Supreme Court dismisses appeal on insurance damages, ruling interest on default is correct per Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by an insurance company against a lower court judgment awarding damages to the insured. The appellant argued the court incorrectly applied interest rates, claiming it should have been default interest rather than delay interest. The court rejected this, finding the lower court correctly applied the specific provision for delay interest because the insurer had already admitted the debt before the lawsuit began.
Legislator headnote
AI generatedArticles 345, 346, and 346A of the Civil Code: The court correctly applied delay interest (346A) instead of default interest (345) when the debtor had previously acknowledged the debt, rendering the default interest provision inapplicable.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1045 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1045/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Μαρία Βάρκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:
1) Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ΑΤΛΑΝΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΕΓΑ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και
2) Λ. (L.) Π. (P.) του Β. (V.), κατοίκου Αθηνών, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Χαρίσογλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων:
1) Γ. (G.) Π. (P.) του Ν. (N.), κατοίκου Αθηνών και
2) Ν. (D.) Κ. (K.) του Ρ. (R.), κατοίκου ... Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρίστο Καυκούλα, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 04.02.2021 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20.03.2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και επί της οποίας εκδόθηκε η 1212/2016 μη οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Ακολούθως, με την από 06.09.2017 κλήση των εναγόντων, η υπόθεση επανήλθε για συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και η ως άνω από 20.03.2014 αγωγή συνεκδικάστηκε με την από 08.09.2016 αγωγή του 2ου αναιρεσιβλήτου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 973/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4207/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18.10.2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Η κρινόμενη από 18.10.2019 (ειδ. αριθμ. εκθ. καταθ. 1001/2019) αίτηση για την αναίρεση της με αριθμό 4207/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ) έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου (άρθρ. 495 § ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρ. 564 § 3 ΚΠολΔ). Ωσαύτως, έχει κατατεθεί από τους αναιρεσείοντες το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ παράβολο.
Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 552, 553 § 1β, 556, 558, 564, 566 παρ 1 και 577 ΚπολΔ, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
[II] Από την κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
Οι ενάγοντες – ήδη αναιρεσίβλητοι G. P. και D. K. (οδηγός και συνεπιβάτης δίκυκλής μοτοσικλέτας), άσκησαν την από 20.03.2014 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των εναγομένων, ήδη αναιρεσειόντων (ασφαλιστικής εταιρείας και οδηγού αυτοκινήτου ταξί), αιτούμενοι αποζημίωση για τις θετικές και αποθετικές ζημίες και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστησαν εξαιτίας του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, που έλαβε χώρα κάτω από τις συνθήκες που αναφέροντο στην αγωγή, στη συνέχεια δε, νομότυπα πριν από τη συζήτηση της αγωγής παραιτήθηκε από το δικόγραφό της ως προς ο δεύτερος κατά σειρά ενάγων – συνεπιβάτης της μοτοσικλέτας, D. K..
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εξέδωσε την με αριθμό 1212/2016 μη οριστική απόφασή του, με την οποία διέταξε την επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη, κατά τα ειδικότερα αναγραφόμενα σ’ αυτήν. Ακολούθως, μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, με σχετική κλήση του ανωτέρω πρώτου ενάγοντος εισήχθη για συζήτηση εκ νέου η ανωτέρω αγωγή, ενώ εξάλλου ο προαναφερόμενος D. K. και ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος, άσκησε την από 08.09.2016 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των εναγομένων ήδη αναιρεσειόντων και ζήτησε αποζημίωση για τις σωματικές βλάβες και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από το ένδικο τροχαίο ατύχημα.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αφού συνεκδίκασε την – επαναφερόμενη για συζήτηση με την προαναφερόμενη κλήση – πρώτη ανωτέρω αγωγή με την δεύτερη αγωγή, εξέδωσε την υπ’αριθμ. 973/2018 οριστική απόφασή του, αντιμωλία των διαδίκων και απέρριψε ως αβάσιμες κατ’ ουσία τις ανωτέρω δύο αγωγές, κρίνοντας ως αποκλειστικά υπαίτιο του ατυχήματος τον πρώτο ενάγοντα G. P., οδηγό της μοτοσικλέτας.
Στη συνέχεια, οι ενάγοντες άσκησαν κατά της ως άνω πρωτόδικης αποφάσεως την από 19 Ιουλίου 2018 έφεσή τους, παραπονούμενοι για τους περιεχόμενους σ’ αυτήν λόγους, επί της οποίας εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμό 4207/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσία την έφεση και μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και την διακράτηση της υπόθεσης, συνεκδίκασε τις αγωγές και δέχθηκε αυτές ως βάσιμες κατ’ ουσία και αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων, εκάστης εξ αυτών να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας στους ενάγοντες ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και επί πλέον καθόσον αφορά σαν ενάγοντα Γ. Π., ως πρόσθετη, χρηματική παροχή κατ’ άρθρο 931 ΑΚ τα ποσά που επακριβώς αναγράφονται κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό της. Την ως άνω απόφαση του Μονομελούς Εφετείου προσβάλλουν οι εναγόμενοι με την κρινόμενη αναίρεσή τους.
[III] Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία – ΟλΑΠ 1/1990).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 19 λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσης, με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας, αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μη μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (ΟλΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτει αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, κατά συνέπεια, δεν αποτελούν «αιτιολογία» της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή την δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ.
β'του ΚΠολΔ Αντίθετα, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Επίσης οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/2013).
Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς τον βαθμό την βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ’ άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 1715/2010).
[IV] Στην προκειμένη περίπτωση το δικάσαν Μονομελές Εφετείο, με την προσβαλλόμενη (υπ’ αριθμ. 4207/2019) απόφασή του, δέχθηκε, ανελέγκτως κατά το ενδιαφέρον, αναφορικά με τους λόγους αναιρέσεως, τμήμα της, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
«| Στις 17.03.2013 και περί ώρα 00.45', στην οδό Πατησίων του Δήμου Αθηναίων, έλαβε χώρα οδικό τροχαίο ατύχημα, μεταξύ του με αρ. κυκλ. ... ΔΧΕ αυτ/του ταξί, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος αμφοτέρων των αγωγών L. P. και ήδη πρώτος των εφεσιβλήτων και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του στην δεύτερη εναγομένη αμφοτέρων των αγωγών και ήδη δεύτερη εφεσίβλητη, ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία ΑΤΛΑΝΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ Α.Ε.
και της με αρ. κυκλ. ... δίκυκλης μοτ/τας, που οδηγούσε ο ενάγων της πρώτης αγωγής G. P. και στην οποία συνεπέβαινε ο ενάγων της δεύτερης αγωγής D. K., ήδη πρώτος και δεύτερος των εκκαλούντων αντίστοιχα. Το ατύχημα αυτό έλαβε χώρα κάτω από τις ακόλουθες συνθήκες: ο οδηγός του ταξί L. P. εκινείτο επί της οδού Πατησίων, που είναι διπλής κατεύθυνσης, στο ρεύμα πορείας αυτής που οδηγεί από Λ.
Αλεξάνδρας προς Πανεπιστημίου και πλησίαζε στην θέση που η οδός Πατησίων τέμνεται κάθετα από την οδό Σολωμού. Ο οδηγός της μοτ/τας G. P. στην οποία συνεπέβαινε ο ενάγων της δεύτερης αγωγής D. K. εκινείτο στην ίδια ως ανωτέρω οδό Πατησίων, με αντίθετη κατεύθυνση του οδηγού ταξί L. P., ήτοι από Πανεπιστημίου προς Λ.
