Legislator Case Law & Legislation
1045/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against first-instance judgment on contract breach and unjust enrichment claims.

Case Number 1045/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment in a contract dispute. The appellant argued that the lower court failed to consider a claim of abuse of right regarding the payment of fees, but the court found this argument unsupported by the facts. Consequently, the appeal was rejected, the costs were awarded to the respondent, and the appeal bond was forfeited to the state.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 560 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on the violation of substantive law is inadmissible if the alleged error does not fall within the specific categories of reviewable errors defined by the Code.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility abuse of right contract breach unjust enrichment costs allocation forfeiture of bond

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 and 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 560 number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
Article 560 number 5 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 9 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 7/2002
OLAP 17/1995

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1045 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1045/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μπελογιάννη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Τεχνικής Εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Καλαποθαράκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/12/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3606/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9094/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/11/2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινομένη από 27-11-2019 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθμ. 9094/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, ύστερα από την άσκηση της από 2-10-2015 εφέσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της εκδοθείσης αντιμωλία των διαδίκων σύμφωνα με την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 3606/2015 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Με την ως άνω υπ' αριθμ. 9094/2019 προσβαλλομένη απόφαση του προαναφερθέντος δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε δεκτή η ως άνω ασκηθείσα έφεση της εκκαλούσης - εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, εξαφανίσθηκε η απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και στην συνέχεια έγινε εν μέρει δεκτή η ασκηθείσα αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρεώθηκε η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη μέρος της συμφωνηθείσης αμοιβής της για το έργο που εκτέλεσε και παρέδωσε στην αντίδικό της κατά τους όρους της μεταξύ τους συμβάσεως. Η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), επομένως είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κατ' άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ και συνακόλουθα κατ' άρθρο 560 αριθ. 1 του ίδιου Κώδικα, όταν πρόκειται για αναίρεση κατά αποφάσεως του Ειρηνοδικείου καθώς και αποφάσεως του Πρωτοδικείου που εκδόθηκε σε έφεση κατά αποφάσεως του Ειρηνοδικείου, συντρέχει δε ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για την γένεση του δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, συνίσταται, η μεν πρώτη εξ αυτών στο ότι το δικόγραφο αυτής (αγωγής) δεν αναφέρει με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αγωγικό αίτημα, η δε δευτέρα στο ότι στο ίδιο δικόγραφο γίνεται επίκληση απλώς των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του.

Η ποσοτική αοριστία ελέγχεται με βάση τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συνακόλουθα από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του ίδιου κώδικα, η δε ποιοτική με βάση τον αριθ. 14 του ίδιου άρθρου, η οποία όμως δεν περιλαμβάνεται στους λόγους αναιρέσεως κατά των προαναφερόμενων αποφάσεων που προβλέπονται περιοριστικώς στο ανωτέρω άρθρο 560 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 886/2018,1452/2008).

Περαιτέρω από τα άρθρα 681, 682, 694 εδ. α' ΑΚ προκύπτει ότι με την σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει την συμφωνηθείσα αμοιβή στον εργολάβο, η οποία καταβάλλεται κατά την παράδοση του έργου. Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής εργολάβου που ενάγει τον εργοδότη για την καταβολή της αμοιβής του, απαιτείται η επίκληση της καταρτισθείσης συμβάσεως έργου, του συμφωνηθέντος έργου, του είδους και του ύψους της αμοιβής καθώς και της εκτέλεσης και παράδοσης του έργου στον εργοδότη (ΑΠ 162/2018, ΑΠ 1294/2018, ΑΠ 1381/2017).

Τα ουσιώδη λοιπόν λοιπόν στοιχεία της συμβάσεως έργου είναι το έργο, η αμοιβή και η γι' αυτό συμφωνία, δηλαδή η από τα μέρη ρητώς συμφωνούμενη αμοιβή, η οποία συνιστά το αντάλλαγμα της εκτέλεσης του έργου (ΑΠ 669/2019, ΑΠ 162/2018). Εξάλλου το άρθρο 688 ΑΚ ορίζει τα δικαιώματα του εργοδότη κατά του εργολάβου αν το έργο που εκτελέσθηκε έχει επουσιώδη ελαττώματα, ενώ το άρθρο 689 ΑΚ οριοθετεί τα δικαιώματα του εργοδότη κατά του εργολάβου αν το έργο που εκτελέσθηκε έχει ουσιώδη ελαττώματα που το κάνουν άχρηστο ή αν του λείπουν συμφωνημένες ιδιότητες.

Επίσης το άρθρο 690 ΑΚ ορίζει ότι ο εργοδότης έχει δικαίωμα αντί για αναστροφή ή μείωση, να απαιτήσει αποζημίωση για μη εκτέλεση της σύμβασης αν οι ελλείψεις του έργου οφείλονται σε υπαιτιότητα του εργολάβου, ενώ κατά το άρθρο 692 ΑΚ μετά την έγκριση του έργου από τον εργοδότη, ο εργολάβος απαλλάσσεται από κάθε ευθύνη για τις ελλείψεις του, εκτός κι αν αυτές δεν μπορούσαν να διαπιστωθούν με κανονική εξέταση όταν έγινε η παράδοση του έργου ή αν ο εργολάβος τις απέκρυψε με δόλο (ΑΠ 1137/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι σ' αυτήν αναφέρεται ότι η εναγομένη ανέθεσε στην ενάγουσα το έργο του καθαρισμού και της συντήρησης τεσσάρων δεξαμενών υγρών καυσίμων, που βρίσκονται στις εγκαταστάσεις της στην περιοχή της ...

