Legislator Case Law & Legislation
1045/2017 AI generated

1045/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1045/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1045/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το Δικαστήριο διασκέφθηκε με τη συμμετοχή και του Γραμματέα και διά της Προέδρου του, καθόσον η υπόθεση είχε ήδη αναβληθεί σε προγενέστερη δικάσιμο, απέρριψε το αίτημα της αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης.

Keywords

AI generated
agricultural prices farm rent price of land common flat-rate scheme for farmers agricultural areas fair market value
AI generated
1046/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
1023/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
1256/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.
1681/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
2035/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1045 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1045/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Β. του Ν., κατοίκου ... (...), 2) Ε. Μ. του Ε., κατοίκου ... (...), 3) Ι. Ζ. του Ν., κατοίκου ... (...), 4) Ν. Α. του Μ., κατοίκου ... (...), 5) Θ. χας Ι. Γ., κατοίκου ... (...), 6) Μ. Λ. του Γ., κατοίκου ... (...), 7) Φ. χας Δ. Γ., κατοίκου ... (...), 8) Α. Λ. του Α., κατοίκου ... (..., 9) Ι. Κ. του Γ., κατοίκου ... (...), 10) Ρ. Λ. του Γ., κατοίκου ... (...), 11) Χ.

Λ. του Ν., κατοίκου ... (...), 12) α. Π. συζ. Α. Φ., το γένος Π. Μ., κατά ποσοστό 25% και β. Α. Φ. του Π., κατά ποσοστό 75% του υπ’ ... ακινήτου του ΚΠ, 13) Ε. Γ. του Π., κατοίκου ... (...), 14) Α. Κ. του Χ., κατοίκου ... (......), 15) Μ. θυγ. Ι. Μ., κατοίκου ... (......), 16) Ε. χας Ι. Μ., το γένος Β. Α. (......), που δεν παραστάθηκε, 17) Σ. Μ. του Α. (...), που δεν παραστάθηκε, 18) Α.

Ζ. θυγ. Ζ., κατοίκου ... (...-...), 19) Δ. Μ. Ν. του Β., κατοίκου ... (...) και 20) Γ. Π. του Κ., κατοίκου ... (...-...), εκ των οποίων οι 1ος, 2ος, 3ος, 4ος, 5η, 6ος, 7η, 8ος, 9ος, 10ος, 11ος, 12α, 12β, 13ος, 14ος, 18η, 19ος και 20ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κλεάνθη Κωστόπουλο και η 15η από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δέσποινα Μίγα - Κατσογιάννη, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο ότι:

α) η Ε. χα Ι. Μ., το γένος Β. Α. (16η των αναιρεσειόντων), η οποία ήταν επικαρπώτρια του συνολικής εκτάσεως 58.500 τ.μ. αγροτεμαχίου, κείμενου στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ..., απεβίωσε την 1η-4-2014 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η ως άνω 15η των αναιρεσειόντων Μ. θυγ. Ι. Μ., κάτοικος ..., τότε ψιλή κυρία και ήδη πλήρης κυρία του εν λόγω αγροτεμαχίου, που εκπροσωπείται από την ίδια και β) ο Σ.

Μ. του Α. (17ος των αναιρεσειόντων) απεβίωσε στις 26-7-2014 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του i) Ε. χα Σ. Μ., το γένος Γ. Κ., ii) Α. Μ. του Σ., iii) Δ. Μ. του Σ., κάτοικοι ... και iv) Γ. Μ. του Σ., κάτοικος ..., οι οποίοι εκπροσωπούνται από την ίδια.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην … και από τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Θεσσαλίας, που κατοικοεδρεύει στη Λάρισα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Θεοδώρα Καραχάλιου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, η ως άνω δικηγόρος Δέσποινα Μίγα - Κατσογιάννη, αφού έλαβε εκ νέου από την Πρόεδρο το λόγο, ζήτησε ν’ αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε.

Το Δικαστήριο διασκέφθηκε με τη συμμετοχή και του Γραμματέα και διά της Προέδρου του, καθόσον η υπόθεση είχε ήδη αναβληθεί σε προγενέστερη δικάσιμο, απέρριψε το αίτημα της αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-2-2009 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου (μετά την έκδοση της 425/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Λάρισας και συνεκδικάστηκε με την από με την από 16-3-2009 αίτηση της ήδη 15ης των αναιρεσειόντων και της ήδη αποβιωσάσης Ε. χα Ι. Μ., την από 18-3-2009 αίτηση του ήδη αποβιώσαντος Σ. Μ. του Α., τις αυτοτελείς αιτήσεις άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με την κύρια παρέμβαση και τις (διά των προτάσεων) ανταιτήσεις των εκεί διαδίκων.

Εκδόθηκε η 584/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-12-2012 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 19-2-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Καλαματιανού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 584/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 επ. περ. α’ , 287, 291 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί εκουσίως ρητώς με δήλωσή των κληρονόμων του θανόντος στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, ακόμα και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, είτε με την επίδοση ιδιαιτέρου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση αλλά και σιωπηρώς με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 711/2015, ΑΠ 1726/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης η 16η αναιρεσείουσα, Ε. χήρα Ι. Μ., αποβίωσε την 1-4-2014, δηλαδή μετά την άσκηση της αναίρεσης που κατατέθηκε στις 18-12-2012 και κληρονομήθηκε από την 15η αναιρεσείουσα, Μ. θυγατέρα Ι. Μ., κόρη της αποβιώσασας. Επίσης, ο 17ος αναιρεσείων Σ.

Μ., αποβίωσε στις 26-7-2014 και κληρονομήθηκε από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, Ε. χήρα Σ. Μ., το γένος Γ. Κ. (εν ζωή νόμιμη σύζυγο του) και τα γνήσια τέκνα τους, Α., Δ. και Γ. Μ.. Οι ως άνω κληρονόμοι των αρχικών αναιρεσειόντων (16ης και 17ου) με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου τους, Δ. Μ. - Κ., που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά γνωστοποίησαν στο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο το γεγονός του θανάτου των καθολικών δικαιοπαρόχων τους και ταυτόχρονα δήλωσαν ότι συνεχίζουν γι’ αυτούς τη διακοπείσα δίκη.

Ο θάνατος και η συγγενική σχέση που στηρίζει την κληρονομική διαδοχή αποδεικνύονται από τις προσκομιζόμενες από τους ως άνω άναιρεσείοντες - κληρονόμους ληξιαρχικές πράξεις θανάτου, τη με αριθμό .../10-6-2005 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμ/φου Λαρίσης, Ε. Γ. (για την 15η αναιρεσείουσα) και το με αρ. .../2015 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του ..., για τους κληρονόμους του 17ου αναιρεσείοντα.

Συνεπώς, νομίμως επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη και παραδεκτώς χωρεί η συζήτηση της υπόθεσης για την 15η αναιρεσείουσα ως κληρονόμο της αποβιώσασας μητέρας της (16η αρχικής αναιρεσείουσας) και για τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του 17ου αρχικού αναιρεσείοντα.

Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα κατά την διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται, είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Κατά το άρθρο 104 Κ.Πολ.Δ., για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της. Περαιτέρω στο άρθρο 576 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους.

Με το άρθρο 62 του ν. 4139/12-3-2013 προστέθηκε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3, το οποίο ορίζει ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων και την καθιερούμενη από την τελευταία απ’ αυτές αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στο Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι, συνάγεται ότι: α) στην περίπτωση που η επίσπευση της συζήτησης είχε γίνει από τον απολειπόμενο διάδικο, από κοινού με άλλους που εμφανίσθηκαν, αυτή δεν είναι έγκυρη ως προς αυτόν (απολειπόμενο), εάν κατά τη γενόμενη αυτεπαγγέλτως προς τούτο από το δικαστήριο έρευνα διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας ως προς εκείνον (απολειπόμενο) προς το δικηγόρο, που και για λογαριασμό του επέσπευσε τη συζήτηση, β) στην περίπτωση που ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, την οποία πλέον αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, ο αναιρεσείων θεωρείται ότι δεν παρίσταται και κηρύσσεται άκυρη η κλήση, με βάση την οποία αυτός εμφανίζεται ότι επισπεύδει με περαιτέρω αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η εφαρμογή της παραπάνω αναφερόμενης διάταξης του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι (Ολ.ΑΠ 7/2008, 39/2005, 9/2003) και γ) εφόσον οι αναιρεσείοντες είναι περισσότεροι και ο δικηγόρος που επισπεύδει τη συζήτηση και εμφανίζεται γι’ αυτούς δεν έχει την πληρεξουσιότητα μερικών ή και ενός έστω από τους αναιρεσείοντες που επέσπευσαν τη συζήτηση, είτε αυτοί παρίστανται, είτε δεν παρίστανται κατ’ αυτήν, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους, αν οι αναιρεσείοντες αυτοί δεν έχουν κλητευθεί από τον αντίδικό τους ή από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση τυχόν ομοδίκους τους.

