού στοιχείου της εταιρίας και όχι ποσοστό συγκυριότητάς τους επ' αυτού, αφού τούτο (κινηματογράφος) ανήκει, στην κυριότητα της εταιρίας και όχι των εταίρων όπως προαναφέρθηκε.
Έτσι, η συμφωνία αυτή είναι έγκυρη (άρθρο 361 ΑΚ), διότι έχει ενοχική ενέργεια και δεν απαιτείται να περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου (άρθρα 158, 217 παρ. 2 και 1033 ΑΚ), αφού δεν πρόκειται για μεταβίβαση εµπραγµάτου δικαιώματος επί ακινήτου. Πρέπει, επομένως, οι λόγοι αυτοί της έφεσης να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιµοι.
Σημειώνεται ότι ο εναγόµενος άσκησε σε βάρος των εναγόντων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, την υπ' αριθμ. 4510/368/2005 αγωγή του, ζητώντας το άνω οφειλόμενο από τους αντιδίκους του ποσό, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθμ. 56/2008 απόφαση του άνω Δικαστηρίου που υποχρέωσε τους ενάγοντες να του καταβάλουν εις ολόκληρον ποσό 72.606,68 ευρώ (ήτοι 69.137,95 ευρώ + 9.468,73 ευρώ, ως κατάπτωση συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας).
Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ότι η από 1-12-2000 παροχή πληρεξουσιότητας από τους ενάγοντες στον εναγόµενο αφορά μεταβίβαση ποσοστού συγκυριότητας σε συγκεκριµένο περιουσιακό στοιχείο και δη το ακίνητο της εταιρίας και είναι άκυρη, γιατί δεν περιεβλήθη τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, εσφαλμένα ερμήνευσε τις δηλώσεις των βουλήσεων των διαδίκων και πρέπει, κατά τον βάσιµο τούτο λόγο, η έφεση να γίνει δεκτή και ως κατ' ουσία βάσιµη, να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο τούτο και να ερευνηθεί, περαιτέρω, κατ' ουσία .......
Από τα προαναφερόµενα αποδεικτικά µέσα αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με το από 21-9-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό όλοι οι εταίροι της εταιρίας µε την επωνυμία, "ΑΔΕΛΦΟΙ Δ. Κ. Ο.Ε.Ε.", ήτοι ο εναγόµενος, ενεργώντας για λογαριασμό του και για λογαριασμό των εναγόντων, βάσει της από 1-12-2000 πληρεξουσιότητας, η Ε.
χα Γ. Κ. και ο Α. Δ. Κ., προέβησαν σε τροποποίηση του καταστατικού της εταιρίας και ορίστηκε ότι "...... µετά την παρούσα τροποποίηση, η συµµετοχή και συγκυριότητα εκάστου των εταίρων της εταιρίας µε την επωνυμία "ΑΔΕΛΦΟΙ Δ. Κ. Ο.Ε.Ε.", µόνο επί του κτίσματος του κινηµατοθεάτρου, έχει ως εξής: 1) Ι. Κ. του Δ. 51,33%, 2) Α.
Κ. του Δ. 23,33%, 3) Ε. χα Γ. Κ. 9,59%, 4) Α. Κ. του Γ. 7,87% και 5) Δ. Κ. του Γ. 7,87%". Όμως, η διάταξη αυτή τροποποίησης του καταστατικού, που αφορά το ποσοστό συγκυριότητας καθενός των εταίρων στο συγκεκριµένο περιουσιακό στοιχείο της εταιρίας, είναι άκυρη, διότι, όπως προαναφέρθηκε, τούτο ανήκει αποκλειστικά στην κυριότητα της εταιρίας, ήτοι στην εταιρική περιουσία, επί της οποίας οι εταίροι δεν έχουν ενοχικά ή εµπράγµατα δικαιώματα παρά µόνο οικονομική συµµετοχή, η οποία είναι ίση µε την εταιρική τους µερίδα, ενώ είναι έγκυρη η διάταξη αυτή καθ, ό µέρος αφορά το ποσοστό συµµετοχής (οικονοµικής) καθενός των εταίρων στο περιουσιακό αυτό στοιχείο της εταιρίας.
Στην παρούσα δίκη νομιμοποιούνται ενεργητικά και παθητικά οι διάδικοι, απορριπτοµένων των αντίθετων ισχυρισµών τους και όχι η εταιρία, διότι η συμφωνία περί παροχής πληρεξουσιότητας μεταβίβασης στον εναγόµενο ποσοστών συµµετοχής των εναγόντων στο συγκεκριµένο περιουσιακό στοιχείο της εταιρίας, της οποίας ζητείται η αναγνώριση της ακυρότητας, συνήφθη μεταξύ των.......