και ότι παρά την εκ μέρους της (ενάγουσας) προσήκουσα εκτέλεση του έργου, εν τούτοις η εναγομένη δεν της κατέβαλε το σύνολο της συμφωνηθείσης αμοιβής της, όπως προέκυπτε από την προσφορά της, που αποδέχθηκε η εναγομένη καθώς εξακολουθεί να οφείλει σ' αυτή (ενάγουσα) το χρηματικό ποσόν των 5.897,34 € (συνυπολογιζομένου ΦΠΑ), που αποτελεί μέρος της αμοιβής, ύψους 17.897,34 €, για εργασίες αντικατάστασης των περιφερειακών δακτυλίων πυθμένα τριών δεξαμενών, για τις οποίες εκδόθηκε το …/10-9-2012 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών αλλά και το ποσό των 12.327,55 € (συνυπολογιζομένου ΦΠΑ) για εκτελεσθείσες εργασίες αμμοβολής και βαφής τεσσάρων δεξαμενών και για τους λόγους αυτούς ζήτησε η ενάγουσα να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 18.224,89 €, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής της.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι ορισμένη, καθόσον ειδικότερα, αναφέρονται σ' αυτήν η καταρτισθείσα σύμβαση έργου, το συμφωνηθέν έργο, το είδος και το ύψος της αμοιβής καθώς και η εκτέλεση και η παράδοση του έργου στον εργοδότη. Τα στοιχεία δε αυτά απαιτούνται από τις προαναφερθείσες νομικές διατάξεις και αρκούν, προς θεμελίωση του ασκουμένου με την ένδικη αγωγή δικαιώματος.

Επομένως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθά ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις κανόνων ουσιαστικού δικαίου, έκρινε απορριπτέα έστω και σιωπηρά, αφού για να προχωρήσει το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στην έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής, προϋποτίθεται κατ' ανάγκη, ότι ερεύνησε και διαπίστωσε το ορισμένο και τη νομική βασιμότητα αυτής (ΑΠ 1830/2009, ΑΠ 609/2007) - την σχετική υποβληθείσα ένσταση αοριστίας της.

Συνεπώς ο περί του αντιθέτου σχετικός (έβδομος) λόγος της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1, 8, 9 και 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ, ορθώς εκτιμώμενος ως από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Εξάλλου σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 (που άρχισε να ισχύει από 1-1-2016) και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση ως εκ του χρόνου άσκησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (27-11-2019), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνον 1) αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, ενώ ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης, του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείσθηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Οι κατά την ανωτέρω διάταξη, έξι λόγοι αναιρέσεως αντιστοιχούν προς τους λόγους των αριθμ. 1, 2, 4, 5, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους όμως, μερικοί δεν ταυτίζονται απολύτως. Η απαρίθμηση των προαναφερθέντων λόγων αναιρέσεως είναι όπως συνάγεται και από την στην άνω διάταξη λέξη "μόνο", περιοριστική και συνεπώς δεν είναι δυνατόν να προβληθεί οποιοσδήποτε άλλος λόγος αναιρέσεως κατά των προμνημονευμένων αποφάσεων (ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 575/2018).

Περαιτέρω σύμφωνα με τις διατάξεις του προδιαληφθέντος άρθρου 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 αυτού δημιουργείται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου, ενώ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της.

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου, κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, κύρια παρέμβαση, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ 10/2011).

Για να είναι δε ορισμένος ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα, που αυτό δέχτηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δίκαιου (ΑΠ 85/2015, ΑΠ 36/2008).

Περαιτέρω, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 560 αριθμ. 1, εδ. β' ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ`αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο η έννοια που αποδόθηκε στον κανόνα δικαίου, που χαρακτηρίζεται εσφαλμένη και η κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος ορθή, που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας τα οποία παρέλειψε η απόφαση να χρησιμοποιήσει (ΟλΑΠ 8, 10 και 11/2005, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 459/2019,ΑΠ 401/2018, ΑΠ 809/2017, AΠ 211/2011), ενώ κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθ.5 εδ β' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όπως και ο λόγος της έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 11/1996).

Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν η στην περίπτωση που αυτό τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (ΑΠ 74/2019).

Για την πληρότητα του λόγου αν το παράπονο συνίσταται στην μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ποια ήταν τα "πράγματα" που προτάθηκαν και ποιά επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης. Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να παρατίθενται και όλα τα στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο.

Εξάλλου κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης που αντιστοιχεί προς το λόγο που προβλέπεται από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).

Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για τον λόγον αυτόν καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 118/2019, ΑΠ 224/2018).

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διατάξεως του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Περαιτέρω για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξ αιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).