Αντιθέτως, σε περιπτώσεις απλής ομοδικίας ισχύει η ως άνω ρύθμιση της διάταξης του β’ εδαφίου της παραγράφου 3, που καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς, υποθέσεις - άρθρο 98 του ν. 4139/2013 (ΑΠ 586/2014, ΑΠ 240/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο οι αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης (βλ. την υπ’ αρ. .../26-11-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Κ. Κ.), η οποία είχε προσδιοριστεί, με την κατ’ άρθρ. 568 παρ. 2 έως 4 ΚΠολΔ Πράξη του Προέδρου του Δ’ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, για να συζητηθεί στην αρχική δικάσιμο της 4-3-2016, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη σημερινή δικάσιμο και ειδικότερα οι 1ος έως 14η και 18η έως 20ος αναιρεσείοντες παραστάθηκαν διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, Κλεάνθη Κωστόπουλου, ο οποίος όμως δεν αποδεικνύει την ρητή προς αυτόν πληρεξουσιότητα των ανωτέρω αναιρεσειόντων.

Συνεπώς, σύμφωνα με την προηγούμενη νομική σκέψη οι ανωτέρω αναιρεσείοντες θεωρούνται ως δικονομικά απόντες, πλην όμως δεν θα εφαρμοστεί η διάταξη του άρθρ. 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, αλλά θα κηρυχθεί η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης απαράδεκτη ως προς αυτούς και λόγω της δικονομικής σχέσης της απλής ομοδικίας που τους συνδέει με τους λοιπούς αναιρεσείοντες, δηλαδή την 15η γι’ αυτήν ατομικά και ως κληρονόμο της 16ης και τους κληρονόμους του 17ου αναιρεσείοντα, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση ως προς αυτούς και να συζητηθεί η αίτηση αναίρεσης ως προς τους λοιπούς, που παρίστανται και εκπροσωπούνται νόμιμα από την πληρεξούσια δικηγόρο τους, Δέσποινα Μίγα - Κατσογιάννη (ΑΠ 195/2014), σύμφωνα με το εδάφιο β’ της παρ. 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ που προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013 και σύμφωνα με το άρθρο 98 του ίδιου νόμου καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς δίκες, όπως η παρούσα λόγω του χρόνου της άσκησης της αίτησης αναίρεσης με την κατάθεσή της στις 18-12-2012. Διάταξη περί δικαστικών εξόδων σε βάρος των αναιρεσειόντων ως προς τους οποίους κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης και υπέρ του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, δεν ορίζεται, διότι η απόφαση ως προς αυτούς δεν είναι οριστική (ΑΠ Ολ. 4/2013).

Περαιτέρω, η κρινόμενη από 17-12-2012 (αρ. κατ. 75/2012) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αρ. 584/2011 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001 - Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ), κατά το μέρος που ερευνάται, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα κατ’ άρθρ. 22 Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 552, 553, 556, 558 και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως πρέπει να ερευνηθεί ως προς το βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), σχετικά με τον καθορισμό της τιμής μονάδος απαλλοτριωθέντων ακινήτων, ορίζονται τα εξής: 1. Η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν.

Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό. "Ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και n πρόσοδος του απαλλοτριωμένου".

Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι για τον υπολογισμό της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων λαμβάνεται υπόψη η αξία αυτών κατά το χρόνο συζήτησης για οριστικό προσδιορισμό στο Εφετείο, αν η συζήτηση αυτή διεξαχθεί μετά από ένα έτος από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.

Περαιτέρω στο εδάφιο γ’ της παραπάνω διάταξης παρατίθενται ενδεικτικά τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων και άρα το Εφετείο μπορεί να λάβει υπόψη οποιοδήποτε άλλο κριτήριο, μεταξύ των οποίων και τις υπάρχουσες στον ανωτέρω χρόνο οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς να είναι υποχρεωμένο το Δικαστήριο να τις αναλύει διεξοδικά, όταν αυτές είναι πασίγνωστες και οι οποίες λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως χωρίς απόδειξη -άρθρο 336 παρ. 1 ΚΠολΔ- (ΑΠ 539/2015).

Ειδικότερα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριουμένου κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται η ανωτέρω ουσιαστική διάταξη νόμου, στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή θα λάβει υπόψη του άλλα τέτοια.

Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποίησης στην ανωτέρω διάταξη της λέξης "ιδίως" σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει προσηκόντως. Η δε σχετική για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 558/2014, πρβλ.

επίσης, ΑΠ 1016/2015, ΑΠ 2126/2014).

Περαιτέρω το άρθρο 13 του Ν. 2882/2001 ορίζει στην παρ. 4, ότι σε περίπτωση απαλλοτρίωσης τμήματος ακινήτου, εξαιτίας της οποίας το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την ίδια απόφαση που καθορίζει την αποζημίωση προσδιορίζεται και παρέχεται για την υποτίμηση αυτή ιδιαίτερη αποζημίωση. Το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της από 4-1-1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ. 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, έναντι των κοινών νόμων, ορίζει ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του και κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους όρους που προβλέπονται από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου. Με τη διάταξη αυτή προστατεύονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα του προσώπου, όπως και το δικαίωμα αποζημιώσεως για την προσγενόμενη ζημία στην περιουσία του. Έλλειψη δε σεβασμού της περιουσίας στην περίπτωση αυτή υπάρχει, όταν η συνεπεία του λόγου της αποζημίωσης μείωση της περιουσιακής δυναμικότητας του προσώπου δεν αποκαθίσταται πλήρως.

Συνεπώς, στην περίπτωση που, λόγω απαλλοτριώσεως μέρους του ακινήτου, το απομένον τμήμα αυτού, που εξακολουθεί να αποτελεί στοιχείο της περιουσίας του ιδιοκτήτη, υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, το αναγνωριζόμενο από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 δικαίωμα αποζημιώσεως ικανοποιείται πλήρως και εντεύθεν διασφαλίζεται ο σεβασμός της περιουσίας του ιδιοκτήτη, όταν η αποζημίωση καλύπτει όχι μόνο την εκ της απομειώσεως της εκτάσεως του όλου ακινήτου ζημία, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχτηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου. Διότι, άλλως, κατά την τελευταία αυτή ζημία το παραμένον στον ιδιοκτήτη μέρος του ακινήτου του και, επομένως, η περιουσία του θα παρέμενε, χωρίς αποκατάσταση (Ολ.ΑΠ 31/2005, ΑΠ 423/2016 πρβλ. επίσης, ΑΠ 274/2016).

Περαιτέρω, ως πρόσοδος κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, νοείται, η προερχόμενη από τη φύση και τη δυνατότητα εκμετάλλευσης του απαλλοτριούμενού, όχι ως μεμονωμένου ακινήτου, αλλά ως εκ της θέσης, της μορφής και του προορισμού του σε σχέση με τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται. Ως κριτήριο, δηλαδή, διαφοροποίησης και στοιχείο αξιολόγησης αποτελεί προκειμένου μεν για αγροτικό ακίνητο, αν τούτο είναι γόνιμο ή άγονο, ξηρικό ή ποτιστικό, φυτεία ή χέρσο και προκειμένου για αστικό, αν το απαλλοτριούμενο είναι εντός ή εκτός σχεδίου, εντός ή εκτός ζώνης, ποιοι είναι σε κάθε περίπτωση οι όροι δόμησης, τα ποσοστά κάλυψης και αντιπαροχής και ο συντελεστής εμπορικότητας, σε σχέση όμως με τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται το ακίνητο (ΑΠ 421/2015 πρβλ.