Αλεξάνδρας. Σημειωτέον ότι η οδός Πατησίων στο ρεύμα κατεύθυνσης του οδηγού L. P., έχει τρεις λωρίδες κυκλοφορίας, συνολικό πλάτος οδοστρώματος 7 μέτρων, ενώ στην κατεύθυνση του οδηγού G. P. έχει μία λωρίδα κυκλοφορίας που προορίζεται μόνο για την κυκλοφορία μαζικών μέσων μεταφοράς (λεωφορειόδρομος), υπάρχει δε σχετική πινακίδα που απαγορεύει την είσοδο στη λωρίδα αυτή κάθε άλλου οχήματος και συνολικό πλάτος οδοστρώματος 3,30 μέτρων.
Ο οδηγός G. P. εκινείτο στον ανωτέρω λεωφορειόδρομο, ενώ ο οδηγός L. P., εκινείτο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος της πορείας του, αφού είχε πρόθεση να κατευθυνθεί με αριστερή στροφή στην οδό Σολωμού. Σημειωτέον ότι στην ανωτέρω διασταύρωση η ρύθμιση της κυκλοφορίας των οχημάτων γίνεται με φωτεινούς σηματοδότες και ειδικότερα, είναι επιτρεπτή, η είσοδος με αριστερό ελιγμό στην οδό Σολωμού, αφού υπάρχει εκεί στο φωτεινό σηματοδότη κίτρινο φως με αριστερό αναλάμπον βέλος, στα κινούμενα επί της οδού Πατησίων οχήματα, με κατεύθυνση προς οδό Πανεπιστημίου, όπως ο πρώτος εναγόμενος, με παραχώρηση προτεραιότητας στα κινούμενα επί της οδού Πατησίων, με κατεύθυνση προς την Λεωφόρο Αλεξάνδρας οχήματα, όπως ο ενάγων.
Κατά τον χρόνο δε που στο φωτεινό σηματοδότη της εν λόγω διασταύρωσης ανάβει κίτρινο φως με αριστερό αναλάμπον βέλος, ο φωτεινός σηματοδότης της πορείας των οχημάτων που κινούνται και στα δύο ρεύματα πορείας της οδού Πατησίων, δείχνει πράσινο φως. Όταν ο οδηγός του ταξί L. P. έφθασε στο σημείο όπου η ανωτέρω οδός Πατησίων, τέμνεται κάθετα από την οδό Σολωμού και έχοντας πρόθεση να εισέλθει στην τελευταία οδό, έχοντας στην πορεία του τον φωτεινό σηματοδότη κίτρινο παλλόμενο σε μορφή αριστερού βέλους, επιχείρησε, χωρίς να ελέγξει αν η οδός ήταν ελεύθερη από οχήματα που εκινούντο στο αντίθετο γι’ αυτόν ρεύμα και να τους παραχωρήσει προτεραιότητα, όπως όφειλε από τον ανωτέρω σηματοδότη, να εισέλθει με αριστερή στροφή προς την οδό Σολωμού.
Κατά την διενέργεια της κίνησης αυτής και ενώ βρισκόταν σε διαγώνια θέση προς τα αριστερά, μέσα στο ρεύμα πορείας της οδού Πατησίων που οδηγεί από Πανεπιστημίου προς Λ.Αλεξάνδρας, συγκρούστηκε με την κινούμενη κανονικά στο ρεύμα αυτό και έχοντας αναμμένο στην πορεία της το πράσινο φως του φωτεινού σηματοδότη, μοτ/τα που οδηγούσε ο ενάγων της πρώτης αγωγής G.
P. , η οποία μόλις είχε προσεγγίσει το επίδικο σημείο. Ειδικότερα με την αιφνίδια και ανέλεγκτη ανωτέρω κίνηση του οδηγού του ταξί, που παρεμβλήθηκε στην πορεία της μοτ/τας, ο οδηγός της τελευταίας, δεν είχε περιθώρια αντίδρασης, πλην τροχοπέδης και αποφευκτικού ελιγμού προς τα δεξιά που επιχείρησε, δεν στάθηκε όμως δυνατή η αποφυγή της σύγκρουσης και συγκρούστηκε με το εμπρόσθιο μέρος της μοτ/τας με την εμπρόσθια αριστερή πλευρά του αυτ/του.
Ακολούθως η μοτ/τα με τους αναβάτες της ανατράπηκε και οι δύο επιβαίνοντες τραυματίστηκαν κατά τα κατωτέρω ειδικότερα εκτιθέμενα. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το ένδικο ατύχημα δεν έλαβε χώρα κάτω από τις προπεριγραφόμενες συνθήκες, αλλά καθην στιγμή ο οδηγός του ταξί είχε σταθεί παράλληλα με την διαχωριστική των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας γραμμή, αναμένοντας την ελευθέρωση του αντιθέτου ρεύματος της πορείας του, προκειμένου να ενεργήσει τον ανωτέρω αριστερό ελιγμό προ την οδό Σολωμού, στο οποίο αντίθετο ρεύμα κατά τους ισχυρισμούς τους εκινείτο ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο και πίσω από αυτό, δύο μοτ/τες, η μία του ενάγοντος και η ετέρα φίλου αυτού, αφού οι δύο οδηγοί συνομιλούσαν, με αποτέλεσμα, μετά την διέλευση από την επίδικη διασταύρωση του εν λόγω αυτ/του, ο ενάγων, ο οποίος εκινείτο στο δεξιό του επιδίκου οδοστρώματος και δεν είχε τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, λόγω της συνομιλίας με τον έτερο οδηγό, εξετράπη αυτής και επέπεσε στο κατά την ανωτέρω θέση προσωρινά σταθμευμένο όχημα του πρώτου εναγομένου.
Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν αποδεικνύεται βάσιμος αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν ενισχύεται. Αντίθετα, με δεδομένη την αραιή κίνηση των οχημάτων την ώρα εκείνη στην ως άνω οδό, όπως βεβαιώνεται στην έκθεση αυτοψίας που συνέταξαν τα αρμόδια όργανα που επελήφθησαν του επιδίκου ατυχήματος και έφθασαν στον τόπο αυτό, σε δέκα (10) λεπτά, κανέναν αυτόπτη μάρτυρα δεν ανηύραν στο τόπο του ατυχήματος, που αν ήταν αληθής ο ισχυρισμός των εναγομένων, ο φίλος του ενάγοντος έτερος οδηγός της μοτ/τας, μετά την πρόσκρουση του φίλου του στο αυτοκίνητο, θα είχε παραμείνει στον τόπο του ατυχήματος και θα είχε προστρέξει σε βοήθεια των φίλων του.
Όπως δε σημειώνεται στην ίδια παραπάνω έκθεση τα οχήματα που ενεπλάκησαν στο επίδικο ατύχημα, είχαν μετακινηθεί προ της αφίξεως των αστυνομικών, προφανώς γιατί δυσκόλευαν την κίνηση των οχημάτων στην μικρού πλάτους λωρίδα κυκλοφορίας τη οδού Πατησίων που οδηγεί προς Λεωφόρο Αλεξάνδρας, αφού στο ρεύμα αυτό έλαβε χώρα το ατύχημα κατά τα προαναφερόμενα.