Στην κρινομένη υπόθεση προκύπτει ότι με την προσβαλλομένη απόφαση όπως προκύπτει, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, έγιναν δεκτά επί λέξει τα εξής αναιρετικώς ανελεγκτέα πραγματικά περιστατικά: "Περί τα μέσα του 2011 η εκκαλούσα, που διατηρεί δεξαμενές υγρών καυσίμων στην περιοχή της Κ..., ξεκίνησε διαπραγματεύσεις με την εφεσίβλητη, που είναι τεχνική εταιρία, προκειμένου να συναφθεί μεταξύ τους σύμβαση έργου με αντικείμενο τη συντήρηση δέκα δεξαμενών καυσίμων των εγκαταστάσεών τους.

Προς τούτο, η εφεσίβλητη απέστειλε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στην εκκαλούσα το από 6-8-2011 "τιμολόγιο προσφοράς εργασιών συντήρησης", όπου περιγράφονταν οι απαιτούμενες εργασίες και η τιμή μονάδας καθεμιάς. Τελικά, οι δύο πλευρές κατέληξαν να προβεί η εφεσίβλητη στη συντήρηση τεσσάρων δεξαμενών της εκκαλούσας (με αριθμούς 2, 4, 7 και 10) και προς τούτο η εφεσίβλητη απέστειλε στην εκκαλούσα μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου την από 29-9-2011 προσφορά της, όπου περιγράφονταν οι απαιτούμενες εργασίες και η τιμή μονάδας καθεμιάς και η συνολική αμοιβή της εφεσίβλητης υπολογίστηκε στο ποσό των 63.795,56 € (πλέον ΦΠΑ).

Σύμφωνα με την προσφορά οι εργασίες περιλάμβαναν gas free δεξαμενής, έλεγχο των συγκολλήσεων - ελασμάτων με διεισδυτικά υγρά, στεγανοποίηση πυθμένα, αντικατάσταση περιφερειακού δακτυλίου πυθμένα, κατασκευή νεροχύτη δεξαμενών, αμμοβολή - βαφή με ποσό αμοιβής 20 € ανά τ.μ. (στη δεξαμενή 2 περιλαμβάνει ολόκληρο τον πυθμένα εσωτερικά και ένα μέτρο περιβλήματος μέσα - έξω, το νεροχύτη και 30 τ.μ.

κλίμακα - κουπαστές, στη δεξαμενή 4 περιλαμβάνει ένα μέτρο περιβλήματος μέσα - έξω, το νεροχύτη και 30 τ.μ. κλίμακα - κουπαστές, στη δεξαμενή 7 περιλαμβάνει ένα μέτρο πυθμένα και περιβλήματος μέσα - έξω και το νεροχύτη, στη δεξαμενή 10 περιλαμβάνει ολόκληρο τον πυθμένα εσωτερικά και ένα μέτρο περιβλήματος μέσα - έξω και το νεροχύτη), υδροβολή και βαφή.

Με βάση την παραπάνω προσφορά συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων να ξεκινήσουν οι εργασίες και προς τούτο εφεσίβλητη απέστειλε στις εγκαταστάσεις της εκκαλούσας συνεργείο πέντε ατόμων με επικεφαλής (εργοδηγό) τον εξετασθέντα και ως μάρτυρα απόδειξης, Μ. Σ., το οποίο εργάστηκε στις δεξαμενές από τις 14-11-2011 έως τις 22-12-2012, ολοκληρώνοντας έως τότε το 80% του συμφωνηθέντος έργου, ενώ το υπόλοιπο 20% του έργου ολοκληρώθηκε κατά του μήνες Μάρτιο - Μάιο 2012 με εργασία πέντε ημερών από συνεργείο τριών ατόμων με τον ίδιο εργοδηγό.

Η διακοπή των εργασιών οφειλόταν σε διαφωνία, που ανέκυψε μεταξύ των διαδίκων, σχετικά με τον υπολογισμό του ύψους και την καταβολή της αμοιβής της εφεσίβλητης, τη σκοπιμότητα διενέργειας της υδροβολής - αμμοβολής και της βαφής των δεξαμενών σε όλη την επιφάνειά τους, καθώς και τις επιμετρήσεις του εκτελεσθέντος έργου, με συνέπεια η τελευταία να προβεί στην από 10-1-2012 εξώδικη δήλωσή της, ζητώντας την καταβολή της αμοιβής της και σαφή απάντηση από την εκκαλούσα ως προς το αν επιθυμεί την ολοκλήρωση του έργου.

Επισημαίνεται δε ότι κατά τον παραπάνω χρόνο (10-1-2012) είχε ολοκληρωθεί περίπου το 80% της αμμοβολής - βαφής των δεξαμενών 2 και 10, όπως άλλωστε προέκυπτε και από το αποσταλέν ηλεκτρονικά στην εκκαλούσα από την εφεσίβλητη "τιμολόγιο εργασιών συντήρησης δεξαμενών", όπου αναφέρεται ότι είχαν ολοκληρωθεί 308,52 τ.μ.