επίσης, ΑΠ 326/ 2016). Περαιτέρω, ως καταβλητέα αποζημίωση για τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και τη δυνατότητα κατάληψης νοείται η κατά την ως άνω διάταξη της παρ. 2 "πλήρης", η οποία πρέπει συνεπώς να περιλαμβάνει και την αξία των κατά το άρθρο 953 ΑΚ συστατικών του ακινήτου, τα οποία συναπαλλοτριώνονται αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 4 ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.) περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, ανεξάρτητα από τη μνεία της στην απόφαση κήρυξης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ή στο κτηματολογικό διάγραμμα ή στον κτηματολογικό πίνακα (Ολ.ΑΠ 5/2002).

Την έννοια του συστατικού καθορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 953, 954 και 955 ΑΚ, με τις οποίες ορίζεται, ότι: α) συστατικό που δεν μπορεί ν’ αποχωρισθεί από το κύριο πράγμα χωρίς βλάβη αυτού του ίδιου ή του κυρίου πράγματος ή χωρίς αλλοίωση της ουσίας ή του προορισμού του δεν μπορεί να είναι αντικείμενο κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, β) συστατικά ακινήτου με την έννοια του προηγούμενου άρθρου είναι, εκτός των άλλων, τα πράγματα που έχουν συνδεθεί σταθερά με το έδαφος, ιδίως τα οικοδομήματα, ενώ συστατικά οικοδομήματος είναι όλα τα κινητά που χρησιμοποιήθηκαν για την ανέγερση ή τα προσαρμοσμένα με αυτό για σκοπό μόνιμο και όχι παροδικό.

Ενόψει των ανωτέρω, το δικαστήριο, ως προς τα συστατικά που δεν περιλαμβάνονται στον κτηματολογικό πίνακα, έχει εξουσία να προσδιορίζει την τιμή μονάδας αποζημίωσης, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα. Έχει δε το δικαστήριο την ευχέρεια, είτε να διατάξει συμπλήρωση του πίνακα είτε να προχωρήσει στον καθορισμό τιμής για τα παραλειφθέντα συστατικά βάσει των προσκομιζομένων ή τασσομένων και διεξαγόμενων αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 5/2002, ΑΠ 653/ 2014, πρβλ.

επίσης, ΑΠ 868/2012). Επίσης, το ίδιο συμβαίνει, όταν στο απαλλοτριούμενο ακίνητο υπάρχουν και συστατικά - δένδρα-φυτείες κατά την έννοια του άρθρ. 953 ΑΚ (ΑΠ 865/2012). Εξάλλου, με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 150/2015, πρβλ.

επίσης, ΑΠ 349/2014, ΑΠ 466/2013, ΑΠ 382/2013). Περαιτέρω, τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (Κ.Πολ.Δ. 336 παρ. 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (Κ.Πολ.Δ. 559 αριθ. 1, Ολ.ΑΠ 8/ 2005).

Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β’ του Κ.Πολ.Δ., η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας, που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ’ αυτόν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης που για να είναι ορισμένος θα πρέπει να αναφέρονται σ’ αυτόν τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το Δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 120/ 2004), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1488/2010).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 845/ 2012, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1987/2007).

Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το Α’ σκέλος αυτού οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1, για ευθεία παραβίαση της ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξης του άρθρου 13 παρ. 1 και 4 ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα καθόρισε ως οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης των απαλλοτριουμένών ακινήτων με τα συστατικά αυτών και ως ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομένοντα εκτός απαλλοτρίωσης τμήματα των ακινήτων των αναιρεσειόντων, ποσά που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματική αγοραστική (εμπορική) αξία αυτών.

Επίσης, με το Β’ σκέλος του ίδιου ως άνω αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 559 παρ. 1 περ. β’ ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι με εσφαλμένη ερμηνεία της ανωτέρω ουσιαστικής διάταξης του άρθρ. 13 παρ. 1 και 4 ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά τα οποία η αγοραστική αξία των απαλλοτριουμένων ακινήτων υπερέχει τουλάχιστον στο διπλάσιο της αντικειμενικής αξίας αυτών.

Εξάλλου, με τον 3ο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για την εκ πλαγίου παραβίαση της ίδιας ως άνω ουσιαστικής διάταξης, με την αιτίαση ότι έχει ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης και την ιδιαίτερη αποζημίωση των εναπομενόντων εκτός απαλλοτρίωσης ακινήτων, διότι δεν περιέχει παραδοχές για την ακριβή θέση, για την πρόσοδο αυτών και το είδος της καλλιέργειας των δένδρων, με συνέπεια να εντάξει τα απαλλοτριούμενα ακίνητα στη γενική κατηγορία των αγροτεμαχίων και να καθορίσει τιμές που υπολείπονται της πραγματικής αξίας αυτών.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ της προσβαλλομένης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι το Εφετείο συνεκδίκασε τις από 16-3-2009 (αρ. .../2009) και από 18-3-2009 (αρ. .../2009) αιτήσεις των ήδη αναιρεσειόντων (υπό στοιχείο Δ’ και ΣΤ’ , σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση) με την αυτοτελή κύρια από 26-2-2009 (αρ.

κατ. 248/ 2009) αίτηση του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου και αυτές με τις αιτήσεις, ανταιτήσεις και κύρια παρέμβαση λοιπών διαδίκων, που δεν αφορούν την ένδικη αίτηση αναίρεσης και κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με την υπ’ αριθμ. .../18-11-2005 απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο με αριθ. .../Δ/7-12-2005, ΦΕΚ, μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λάρισας και καταχωρίστηκε στα κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού ..., κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για το έργο "κατασκευή ρουφράκτη (φράγματος) ...

στο π. Πηνειό" στην περιοχή των Δήμων ..., έκτασης συνολικού εμβαδού 404.745,33 τ.μ., που βρίσκεται στο νομό Λάρισας και εικονίζεται με κλίμακα 1:1000 στα ακριβή αντίγραφα των Αυγούστου 2004 κτηματολογικών διαγραμμάτων της Γενικής Γραμματείας Δημ. Έργων ...-Τμήμα Λάρισας του ΥΠΕΧΩΔΕ, τα οποία έχει συντάξει ο Κ. Τ. και έχει θεωρήσει ο Προϊστάμενος της ...

Δ. Ν. στις 30-12-2004, του από Δεκεμβρίου 2004 αντίστοιχου κτηματολογικού πίνακα της ίδιας υπηρεσίας, τον οποίο έχει συντάξει ο Κ. Τ. και έχει θεωρήσει ο Προϊστάμενος της ... Δ. Ν. στις 30-12-2004, όπως τα ανωτέρω κτηματολογικά στοιχεία διορθώθηκαν με την υπ’ αρ. .../25-7-2007 απόφαση των ίδιων ως άνω Υπουργών, σύμφωνα με τον από 10-3-2007 διορθωτικό κτηματολογικό διάγραμμα και τον αντίστοιχο διορθωτικό πίνακα της ως άνω υπηρεσίας, που ελέγχθηκαν από την Δ.

Ρ. και θεωρήθηκαν από τον Προϊστάμενο της ... στις 17-4-2007. Η απαλλοτρίωση αυτή κηρύχθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνες αυτού. Στα πλαίσια του ως άνω έργου κατασκευάσθηκε νέα κοίτη-διώρυγα του Πηνειού, με ευθυγράμμιση-μετατόπιση της παλαιάς κοίτης. Με την κατασκευή της νέας διώρυγας κατασκευάσθηκαν αμφίπλευρα αναχώματα στην στέψη των οποίων προβλέπεται η κατασκευή αγροτικού δρόμου.

Τα απαλλοτριούμενα ακίνητα, βρίσκονται στις κτηματικές περιφέρειες ... και ..., εκτός των οριοθετημένων οικισμών. Είναι αρδευόμενοι αγροί, στους οποίους καλλιεργούνται βαμβάκι, δημητριακά και δένδρα (ροδακινιές). Τα απαλλοτριούμενα ακίνητα, βρίσκονται ένθεν και ένθεν του ποταμού Πηνειού, αρκετά μακριά από οικισμούς και απέχουν από την πόλη της Λάρισας 20 περίπου χιλιόμετρα, από τον αυτοκινητόδρομο ΠΑΘΕ 4,5 περίπου χιλιόμετρα και από τη βιομηχανική περιοχή Λάρισας 15 περίπου χιλιόμετρα.