Πρέπει, επομένως, η αγωγή να γίνει εν µέρει δεκτή και ως κατ' ουσία βάσιµη και να αναγνωρισθεί ότι είναι άκυρη η από 21-9-2005 τροποποίηση του καταστατικού της εταιρίας, ως προς τη διάταξη που ορίζει ποσοστά συγκυριότητας καθενός των εταίρων σε συγκεκριµένο ακίνητο της εταιρικής περιουσίας (κινηματογράφο)....".
Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση του δικαιοπαρόχου των αναιρεσίβλητων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί στο σύνολό της, την αγωγή των αναιρεσειόντων, αναγνωρίζοντας την ακυρότητα των συμφωνιών, που περιλήφθηκαν στα από 1-12-2000 και 21-9-2005 ιδιωτικά συμφωνητικά, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα σ' αυτή, και κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, αναγνωρίζοντας την ακυρότητα της από 21-9-2005 διάταξης τροποποίησης του καταστατικού της ομόρρυθμης εταιρίας, ΑΔΕΛΦΟΙ Δ.
Κ. ΟΕΕ, κατά το μέρος μόνο που αφορά το ποσοστό συγκυριότητας καθενός των εταίρων στο ακίνητο (κινηματοθέτρο) της εταιρικής περιουσίας. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, υπέπεσε στην πλημμέλεια της παράβασης των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, υπό την ειδικότερη μορφή της προσφυγής σ' αυτούς, αν και πράγματι σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν διαπίστωσε κενό στις εμπεριεχόμενες στο άνω συμφωνητικό δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων, σχετικά με τη μεταβίβαση ποσοστού συγκυριότητας εξ αδιαιρέτου επί του ακινήτου της άνω ομόρρυθμης εταιρίας, δεχόμενο ότι πρόκειται για άκυρη δικαιοπραξία, λόγω έλλειψης τύπου.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο, δέχθηκε, α) ότι με το από 1-12-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό συνομολογήθηκε η εκ μέρους του εναγομένου παροχή διευκόλυνσης προς τους ενάγοντες, με την από αυτόν καταβολή χρέους τους, από τη συμμετοχή τους στην άνω ετερόρρυθμη εταιρία, ύψους 69.137,95 ευρώ, β) ότι με όρο του πιο πάνω ιδιωτικού συμφωνητικού, συνομολογήθηκε ότι αν οι ενάγοντες, δεν επιστρέψουν στον εναγόµενο το ανωτέρω ποσό μέχρι τις 31-6-2002, θα υποχρεούνται να του µεταβιβάσουν, καθένας τους, ποσοστό 6,5% εξ αδιαιρέτου, στο οίκημα του κινηματογράφου, ελεύθερο από κάθε βάρος, το οποίο (οίκημα) αποτελεί περιουσιακό στοιχείο της οµόρρυθµης εταιρίας µε την επωνυμία "ΑΔΕΛΦΟΙ Δ.
Κ. Ο.Ε.Ε.", γ) ότι οι ενάγοντες με το άνω συμφωνητικό παρείχαν στον εναγόµενο τη ρητή εντολή και πληρεξουσιότητα να υπογράψει για λογαριασμό τους το ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης του καταστατικού της εν λόγω εταιρίας, µεταβιβάζοντας στον εαυτό του τα ανωτέρω ποσοστά, 6,5% και 6,5% επί του κινηματογράφου, η δε παραβίαση οποιουδήποτε από τους όρους αυτούς θα επέσυρε κατάπτωση ποινικής ρήτρας 35.000.000 δραχμών, δ) ότι οι ίδιοι (ενάγοντες) δεν κατέβαλαν το άνω χρέος τους στον εναγόμενο μέχρι τις 31-6-2002, ούτε ανταποκρίθηκαν στην πρόκληση του τελευταίου για τη μεταβίβαση του ποσοστού τους επί του κτίσματος του κινηματογράφου και ότι κατόπιν τούτου ο τελευταίος με βάση την πληρεξουσιότητα που του είχε παρασχεθεί με το άνω συμφωνητικό προέβη στην άνω μεταβίβαση, χωρίς τη σύμπραξη των εξουσιοδοτούντων, έτσι ώστε να επέλθει τροποποίηση του καταστατικού της εταιρίας και τέλος δέχθηκε, ε) ότι η αληθινή βούληση των συμβαλλομένων (άρθρο 173 ΑΚ), όπως αποτυπώθηκε στο από 1-12-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό είναι ότι, συνομολογήθηκε ότι, για την εξασφάλιση της απαίτησης του εναγοµένου (Ι.
Κ.) από την εκ µέρους του εξόφληση των οφειλών των εναγόντων, από την εταιρική τους συµµετοχή στην ετερρόρρυθμη εταιρία, καθένας των εναγόντων υποχρεούται να µεταβιβάσει στον εναγόμενο, ποσοστό 6,5% της οικονοµικής του συμμετοχής επί του συγκεκριµένου περιουσιακού στοιχείου της εταιρίας και όχι ποσοστό συγκυριότητάς τους επ' αυτού, αφού τούτο (κινηματογράφος) ανήκει, στην κυριότητα της εταιρίας και όχι των εταίρων και ότι η συμφωνία αυτή είναι έγκυρη (άρθρο 361 ΑΚ), διότι έχει ενοχική ενέργεια και δεν απαιτείται να περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, αφού δεν πρόκειται για μεταβίβαση εµπραγµάτου δικαιώματος επί ακινήτου.