αμμοβολής - βαφής (104,52 τ.μ. αφορούσαν τις κολώνες) έναντι οφειλόμενης αμοιβής 6.170,40 €. Η εκκαλούσα από την πλευρά της απάντησε με την από 18-1-2012 εξώδικη δήλωσή της, στην οποία αφενός εξέθετε το περιεχόμενο της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας των νόμιμων εκπροσώπων των διαδίκων, που περιλαμβάνει αόριστες αναφορές και εκατέρωθεν αιτιάσεις μεταξύ των διαδίκων για την εξέλιξη του έργου, αφετέρου εξέφρασε τη διαφωνία της ως προς τη σκοπιμότητα της διενέργειας υδροβολής και αμμοβολής, καθώς και για το ύψος της χρέωσης της υδροβολής, λόγω και του ότι κατά την εκτίμησή της η εποχή δεν ήταν κατάλληλη για τη βαφή των δεξαμενών, και εξέθετε επιπλέον ότι α) δεν είχαν ολοκληρωθεί οι κολλήσεις, β) δεν είχε γίνει αμμοβολή και βαφή στους νεροχύτες, που κολλήθηκαν στις δεξαμενές, και γ) δεν είχε ολοκληρωθεί η βαφή σε τοπικά σημεία.

Τελικά, μετά από συνάντηση των εκπροσώπων των διαδίκων επήλθε νεότερη συμφωνία τους, όπως αποτυπώθηκε στην από 25-1-2012 και από 6-2-2012 ηλεκτρονική αλληλογραφία μεταξύ των νόμιμων εκπροσώπων τους, από το περιεχόμενο της οποίας προκύπτει ότι μειώθηκε η αμοιβή της εκκαλούσας για την υδροβολή στο ποσό των 5.000 € (από 17.000 €), ότι η εφεσίβλητη θα ολοκληρώσει τις εργασίες συντήρησης των δεξαμενών (χωρίς να προκύπτει με σαφήνεια ποιες εργασίες υπολείπονταν), ότι θα καταβληθεί άμεσα το 30% της αμοιβής για τις εκτελεσθείσες εργασίες και το υπόλοιπο της αμοιβής σε 3 ισόποσες μηνιαίες δόσεις με την έκδοση αντίστοιχων τιμολογίων και ότι για κάθε πιστοποιηθείσα εργασία θα εκδίδεται και το σχετικό τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών.

Επισημαίνεται ότι παρά τα όσα αβάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα από το περιεχόμενο της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας μεταξύ των διαδίκων δεν προκύπτει διαφορετική συμφωνία σχετικά με τον υπολογισμό και το ύψος της αμοιβής της εφεσίβλητης για τα επιμέρους τμήματα του έργου, που ανέλαβε την υποχρέωση να εκτελέσει, εκτός από το τμήμα της υδροβολής, κατά τα προαναφερόμενα, με συνέπεια η συνολική δικαιούμενη αμοιβή της για το εκτελεσθέν έργο να ανέρχεται στο ποσό των 51.335,63 €, πλέον ΦΠΑ, με την επιφύλαξη ότι είχε υπολογιστεί μόνο ένα μέρος της αμοιβής για την αμμοβολή - βαφή (6.170,40 € για 308,52 τ.μ.

αμμοβολής - βαφής). Μετά τα παραπάνω εκδόθηκε από την εφεσίβλητη το …/23-3-2012 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών συνολικού ποσού 21.694.61 € (17.637,90 € + 4.056,71 ΦΠΑ), το οποίο αφορούσε σε gas free δεξαμενών 2, 7 και 10, έλεγχο συγκολλήσεων με διεισδυτικά υγρά δεξαμενής 2, κατασκευή - συγκόλληση νεροχύτη δεξαμενών 2, 4, 7 και 10, υδροβολή δεξαμενών, προμήθεια - τοποθέτηση στομίου και διαμαντιού 4" δεξαμενής 2, κατασκευή εσωτερικού στομίου αναρρόφησης 8" δεξαμενής 10 και εξοφλήθηκε από την εκκαλούσα ολοσχερώς στις 23-3-2012.

Αφού εξοφλήθηκε το ως άνω μέρος της αμοιβής της εφεσίβλητης, ξεκίνησαν εκ νέου οι εργασίες συντήρησης των δεξαμενών και ολοκληρώθηκε το ανεκτέλεστο τμήμα του έργου, όπως επιβεβαιώνει και ο εργοδηγός της εφεσίβλητης, Μ. Σ., στην ένορκη κατάθεσή του, χωρίς, ωστόσο, μεταγενέστερα να εξοφληθεί στο σύνολό της η απαίτηση της εφεσίβλητης για την καταβολή της αμοιβής της.

Ειδικότερα, στο πλαίσιο νέας προφορικής συμφωνίας για τμηματική αποπληρωμή του υπολοίπου της αμοιβής της με έκδοση επιμέρους τιμολογίων για τμήματα του έργου και όχι ενός τιμολογίου με το συνολικό υπόλοιπο της αμοιβής της, η εφεσίβλητη εξέδωσε και απέστειλε στην εκκαλούσα το 91/10-9-2012 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, συνολικού ποσού 17.887,34 € (14.550,68 € + 3.346,66 € ΦΠΑ), που αφορά σε αντικατάσταση περιφερειακού δακτυλιδίου πυθμένα των δεξαμενών 2, 4 και 7, η δε εκκαλούσα κατέβαλε σ' αυτή για την παραπάνω αιτία μόνο το ποσό των 12.000 €, παρακρατώντας επιπλέον ποσό 436,52 € ως οφειλόμενο φόρο, με συνέπεια να εξακολουθεί να οφείλει το ποσό των 5.460,82 €.