Αν το ατύχημα είχε λάβει χώρα στο ρεύμα πορείας της οδού Πατησίων που οδηγεί προς την οδό Πανεπιστημίου, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, δεν υπήρχε λόγος μετακίνησης τουλάχιστον του αυτοκινήτου ταξί, αφού το ρεύμα αυτό, όπως προαναφέρθηκε διαθέτει τρεις λωρίδες κυκλοφορίας και συνολικό πλάτος οδοστρώματος επτά (7) μέτρων.
Τέλος οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι από τις ανωτέρω επιφάνειες πρόσκρουσης των δύο οχημάτων, αποδεικνύεται ότι η μοτ/τα παρέκλινε της πορείας της και επέπεσε στο, προσωρινά σταθμευμένο κατά τους ισχυρισμούς τους, ανωτέρω όχημα ταξί του πρώτου εναγομένου, αφού στην περίπτωση που το τελευταίο είχε παρεμβληθεί στην πορεία της μοτοσικλέτας, αυτή θα είχε προσκρούσει στη δεξιά και ουχί στην αριστερή πλευρά αυτού.
Και ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν κρίνεται βάσιμος, αφού τέτοια πρόσκρουση (στη δεξιά πλευρά) θα είχε πράγματι λάβει χώρα αν το όχημα του πρώτου εναγομένου, είχε λάβει κάθετη θέση στο οδόστρωμα, γεγονός που δεν συνέβη εν προκειμένω, αφού η επίδικη σύγκρουση έλαβε χώρα, όπως προαναφέρθηκε καθ'ην στιγμή το όχημα του εναγομένου είχε λάβει διαγώνια θέση προς τα αριστερά στο επίδικο οδόστρωμα, για να πραγματοποιήσει την επιθυμητή στροφή αριστερά όπως προαναφέρθηκε.
Από τις προαναφερόμενες συνθήκες του ατυχήματος προκύπτει ότι αυτό οφείλεται αποκλειστικά σε αμελή συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου οδηγού του ταξί L. P., ο οποίος δεν κατέβαλε την προσήκουσα προσοχή ως προς την οδήγηση , την οποία όφειλε και ηδύνατο εκ των περιστάσεων να καταβάλλει και ειδικότερα επιχείρησε ελιγμό προς τα αριστερά, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι δύναται να πράξει τούτο άνευ κινδύνου των κινουμένων στο αντίθετο γι’ αυτόν ρεύμα κυκλοφορίας και χωρίς να παραχωρήσει προτεραιότητα στα οχήματα που κινούντο στο ρεύμα αυτό, όπως είχε υποχρέωση από την υπάρχουσα στην πορεία του ένδειξη του φωτεινού σηματοδότη, που έδειχνε κίτρινο παλλόμενο φως σε μορφή αριστερού βέλους, με συνέπεια να παρεμβληθεί αιφνίδια στην πορεί της μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο ενάγων G.
P. και να συγκρουστεί με αυτήν. Από τις ίδιες παραπάνω συνθήκες προκύπτει ότι καμία μορφή αμέλειας στην πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος δεν βαρύνει τον τελευταίο οδηγό της μοτ/τας ενάγοντα, αφού αυτός εκινείτο κανονικά στην πορεία του, έχοντας αναμμένη την ένδειξη του πράσινου σηματοδότη, δεν μπορούσε δε να αναμένει ως πιθανή την ως άνω ανέλεγκτη και αιφνίδια κίνηση του πρώτου εναγομένου.
Και είναι βέβαια γεγονός ότι ο ανωτέρω ενάγων, οδηγός της μοτ/τας, εκινείτο στην λωρίδα κυκλοφορίας της οδού Πατησίων που προορίζεται για την κίνηση μόνον των ΜΜΜ. Το γεγονός όμως αυτό δεν συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος, αφού αυτό, που προκλήθηκε από την ανέλεγκτη πορεία του οδηγού του ταξί, θα ελάμβανε χώρα ακόμη και αν άλλο όχημα (επιτρεπόμενο) εκινείτο στη λωρίδα αυτή.
Είναι επίσης γεγονός ότι ο ενάγων οδηγός της μοτ/τας εστερείτο άδειας ικανότητας οδηγού, ούτε όμως το γεγονός αυτό συνετέλεσε στην πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος, αφού το τελευταίο οφείλεται στην αιφνίδια και ανέλεγκτη ανωτέρω κίνηση του πρώτου εναγομένου οδηγού, ο οποίος παρεμβλήθηκε στην πορεία της μοτ/τας και κατέστησε αναπόφευκτη την σύγκρουση, την οποία και η κατοχή σχετικής αδείας ικανότητας εκ μέρους του ενάγοντος της πρώτης αγωγής δεν θα μπορούσε να αποτρέψει.
Τέλος από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, δεν προέκυψε ότι ο ενάγων της πρώτης αγωγής οδηγούσε με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι. Πρέπει κατά συνέπεια να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη η προταθείσα παραδεκτά από τους εναγόμενους στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κι νομίμως επαναφερόμενη στην παρούσα δίκη, ένσταση περί συνυπαιτιότητος του ενάγοντος για τους ανωτέρω λόγους, στην πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ότι τον πρώτο εναγόμενο αμφοτέρων των αγωγών δεν βαρύνει καμία μορφή υπαιτιότητας στην πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος αφού αυτό οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος της πρώτης αγωγής, εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε, κατά το βάσιμο περί τούτου δεύτερο λόγο της κρινομένης εφέσεως|».
[V] Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 του ΑΚ, αλλά και των άρθρων 4, 12 και 19 του ΚΟΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, αφού με επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες δέχθηκε ότι δεν συντρέχει συνυπαιτιότητα του οδηγού της μοτοσικλέτας στην επέλευση της ένδικης σύγκρουσης και των ζημιογόνων αποτελεσμάτων της, λαμβανομένου υπόψη ότι η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας εκ μέρους του οδηγού της μοτοσικλέτας, δεν θεμελιώνει αυτή καθ’ εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, διότι η πρόκληση του ατυχήματος αυτού δεν συνδέεται αιτιωδώς με την κίνηση της μοτοσικλέτας σε λωρίδα προοριζόμενη για οχήματα ΜΜΜ και την έλλειψη άδειας ικανότητας οδήγησης της μοτοσυκλέτας από τον ενάγοντα, αλλά σχετίζεται αποκλειστικά με την αμελή οδηγική συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου, οδηγού του ΤΑΞΙ αυτοκινήτου, ο οποίος, κατά τις ανέλεγκτες ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, χωρίς να παραχωρήσει προτεραιότητα αν και υποχρεούτο από τον φωτεινό σηματοδότη που είχε στην πορεία του και έδειχνε φωτεινό κίτρινο παλλόμενο φως σε μορφή αριστερού βέλους, εν τούτοις με ανέλεγκτο ελιγμό προς τα αριστερά, εισήλθε στην αντίθετη γι’ αυτόν λωρίδα κυκλοφορίας στην οποία εκινείτο η μοτοσικλέτα του ενάγοντος, με κανονική ταχύτητα και με πράσινο σταθερό κυκλικό φως σηματοδότη στην πορεία της με αποτέλεσμα να προκληθεί η σύγκρουση των δύο οχημάτων, με περαιτέρω συνέπεια και τον σοβαρό τραυματισμό του οδηγού της, όπως θα εκτεθεί στη συνέχεια της παρούσης.