Η αρτιότητα των απαλλοτριουμένων ακινήτων, κατά τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, είναι εκείνη που ισχύει για τα εκτός σχεδίου και εκτός ζώνης οικισμού ακίνητα. Η κατά προορισμό χρήση όλων των ανωτέρω απαλλοτριωθέντων ακινήτων είναι αποκλειστικά αυτή της αγροτικής εκμετάλλευσης. Στις περιοχές, όπου βρίσκονται τα επίδικα, δεν υπάρχουν βιοτεχνικές, ή βιομηχανικές εγκαταστάσεις, πλην των εγκαταστάσεων των σφαγείων Λάρισας.

Επίσης δεν υπάρχουν κατοικίες ή άλλα κτήρια. Ο ισχυρισμός των δικαιούχων ότι τα επίδικα ακίνητα έχουν βιοτεχνική και βιομηχανική χρήση και οικοπεδική αξία δεν είναι βάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επίσης ο ισχυρισμός τους ότι υπάρχει δυνατότητα εκμετάλλευσης των επίδικων για την εξόρυξη πρώτης ύλης για την κατασκευή κεραμικών ειδών καθώς και για την ίδρυση και λειτουργία αναψυκτηρίων δεν είναι βάσιμος, αφού καμία τέτοιου είδους δραστηριότητα δεν προέκυψε ότι έχει αναπτυχθεί στην περιοχή και άρα πρέπει να απορριφθεί.

Για τις ως άνω περιοχές ισχύει το αντικειμενικό σύστημα καθορισμού της φορολογητέας αξίας ακινήτων. Η αρμόδια Εκτιμητική Επιτροπή του άρθρου 15 του ΚΑΑΑ στην από 15-6-2007 έκθεση προεκτίμησης, προσδιόρισε, με βάση το σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού, την αξία των απαλλοτριουμένων ακινήτων ως εξής: 1) Για τους αρδευόμενους αγρούς μονοετούς καλλιέργειας που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια ...

στο ποσό των 1.170 ευρώ ανά στρέμμα, 2) για τους αρδευόμενους αγρούς μονοετούς καλλιέργειας, που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια ..., στο ποσό των 1.080 ευρώ ανά στρέμμα, 3) για τους αρδευόμενους αγρούς με δενδροκαλλιέργειες, που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια ..., στο ποσό των 1.728 ευρώ ανά στρέμμα. Σύμφωνα με το αιτούν Ελληνικό Δημόσιο, οι ως άνω αντικειμενικές αξίες ταυτίζονται με τις αγοραίες αξίες.

Η προταθείσα από το Ελληνικό Δημόσιο μάρτυρας κατέθεσε ότι η αξία των ανωτέρω ακινήτων ανέρχεται στο ποσό των 1.260 ευρώ ανά στρέμμα. Οι εξετασθέντες μάρτυρες των αιτούντων-εικαζομένων δικαιούχων προσδιόρισαν την αξία των ανωτέρω ακινήτων μεταξύ 20.000 και 30.000 ευρώ ανά στρέμμα. Με την υπ’ αρ. 425/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας η αγοραία αξία και συνεπώς η καταβλητέα αποζημίωση καθορίστηκε προσωρινά (με κρίσιμο χρόνο εκείνο της 17-4-2008, οπότε και συζητήθηκε η υπόθεση ενώπιόν του) για τους αρδευόμενους αγρούς μονοετούς καλλιέργειας που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια ..., αλλά και στην κτηματική περιφέρεια ..., στο ποσό των 10 ευρώ ανά τετρ.

μ. και για τους αρδευόμενους αγρούς με δενδροκαλλιέργειες, που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια ..., στο ποσό των 12 ευρώ ανά τετρ. μ. Με την υπ’ αρ. 750/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που επικαλούνται ως συγκριτικό στοιχείο οι εικαζόμενοι δικαιούχοι και η οποία εκδόθηκε για άλλη απαλλοτρίωση για την κατασκευή του αυτοκινητοδρόμου ΠΑΘΕ στο τμήμα ...

έως ΑΚ Τεμπών καθορίστηκε, με κρίσιμο χρόνο την 21-9-2007, η οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως για απαλλοτριωθέντα ακίνητα, που βρίσκονται στις κτηματικές περιφέρειες του Δήμου Μακρυχωρίου σε 14 ευρώ το τ.μ., γι’ αυτά που έχουν πρόσωπο στην Ε.Ο. Λάρισας - Θεσσαλονίκης και σε 11,2 ευρώ το τ.μ. γι’ αυτά που δεν έχουν πρόσωπο στην ως άνω Ε.Ο.

Τα ως άνω ακίνητα σαφώς υπερτερούν των επιδίκων, καθόσον, σύμφωνα με τις παραδοχές της ανωτέρω αποφάσεως, γειτνιάζουν με την Ε.Ο. Λάρισας - Θεσσαλονίκης. Εξάλλου η ως άνω απόφαση αφορά προγενέστερο χρόνο. Το αιτούν Ελληνικό Δημόσιο προσκομίζει αγγελίες πώλησης αγροτεμαχίων στις περιοχές ... και Μακρυχωρίου, πλησίον του αυτοκινητοδρόμου ή πλησίον οικισμών δημοσιευμένες στο διαδίκτυο στις 4-5-2011, έναντι προτεινόμενου τιμήματος από 3 έως 4,4 ευρώ ανά τ.μ.

Περαιτέρω τα λοιπά συγκριτικά στοιχεία, που επικαλούνται οι δικαιούχοι, σχετική μόνο αποδεικτική αξία έχουν και δεν ανατρέπουν όσα αναφέρονται παρακάτω, διότι αφορούν προγενέστερους χρόνους, αλλά και για τους ακόλουθους λόγους: Το υπ’ αρ. .../2009 πωλητήριο συμβόλαιο, αφορά μεταβίβαση αγροτεμαχίου προς την εταιρία με την επωνυμία "...

ΑΕ", έναντι τιμήματος 32 ευρώ ανά τ.μ., το οποίο βρίσκεται πολύ κοντά στον ως άνω αυτοκινητόδρομο στον κόμβο ... και απέναντι από την βιομηχανική περιοχή Λάρισας, προορίζεται δε για άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας. Επίσης οι υπ’ αρ. 46/2007 και 68/2008 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που όρισαν ως προσωρινή τιμή μονάδος απαλλοτριώσεως 32 και 25 ευρώ ανά τ.μ., αντίστοιχα, αφορούν η πρώτη αγροτεμάχια, που βρίσκονται στο ΔΔ ...

παραπλεύρως της ΕΟ Αθηνών - Θεσσαλονίκης και η δεύτερη αγροτεμάχια, που βρίσκονται πλησίον των ορίων του σχεδίου πόλεως Λάρισας. Περαιτέρω σύμφωνα με τον κτηματολογικό πίνακα στα με ΑΚΠ ... ακίνητα υπάρχουν τα ακόλουθα επικείμενα: α) στο με ... περίφραξη με συρματόπλεγμα και σιδηροπασσάλους 243,07 μ., πόρτα δάριγκ και 94 καλλωπιστικές μικρές μουριές, β) στο με ... 60 μεσαίες ροδακινιές, γ) στο με ... 80 μεγάλες και 36 μικρές ροδακινιές και δ) στο με ...

αντλιοστάσιο και γεώτρηση άρδευσης (πομώνα). Η Εκτιμητική Επιτροπή της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Λάρισας, με την από 15-6-2007 έκθεσή της, προσδιόρισε την αξία των επικειμένων στα με ... και 045 ακίνητα ως ακολούθως: 1) Στην ιδιοκτησία με ..., για την περίφραξη με συρματόπλεγμα και σιδηροπασσάλους στο ποσό των 15 ευρώ ανά τρ.μ., για την πόρτα δάρινγκ στο ποσό των 150 ευρώ κατ’ αποκοπή και για τις καλλωπιστικές μικρές μουριές στο ποσό των 2,5 ευρώ την καθεμία, 2) στην ιδιοκτησία με ...