Η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι δεν κατέβαλε το ως άνω ποσό αφενός διότι οι εργασίες συντήρησης των δεξαμενών δεν ολοκληρώθηκαν, με συνέπεια να μην έχει αποπερατωθεί το σύνολο του έργου, αφετέρου διότι αυτό παρουσίαζε ελαττώματα και κακοτεχνίες (ελλιπής στεγανοποίηση των δεξαμενών, στις οποίες αντικαταστάθηκε ο δακτύλιος πυθμένα, το εμποτισμένο κορδόνι δεν καλύφθηκε με πίσσα και έχει αποσυνδεθεί, δεν ολοκληρώθηκαν τα χέρια βαφής σε τοπικά σημεία με αποτέλεσμα την εμφάνιση σκουριών).

Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδεικνύεται ως βάσιμος, δεδομένου ότι η εκκαλούσα δεν γνωστοποίησε άμεσα στην εφεσίβλητη τις παραπάνω αιτιάσεις είτε με μήνυμα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, όπως ήταν η πάγια τακτική του νόμιμου εκπροσώπου της, είτε με εξώδικη δήλωση, σε χρόνο μεταγενέστερο της παράδοσης προς αυτή του ως άνω τιμολογίου, ενώ περαιτέρω δεν προσκομίζει τεχνική έκθεση, στην οποία μετά από επιθεώρηση των δεξαμενών σε κοντινό χρόνο από την παράδοση του έργου, να πιστοποιούνται τα επικαλούμενα από αυτή ελαττώματα ή ελλείψεις.

Επιπροσθέτως, προς θεμελίωση δε του ως άνω ισχυρισμού της εκκαλούσας δεν αρκεί το ότι φέρεται να κατέβαλε τρία έτη μετά την παράδοση του έργου το ποσό των 9.750 € για εργασίες στεγανοποίησης δεξαμενών 2, 4 και 7 και εργασίες υδροβολής - αμμοβολής και βαφών προς αποκατάσταση ζημιών στην ιδίων συμφερόντων εταιρία .... (μέλος του ΔΣ της οποίας είναι η σύζυγος του Προέδρου του ΔΣ της εκκαλούσας, Π.

Μ., ο δε τελευταίος μάλιστα τυγχάνει από το 2017 και Πρόεδρος του ΔΣ της ...), καθώς μάλιστα οι ως άνω εργασίες απέχουν χρονικά τρία έτη από το χρόνο παράδοσης του έργου, ενώ το εμπεριεχόμενο στο δικόγραφο της έφεσής της αίτημα για διενέργεια τεχνικής πραγματογνωμοσύνης προκειμένου να διαπιστωθούν τα επικαλούμενα από την εκκαλούσα ελαττώματα πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου ότι ήδη έχουν παρέλθει 6 έτη μετά την παράδοση του έργου και έχουν μεσολαβήσει, κατά την εκκαλούσα, εργασίες αποκατάστασης των ελαττωμάτων, με συνέπεια κατά τον παρόντα χρόνο η διενέργειά της να είναι άσκοπη, με την επισήμανση ότι η εκκαλούσα δεν υπέβαλε, αν και είχε τη δυνατότητα, μετά την ολοκλήρωση των εργασιών του συνεργείου της εφεσίβλητης αίτημα για διενέργεια συντηρητικής απόδειξη προς τούτο, κατ' άρθρο 348 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, η μόνη επουσιώδης εκκρεμότητα κατά την αποχώρηση του συνεργείου της εφεσίβλητης, που επιβεβαιώνει ο εργοδηγός της, ήταν η αποκατάσταση της θραύσης μικρού τμήματος της πέτρινης βάσης, όπου ακουμπά μία δεξαμενή, η οποία ήταν ευχερής με τοποθέτηση τοπικά μικρής ποσότητας μπετόν και πίσσας, την οποία ανέλαβε να εκτελέσει η εκκαλούσα δια παριστάμενου κατά τις εργασίες υπαλλήλου της με υλικά της εφεσίβλητης, όπως και έγινε.

Πέραν των ανωτέρω, η εκκαλούσα, που δεν επικαλείται ότι για τα ως άνω ελαττώματα και τις ελλείψεις υπαναχώρησε από τη σύμβαση (άρθρο 689 ΑΚ), δεν προβάλλει κατά τρόπο ορισμένο, κατά τα άρθρο 262 ΚΠολΔ, ένσταση μείωση της αμοιβής της εφεσίβλητης, κατ' άρθρο 688 ΚΠολΔ, γι' αυτά, αφού δεν εκθέτει, ως όφειλε, το μέτρο μείωσης του έργου λόγω των επικαλούμενων από αυτή ελαττωμάτων του...

Περαιτέρω, μετά τη μερική εξόφληση του ως άνω τιμολογίου, η εφεσίβλητη, προκειμένου να αποφύγει την προκαταβολή του ΦΠΑ, δεν εξέδωσε το τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, που αφορά στην αμοιβή της για το τμήμα του έργου της αμμοβολής - βαφής των δεξαμενών, για το οποίο η ίδια ισχυρίζεται ότι δικαιούται το ποσό των 10.022,40 € (501,12 τ.μ.

Χ 20 € ανά τ.μ, όπως προκύπτει από την προσφορά της εφεσίβλητης, που έγινε αποδεκτή από την εκκαλούσα), καθώς κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς της η αμμοβολή - βαφή έγινε σε επιφάνεια 501,12 τ.μ., όπως ήταν η αρχική επιμέτρηση, σύμφωνα με τον αναλυτικό πίνακα επιμέτρησης βαφών, που επισυνάπτεται στην αγωγή, την ορθότητα του οποίου επιβεβαιώνει και ο μάρτυρας απόδειξης.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, Μ. Σ., ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι εργασίες αμμοβολής - βαφής είχαν ολοκληρωθεί μέχρι την αποχώρηση του συνεργείου το Δεκέμβριο 2011 ("το 80% της δουλειάς είχε γίνει...δηλαδή και βαψίματα και όλα...[ερ.]οι αμμοβολές είχαν γίνει; [απ.]ναι είχαν γίνει, [ερ.] τι απέμενε να γίνει; [απ.] μόνο η μόνωση και αυτή τελείωνε"), ενώ όταν επανήλθε το συνεργείο μετά τη νέα συμφωνία των διαδίκων δεν έγιναν εργασίες βαφής και αμμοβολής, αλλά, σύμφωνα και με τους αγωγικούς ισχυρισμούς της εφεσίβλητης, "διευθέτηση των τελευταίων εκκρεμοτήτων" (βλ.

τη σελ. 20 της αγωγής της).

Συνεπώς, για τις εργασίες αμμοβολής - βαφής η εφεσίβλητη δικαιούται ως υπόλοιπο αμοιβής το ποσό των 6.170,40 €, πλέον του ισχύοντος κατά την εξόφληση του παραπάνω ποσού ΦΠΑ, και όχι το ποσό των 10.022,40 τ.μ., όπως δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθώς σύμφωνα με το συνταγέν από την ίδια "τιμολόγιο εργασιών συντήρησης δεξαμενών", που απέστειλε ηλεκτρονικά στην εκκαλούσα στις 3-1-2012, είχε προβεί μέχρι τις 22-12-2011 σε αμμοβολή - βαφή επιφάνειας 308,52 τ.μ. (140 τ.μ.

Χ 80% στη δεξαμενή 2, 115 τ.μ. Χ 80% στη δεξαμενή 10, 104,52 τ.μ. στις κολώνες, έναντι αμοιβής 20 € ανά τ.μ.) και όχι 501,12 τ.μ., όπως ισχυρίζεται με την αγωγή της και κατέθεσε ο μάρτυρας απόδειξης, δεδομένου ότι η εφεσίβλητη, που φέρει το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού της αυτού, δεν δίνει κάποια πειστική εξήγηση για ποιο λόγο η ίδια προσδιόρισε στις 22-12-2011 την επιφάνεια της βαφής - αμμοβολής σε 308,52 τ.μ.

και κατά την άσκηση της αγωγής σε 501,12 τ.μ. τη στιγμή που ο με επιμέλειά της εξετασθείς ως μάρτυρας εργοδηγός της, Μ. Σ., κατέθεσε ότι οι εργασίες αμμοβολής - βαφής είχαν ολοκληρωθεί στις 22-12-2011. Επισημαίνεται ότι παρά τα όσα αβάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα, η εφεσίβλητη δικαιούται να αξιώσει την αμοιβή της, πλέον ΦΠΑ, και για το εν λόγω τμήμα του έργου, που εκτελέστηκε από αυτή, παρά το ότι δεν έχει εκδώσει τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, η έκδοση του οποίου δεν είναι προαπαιτούμενη για τη δικαστική διεκδίκησή της, δεδομένου ότι σε περίπτωση που κατά τον χρόνο εκδίκασης της διαφοράς δεν έχει εκδοθεί το σχετικό τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών από τον εργολάβο, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση, ο φόρος γίνεται απαιτητός κατά τον χρόνο είσπραξης της αμοιβής του εργολάβου κατά την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης και ο εργολάβος οφείλει να εκδώσει κατά τον χρόνο είσπραξης της αμοιβής του τιμολόγιο ή απόδειξη ή άλλο στοιχείο που προβλέπεται από τον Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων, στο οποίο θα αναγράψει τη φορολογική αξία (την επιδικασθείσα αμοιβή) και το ποσό του φόρου χωριστά, υπολογιζόμενου με βάση το ποσοστό που θα ισχύει κατά τον χρόνο της εξόφλησης...

Περαιτέρω, ναι μεν οι διάδικοι είχαν συμφωνήσει για κάθε πιστοποιηθείσα εργασία να εκδίδεται το σχετικό τιμολόγιο για την πληρωμή της, ωστόσο η εκκαλούσα είναι αυτή, που παρά την έκδοση του …/10-9-2012 τιμολογίου παροχής υπηρεσιών, συνολικού ποσού 17.887,34 €, δεν εξόφλησε πλήρως την οφειλή της για την αναφερόμενη σ' αυτό εργασία, υπαναχωρώντας από την συμφωνία τους, με συνέπεια ευλόγως η εφεσίβλητη να επιλέξει να μην εκδώσει προκαταβολικά, δηλαδή πριν την εξόφληση της αμοιβής της, και το τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών και για τις εργασίες αμμοβολής - βαφής.

Εξάλλου, η ως άνω συμφωνία, δηλαδή η έκδοση χωριστών τιμολογίων για επιμέρους τμήματα του ήδη εκτελεσθέντος έργου (αντικατάσταση δακτυλίων και αμμοβολή - βαφή), εξυπηρετούσε πρωτίστως την εκκαλούσα, η οποία επιθυμούσε την τμηματική και όχι άμεση εξόφληση της οφειλής της.

Συνεπώς, η μη έκδοση του ως άνω τιμολογίου δεν οφείλεται στην επικαλούμενη από την εκκαλούσα ανυπαρξία της ένδικης απαίτησης της εφεσίβλητης, εφόσον μάλιστα η πρώτη δεν διευκρινίζει με την έφεση και τις προτάσεις της, αν αυτή (ανυπαρξία) οφείλεται σε ολοσχερή μη εκτέλεση του ως άνω τμήματος του έργου, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι κατά τα προαναφερόμενα αποδεικνύεται η εκτέλεσή του, ή σε συμφωνία των διαδίκων για μη καταβολή αμοιβής για το τμήμα αυτό.

Τέλος, μετά την οριστική αποχώρηση του συνεργείου της εφεσίβλητης το Μάιο 2012, η εκκαλούσα δεν αμφισβήτησε ειδικώς την εκτέλεση από την εφεσίβλητη του τμήματος του έργου της αμμοβολής - βαφής των δεξαμενών, καθώς και τον τρόπο υπολογισμού της αμοιβής της γι' αυτό (20€ ανά τ.μ.) είτε με εξώδικη δήλωσή της είτε με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.

Ακολούθως, απορριπτέος ως αβάσιμος τυγχάνει και ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι ουδέποτε συμφώνησε γραπτώς για την εκτέλεση των παραπάνω εργασιών από την εφεσίβλητη, η οποία εκμεταλλευόμενη την έλλειψη έγγραφου τύπου προέβη κατά το δοκούν σε εργασίες επί των δεξαμενών, τις οποίες χρέωνε μονομερώς, αφενός για το λόγο ότι η σύμβαση έργου μπορεί να συναφθεί και προφορικά, αφετέρου διότι, εφόσον κατά την εκκαλούσα δεν είχε επιτευχθεί συμφωνία για την εκτέλεσή του, αυτή θα μπορούσε να εμποδίσει την είσοδο του συνεργείου της εφεσίβλητης στις εγκαταστάσεις της και την εκτέλεση των εργασιών, πράγμα όμως που δεν έπραξε για χρονικό διάστημα 35 ημερών μέχρι το Δεκέμβριο 2011 και 5 ημερών τη χρονική περίοδο Μαρτίου - Μαΐου 2012...".

Με τον πρώτον λόγον της κρινομένης αιτήσεως από τον αριθμό 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ, ορθώς, όμως ως από τον αριθμό 6 άρθρου 560 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παρότι δέχθηκε ότι "στο πλαίσιο νέας προφορικής συμφωνία για τμηματική αποπληρωμή του υπολοίπου της αμοιβής με έκδοση επιμέρους τιμολογίων για τμήματα του έργου και όχι ενός τιμολογίου", εν τούτοις δέχθηκε στην συνέχεια και έλαβε υπόψη της για την σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεώς του, το ως άνω υπ' αριθμ. "…/10-9-2012 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, συνολικού ποσού 17.887,34 €".

Ο λόγος όμως αυτός είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθόσον οι ανωτέρω επικαλούμενες προς θεμελίωσή του παραδοχές ουδεμία αντίφαση ενέχουν, δεδομένου ότι όπως ήδη αναφέρθηκε, το προαναφερθέν τιμολόγιο εκδόθηκε για την εκτέλεση ενός μόνου έργου και συγκεκριμένα για την "αντικατάσταση περιφερειακού δακτυλίου πυθμένα των δεξαμενών 2, 4 και 7" και μάλιστα η αναιρείουσα κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη για την παραπάνω εργασία μόνον το χρηματικό ποσόν των 12.000 €.

Με τον δεύτερον λόγον από τους αριθμούς 1,8,10,11 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ορθώς εκτιμώμενος, στο σύνολο του ως από τον αριθμό 1 άρθρου 560 ΚΠΟΛΔ, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας γιατί "θα έπρεπε.... να διαγνώσει ότι η αναιρεσίβλητη, εάν είχε πράγματι προσηκόντως ολοκληρώσει και παραδώσει τις εργασίες, θα έπρεπε αμέσως μετά την έγγραφη συμφωνία της 6.2.2012 να εκδώσει το σχετικό τιμολόγιο" και επί πλέον "θα έπρεπε...να διαγνώσει ότι η αναιρεσίβλητη, όφειλε, μετά την οριστική αποχώρηση του συνεργείου της τον Μάιο του 2012, να εκδώσει τιμολόγιο για το σύνολο της ολοκληρωθείσης εργασίας και όχι μόνο το με αριθμό …/10-9-2012" και ακόμη ότι η "αναιρεσιβαλλόμενη σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι δεν θα αποπληρωθεί το εκδοθέν τιμολόγιο για να αποφαίνεται ότι δεν εξέδωσε τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, που είχαν περατωθεί από τις 22.12.2011 προκειμένου δήθεν να αποφύγει την προκαταβολή του ΦΠΑ".