Ειδικότερα, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες ως προς τα ως άνω ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως.
Ειδικότερα:
(α) αναπτύσσονται με πληρότητα οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα (καιρικές, κυκλοφοριακές συνθήκες, μη περιορισμός ορατότητας, περιγραφή του οδοστρώματος στο επίδικο σημείο της συμβολής των οδών Πατησίων και Σολωμού, ακριβής περιγραφή του οδοστρώματος και καθεμιάς εκ των λωρίδων κυκλοφορίας και στις δύο κατευθύνσεις της οδού Πατησίων, ήτοι αυτής προς Οδό Πανεπιστημίου, όπου κινείτο το αυτοκίνητο και αυτής προς Λ. Αλεξάνδρας, όπου κινείτο η μοτοσικλέτα,
(β) προσδιορίζονται επακριβώς οι πορείες, οι θέσεις των εμπλακέντων στο ατύχημα οχημάτων κατά τη στιγμή της συγκρούσεως στο οδόστρωμα και τα σημεία προσκρούσεως αυτών,
(γ) αναγράφεται επακριβώς ο τρόπος ρύθμισης της κυκλοφορίας των οχημάτων στο σημείο της διασταύρωσης, με φωτεινούς σηματοδότες, η κατάσταση αυτών την στιγμή του ατυχήματος και
(δ) εκτίθεται με σαφήνεια η αιτία της σύγκρουσης, που ήταν η επιχείρηση στροφής προς τα αριστερά του πρώτου αναιρεσείοντος, οδηγού του αυτοκινήτου – ταξί, προκειμένου να εισέλθει στην οδό Σολωμού, έχοντας την πορεία του φωτεινό σηματοδότη, κίτρινο παλλόμενο σε μορφή αριστερού βέλους, χωρίς να ελέγξει αν η οδός ήταν ελεύθερη από οχήματα που κινούντο στο αντίθετο γι'αυτόν ρεύμα κυκλοφορίας και χωρίς να παραχωρήσει, όπως όφειλε -από την ως άνω σηματοδότηση-προτεραιότητα, στα οχήματα που κινούντο στην αντίθετη κατεύθυνση της οδού Πατησίων, έχοντας φωτεινό σταθερό πράσινο σηματοδότη την στιγμή εκείνη και συγκεκριμένα στην μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσείων.
Επομένως, το Εφετείο διέλαβε με σαφήνεια και πληρότητα τα περιστατικά που στοιχειοθετούν την αποκλειστική υπαιτιότητα, που επέδειξε ο δεύτερος αναιρεσείων οδηγός του αυτοκινήτου (ταξί) στην πρόκληση του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος σε συνδυασμό με τις παραβάσεις των διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί η αποκλειστική υπαιτιότητα του ως άνω οδηγού ταξί – δεύτερου αναιρεσείοντος, στο ένδικο ατύχημα. Δεν συντρέχει δε η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες πλημμέλεια της παραθέσεως ανεπαρκούς και ασαφούς αιτιολογίας στην προσβαλλομένη απόφαση, επειδή, όπως αυτοί (αναιρεσείοντες) διατείνονται (με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως) δεν αναφέρεται:
(α) σε πόση απόσταση διέκρινε ο πρώτος αναιρεσίβλητος, οδηγός της μοτοσικλέτας την ύπαρξη του Δ/Χ ΤΑΞΙ, ούτε και αν τον διέκρινε,
(β) ποια ήταν η ταχύτητα της μοτοσικλέτας του πρώτου των καθ’ ων,
(γ) σε ποιο σημείο του οδοστρώματος της ειδικής λωρίδας αντίθετης ροής έλαβε χώρα η σύγκρουση των οχημάτων,
(δ) αν ο δεύτερος αναιρεσείων (οδηγός ταξί) διέκρινε την ύπαρξη της μοτοσικλέτας και εάν όχι γιατί συνέβη αυτό, αν ήταν δηλαδή κρυμμένη πίσω από ΜΜΜ (λεωφορεία κλπ),
(ε) ποιο όχημα έπεσε σε ποιο,
(στ) υπήρχε κίνηση άλλων διερχομένων οχημάτων εντός της ειδικής λωρίδας αντίθετης ροής και εάν ναι γιατί αυτοί δεν επέπεσαν επί των συγκρουσθέντων έμπροσθέν τους οχημάτων,
(ζ) πως ενώ ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων δεν κατείχε ελληνική άδεια ικανότητας οδηγήσεως μοτ/τας, ήταν ικανός για οδήγηση και στη συγκεκριμένη περίπτωση η οδήγησή του ήταν η ενδεδειγμένη και ο έλεγχος επιμελής και
(η) γιατί ενώ ο πρώτος αναιρεσίβλητος αρνήθηκε πεισματικά να υποβληθεί σε χειρουργικές επεμβάσεις βελτιώσεως και θεραπείας του τραυματισμού του, όπως συνέστησαν οι θεράποντες ιατροί του και επιβεβαίωσε ο διορισθείς πραγμ/νας ιατρός και ο τεχνικός σύμβουλος των αναιρεσειόντων, το γεγονός αυτό δεν συνετέλεσε στην μετέπειτα αναπηρία του.
Τούτο δε, διότι οι επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες ως ελλείψεις και ασάφειες, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.
[VI] Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ.1 εδάφ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, ήτοι τις αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ’ αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ’ άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 385/2015, ΑΠ 266/2015, ΑΠ 1591/2014).
Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση (ΑΠ 704/2017, ΑΠ 951/2015, ΑΠ 222/2015). Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ’ αυτά που το δικαστήριο, εσφαλμένα, χρησιμοποίησε.
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση και για το λόγο ότι αυτή παραβίασε και τα διδάγματα κοινής πείρας, στην παραδοχή της περί της θέσεως των οχημάτων στο οδόστρωμα, των συνθηκών του ατυχήματος και της εν τέλει αποκλειστικής υπαιτιότητας του δευτέρου αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, διατείνονται οι αναιρεσείοντες ότι με το να δεχτεί το Εφετείο όπως κατά λέξη αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι: « [...] συνεπώς, καθίσταται αναμφισβήτητο κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους νόμους της φυσικής ότι εξέχει η δεξιά πλευρά του ασφ/νου οχήματος, εκτεθειμένη στη δίκυκλη μοτ/τα των αντιδίκων και ουχί το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του […] έλαβε χώρα παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, η οποία ελέγχεται αναιρετικά εφόσον αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου (και δη των άρθρων 4, 12 και 19 ΚΟΚ) και την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς».
Ο λόγος αυτός, από τον αριθμό 1 εδάφ. β' του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, κατά το μέρος που προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι με την προπαρατιθέμενη κρίση του, το Εφετείο παραβίασε και τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος εξαιτίας της αοριστίας του, διότι οι αναιρεσείοντες δεν διευκρινίζουν: (α) ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, (β) ποία επιπλέον συγκεκριμένα περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση του Εφετείου, σχετικά με την κρίση του αυτή.
Στην πραγματικότητα οι αιτιάσεις αυτές, με την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στην παραπάνω διάταξη, ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και πλήττεται έτσι η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας με επαναξιολόγηση, ύστερα από διαφορετική προσέγγιση, των αποδείξεων αυτών από τους αναιρεσείοντες (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος αναίρεσης που, κατ’ εκτίμηση του νοηματικού περιεχομένου του, επιχειρείται να θεμελιωθεί και στον αριθμό 1 εδάφ. β' του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, κατά το μέρος που προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι με την προπαρατιθέμενη κρίση του το Εφετείο παραβίασε και τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι επίσης απαράδεκτος, καθόσον οι επικαλούμενες πλημμέλειες δεν αναφέρονται στην ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν πραγματικών περιστατικών αλλά στην εκτίμηση των αποδείξεων.
Σύμφωνα με όλα αυτά, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 1 και αρ. 19 ΚΠολΔ, που του αποδίδονται με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και οι οποίοι πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
[VII] Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως «πράγματα», κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 799/2020, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008).
Επίσης, δεν αποτελούν «πράγματα» και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009).
Στην ερευνώμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσής τους, αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 8 εδάφ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ που συνίστανται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ένστασή τους περί συντρέχοντος πταίσματος του πρώτου αναιρεσίβλητου, οδηγού της μοτοσικλέτας, κατ' άρθρο 300 ΑΚ, διότι παρά το γεγονός ότι ευθύς εξ αρχής του συνεστήθη να υποβληθεί σε ιατρικές εξετάσεις, αυτός αδιαφόρησε και ουδέποτε υπεβλήθη με αποτέλεσμα να καταστεί μόνιμα μερικά ανάπηρος σε ποσοστό 67%, την οποία είχαν νομίμως προτείνει πρωτοδίκως και επανέφεραν με τις προτάσεις τους στο εφετείο.
Ο λόγος αυτός, είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με τις ενστάσεις των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων (μεταξύ των οποίων και η προναφερθείσα), αναφορικά με συνυπαιτιότητα των παθόντων – εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων στην έκταση των σωματικών βλαβών τους, δεδομένου ότι απέρριψε ως αβάσιμες τις αγωγές αυτών (εναγόντων), δεχθέν ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το ένδικο ατύχημα είναι ο πρώτος από αυτούς, οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας.
Στη συνέχεια, το Εφετείο, δεχθέν, όπως ήδη προαναφέρθηκε, την ασκηθείσα έφεση των εναγόντων και κρίνοντας αποκλειστικά υπαίτιο τον δεύτερο αναιρεσείοντα, οδηγό του ασφαλισμένου στην πρώτη αναιρεσείουσα αυτοκινήτου (ταξί), με τις αιτιολογίες που επακριβώς με πιστή αντιγραφή παρατίθενται, όσον αφορά το ενδιαφέρον εν προκειμένω θέμα της σοβαρότητος τραυματισμού του πρώτου αναρεσιβλήτου, δέχθηκε ότι αυτός κατέστη ανάπηρος σε ποσοστό 67%.
Ειδικότερα, δέχθηκε ότι:
«| [...] ο πρώτος ενάγων G. P. τραυματίστηκε λόγω της βίαιης πτώσης του στο οδόστρωμα...διακομίστηκε στο νοσοκομείο...όπου διαπιστώθηκαν κακώσεις αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, αριστερού ώμου και γονάτων άμφω [...] κλινικά διαπιστώθηκε αδυναμία απαγωγής αριστερού ώμου και κάμψης αριστερού αγκώνα και καθώς και υπαισθησία της περιοχής του αριστερού ώμου και αριστερού άνω άκρου, που νευρώνουν οι Α5 και Α6 νευρικές ρίζες [...] πιθανή διάγνωση εξελκυσμού του αριστερού βραχιονίου πλέγματος [...], ο ασθενής εισήλθε στη Β'Χειρουργική Κλινική, νοσηλεύθηκε μέχρι την 20.03.2013, οπότε και εξήλθε με διάγνωση τραυματισμού πολλαπλών νεύρων στον αριστερό ώμο και βραχίονα.
Συνεστήθη έλεγχος και αντιμετώπιση σε ειδικό κέντρο για άκρα χείρα...στις 22-3-2013 εξετάζεται στο Νοσοκομείο ΚΑΤ από τον ορθοπεδικό Σ. Σ., ο οποίος γνωματεύει μετατραυματική παράλυση του ανωτέρω βραχιονίου πλέγματος αριστερά, συστήνει άμεση χειρουργική αποκατάσταση. Στις 16.06.2014 ο ασθενής προσήλθε για εξέταση στα εξωτερικά ιατρεία της κλινικής ANERSI της Δημοκρατίας της Γεωργίας, απ’ όπου κατάγεται με πόνο στην άρθρωση, [...] , διαπιστώθηκε σοβαρή κάκωση του μασχαλιαίου νεύρου αριστερά.
Στις 12.11.2016, ο ενάγων εξετάσθηκε από την διορισθείσα πραγματογνώμονα, η οποία διαπίστωσε την κάτωθι κλινική εικόνα: Μεγάλες μυϊκές ατροφίες στον δελτοειδή μη αριστερά καθώς και στο δικέφαλο και τρικέφαλο μυ του βραχίονα του αριστερού άνω άκρου και των μυών του αντιβραχίου αριστερά. Μειωμένη αισθητικότητα ολόκληρου του αριστερού άνω άκρου σε μεγάλο βαθμό.
Κατάργηση των αντανακλαστικών του δικεφάλου, βραχιονοκερκιδικού, τρικεφάλου μυών. Εμφανίζει δυσαισθησίες, αιμωδίες, έντονο πόνο του αριστερού άνω άκρου, κάνει σχεδόν καθημερινά χρήση αναλγητικών, αντιφλεγμονοδών φαρμάκων, αιτιάται συχνά επεισόδια ζάλης και κεφαλαλγίας, δεν είναι σε θέση να σηκώσει το χέρι του από τον ώμο ή να κάμψει ή να εκτείνει τον αγκώνα του.
Πρακτικά ντύνεται με ιδιαίτερη δυσκολία, είναι αδύνατον να σηκώσει το αριστερό χέρι, αφού είναι παράλυτο, με εξαίρεση τα δάκτυλα της άκρας χείρας, εμφανίζει μεγάλη ψυχική επιβάρυνση λόγω της αναπηρίας του, πρέπει να μάθει να ζει σαν μονόχειρας για το υπόλοιπο της ζωής του. Με βάση τα ανωτέρω, η ανωτέρω πραγματογνώμονας..καταλήγει στο συμπέρασμα ότι από την κλινική εικόνα του ασθενή, το ιστορικό του τραυματισμού του και ο ασθενής πάσχει από εξελκυσμό του βραχιονίου πλέγματος αριστερά, απότοκο του τροχαίου και μάλιστα δύναται να ταξινομηθεί στην βαρύτερη κατηγορία βλάβης του βραχιονίου πλέγματος, που αφορά την αποκόλληση των νεύρων από τον νωτιαίο μυελό (αξονότμηση). [...] η αντιμετώπιση της παράλυσης είναι μία σύνθετη διαδικασία, που απαιτεί ιδιαίτερη γνώση και εμπειρία από τον θεράποντα ιατρό, η χειρουργική αντιμετώπιση απαιτεί πολλαπλές χειρουργικές επεμβάσεις, που περιλαμβάνουν νευρορραφές, χρήση νευρικών μοσχευμάτων αρθροδέσεις, τενοντομεταθέσεις, οστεοτομίες κλπ.