για το αντλιοστάσιο στο ποσό των 3.000 ευρώ και για την πομώνα στο ποσό των 100 ευρώ ανά τρ.μ. Με την ανωτέρω υπ’ αρ. 425/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας η αγοραία αξία και συνεπώς και η καταβλητέα αποζημίωση καθορίσθηκε προσωρινά για τα επικείμενα ως εξής: 1) Στην ιδιοκτησία με ..., για την περίφραξη με συρματόπλεγμα και σιδηροπασσάλους στο ποσό των 20 ευρώ ανά τρ.μ., για την πόρτα δάρινγκ στο ποσό των 230 ευρώ κατ’ αποκοπή και για τις καλλωπιστικές μικρές μουριές στο ποσό των 20 ευρώ για την καθεμία, 2) στην ιδιοκτησία με ...

για τις μεσαίες ροδακινιές στο ποσό των 90 ευρώ η μία, 3) στην ιδιοκτησία με ... για τις μικρές και μεγάλες ροδακινιές στο ποσό των 70 και 120 ευρώ αντίστοιχα και 4) στην ιδιοκτησία με ... για το αντλιοστάσιο στο ποσό των 7.000 ευρώ και για την πομώνα στο ποσό των 120 ευρώ ανά μ. βάθους. Επίσης στο ... ακίνητο, όπως προκύπτει και από το υπ’ αρ. 151/2011 έγγραφο της Γενικής Γραμματείας Δημ.

Έργων, υπάρχει μια γεώτρηση βάθους 40 μ.μ. και ένας υπόγειος αγωγός άρδευσης μήκους 35 μ.μ. από γαλβανισμένη σωλήνα 5 ιντσών. Οι εξετασθέντες μάρτυρες Ν. Μ., Α. Θ. και Ν. Σ. προσδιορίζουν την αξία των γεωτρήσεων στο ποσό των 10.000, 20.000 και 10.000 ευρώ αντίστοιχα. Από το συνδυασμό όλων ανεξαιρέτως των προσκομιζομένων με επίκληση αποδεικτικών στοιχείων και την ελεύθερη εκτίμηση αυτών, λαμβανομένων υπόψη και των διδαγμάτων της κοινής πείρας και λογικής το Δικαστήριο καταλήγει στην κρίση ότι η πραγματική αξία των απαλλοτριουμένων ακινήτων, κατά τον κρίσιμο χρόνο, που εν προκειμένω, είναι εκείνος της παρούσας συζητήσεως (6-5-2011), χωρίς να υπολογίζεται η τυχόν ανατίμηση ή υποτίμηση της αξίας τους, λόγω της εξαγγελίας ή της κηρύξεως της απαλλοτριώσεως ή της πραγματοποίησης του έργου, που αφορά η τελευταία ή η τυχόν ανατίμηση που προέρχεται από ενέργειες των ιδιοκτητών στα απαλλοτριωθέντα, που έγιναν μετά την κατά νόμο ανακοίνωση της απαλλοτρίωσης και μόνον εξ αυτής ανέρχεται:

Α) Για τους αρδευόμενους αγρούς, που βρίσκονται στην κτηματική περιοχή ... σε 1,60 ευρώ ανά τετρ.μ. Β) Για τους αρδευόμενους αγρούς, που βρίσκονται στην κτηματική περιοχή ... σε 1,60 ευρώ ανά τετρ.μ. Οι τιμές αυτές ανταποκρίνονται κατά το ουσιαστικό τους περιεχόμενο στην έννοια της πλήρους αποζημίωσης, όπως αυτή ορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 και 4 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναπτύσσονται στην παραπάνω νομική σκέψη της παρούσας.

Ακόμη πρέπει, προς το σκοπό καταβολής στους δικαιούχους της πλήρους αποζημίωσης υπό την έννοια που αναλύεται στην αντίστοιχη νομική σκέψη της παρούσας, να καθορισθεί αυτοτελώς η οφειλόμενη αποζημίωση για τα παρακάτω επικείμενα, που υπάρχουν στις ακόλουθες ιδιοκτησίες, ως εξής: 1) Στην ιδιοκτησία με ..., για την περίφραξη με συρματόπλεγμα και σιδηροπασσάλους στο ποσό των 20 ευρώ ανά τρ.μ., για την πόρτα δάρινγκ στο ποσό των 230 ευρώ κατ’ αποκοπή και για τις καλλωπιστικές μικρές μουριές στο ποσό των 20 ευρώ για την καθεμία, 2) στην ιδιοκτησία με ...

για την γεώτρηση στο ποσό των 120 ευρώ ανά μ.μ. και για τον υπόγειο αγωγό άρδευσης στο ποσό των 2.000 ευρώ, 3) στην ιδιοκτησία με ... για τις μεσαίες ροδακινιές στο ποσό των 90 ευρώ η μία, 4) στην ιδιοκτησία με ... για τις μικρές και μεγάλες ροδακινιές στο ποσό των 70 και 120 ευρώ αντίστοιχα και 5) στην ιδιοκτησία με ... για το αντλιοστάσιο στο ποσό των 5.000 ευρώ και για την πομώνα στο ποσό των 120 ευρώ ανά μ.μ.

Περαιτέρω το αίτημα περί καθορισμού αποζημίωσης για την ηλεκτρική εγκατάσταση της με ... ιδιοκτησίας πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, καθόσον αποδείχθηκε ότι ο φορέας του έργου έχει μεταφέρει τις σχετικές εγκαταστάσεις στην εναπομείνασα ιδιοκτησία και τις έχει ηλεκτροδοτήσει με δαπάνες του.

Επίσης το αίτημα περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για την πομώνα που υπάρχει στο εναπομένον τμήμα του με ... ακινήτου πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο, διότι η χρησιμότητά της εξακολουθεί να παραμένει η ίδια, ενώ η τυχόν μείωση της αξίας του εναπομένοντος τμήματος θα υπολογισθεί κατά τα εκτιθέμενα παρακάτω.

Περαιτέρω αναφορικά με τα αιτήματα περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εκτός απαλλοτρίωσης εναπομένοντα τμήματα των επιδίκων ακινήτων, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα: Η Εκτιμητική Επιτροπή της Κτηματικής Υπηρεσίας του Ν. Λάρισας εκτίμησε τη μείωση της αξίας των εναπομενόντων τμημάτων των παρακάτω ιδιοκτησιών στα έναντι αυτών αναφερόμενα ποσοστά:

Για την με ... σε 50%, 50%, 30% και 30% αντίστοιχα για τα εναπομένοντα τμήματα, για την ... σε 50%, για την με ... σε 90%, για τη με ... σε 10%, για τη με ... σε 90%, για τη με ... σε 90%, για τη με ... σε 90%, για τη με ... σε 90%, για τη με ... σε 30%, για τη με ... σε 30%, για τη με ... σε 30%, για τη με ... σε 30%, για τη με ... σε 50%, για τη με ... σε 40%, για τη με ... σε 80%, για τη με ...

σε 10%, για τη με ... σε 90%, για τη με ... σε 50% για το ένα τμήμα και 30% για το άλλο τμήμα, για την με ... σε 80% για το ένα τμήμα και 5% για το άλλο τμήμα, για την με ... σε 80%, για την με ... σε 80%, για τη με ... σε 50% για κάθε τμήμα, για τη με ... σε 5%. Για τις με ΑΚΠ ... ιδιοκτησίες η ως άνω Επιτροπή εκτιμά ότι δεν πρέπει να ορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση.

Με την υπ’ αρ. 425/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας ορίστηκε ιδιαίτερη αποζημίωση ως εξής: Για την με ... σε 50%, 50%, 30% και 30% αντίστοιχα για τα εναπομένοντα τμήματα, για την με ... σε 50%, για την με ... σε 90%, για τη με ... σε 90%, για τη με ... σε 90%, για τη με ... σε 90%, για τη με ... σε 90%, για τη με ... σε 30%, για τη με ...

σε 30%, για τη με ... σε 30%, για τη με ... σε 30%, για τη με ... σε 50%, για τη με ... σε 40%, για τη με ... σε 80%, για τη με ... σε 20%, για τη με ... σε 80%, για τη με ... σε 50% για το ένα τμήμα και 30% για το άλλο τμήμα, για την με ... σε 80% για το ένα τμήμα και 10% για το άλλο τμήμα, για την με ... σε 80%, για την με ... σε 80%, για τη με ... σε 50% για το ένα τμήμα και 70% για το άλλο τμήμα.