Ο λόγος αυτός τυγχάνει απαράδεκτος ως αόριστος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο πώς παραβιάσθηκαν τα διδάγματα κοινής πείρας ή αν αυτά παραβιάσθηκαν κατά την ερμηνεία και εφαρμογή συγκεκριμένων κανόνων ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτούς, οι οποίοι, επίσης δεν αναφέρονται.

Με τον τέταρτον λόγον η αναιρεσείουσα μέμφεται το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ότι δεν έλαβε υπόψη του για τον σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεώς του, την εκ μέρους της προσαχθείσα σ' αυτό ένορκη εξέταση του Π. Π. που έλαβε χώρα ενώπιον της συμβολαιογράφου Μάρθας Μαδεμίδου - Ζυγούρη, αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την απορρέουσα από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, πλημμέλεια. Λόγω όμως της περιοριστικής απαριθμήσεως στο άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως ήδη αναφέρθηκε, των σχετικών λόγων αναιρέσεως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος, που δεν συναριθμείται στο παραπάνω άρθρο 560 ΚΠολΔ κρίνεται απορριπτέος, ως απαράδεκτος.

Με τον τρίτον λόγον από τους αριθμούς 1, 8, 10, 11, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος κατά το νοηματικό περιεχόμενό του, υπάγεται στον αριθμό 1 άρθρου 560 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 686 εδ. α του ΑΚ δικαιώματος υπαναχώρησης θεωρώντας ως δήλωση υπαναχώρησης την μη ολοσχερή πληρωμή εκδοθέντος τιμολογίου μετά την απομάκρυνση του εργολάβου από το έργο.

Ο λόγος, όμως, αυτός κρίνεται αβάσιμος, γιατί στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση, καθόσον το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, κατά τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δέχθηκε ρητά ότι η αναιρεσίβλητη δεν υπαναχώρησε της παραπάνω συμβάσεως. Ο πέμπτος αναιρετικός λόγος κατ' αμφότερα τα σκέλη του, είναι απαράδεκτος και ειδικότερα, κατά το πρώτο με το οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια από από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ (ορθό 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ), καθόσον τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα προς θεμελίωσή του και ειδικότερα ότι δεν ελήφθησαν υπόψη οι σχετικές δαπάνες, στις οποίες - κατά τους ισχυρισμούς της - υπεβλήθη για "άρση των ουσιωδών ανεκτέλεστων εργασιών", όπως επί λέξει αναφέρεται στην κρινομένη αναίρεσή της, δεν συνιστούν "πράγματα" αλλά αρνητικούς της ένδικης αγωγής ισχυρισμούς και επιχειρήματα της αναιρεσείουσας αντλούμενα από την εκτίμηση των αποδείξεων και κατά το δεύτερο σκέλος του από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, γιατί τέτοιος λόγος δεν ιδρύεται επί προσβολής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου που δίκασε ως Εφετείο.

Περαιτέρω κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 7/2002, 17/1995).

Με τον έκτον λόγον η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση για παράβαση του άρθρου του άρθρου 560 αριθμ. 5 ΚΠολΔ (και όχι 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, όπως εσφαλμένως χαρακτηρίζεται από την αναιρεσείουσα), για τον λόγον ότι δεν ελήφθη υπόψη η υποβληθείσα εκ μέρους της ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του σχετικού δικαιώματος εκ μέρους της αναιρεσιβλήτου.

Ο λόγος αυτός κρίνεται αβάσιμος καθόσον, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ανωτέρω ισχυρισμό της ήδη αναιρεσείουσας και ρητώς τον απέρριψε με την κάτωθι αιτιολογία "...με το δικόγραφο της έφεσής της η εκκαλούσα επαναφέρει τον πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό της περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης "αξίωσης της εφεσίβλητης να ζητήσει την καταβολή του υπολοίπου της αμοιβής της, επικαλούμενη ότι η εφεσίβλητη δεν αποπεράτωσε το σύνολο των εργασιών της, με συνέπεια να μην είναι σε θέση να χρησιμοποιήσει τις δεξαμενές της, ότι το έργο ήταν ελαττωματικό με συνέπεια να πρέπει να εκτελεστεί εκ νέου και ότι η εφεσίβλητη άφησε τις δεξαμενές της χωρίς μόνωση στη βάση τους.

Τα ως άνω περιστατικά ωστόσο δεν στοιχειοθετούν την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, αλλά αποτελούν εν μέρει αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς της εκκαλούσας και εν μέρει ισχυρισμούς περί ελαττωμάτων του εκτελεσθέντος έργου". Κατά δε το από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σκέλος του, ο ίδιος λόγος κρίνεται απαράδεκτος, καθόσον η σχετική αυτή πλημμέλεια δεν συναριθμείται σ' εκείνες του άρθρου 560 ΚΠολΔ,κατά την προαναφερθείσα νομική σκέψη.

Εν όψει των προαναφερθέντων πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του εκ μέρους της αναιρεσείουσας κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου λόγω της ήττας της στην δίκη αυτή (άρθρα 106, 176, 183 και, 191 παρ. 2 ΚπολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27-11-2019 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 9094/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δίκασε ως Εφετείο. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος εκ μέρους της αναιρεσείουσας παραβόλου, στο Δημόσιο Ταμείο.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου που ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00 €), εις βάρος της αναιρεσείουσας.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 15 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