Ότι ο εξελκυσμός του βραχιονίου πλέγματος είναι βαρύτατη κάκωση με μεγάλη δυσκολία στη θεραπεία και παρ’ όλες τις επιστημονικές προσπάθειες, που έχουν γίνει μέχρι σήμερα, τα τελικά αποτελέσματα είναι πολύ φτωχά. Αποτελούν τον χειρότερο τραυματισμό του μυοσκελετικού συστήματος μετά την τετραπληγία/παραπληγία και τον ακρωτηριασμό του άνω άκρου.
Ο ασθενής θα έπρεπε να είχε υποβληθεί άμεσα (μέσα σε 1 έως 3 μήνες από την κάκωση) σε χειρουργική επέμβαση σε ειδικό κέντρο αντιμετώπισης τέτοιων βλαβών στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό, προκειμένου να διατηρήσει κάποιες ελπίδες για μερική αποκατάσταση. Ότι σήμερα τέσσερα (4) χρόνια μετά από την κάκωση δεν υπάρχει καμία δυνατότητα χειρουργικής επέμβασης, ο ενάγων προσπάθησε με ασκήσεις φυσικοθεραπείας και κολύμβηση να αποκαταστήσει μέρος των βλαβών του βραχιονίου πλέγματος αλλά δεν παρουσίασε βελτίωση, η αναπηρία θεωρείται μόνιμη και μη αναστρέψιμη, ο ενάγων για το υπόλοιπο του βίου του θα πρέπει να υποβάλλεται σε φυσικοθεραπείες, ο σκοπός των ασκήσεων είναι να παρεμποδιστεί όσο είναι δυνατόν η δυσκαμψία, οι συγκάμψεις και η μυϊκή ατροφία όχι μόνον του άνω άκρου αλλά και του κορμού, όλα τα παραπάνω δεν πρόκειται ν’ αποκαταστήσουν την παράλυση του βραχιονίου πλέγματος αλλά αποτελούν παρηγορητικά μέσα, προκειμένου να διατηρηθεί μία κατά το δυνατόν καλύτερη ποιότητα ζωής του ασθενή.
Η χειρουργική αντιμετώπιση δεν αφορά σε μία χειρουργική επέμβαση, αλλά σε πολλαπλές χειρουργικές επεμβάσεις, οι οποίες απαιτούν εξαιρετική εξειδίκευση και γίνονται μόνον σε συγκεκριμένα κέντρα. Στην Ελλάδα πραγματοποιούνται στο τμήμα μικροχειρουργικής άκρας χείρας του Νοσοκομείου ΚΑΤ και στο τμήμα μικροχειρουργικής του ιδιωτικού νοσοκομείου ΜΕΤΡΟΠΟΛΙΤΑΝ.
Ότι στατιστικά κατά μέσο όρο απαιτούνται τέσσερις (4) έως οκτώ (8) χειρουργικές επεμβάσεις αποκατάστασης με κόστος για μεν την πρώτη χειρουργική επέμβαση στο ποσό των 15.000 έως 20.000 ευρώ και για κάθε μία από τις επόμενες στο ποσό των 10.000 ευρώ έως 15.000 ευρώ, μη συμπεριλαμβανομένου αναλογούντος ΦΠΑ. Ότι η όλη προσπάθεια απαιτεί τουλάχιστον μία πενταετία για να ολοκληρωθεί, αλλά τονίζει ιδιαίτερα η ανωτέρω πραγμ/νας σήμερα, τέσσερα χρόνια (4) μετά την κάκωση, οι πιθανότητες επιτυχίας είναι μηδενικές και αυτή προσωπικά δεν θα συνιστούσε σε καμία περίπτωση χειρουργική αντιμετώπιση για την αποκατάσταση παράλυσης του βραχιονίου πλέγματος του ενάγοντος.
Ότι ο ενάγων έχει καταστεί ανάπηρος εφ’ όρου ζωής από το αριστερό του χέρι σύμφωνα με τους ισχύοντες πίνακες καθορισμού ποσοστών αναπηρίας, οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη από τις Υγειονομικές Επιτροπές του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ, ο ενάγων εμφανίζει ποσοστό αναπηρίας της τάξης του 67% ενώ από το αριστερό του χέρι έχει απωλέσει πλήρως την εργασιακή του ικανότητα.
Στα ίδια συμπεράσματα ως προς τη βλάβη του ανωτέρω ενάγοντος, την δυνατότητα πραγματοποίησης χειρουργικής επέμβασης, ότι δηλαδή η τελευταία δεν θα έχει αποτελέσματα καταλήγει και ο ορισθείς τεχνικός σύμβουλος της δεύτερης εναγομένης, όμως προσδιορίζει τον βαθμό αναπηρίας του ως άνω ενάγοντος σε ποσοστό 35%, επικαλούμενος πίνακες του ΦΕΚ 1506/3/4-5-2016...ο προσδιορισμός είναι λανθασμένος αφού από το επισυναπτόμενο στην έκθεσή του σχετικό ΦΕΚ, προκύπτει ότι σε περίπτωση βλάβης, όπως του ενάγοντος, ήτοι παράλυση βραχονίου πλέγματος (εξελκυσμός) το ποσοστό αναπηρίας προσδιορίζεται σε 67% […]|».
Κρίνοντας έτσι, το δικάσαν Εφετείο, δέχθηκε την κατά τα ως άνω αναπηρία του ενάγοντος, οδηγού της μοτοσικλέτας και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, αφού ερεύνησε και αξιολόγησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και καταλήγοντας στο ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα με παραδοχές αντίθετες με τον προβαλλόμενο ισχυρισμό των εφεσιβλήτων – ήδη αναιρεσειόντων, τον οποίο (ισχυρισμό) απέρριψε εκ του πράγματος. Επομένως, δεν ιδρύεται και πρέπει ν'απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός τρίτος λόγος αναιρέσεως.
[VIII] Κατά το άρθρο 559 αριθμ.11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των κρίσιμων γεγονότων ή πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή λυσιτελών, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 343/2017), οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι’ αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Δεν συνάγεται ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη έγγραφο από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην πληττόμενη απόφαση όλα τα έγγραφα, εκτός από εκείνο στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.
Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΑΠ Ολομ., 8/2016, 2/2008). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: (α) ποίες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, (β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και (γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1221/2018, ΑΠ 845/2018).
Στην υπό κρίση περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον τέταρτο κατά σειρά λόγο της αναίρεσης, προβάλλουν την, κατ’ άρθρ. 559 αριθμ.11γ' ΚΠολΔ, αιτίαση που συνίσταται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε, για το σχηματισμό της κρίσης του έγγραφα και ειδικότερα την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος πραγματογνώμονος, την τεχνική έκθεση του νομίμως διορισθέντος τεχνικού συμβούλου και την ιατρική γνωμάτευση του ιατρού Κ.
Κ., που μετ’ επικλήσεως προσκόμισαν, για την απόδειξη των ισχυρισμών τους, περί συντρέχοντος πταίσματος του πρώτου ενάγοντος στην έκταση του τραυματισμού του, κατά τα αμέσως πιο πάνω αναφερθέντα. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση (5ο φύλλο και εφεξής) ότι λήφθηκαν υπόψη:
«η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της απόδειξης, η ανωμοτί κατάθεση του πρώτου εναγομένου που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο και περιέχονται στα με αρ. 1212/2014 πρακτικά συνεδριάσεως του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η ανωμοτί κατάθεση του ενάγοντος της δεύτερης αγωγής, που εξετάστηκε στο ακροατήριο και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η με αριθμ. 122/2017 έκθεση πραγμ/νης της διορισθείσης με την υπ’ αριθμ. 1212/2016 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου πραγμ/νος Μ.
Γ., η από 10.01.2017 έκθεση του διορισθέντος τεχνικού συμβούλου της δεύτερης εναγομένης, Π. Κ., από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν […]», σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενό της, αλλά και την ρητή και εκτενή αναφορά και αξιολόγηση των ως άνω αποδεικτικών μέσων (βλ. 10ο, 11ο και 12ο φύλλο της προσβαλλομένης αποφάσεως, όπου γίνεται ρητή και ειδική εκτίμηση της εκθέσεως πραγμ/νης της διορισθείσης πραγ/μονος και της εκθέσεως του τεχνικού συμβούλου της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας) προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και τα αποδεικτικά αυτά μέσα, τα οποία ρητά μνημονεύει και αξιολογεί.
Στην πραγματικότητα, οι προβαλλόμενες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, για εσφαλμένη αξιολόγηση και παραγνώριση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών αυτών μέσων, αποτελούν ουσιαστικές, εκ μέρους τους, προσεγγίσεις, που εκτιμούν διαφορετικά τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα, οι οποίες και απαραδέκτως προβάλλονται, κατ’ άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ.
Επομένως, πρέπει ν'απορριφθεί και ο τέταρτος κατά σειρά λόγος αναιρέσεως.
[IX] Κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι’ αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήριο, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της δικαιοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 944/2017).
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 10/2017, ΟλΑΠ 9/2015).
Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά το δικαιούχο-παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 747/2017).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στο παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του. Ως «αναπηρία» θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως «παραμόρφωση» νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης.
Περαιτέρω, ως «μέλλον» νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι επιδικάζεται σε εκείνον που έχει υποστεί την αναπηρία ή την παραμόρφωση ένα εύλογο χρηματικό ποσό χωρίς σύνδεση με περιουσιακή ζημία, το ύψος του οποίου καθορίζεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, την ηλικία, το φύλλο και τις κλίσεις του παθόντος, καθώς και με τη συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ αξίωσης για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (ΑΠ 398/2020, ΑΠ 215/2017, ΑΠ 405/2015, ΑΠ 150/2015).
Και στην περίπτωση αυτή επιβάλλεται να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, η παραβίαση της οποίας ελέγχεται, όπως και στο άρθρο 932 ΑΚ, ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ. Τέλος, κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό των εύλογων αυτών χρηματικών ποσών είναι ο χρόνος της συζήτησης της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπόψη η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (ΑΠ 989/2018, ΑΠ 213/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με τα κεφάλαια της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου G. P. Κατ’ άρθρο 932 ΑΚ και της κατ’ άρθρο 931ΑΚ απαίτησης αυτού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε τα εξής:
«|Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι η μόνιμη αναπηρία του ενάγοντος σε ποσοστό 67%, που του στερεί τη δυνατότητα άσκησης των επαγγελμάτων που ασκούσε προ του επιδίκου ατυχήματος, αλλά και οιασδήποτε χειρωνακτικής εργασίας, κατά τα προαναφερόμενα, θα έχει δυσμενή επίδραση στη μελλοντική του οικονομική και επαγγελματική εξέλιξη, στις κοινωνικές και οικογενειακές του συναναστροφές.
Ειδικότερα, η προαναφερθείσα μόνιμη αναπηρία του αποστερεί τη δυνατότητα να μετέρχεται των επαγγελμάτων που ασκούσε προ του επιδίκου ατυχήματος, όντας σε μια παραγωγική ηλικιακά περίοδο, αφού κατά το χρόνο του τραυματισμού του ήταν μόλις 23 ετών. Εξάλλου, εξαιτίας των ανωτέρω προβλημάτων του, περιορίζεται σημαντικά η συμμετοχή του σε αθλητικές και κοινωνικές εκδηλώσεις με αποτέλεσμα να μειονεκτεί κοινωνικά αφού η επικοινωνία και η εν γένει συναναστροφή του με άλλους ανθρώπους περιορίζεται σημαντικά.
Τέλος τα ανωτέρω προβλήματα θα έχουν σαν αποτέλεσμα την γενικότερη απομόνωσή του με ταυτόχρονη ποσοτική και ποιοτική συρρίκνωση της κοινωνικής του ζωής. Για την αντιστάθμιση όλων αυτών των δυσμενών επιπτώσεων στην εν γένει κοινωνική, οικονομική και επαγγελματική του εξέλιξη, το Δικαστήριο αναγνωρίζει ότι πρέπει να επιδικαστεί σε αυτόν ως ιδιαίτερη αποζημίωση το ποσό των 40.000 ευρώ, η οποία (αποζημίωση) είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη των άλλων αξιώσεών του, κρίνεται δε αναγκαία στην προκειμένη περίπτωση, ώστε ο ενάγων να δημιουργήσει και να διατηρήσει την οικονομική και κοινωνική αυτοτέλεια του ίδιου περίπου επιπέδου, με αυτή που θα είχε χωρίς την παρεμβολή του συγκεκριμένου ατυχήματος και η οποία θα διευκολύνει την επαγγελματική και κοινωνική του αποκατάσταση.
Τέλος, ενόψει των συνθηκών που έγινε η επίδικη σύγκρουση, του είδους των ζημιών και σωματικών βλαβών που προκλήθηκαν στον ως άνω ενάγοντα G. P., του βαθμού του πταίσματος του υπαιτίου πρώτου εναγομένου οδηγού, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών φυσικών προσώπων, δεδομένου ότι η ευθύνη της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας είναι εγγυητική, αυτός υπέστη ηθική βλάβη και επομένως πρέπει να του επιδικαστεί ως χρηματική του ικανοποίηση το ποσό των 30.000 ευρώ, το οποίο μετά την στάθμιση των παραπάνω στοιχείων κρίνεται εύλογο (άρθρο 932 του ΑΚ)|».
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα αναιρετική δίκη, επιδίκασε στον πρώτο αναιρεσίβλητο, για τις προαναφερόμενες αιτίες, τα ως άνω ποσά των 40.000 ευρώ και 30.000 ευρώ, αντίστοιχα. Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων, ουσιαστικού δικαίου, των άρθρων 932 και 931 του ΑΚ, και της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, επιδίκασε στον ως άνω ενάγοντα – πρώτο αναιρεσίβλητο ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και εύλογη χρηματική παροχή από τον τραυματισμό του, τα ανωτέρω ποσά, τα οποία όμως είναι δυσανάλογα μεγάλα σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση του ενάγοντος αναιρεσιβλήτου λόγω ηθικής βλάβης στο ποσό των 30.000 ευρώ και τη χρηματική παροχή αυτού κατ' άρθρο 931 ΑΚ στο ποσό των 40.000 ευρώ, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερβαίνουν και μάλιστα καταφανώς, εκείνα που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και αποζημίωσης εκ του άρθρου 931 ΑΚ.