Για τις με ..., 011, 029, 038, 040 και 043 ιδιοκτησίες κρίθηκε ότι δεν πρέπει να ορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση. Οι ιδιοκτήτες των ως άνω ακινήτων ισχυρίζονται ότι μειώθηκε η αξία όλων των εναπομεινάντων τμημάτων των ακινήτων τους και ότι η μείωση αυτή είναι για τα ακίνητα Α) των αιτούντων: α) της υπ’ αρ. 317/2009 αίτησης 100% για το με ...

και 90% για το με ..., β) της υπ’ αρ. 321/2009 αίτησης 100% για τα με ΑΚΠ ..., 40%, για τα με ΑΚΠ ... και 10% για το με ..., γ) της υπ’ .../2009 αίτησης 90%, δ) της υπ’ αρ. ...2009 αίτησης 60% για το με ... και 90% για το με ..., ε) της υπ’ αρ. ...2009 αίτησης 90%, στ) της υπ’ ...2009 αίτησης 90% για τα με ... και 017, 80% για τα με ..., 018, 034 και 035, 70% για το με ..., 50% για το με ...

και 80% 85%, 75% και 90% αντίστοιχα, για τα 4 τμήματα του με ... ακινήτου και Β) της κυρίως παρεμβαίνουσας 100% και 90% αντίστοιχα για τα δύο εναπομείναντα τμήματα. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω κριτήρια και κρίσιμα, για τη χορήγηση της ιδιαίτερης αποζημίωσης, στοιχεία, αποδεικνύονται τα εξής: 1) Από το με ...

ακίνητο, εμβαδού πριν την απαλλοτρίωση 125.000 τ.μ., απαλλοτριώνεται έκταση 94.136,49 τ.μ. και απομένουν εκτός απαλλοτρίωσης τέσσερα εδαφικά τμήματα, απομακρυσμένα μεταξύ τους, τα οποία χάνουν την αξία τους ως μια ενιαία ιδιοκτησία και συγκεκριμένα α) το με στοιχ. 3Α, εμβαδού 8.158,83 τ.μ., τριγωνικού σχήματος, το οποίο βρίσκεται μεταξύ της παλαιάς κοίτης και του νέου έργου, β) το με στοιχ. 3Β, εμβαδού 6.350,11 τ.μ., τριγωνικού σχήματος, γ) το με στοιχ. 3Γ, εμβαδού 12.921,90 τ.μ.

και δ) το με στοιχ. 3Δ, εμβαδού 4.561,29 τ.μ. Ενόψει αυτών τα ανωτέρω υπό στοιχ. 3Α, 3Β, 3Γ, 3Δ τμήματα υφίστανται μείωση της αξίας τους κατά ποσοστό 60%, 60%, 40%, 40% αντίστοιχα. 2) Από το με ... ακίνητο, εμβαδού πριν την απαλλοτρίωση 40.000 τ.μ. απαλλοτριώνεται έκταση 32.824,78 τ.μ. και απομένει εκτός απαλλοτρίωσης έκταση, εμβαδού 7.175,22 τ.μ., η οποία υφίσταται μείωση της αξίας της κατά ποσοστό 60%, λόγω της μεγάλης μείωσης του αρχικού εμβαδού της, του τριγωνικού σχήματός της και του ότι είναι δυσχερής η πρόσβασή της. 3) Από το με ...

ακίνητο απαλλοτριώνεται έκταση 3.409,63 τ.μ. και απομένει εκτός απαλλοτρίωσης έκταση, εμβαδού 250 τ.μ., η οποία υφίσταται μείωση της αξίας της κατά ποσοστό 90%, λόγω της μεγάλης μείωσης του εμβαδού της, που την καθιστά άχρηστη για γεωργική εκμετάλλευση. 4) Από το με ... ακίνητο, εμβαδού πριν την απαλλοτρίωση 3.875,08 τ.μ.

απαλλοτριώνεται έκταση 952 τ.μ. και απομένει εκτός απαλλοτρίωσης έκταση, εμβαδού 2.922,18 τ.μ., η οποία υφίσταται μείωση της αξίας της κατά ποσοστό 10%, λόγω της μείωσης του αρχικού εμβαδού της. 5) Από το με ... ακίνητο απαλλοτριώνεται έκταση 1.942,72 τ.μ. και απομένει εκτός απαλλοτρίωσης έκταση, εμβαδού 852 τ.μ., η οποία υφίσταται μείωση της αξίας της κατά ποσοστό 90%, λόγω της μείωσης του εμβαδού της και της μη δυνατότητας πρόσβασής της. 6) Για το με ...

ακίνητο απαλλοτριώνεται έκταση 1.969,39 τ.μ. και απομένει εκτός απαλλοτρίωσης έκταση, εμβαδού 31 τ.μ., η οποία υφίσταται μείωση της αξίας της κατά ποσοστό 90%, λόγω της μεγάλης μείωσης του εμβαδού της, που την καθιστά άχρηστη προς γεωργική εκμετάλλευση. 7) Από το με ... ακίνητο απαλλοτριώνεται έκταση 1.717,77 τ.μ. και απομένει εκτός απαλλοτρίωσης έκταση, εμβαδού 219 τ.μ., η οποία υφίσταται μείωση της αξίας της κατά ποσοστό 90%, λόγω της μεγάλης μείωσης του εμβαδού της, που την καθιστά άχρηστη προς γεωργική εκμετάλλευση. 8) Από το με ...

ακίνητο απαλλοτριώνεται έκταση 1.633,98 τ.μ. και απομένει εκτός απαλλοτρίωσης έκταση, εμβαδού 304 τ.μ., η οποία υφίσταται μείωση της αξίας της κατά ποσοστό 80%, λόγω της μείωσης του εμβαδού της, που την καθιστά δυσχερώς εκμεταλλεύσιμη. 9) Από το με ... ακίνητο απαλλοτριώνεται έκταση 6.121,93 τ.μ. και απομένει εκτός απαλλοτρίωσης έκταση, εμβαδού 7.878,07 τ.μ., η οποία υφίσταται μείωση της αξίας της κατά ποσοστό 30%, λόγω της μείωσης του εμβαδού της. 10) Από το με ...

ακίνητο, εμβαδού πριν την απαλλοτρίωση 31.500 τ.μ., απαλλοτριώνεται έκταση 10.638,49 τ.μ. και απομένει εκτός απαλλοτρίωσης έκταση, εμβαδού 20.861,51 τ.μ., η οποία υφίσταται μείωση της αξίας της κατά ποσοστό 30%, λόγω του ότι είναι δυσχερής η πρόσβασή της. 11) Από το με ... ακίνητο απαλλοτριώνεται έκταση 7.436,83 τ.μ. και απομένει εκτός απαλλοτρίωσης έκταση, εμβαδού 16.565,17 τ.μ., η οποία υφίσταται μείωση της αξίας της κατά ποσοστό 30%, λόγω του ότι είναι δυσχερής η πρόσβασή της. 12) Από το με ...

ακίνητο απαλλοτριώνεται έκταση 4.699,54 τ.μ. και απομένει εκτός απαλλοτρίωσης έκταση, εμβαδού 2.389,46 τ.μ., η οποία υφίσταται μείωση της αξίας της κατά ποσοστό 30%, λόγω του ότι είναι δυσχερής η πρόσβασή της. 13) Από το με ... ακίνητο απαλλοτριώνεται έκταση 10.288,55 τ.μ. και απομένει εκτός απαλλοτρίωσης έκταση, εμβαδού 2.511,45 τ.μ., η οποία υφίσταται μείωση της αξίας της κατά ποσοστό 50%, λόγω του ότι είναι η δυσχερής η πρόσβασή της και της μείωσης της αρχικής έκτασης. 14) Από το με ...

ακίνητο απαλλοτριώνεται έκταση 2.646,63 τ.μ. και απομένει εκτός απαλλοτρίωσης έκταση, εμβαδού 3.356,37 τ.μ., η οποία υφίσταται μείωση της αξίας της κατά ποσοστό 40%, λόγω του ότι είναι δυσχερής η πρόσβασή της και της μείωσης της αρχικής έκτασης. 15) Από το με ... ακίνητο απαλλοτριώνεται έκταση 10.615,51 τ.μ. και απομένει εκτός απαλλοτρίωσης έκταση, εμβαδού 2.484,49 τ.μ., η οποία υφίσταται μείωση της αξίας της κατά ποσοστό 80%, λόγω του εγκλωβισμού της μεταξύ του φυσικού πρανούς του Πηνειού και των κατασκευών και της μείωσης της αρχικής έκτασης. 16) Από το με ...

ακίνητο απαλλοτριώνεται έκταση 631,87 τ.μ. και απομένει εκτός απαλλοτρίωσης έκταση, εμβαδού 2.168,13 τ.μ., η οποία υφίσταται μείωση της αξίας της κατά ποσοστό 20%. 17) Από το με ... ακίνητο απαλλοτριώνεται έκταση 1.591,79 τ.μ. και απομένει εκτός απαλλοτρίωσης έκταση, εμβαδού 346,21 τ.μ., η οποία υφίσταται μείωση της αξίας της κατά ποσοστό 90%, λόγω της μεγάλης μείωσης του εμβαδού της, που την καθιστά άχρηστη προς γεωργική εκμετάλλευση. 18) Από το με ...

ακίνητο, εμβαδού πριν την απαλλοτρίωση 45.000 τ.μ., απαλλοτριώνεται έκταση 29.334,88 τ.μ. και απομένουν εκτός απαλλοτρίωσης δύο εδαφικά τμήματα, εμβαδού 7.975 και 7.690 τ.μ. αντίστοιχα, που υφίστανται μείωση της αξίας τους κατά ποσοστό 60% και 40% αντίστοιχα, το πρώτο λόγω του ότι βρίσκεται μεταξύ της παλαιάς κοίτης και του νέου έργου και το δεύτερο λόγω του τριγωνικού σχήματός του. 19) Από το με ...

ακίνητο απαλλοτριώνεται έκταση 38.666,46 τ.μ. και απομένουν εκτός απαλλοτρίωσης δύο εδαφικά τμήματα, εμβαδού 3.765,09 και 45.325,11 τ.μ. αντίστοιχα, που υφίστανται μείωση της αξίας τους κατά ποσοστό 80% και 20% αντίστοιχα, το πρώτο, λόγω του σχήματός του (στενή λωρίδα) και του μικρού εμβαδού του και το δεύτερο, λόγω του ότι δεν προβλέπεται δυνατότητα πρόσβασής του με γεωργικό μηχάνημα και έτσι καθίσταται δυσχερώς εκμεταλλεύσιμο. 20) Από το με ...

ακίνητο απαλλοτριώνεται έκταση 4.054,93 τ.μ. και απομένουν εκτός απαλλοτρίωσης δύο εδαφικά τμήματα, εμβαδού 877 και 4.051,93 τ.μ. αντίστοιχα. Το πρώτο από αυτά (για το οποίο και μόνο υποβάλλεται σχετικό αίτημα) υφίσταται μείωση της αξίας του κατά ποσοστό 80%, λόγω της μεγάλης μείωσης του εμβαδού του, που το καθιστά δυσχερώς εκμεταλλεύσιμο. 21) Από το με ...

ακίνητο απαλλοτριώνεται έκταση 4.054,93 τ.μ. και απομένουν εκτός απαλλοτρίωσης δύο εδαφικά τμήματα, εμβαδού 877 και 4.051,93 τ.μ. αντίστοιχα. Το πρώτο από αυτά (για το οποίο και μόνο υποβάλλεται σχετικό αίτημα) υφίσταται μείωση της αξίας του κατά ποσοστό 80%, λόγω της μεγάλης μείωσης του εμβαδού του, που το καθιστά δυσχερώς εκμεταλλεύσιμο. 22) Από το με ...

ακίνητο, εμβαδού πριν την απαλλοτρίωση 75.898 τ.μ., απαλλοτριώνεται έκταση 53.050 τ.μ. και απομένουν εκτός απαλλοτρίωσης δύο εδαφικά τμήματα, εμβαδού 13.750 και 9.097,03 τ.μ. αντίστοιχα, που υφίστανται μείωση της αξίας τους κατά ποσοστό 50% και 70% αντίστοιχα, το πρώτο λόγω του σχήματός του (στενή λωρίδα δυσχερώς εκμεταλλεύσιμη) και το δεύτερο λόγω του ότι βρίσκεται μεταξύ του ποταμού και του έργου. 23) Από το με ...

ακίνητο, εμβαδού πριν την απαλλοτρίωση 5.687 τ.μ. απαλλοτριώνεται έκταση 279,35 τ.μ. και απομένει εκτός απαλλοτρίωσης έκταση 5,407,65 τ.μ. Η απαλλοτριούμενη έκταση είναι πολύ μικρή σε σχέση με την εναπομένουσα και επομένως η αξία της τελευταίας δεν υφίσταται καμία μείωση και το σχετικό αίτημα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. 24) Από το με ...

ακίνητο, εμβαδού πριν την απαλλοτρίωση 1.874 τ.μ. απαλλοτριώνεται έκταση 9,02 τ.μ. και απομένει εκτός απαλλοτρίωσης έκταση 1.864,98 τ.μ. Η απαλλοτριούμενη έκταση είναι πολύ μικρή σε σχέση με την εναπομένουσα και επομένως η αξία της τελευταίας δεν υφίσταται καμία μείωση και το σχετικό αίτημα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. 25) Από το με ...

ακίνητο εμβαδού πριν την απαλλοτρίωση 14.102 τ.μ. απαλλοτριώνεται έκταση 328,81 τ.μ. και απομένει εκτός απαλλοτρίωσης έκταση 13.773,19 τ.μ. Η απαλλοτριούμενη έκταση είναι πολύ μικρή σε σχέση με την εναπομένουσα και επομένως η αξία της τελευταίας δεν υφίσταται καμία μείωση και το σχετικό αίτημα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. 26) Από το με ...

ακίνητο απαλλοτριώνεται έκταση 5.528,52 τ.μ. και απομένει εκτός απαλλοτρίωσης έκταση 9.471,48 τ.μ., η οποία υφίσταται μείωση της αξίας της κατά ποσοστό 5%, λόγω μείωσης της αρχικής έκτασης. 27) Όσον αφορά το με ... ακίνητο το αίτημα περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως για εκτός απαλλοτρίωσης εναπομένουσας έκτασης πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο διότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε το εμβαδόν αυτής, ούτε εξάλλου ο αιτών Γ.

Κ. το προσδιορίζει, ώστε να κριθεί εάν υφίσταται μείωση ή μη της αξίας της. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω οι ένδικες αιτήσεις, ανταιτήσεις και κύρια παρέμβαση πρέπει, κατά το μέρος που κρίθηκαν παραδεκτές και νόμιμες να γίνουν εν μέρει δεκτές ως κατ’ ουσίαν βάσιμες, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό...".

Με τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, δέχτηκε εν μέρει τις αιτήσεις καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης των ήδη αναιρεσειόντων, ως προς τους οποίους κρίθηκε παραδεκτή η ένδικη αίτηση αναίρεσης και ειδικότερα την από 16-3-2009 (αρ. .../2009) αίτηση οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης της αναιρεσείουσας Μ.

Μ., υπό στοιχείο Δ’ της προσβαλλόμενης (βλ. σελ. 6 και 9 αυτής), καθώς και την από 18-3-2009 (αρ. .../2009) αίτηση οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης του ακινήτου με τα επικείμενα αυτού του αρχικού 17ου αναιρεσείοντα, Σ. Μ., δικαιοπαρόχου των εξ αδιαθέτου κληρονόμων αυτού, που συνεχίζουν τη δίκη αντ’ αυτού, υπό στοιχείο ΣΤ’ αίτηση (βλ.

σελ. 7 και 9 της προσβαλλόμενης απόφασης). Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις και ειδικότερα το άρθρο 13 παρ. 1 και 4 του Ν. 2882/2001- ΚΑΑΑ, διότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, τους οποίους ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Επίσης, από τις ίδιες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται το πραγματικό των ως άνω εφαρμοστέων κανόνων δικαίου και ειδικότερα, του άρθρου 13 παρ. 1 και 4 ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), χωρίς λογικά κενά, με πληρότητα και σαφήνεια και δεν χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη παραδοχή για να αιτιολογηθεί η αξία των απαλλοτριουμένων ακινήτων και των επικειμένων αυτών.