Έτσι, το Εφετείο, ενώ ορθά δέχθηκε ότι η συμφωνία για τη μεταβίβαση ποσοστών εξ αδιαιρέτου επί του κτίσματος του κινηματογράφου, το περιεχόμενο της οποίας παρέθεσε, όπως αυτό αποτυπώθηκε στο σχετικό όρο του άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, δεν είναι έγκυρη, λόγω έλλειψης κυριότητας των συμβαλλομένων στο άνω κτίσμα και επειδή δεν περιβλήθηκε τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, στη συνέχεια ερμηνεύοντας τη βούληση των συμβαλλομένων, ως προς την εν λόγω άκυρη, λόγω της έλλειψης κυριότητας των συμβαλλομένων στο ακίνητο και τύπου συμφωνία, για τη μεταβίβαση εμπράγματου δικαιώματος επί ακινήτου της εταιρίας, δέχθηκε ότι η βούληση των συμβαλλομένων για τη μεταβίβαση αυτή, αφορούσε πράγματι την οικονοµική συμμετοχή των εναγόντων επί του συγκεκριµένου περιουσιακού στοιχείου της εταιρίας και όχι ποσοστό συγκυριότητάς τους επ' αυτού, προβαίνοντας έτσι σε ερμηνεία άκυρης δικαιοπραξίας, η ακυρότητα της οποίας προέκυπτε, ανεξάρτητα από οποιοδήποτε ερμηνευτικό συνακτέο νόημά της, λόγω της έλλειψης τύπου για την εμπράγματη αυτή συμφωνία και ως εκ τούτου, δεν έχρηζε ερμηνείας.
Σε κάθε δε περίπτωση, αν και ήταν υποχρεωμένο, μετά την ως άνω, έστω έμμεση, διαπίστωση κενού και αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες που αναφέρονται στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, προκειμένου να διαπιστώσει την αληθινή βούληση τους, με βάση τα κριτήρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, λαμβάνοντας υπόψη για τη διαμόρφωση της κρίσης του, πλην άλλων, τα συμφέροντα των μερών, καθώς και το δικαιοπρακτικό σκοπό και τη φύση της σύμβασης, δεν προσέφυγε πράγματι στις διατάξεις αυτές, αφού αναφέρει απλά τη διάταξη του άρθρου 173 ΑΚ, χωρίς να παραθέτει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, στοιχεία δηλωτικά της χρήσης των άνω κανόνων, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, και συγκεκριμένα ότι χρησιμοποίησε τα άνω κριτήρια που αυτές θέτουν, δηλαδή τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, για να ανεύρει την αληθινή βούληση των συμβληθέντων, υποπίπτοντας έτσι στην ως άνω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια.
Επιπροσθέτως, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, υπέπεσε και στην από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον δεν καθίσταται σαφές, αν τελικά υπήρχε ή όχι κενό και ασάφεια στη σύμβαση και επομένως ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της και, επίσης, αν κατέληξε στο πόρισμά του με βάση το σαφές περιεχόμενο του ιδιωτικού συμφωνητικού ή, αντιθέτως, συνήγαγε αυτό από ερμηνεία της εν λόγω συμφωνίας των διαδίκων, παραθέτοντας τα δηλωτικά της χρήσης των κανόνων αυτών στοιχεία, η ανεπάρκεια δε αυτή στηρίζει τον πιο πάνω λόγο αναίρεσης, για παράβαση των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εκ πλαγίου.
Επομένως, ο προαναφερθείς πρώτος λόγος αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται οι ως άνω πλημμέλειες, είναι βάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση, μετά την ως άνω ερμηνεία στην οποία προέβη, δέχθηκε με τις προπαρατεθείσες παραδοχές, ότι είναι έγκυρη η κατάρτιση σύμβασης μεταβίβασης μέρους των ποσοστών από την εταιρική μερίδα του καθενός των εναγόντων στην άνω ομόρρυθμη εταιρία, από μόνο τον εναγόμενο, συμβληθέντα με αυτοσύμβαση, για λογαριασμό του και για λογαριασμό των εναγόντων, με το από 21-9-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό, παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 235 ΑΚ, αφού πρόκειται για απαγορευμένη αυτοσύμβαση, λόγω του ότι δεν είχε περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου.
Επομένως και ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η άνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά παραδοχή των άνω πρώτου και δεύτερου λόγων της και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, ενώ κατόπιν αυτού παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης.
Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που κατέβαλαν (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο περί τούτου αίτημά τους (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 2709/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρεθείσα απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, για την άσκηση της ως άνω αναίρεσης, στους καταθέσαντες αυτό.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης