Legislator Case Law & Legislation
1045/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in employment dispute, upholding damages for bad faith conduct during contract negotiations.

Case Number 1045/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Second Instance Court's decision in a labor dispute involving a hotel chain and an employee. The lower court awarded damages based on the employee's claim that the employer's representatives acted contrary to good faith by inducing her to resign without intending to hire her. The Court rejected the appeal, finding the Second Instance Court correctly applied the law regarding pre-contractual liability and bad faith conduct.

Legislator headnote

AI generated

Articles 197, 198, 298, 919, 932 of the Civil Code; The employer is liable for damages caused by the employee during negotiations if the employer's conduct was contrary to good faith and caused unjustified harm.

Keywords

AI generated
pre-contractual liability bad faith conduct good faith principle inducement to resign damages for moral harm labor dispute contract negotiations

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 3, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 197 of the Civil Code
Article 198 paragraph 1 of the Civil Code
Article 298 of the Civil Code
Article 919 of the Civil Code
Article 932 of the Civil Code
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180 paragraph 1, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 8 of Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 19 of Article 559 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1045 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1045/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης ξενοδοχειακής εταιρείας με την επωνυμία ... όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Γαλάτσι Αττικής και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Παναγιώτη Πορφύρη και Δημητρίου Βασιλείου, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ι. Φ. του Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου , ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-12-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1609/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 839/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-6-2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 5-6-2023 (αρ.εκθ.καταθ.4724/486/2023) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 839/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών. Με την ως άνω απόφαση έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η από 23-6-2022 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της 1609/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Στο άρθρο 197 ΑΚ ορίζεται ότι "κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης τα μέρη οφείλουν αμοιβαία να συμπεριφέρονται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη", ενώ στην πρώτη παράγραφο του επόμενου άρθρου 198 ΑΚ προβλέπεται ότι "όποιος κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης προξενήσει υπαίτια στον άλλο ζημία είναι υποχρεωμένος να την ανορθώσει και αν ακόμη η σύμβαση δεν καταρτίστηκε".

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό προς εκείνες του άρθρου 298 ΑΚ, συνάγονται τα εξής: Προϋποθέσεις της προσυμβατικής ευθύνης είναι: α) ύπαρξη σταδίου διαπραγματεύσεων, το οποίο αρχίζει από τη στιγμή που θα πραγματοποιηθεί η προσέγγιση των προσώπων που ενδιαφέρονται για τη σύναψη ισχυρής μεταξύ τους σύμβασης, για τη διερεύνηση των δυνατοτήτων σύναψης και καθορισμού των όρων αυτής και λήγει είτε με την οριστική διακοπή των διαπραγματεύσεων, είτε με τη σύναψη της σύμβασης (προσυμφώνου ή της κυρίας συμβάσεως) και φυσικά άμα η σύμβαση αυτή περιληφθεί τον τυχόν απαιτούμενο νόμιμο ή δικαιοπρακτικό τύπο κατά τις ΑΚ 158 και 159 παρ. 2 (ΑΠ 471/2023, ΑΠ 1156/2021, ΑΠ 12/2006), β) συμπεριφορά αντίθετη προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη κατά το ανωτέρω στάδιο, γ) επέλευση ζημίας, δ) υπαιτιότητα, ε) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της υπαίτιας αντισυναλλακτικής και κακόπιστης συμπεριφοράς του ζημιώσαντος και της ζημίας.

Ειδικότερα, υπό την έννοια των παραπάνω διατάξεων, συμπεριφορά των μερών σύμφωνη με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη είναι η επιβαλλόμενη στα μέρη συναλλακτική ευθύτητα κατά την αντίληψη του έμφρονος συναλλασσομένου, η τήρηση δηλαδή από τα μέρη των τρόπων ενέργειας που γενικώς ακολουθούνται στις εντίμως διεξαγόμενες συναλλαγές, ενώ διαπραγματεύσεις είναι οι προφορικές ή έγγραφες ανταλλαγές απόψεων των ενδιαφερομένων για τη σύναψη συμβάσεως, με τις οποίες επιδιώκεται η βαθμιαία προσέγγιση των διαφορετικών αρχικών θέσεών τους σχετικά με τους όρους της υπό συζήτηση συμβάσεως μέχρι και την τελική σύμπτωσή τους ή την αδυναμία τέτοιας σύμπτωσης.

Η αδικαιολόγητη διακοπή των διαπραγματεύσεων τότε μόνο αντίκειται στις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, όταν οι διαπραγματεύσεις είχαν ουσιαστικώς περατωθεί με συμφωνία των ενδιαφερομένων επί όλων των αφορώντων τη σύμβαση σημείων και υπολειπόταν η απαιτούμενη από το νόμο ή τη συμφωνία των μερών τυπική κατάρτισή της ή όταν υπήρχαν διαβεβαιώσεις ότι θα καταρτιζόταν η σκοπούμενη σύμβαση (ΑΠ 741/2018, ΑΠ 223/2016, ΑΠ 554/2011, 1678/2001, 1232/2000).

Έτσι, η ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις έχει εφαρμογή και επί ματαιώσεως καταρτίσεως της συμβάσεως σε χρόνο, κατά τον οποίο οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών έχουν τερματισθεί οριστικώς με συμφωνία τούτων επί όλων των αφορώντων τη σύμβαση σημείων και δεν υπολείπεται παρά μόνον η τυπική υπογραφή της συμβάσεως, περί της οποίας ο υπαίτιος της ματαιώσεως είχε δώσει στον αντισυμβαλλόμενο σαφείς διαβεβαιώσεις ότι θα πρέπει να θεωρείται αυτή ως βεβαία (ΑΠ 197/2007, 12/2006).

Στην περίπτωση αυτή, ο υπαίτιος της ματαιώσεως της σύμβασης είναι υπόχρεος να αποζημιώσει τον άλλον, στον οποίο δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση περί βεβαίας συνάψεως της σύμβασης, με συνέπεια να πιστέψει ως επικείμενη την κατάρτισή της (ΑΠ 1100/2020). Πταίσμα, κατά την έννοια των αυτών ως άνω διατάξεων, νοείται η μη τήρηση της επιμέλειας του μέσου συνετού συναλλασσόμενου (άρθρο 330 ΑΚ),και έτσι αρκεί και αμέλεια, ακόμη και ελαφρά.

Η ευθύνη βαρύνει κατ'αρχήν τα μέρη, μεταξύ των οποίων θα ισχύσει η τυχόν καταρτισθησόμενη υπό διαπραγμάτευση σύμβαση και όχι τρίτους (υπαλλήλους των μερών, αντιοπροσώπους αυτών κατά τη τυχόν σύναψη της υπό διαπραγμάτευση σύμβασης κλπ.). Ειδικότερα, εάν κατά τις διαπραγματεύσεις χρησιμοποιήθηκε αντιπρόσωπος, ο αντιπροσωπευόμενος ευθύνεται για το περί αυτές πταίσμα του αντιπροσώπου (ΑΠ 969/1977).

Ως ζημία νοείται το καλούμενο αρνητικό της σύμβασης διαφέρον ή διαφέρον εμπιστοσύνης, δηλ. η ζημία που υπέστη ο διαπραγματευόμενος, επειδή πίστεψε στην κατάρτιση της σύμβασης και την οποία θα είχε αποφύγει, αν από την αρχή τηρούσε αρνητική στάση και όχι το διαφέρον εκπλήρωσης της σύμβασης, αφού τα μέρη δεν είχαν νομική υποχρέωση για τη σύναψή της.

Αποκαθίσταται ιδίως η ζημία που αυτός υπέστη, διότι, πιστεύοντας δικαιολογημένα ότι επίκειται κατάρτιση της σύμβασης, υποβλήθηκε σε δαπάνες ή απέκρουσε άλλη ευκαιρία προς σύναψη παρόμοιας σύμβασης με τους αυτούς ή ευνοϊκότερους όρους. Η ζημία δε αυτή, πρέπει να βρίσκεται σε αιτιώδη σύνδεσμο προς την αθέμιτη ή την αντίθετη συμπεριφορά του άλλου προς τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και η υπαίτια συμπεριφορά που προκάλεσε τη ζημία να εκδηλώνεται κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων (ΑΠ 1100/2020, πρβλ.

και ΑΠ 627/2023). Αν κάποιος κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων επιδείξει συμπεριφορά αντίθετη με τα χρηστά ήθη, τότε παράλληλα με την ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις θεμελιώνεται κατ` αυτού και αξίωση από αδικοπραξία, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις των άρθρων 919 και 914 επ. Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα κατά το άρθρο 919 Α.Κ.

όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Προϋποθέσεις εφαρμογής της πιο πάνω διατάξεως είναι: α) ανθρώπινη συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) αντίθεση της συμπεριφοράς αυτής στα χρηστά ήθη, γ) πρόθεση επαγωγής ζημίας, δ) να προκλήθηκε πράγματι η ζημία και ε) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας.

Η αντίθεση προς τα χρηστά ήθη, η έννοια των οποίων είναι νομική, εξετάζεται αντικειμενικά και σύμφωνα με την αντίληψη του υγιώς κατά το δίκαιο σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η πρόθεση (δόλος) έχει την έννοια ότι ο ζημιώσας ήξερε ότι με τη συμπεριφορά του θα ζημιωνόταν κάποιος άλλος και ήθελε την πρόκληση της ζημίας.

Εκτός όμως από τον άμεσο δόλο, που υπάρχει όταν ο υπαίτιος ενήργησε με αποκλειστικό σκοπό να βλάψει τον άλλο, αρκεί και ο ενδεχόμενος δόλος (ΟλΑΠ 10/1991), δηλαδή αρκεί ο υπαίτιος να γνώριζε ως ενδεχόμενη την πρόκληση ζημίας από τη συμπεριφορά του και παρά ταύτα να μην απέσχε από την πράξη ή την παράλειψη. Τέλος η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς και της ζημίας που επήλθε στον παθόντα έχει την έννοια ότι η πράξη ή παράλειψη του υπαιτίου, ενόψει των ειδικών περιστάσεων και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ήταν πρόσφορη αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος (ΑΠ 223/2016, 1398/2000).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006, ΑΠ 1591/2023, 341/2021, 1527/2017).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 819/2023). Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

ΑΠ 3/2024, ΑΠ 1769/2023, ΑΠ 155/2016, 495/2013). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, "αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία - ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 321/2024, ΑΠ 1438/2023, ΑΠ 1288/2017).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, 15/2006, ΑΠ 232/2024, ΑΠ 1438/2023, ΑΠ 258/2022, 219/2020).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν, δεκτά, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα κατά τις αρχές Ιουνίου του 2019 πληροφορήθηκε από μία πρώην συνάδελφό της στο ξενοδοχείο ... -στο οποίο εργαζόταν κατά το παρελθόν και η ενάγουσα- ότι υπήρχε θέση ξενοδοχοϋπαλλήλου και δη υπεύθυνου

πωλήσεων

δεξιώσεων και εκδηλώσεων στο ξενοδοχείο που η εναγόμενη διατηρεί στην περιοχή του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών. Η ενάγουσα, ενδιαφερόμενη για τη θέση αυτή, απέστειλε βιογραφικό της σημείωμα στην εναγόμενη ενώ στα μέσα Ιουνίου του 2019 εκλήθη από τη διευθύντρια πωλήσεων της εναγόμενης Α. στο χώρο του ως άνω ξενοδοχείου προκειμένου να περάσει από το στάδιο της δια ζώσης συνέντευξης. Η συνέντευξη αυτή έγινε στο χώρο του ξενοδοχείου στις 14.6.2019 με την παρουσία της ενάγουσας, της πιο πάνω διευθύντριας, του γενικού διευθυντή του ξενοδοχείου Σ. και της διευθύντριας ανθρώπινου δυναμικού της εναγόμενης Α. Ι.. Μετά το πέρας της πιο πάνω συνάντησης, η εναγόμενη επιφυλάχθηκε ως προς την ενημέρωση της ενάγουσας για το ενδεχόμενο

κατάρτισης μεταξύ τους σύμβασης εξαρτημένης εργασίας για την ως άνω θέση. Μετά την πάροδο 2,5 περίπου μηνών και δη στις 26.8.2019 η εναγόμενη, δια της ως άνω διευθύντριας ανθρώπινου δυναμικού, ενημέρωσε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (e-mail) την ενάγουσα ότι η εναγόμενη πρότεινε στην ενάγουσα να καταρτιστεί μεταξύ τους σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για την ως άνω θέση και ζήτησε από την ενάγουσα να απαντήσει εάν δεχόταν την πρόταση αυτή. Η ενάγουσα αυθημερόν, με ηλεκτρονικό μήνυμα (e-mail) ενημέρωσε την πιο πάνω διευθύντρια ότι αποδέχεται την πιο πάνω προσφορά ενώ μεταξύ των ανωτέρω συμφωνήθηκε ότι η ως άνω σύμβαση εργασίας θα καταρτιζόταν στις 9.9.2019 και για το σκοπό αυτό ζητήθηκε από την ενάγουσα στις 17.8.2019 να ετοιμάσει διάφορα δικαιολογητικά (ταυτότητα, φωτογραφίες, Α.Φ.Μ., Α.Μ.Κ.Α., πιστοποιητικά σπουδών, απόσπασμα ποινικού μητρώου, αποδεικτικό διεύθυνσης κατοικίας της), η δε ανωτέρω διευθύντρια απέστειλε βεβαίωση προς την τράπεζα ... σχετικά με την επικείμενη εργασία της ενάγουσας στο πιο πάνω ξενοδοχείο της εναγόμενης προκειμένου να εκδοθεί λογαριασμός μισθοδοσίας της. Στη συνέχεια, στις 2.9.2019 η ενάγουσα συναντήθηκε για πρώτη φορά στο χώρο του πιο πάνω ξενοδοχείου με την Πρόεδρο και Διευθύνουσα Σύμβουλο

της εναγόμενης Ε. Μ., η οποία είναι και η νόμιμη εκπρόσωπος της εναγόμενης, προκειμένου η τελευταία να γνωρίσει την ενάγουσα, με την οποία η ως άνω εκπρόσωπος της εναγόμενης 0α κατάρτιζε την προαναφερόμενη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ωστόσο, η ανωτέρω εκπρόσωπος της εναγόμενης στις 2.9.2019 συναντήθηκε και με άλλη συνυποψήφια της ενάγουσας για την πιο πάνω θέση ονόματι Δ.

προκειμένου να γνωρίσει και την τελευταία και να αποφασίσει με ποια από τις δύο θα κατάρτιζε την ανωτέρω σύμβαση. Όμως, η πιο πάνω εκπρόσωπος της εναγόμενης δεν προέκρινε για την πιο πάνω θέση εργασίας ούτε την ενάγουσα ούτε την ανωτέρω συνυποψήφιά της και στις 6.6.2019 (ενν.στις 6.9.2019) η ενάγουσα -η οποία αυθημερόν...

είχε ήδη αποχωρήσει οικειοθελώς από τη μέχρι τότε εργασία της ως υπάλληλος γραφείου στην επιχείρηση παροχής υπηρεσιών τροφοδοσίας για εκδηλώσεις του Ε. Γ. στην Παιανία Αττικής- ενημερώθηκε τηλεφωνικώς από τη γραμματέα της εκπροσώπου της εναγόμενης Δ. Α. ότι η εναγόμενη δεν θα προχωρούσε στην κατάρτιση της πιο πάνω σύμβασης εργασίας με την ενάγουσα.

Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα και εφόσον δεν καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η κύρια βάση της αγωγής η οποία στηρίζεται σε αυτή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ωστόσο, από τα προεκτεθέντα προκύπτει ευθύνη της εναγόμενης κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων μεταξύ των οργάνων και των υπαλλήλων αυτής και της ενάγουσας για την κατάρτιση της πιο πάνω σύμβασης και η οποία (κατάρτιση) ματαιώθηκε με υπαιτιότητα των οργάνων της εναγόμενης.

Ειδικότερα, προκύπτει ευθύνη της τελευταίας επειδή δημιούργησε στην ενάγουσα, με τις ανωτέρω ενέργειες των στελεχών της, ενάντια στην καλή πίστη και στα συναλλακτικά ήθη, τη δικαιολογημένη πεποίθηση ότι θα καταρτιζόταν η ανωτέρω σύμβαση εργασίας, οδηγώντας μάλιστα την ενάγουσα στην απόφαση να αποχωρήσει οικειοθελώς στις (ενν.

στις 6.9.2019) -ήτοι λίγες μόνο ώρες πριν την ενημέρωσή της ότι δεν θα καταρτιζόταν η ανωτέρω σύμβαση - από τη μέχρι τότε θέση εργασίας της, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στην οικεία θέση της νομικής σκέψης της παρούσας. Επομένως, με δεδομένο ότι η ενάγουσα λάμβανε ως μηνιαίο μισθό από την ανωτέρω θέση εργασίας της το ποσό των 650 ευρώ, δικαιούται ως αποζημίωση για τη θετική της ζημία από τη ματαίωση της κατάρτισης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την εναγόμενη [........]4.316 ευρώ..." 'Ετσι όπως έκρινε το Εφετείο, ορθώς εφάρμοσε και ερμήνευσε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 197 και 198 του Α.Κ., αφού δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική του κρίση, ότι οι μεταξύ της αναιρεσείουσας και της αναιρεσίβλητης διαπραγματεύσεις είχαν ουσιαστικώς περατωθεί, και απέμενε μόνον η τυπική κατάρτιση της συμβάσεως, που θα χωρούσε αμέσως μετά την συνάντηση της αναιρεσίβλητης με τη Διευθύνουσα Σύμβουλο της αναιρεσείουσας, τυπική κατάρτιση η οποία ματαιώθηκε από υπαιτιότητα των εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης, και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμα.

Περαιτέρω, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς ή αντιφατικές ή ενδοιαστικές αιτιολογίες, συνολικά εκτιμώμενες, καθώς το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών.

Ειδικότερα δε, στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθεται με σαφήνεια ποια στελέχη της αναιρεσείουσας επικοινώνησαν με την αναιρεσίβλητη, ποιο ήταν το ειδικότερο περιεχόμενο των συνομιλιών και των διαβεβαιώσεών τους, αλλά και ποιες περαιτέρω ενέργειες εχώρησαν εκ μέρους των διαδίκων μερών προκειμένης της ολοκλήρωσης συνάψεως της σύμβασης.

Ωσαύτως, επαρκώς αιτιολογείται ότι η παραίτηση της αναιρεσίβλητης από την προηγούμενη εργασία της ήταν απότοκος της συμπεριφοράς των αρμοδίων οργάνων της αναιρεσείουσας, τα οποία την είχαν διαβεβαιώσει για την επικείμενη υπογραφή της εργασιακής σύμβασης και την έναρξη παροχής των υπηρεσιών της, σε καθορισμένη μάλιστα εκ των προτέρων ημεροχρονολογία.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα. Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 του ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακροάσεως των διαδίκων (άρθρ. 110 παρ. 2 του ΚΠολΔ), αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (Ολ.ΑΠ 25/2003, 11/1996, ΑΠ 1306/2023, ΑΠ 1319/2022, ΑΠ 322/2020, 5/2020).

Και ναι μεν από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 106, 216 παρ. 1, 335, 337, 338 και 559 αριθ.1 και 8 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, που την θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, πλην όμως νομική βάση δεν είναι ανάγκη να περιέχει η αγωγή και γενικότερα η αίτηση παροχής έννομης προστασίας.

Τυχόν δε μνεία στο αγωγικό δικόγραφο της υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών που επικαλείται ο διάδικος για τη θεμελίωσή της σε συγκεκριμένη νομική διάταξη ή τυχόν έλλειψη τοιαύτης μνείας, δεν δεσμεύει το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, εφαρμόζοντας αυτεπάγγελτα το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής κλπ.

και από το περιεχόμενό της προσδίδει στην προβαλλόμενη με αυτήν έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια, χωρίς να δεσμεύεται από τις απόψεις των διαδίκων ή από την έλλειψη σχετικού νομικού χαρακτηρισμού. Επομένως, εφόσον το δικαστήριο καταλήξει σε νομικό χαρακτηρισμό διαφορετικό από εκείνον που προβάλλεται από τους διαδίκους ή μη αναφερόμενο στο δικόγραφο της αγωγής, δεν λαμβάνει υπόψη πράγματα μη προταθέντα, ούτε παραλείπει να λάβει υπόψη πράγματα προταθέντα, και ως εκ τούτου δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, καθότι στην περίπτωση αυτήν υπάγει στον αρμόζοντα, κατά την κρίση του, κανόνα δικαίου τα προταθέντα από τους διαδίκους πραγματικά περιστατικά, λαμβάνοντας, άρα, αυτά υπόψη, και δικάζει το αντίστοιχο αίτημα (ΑΠ 1051/2023, 82/2021, 258/2019, 1040/2018, 1105/2017, 2219/2014, 1392/2014).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα επικαλείται τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και ισχυρίζεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τη διάταξη αυτή, γιατί με την προσβαλλόμενη απόφασή του, επιδίκασε στην ενάγουσα-αναιρεσίβλητη, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 5.000 ευρώ, εσφαλμένα κατά τη διάταξη του άρθρου 919 του ΑΚ, ενώ αυτή (ενάγουσα), ζητούσε την επιδίκαση του ως άνω ποσού λόγω της παράλειψης της αναιρεσείουσας εναγομένης να την απασχολεί κατά παράβαση της φερομένης ως καταρτισθείσας μεταξύ τους σύμβασης εργασίας, και χωρίς να αναφέρει πραγματικά περιστατικά υπαγόμενα στην ως άνω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ.

Από την επισκόπηση της αγωγής, κατά το ενδιαφέρον τον ως άνω αναιρετικό λόγο μέρος της, προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη είχε ισχυριστεί, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: "...Με βάση τα όσα ανέφερα ανωτέρω στο ιστορικό της παρούσης αγωγής μου, η όλη συμπεριφορά της εταιρείας, η οποία αδιαφόρησε πλήρως για τις ανάγκες μου, αρνείται να με απασχολήσει διατυμπανίζοντας αναληθώς ότι ουδέποτε συνήφθη σύμβαση εργασίας, ενώ παράλληλα μου στέρησε και τα μέχρι τότε μέσα βιοπορισμού μου, καθώς με προέτρεψε να αποχωρήσω το συντομότερο δυνατό από την προηγούμενη εργασία μου αλλά, περαιτέρω, μου στέρησε και μια θέση και έναν μισθό την οποία η ίδια μου πρότεινε και την οποία αποδέχθηκα, προκαλώντας μου έντονη εργασιακή ανασφάλεια, οικονομικό αδιέξοδο σε προσωπικό και οικογενειακό επίπεδο, με έχει καταστήσει άνεργη σε μία κρίσιμη εργασιακά ηλικία (σημειωτέον ότι διανύω το 48ο έτος της ηλικίας μου) και μου έχει προκαλέσει μέγιστη στεναχώρια και θλίψη, αλλά και έντονο άγχος για την επαγγελματική μου εξέλιξη.

Επειδή, από την παραπάνω αναλυτικώς αναφερόμενη, παράνομη, υπαίτια, όλως περιπαικτική και καταφρονητική συμπεριφορά της αντιδίκου, υπέστην ηθική βλάβη, λόγω μειώσεως της επαγγελματικής μου αξίας και υπολήψεως και της συνακόλουθης προσβολής της προσωπικότητάς μου, για την ανόρθωση της οποίας η εύλογη χρηματική ικανοποίηση πρέπει να καθοριστεί τουλάχιστον στο χρηματικό ποσό των 10.000 ευρώ ενόψει των συνθηκών της αδικοπραξίας, του είδους και της διάρκειας της προσβολής, του βαθμού πταίσματος της αντιδίκου, της οικονομικής κατάστασης εμού και της αντιδίκου καθώς και της κοινωνικής μου θέσεως.

Κατά συνέπεια, η αντίδικος πρέπει να καταδικασθεί να μου καταβάλει ποσό ύψους 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστην, συνεπεία της περιγραφόμενης στο ιστορικό της παρούσας κακόπιστης, αντισυναλλακτικής, αντισυμβατικής και άκρως υποτιμητικής για το πρόσωπό μου συμπεριφοράς της εταιρείας..." Το Εφετείο, σε σχέση με το παραπάνω κεφάλαιο της αγωγής, δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Επίσης, με βάση τα παραπάνω προέκυψε ότι η ανωτέρω συμπεριφορά των οργάνων της εναγόμενης κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων οδήγησε την ενάγουσα στην οικειοθελή της αποχώρηση από τη θέση εργασίας στην οποία βρισκόταν μέχρι τις 6.6.2019(ενν.6.9.2019) και στη συνέχεια, μετά τη ματαίωση της κατάρτισης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας με την εναγόμενη, την οδήγησε στην ανεργία, προκαλώντας σε αυτή έντονη εργασιακή ανασφάλεια, οικονομικό αδιέξοδο, ενόψει του ότι η ενάγουσα είναι έγγαμη με δύο τέκνα και κατά τον ανωτέρω χρόνο (6.9.2019) ήταν 48 ετών και έχει προκαλέσει σε αυτή μεγάλη στενοχώρια.

Συνεπώς, η ανωτέρω συμπεριφορά των οργάνων της εναγόμενης είναι αντίθετη με τα χρηστά ήθη, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στην οικεία θέση της νομικής σκέψης της παρούσας και η ενάγουσα δικαιούται εξαιτίας αυτής της συμπεριφοράς χρηματική ικανοποίηση από την ηθική βλάβη που προκλήθηκε σε αυτή, όπως προεκτέθηκε.

Πρέπει, επομένως, να επιδικαστεί στην ενάγουσα για την αναιτέρω αιτία το ποσό των 5.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο και δίκαιο με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης που προκλήθηκε στην ενάγουσα, τις συνθήκες τελέσεως της ανωτέρω αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος των οργάνων της εναγόμενης και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών...." Με τα παραπάνω εκτιθέμενα, περιέχονται σαφώς στην αγωγή περιστατικά που αποτελούν στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 919 του Α.Κ., σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 932 του ίδιου Κώδικα.

Ειδικότερα, σ' αυτήν (αγωγή) εκτίθενται τα γεγονότα τα οποία συνιστούν συμπεριφορά των εκπροσώπων της αναιρεσείουσας αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, η οποία εκφράστηκε με τις διαβεβαιώσεις τους προς την αναιρεσίβλητη ότι επίκειτο άμεση έναρξη της παροχής των υπηρεσιών της στο ξενοδοχείο της αναιρεσείουσας και την προτροπή τους να εγκαταλείψει την προηγούμενη εργασία της, η υπαιτιότητά τους με τη μορφή της προθέσεως (ενδεχομένου δόλου), δεδομένου ότι γνώριζαν ότι με τη συμπεριφορά τους αυτή η ενάγουσα θα εγκαταλείψει την προηγούμενη εργασία της και, εφόσον δεν είχαν πραγματική πρόθεση να ολοκληρώσουν τη σύναψη της σύμβασης, ότι επρόκειτο αυτή να παραμείνει άνεργη, πράγμα το οποίο αποδέχθηκαν, η πρόκληση στην ενάγουσα ηθικής ζημίας, όπως αυτή λεπτομερώς αναλύεται στην αγωγή, η οποία συναρτάται άμεσα με την ως άνω ενάντια στα χρηστά ήθη συμπεριφορά της εναγομένης.

Συνεπώς, εν προκειμένω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφαρμόζοντας το νόμο, προέβη στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, με βάση τα εκτιθέμενα σ' αυτήν πραγματικά περιστατικά, και υπήγαγε αυτήν (αγωγή) στον αρμόζοντα κανόνα δικαίου, χωρίς να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια του αρ.8 του άρθ.559 ΚΠολΔ, αλλά ούτε και σ' εκείνη του αρ.19 του ίδιου άρθρου, αφού διέλαβε σαφείς αιτιολογίες, οι οποίες δικαιολογούν την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε στην ως άνω διάταξη του άρθρου 919 Α.Κ., σε συνδ. με εκείνη του άρθρου 932 του ίδιου Κώδικα.

Συνεπώς είναι αβάσιμος και ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης. Μετά τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, που ηττάται (άρθρα 176, 183 και 191 ΚΠολΔ), στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις κατά παραδοχή νομίμου σχετικού αιτήματος αυτής (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5-6-2023 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 839/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