Επομένως, ο σχετικός πέμπτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος
[X] Κατά το προηγούμενο του Ν. 4055/2012 νομικό καθεστώς, είχε πάγια νομολογηθεί, αναφορικά με τις διατάξεις των άρθρων 345 και 346 ΑΚ (τόκοι υπερημερίας και επιδικίας), ότι: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 345 346 ΑΚ, 215 παράγραφος 1 εδάφιο α`, 221 και 295 παράγραφος 1 ΑΚ συνάγεται ότι, αν το καταψηφιστικό αίτημα αγωγής με αντικείμενο την επιδίκαση χρηματικής απαίτησης περιοριστεί σε αναγνωριστικό, δεν οφείλονται μεν δικονομικοί τόκοι κατά το άρθρο 346 ΑΚ, δηλαδή από την επίδοσή της καταψηφιστικής αγωγής (ΑΠ 989/ 2007), αφού η αγωγή αυτή θεωρείται από τότε ότι δεν ασκήθηκε κατά το καταψηφιστικό αίτημά της, δεν αίρονται όμως και οι συνέπειες της επίδοσης της αγωγής ως όχλησης, που καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο κατά τις διατάξεις των άρθρων 340 και 345 ΑΚ, δεδομένου ότι η επίδοση στον εναγόμενο καταψηφιστικής αγωγής για χρηματική απαίτηση δεν είναι μόνο σύνθετη διαδικαστική πράξη, αλλά έχει και το χαρακτήρα οιονεί όχλησης του οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής του (ΟλΑΠ 23 - 24/2004, ΟλΑΠ 13/1994, ΑΠ 423/2012, ΑΠ 1520/ 2010).
Ήδη, το άρθρο 346 ΑΚ, που όριζε ότι «ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, κι αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή για το ληξιπρόθεσμο χρέος», αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 νόμου 4055/2012, που ισχύει, κατά το άρθρο 113 του νόμου αυτού, από 02.04.2012, κατά το οποίο: «Ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας).
Το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας, όπως ο τελευταίος ορίζεται εκάστοτε από το νόμο ή με δικαιοπραξία. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει, εάν πριν από τη συζήτηση της αγωγής ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως, ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αντιστοίχως.
Με αίτημα του εναγομένου το δικαστήριο δύναται κατ’ εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση με το νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας. Η εξαίρεση ισχύει ιδίως για τις κατ’ εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόμενες χρηματικές απαιτήσεις. Από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης που επιδικάζει εντόκως χρηματική οφειλή ή απορρίπτει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας.
Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει εάν δεν ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της οριστικής απόφασης». Σύμφωνα με τη νέα αυτή ρύθμιση αυξάνεται το ποσοστό των τόκων επιδικίας, προκειμένου να περιοριστούν η φιλοδικία και η άσκοπη απασχόληση των δικαστηρίων από δικαστικούς αγώνες που δεν έχουν ουσία, ενώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο οφειλέτης που, μεταξύ των άλλων, πριν από τη συζήτηση της αγωγής, αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως.
Αν μάλιστα εμμένει να αντιδικεί, μολονότι ηττήθηκε πρωτοδίκως, διακινδυνεύει περαιτέρω αύξηση του επιτοκίου επιδικίας, για αυτό και εδώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο διάδικος που ηττήθηκε, αν αποδεχθεί την οριστική απόφαση και τερματίσει την αντιδικία. Η εξαίρεση που προβλέπεται επιτρέπει στο δικαστή να σταθμίσει εκείνες τις περιπτώσεις που ο εναγόμενος ευλόγως αντιδικεί, επειδή πρόκειται για απαίτηση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης (π.χ.
ηθική βλάβη) ή επειδή προβάλλει ένσταση συμψηφισμού (βλ. αιτιολογική έκθεση Ν. 4055/2012). Έτσι, ο νόμιμος τόκος, μετά την επίδοσή της αγωγής, είναι πλέον ο (αυξημένος) τόκος επιδικίας. Σημειώνεται ότι δεν απαιτείται ρητή μνεία γι` αυτό στη δικαστική απόφαση, ενώ, αντίθετα, απαιτείται ρητή αναφορά σ’ αυτήν, όταν το δικαστήριο κατ’ εξαίρεση επιδικάζει την απαίτηση με το νόμιμο ή το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας.
Με βάση αυτά, μοναδικό κριτήριο για την εξαίρεση από την επιδίκαση τόκου επιδικίας είναι το εύλογο ή όχι της αντιδικίας (ΑΠ 609/2020, ΑΠ 1207/2017).
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον τελευταίο λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την επίκληση ότι το Εφετείο παραβίασε, ευθέως, τις διατάξεις των άρθρων 345 και 346 ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία τους, καθώς και (α) με εσφαλμένη εφαρμογή, τη διάταξη του άρθρου 346ΑΚ και (β) με εσφαλμένη μη εφαρμογή, τη διάταξη του άρθρου 345 του ίδιου Κώδικα, δεδομένου ότι αναγνώρισε την υποχρέωση των αναιρεσειόντων για καταβολή των αναγραφομένων στο διατακτικό της προσβαλλόμένης απόφασης σχετικών ποσών αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης με το νόμιμο τόκο επιδικίας κατ’ άρθρο 346 ΑΚ και όχι με το νόμιμο τόκο υπερημερίας κατ’ άρθρο 345 ΑΚ, λόγω εύλογης αμφιβολίας για την έκβαση της υπόθεσης, τόσον επί της υπαιτιότητας όσο και επί των αιτουμένων κονδυλίων.
Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, καθόσον το Εφετείο, σε κάθε περίπτωση, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με το να επιδικάσει τόκους επιδικίας, από την επίδοση της αγωγής κατά το άρθρο 346 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την εν λόγω αντικατάστασή του, το οποίο επιβραβεύει άμεσα τον οφειλέτη που μεταξύ άλλων πριν από τη συζήτηση της αγωγής, αναγνωρίσει εγγράφως, την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως πράγμα το οποίο δεν συνέβη εν προκειμένω και το οποίο ορθά εφάρμοσε, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν προηγουμένως, δεχόμενο εκτιμώντας τις περιστάσεις της ένδικης αγωγής, ότι το σχετικό αίτημα της δευτέρας των εφεσιβλήτων ήδη δευτέρας αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, με την αιτιολογία ότι δεν συντρέχει λόγος εξαίρεσης από την υποχρέωση καταβολής τόκων επιδικίας, ενώ δεν παραβίασε, ευθέως, τη διάταξη του άρθρου 345 του ίδιου Κώδικα, την οποία ορθά δεν εφάρμοσε, γιατί δεν ήταν εφαρμοστέα.
[XI] Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 01.01.2016).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18.10.2019 και με ειδικό αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1001/2019 αίτηση για αναίρεση της 4207/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Και
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης
αποχωρησάσης
από την Υπηρεσία
η αρχαιότερη της
συνθέσεως Αρεοπαγίτης
και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ
ΚΩΣΤΟΥΛΑ ΦΛΟΥΡΗ - ΧΑΛΕΒΙΔΟΥ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Αυγούστου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