Ειδικότερα, το Εφετείο ως προς το αγροτεμάχιο με αριθμό κτηματολογικού πίνακα ...... που ανήκει κατά κυριότητα στην 15η αναιρεσείουσα, Μ. Μ. και βρίσκεται στην περιοχή ..., δέχεται ότι είναι αγρός αρδευόμενος, στον οποίο καλλιεργούνται βαμβάκι και δημητριακά, απέχει από οικισμούς και ειδικά από την πόλη της Λάρισας 20 χλμ., ενώ από τη βιομηχανική περιοχή της Λάρισας απέχει 15 χλμ., ότι ως αποκλειστική χρήση έχει την αγροτική εκμετάλλευση και ότι η αγοραστική-εμπορική του αξία ανέρχεται σε 1.170 ευρώ το στρέμμα.

Επίσης, ως προς το ακίνητο των κληρονόμων Σ. Μ. με ... που βρίσκεται στην περιοχή ... - Μακρυχωρίου, εκτός από τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο δέχτηκε ότι για τα επικείμενα αυτού, δηλαδή μια γεώτρηση βάθους 40 μέτρων και υπόγειος αγωγός άρδευσης 35 μέτρων η αγοραία αξία ανέρχεται σε 120 ευρώ το τρέχον μέτρο και 2.000 ευρώ αντίστοιχα, ενώ απέρριψε το αίτημα καθορισμού οριστικής τιμής για το επικείμενο της ηλεκτρικής εγκατάστασης, διότι σύμφωνα με την παραδοχή του, ο φορέας του έργου την μετέφερε στην εναπομείνασα ιδιοκτησία και συνεπώς δεν υπέστη ουδεμία μείωση της αξίας της.

Επομένως, οι ανωτέρω αιτιολογίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, που ορθά το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου.

Συνεπώς, ο 1ος κατά το Α’ σκέλος του και ο 3ος αναιρετικός λόγος για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξης του άρθρου 13 παρ. 1 και 4 ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι είναι και απαράδεκτοι κατά το μέρος που πλήττουν την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου περί την αξιολόγηση των πραγματικών γεγονότων. Επίσης ο 1ος αναιρετικός λόγος κατά το Β’ σκέλος αυτού ως προς την αιτίαση περί παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία η αγοραστική αξία υπερέχει στο διπλάσιο της αντικειμενικής αξίας, δεν αφορά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ’ αυτούς πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν, αλλά αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει τον αναιρετικό έλεγχο κατ’ άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο.

Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Καμμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων.

Έτσι, απαιτείται ειδική μνεία της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, γιατί αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ενώ οι κατ’ άρθρο 390 ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις, δεν είναι ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, αλλά έγγραφα με ιδιάζουσα ρύθμιση και γι’ αυτό η μνεία της απόφασης περί λήψης υπόψη των προσκομισθέντων εγγράφων περιλαμβάνει και τις γνωμοδοτήσεις αυτές (Ολ.ΑΠ 8, 12/2005).

Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 145/2015, ΑΠ 224/2015).

Με τον 2ο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 παρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ (κατ’ ορθή εκτίμηση αντί της πλημμέλειας εκ του αριθμού 1 και 8, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες) με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα και ειδικότερα τις υπ’ αρ. 750/2007, 203/2003 και 190/2003 αποφάσεις του Εφετείου Λάρισας, την κατάθεση της μάρτυρος του Δημοσίου και την πρόσοδο των ακινήτων για τις καλλιέργειες αυτών, τα οποία είναι ουσιώδη για την έκβαση της δίκης και τα οποία εάν τα ελάμβανε υπόψη του θα καθόριζε υψηλότερες οριστικές τιμές μονάδος αποζημίωσης.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των από 9-5-2011 και από 11-5-2011 προτάσεων των αναιρεσειόντων ενώπιον του Εφετείου, που επιτρεπτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του ερευνώμενου 2ου αναιρετικού λόγου προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες είχαν προσκομίσει με νόμιμη επίκληση για την ουσιαστική απόδειξη των αιτήσεών τους, ως συγκριτικά στοιχεία, εκτός άλλων αποδεικτικών μέσων και τις υπ’ αρ. 750/2007, 203/2003 και 190/2003 αποφάσεις του Εφετείου Λάρισας (βλ.

σελ. 7 και σελίδες 3 και 4 των προτάσεων της 15ης και του 17ου αρχικού αναιρεσείοντα). Εξάλλου, το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, σύμφωνα με τις παραδοχές του στη σελ. 23 της απόφασης αυτού, κρίνει ότι έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων ενώπιόν του, που περιέχονται στα πρακτικά και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι προσκόμισαν με νόμιμη επίκληση και τις τεχνικές εκθέσεις αυτών, ενώ όπως έχει εκτεθεί αναλυτικά προηγουμένως αξιολόγησε ειδικά, ως συγκριτικό στοιχείο την 750/2007 απόφαση του Εφετείου Λάρισας (βλ.

σελ. 25 προσβαλλόμενης) κρίνοντας ότι αφορά σε απαλλοτριούμενα ακίνητα προγενέστερου χρόνου και ότι τα ακίνητα που αφορά η ανωτέρω απόφαση υπερτερούν των επιδίκων ακινήτων λόγω της γειτνίασης αυτών με την Ε.Ο. Λάρισας -Θεσσαλονίκης. Και είναι μεν αληθές ότι το Εφετείο δεν μνημονεύει ειδικά, ούτε αξιολογεί τις άλλες αποφάσεις, εφόσον άλλωστε δεν είχε προς τούτο ειδική υποχρέωση, πλην όμως η επιλεκτική αναφορά στην 750/2007 απόφαση δεν μαρτυρεί ότι δεν λήφθηκαν υπόψη και οι άλλες δύο αποφάσεις

του Εφετείου Λάρισας, που δεν κατονομάζονται ειδικά, διότι, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει με βεβαιότητα και χωρίς αμφιβολία, δηλαδή καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο τις έλαβε υπόψη του και τις συνεκτίμησε μαζί με όλες τις λοιπές αποδείξεις και δη με τα έγγραφα που μνημονεύονται στο προοίμιο της απόφασης και περιέλαβε ειδική αιτιολογία για τη θέση των ακινήτων, το είδος τους ως αρδευόμενων αγρών στους οποίους καλλιεργούνται βαμβάκι, δημητριακά και ροδακινιές, με αποκλειστική χρήση την αγροτική εκμετάλλευση.

Άλλωστε η απόδοση μεγαλύτερης αξιοπιστίας σε κάποιο από τα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα όπως είναι οι ανωτέρω αποφάσεις-συγκριτικά στοιχεία για τις οποίες παραπονούνται οι αναιρεσείοντες ανήκει στην ανέλεγκτη αναιρετική κρίση του Δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. Οι περαιτέρω αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ότι το Εφετείο δεν αναφέρεται στην πρόσοδο των ακινήτων τους, είναι προεχόντως αόριστες και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, διότι δεν αναφέρουν, όπως θα έπρεπε, για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης ότι είχε προταθεί ο ισχυρισμός τους περί προσόδου και της στρεμματικής απόδοσης κάθε ακινήτου και στο Εφετείο ως δικαστήριο της ουσίας κατ’ άρθρ. 562 αρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 243/2015, ΑΠ 292/2015).

Σε κάθε περίπτωση η αιτίαση ότι εάν το Δικαστήριο εκτιμούσε διαφορετικά τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα θα οδηγούσε την κρίση του σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από το εξαχθέν οδηγεί σε έλεγχο της απόφασης για πλημμέλειες από κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, δηλαδή σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιταγή της διάταξης του άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, περί της αναιρετικά ανέλεγκτης κρίσης του Δικαστηρίου της ουσίας.

Συνακόλουθα ο 2ος αναιρετικός λόγος εκ του άρθρ. 559 παρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, άλλως ως απαράδεκτος.

Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ, όπως ίσχυε τότε) και λόγω της ήττας τους πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, Μ. Μ. και οι ανωτέρω κληρονόμοι του Σ. Μ., ως προς τους οποίους ερευνήθηκε η υπόθεση, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 22 παρ. 3 ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) σε συνδ. 176 ΚΠολΔ) μειωμένα κατά το ήμισυ κατ’ άρθρ. 22 Ν. 3693/1957 που ισχύει υπέρ και κατά του Δημοσίου, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 17-12-2012 (αρ. κατ. 75/2012) αίτησης για την αναίρεση της υπ’ αρ. 584/2011 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001-ΚΑΑΑ, ως προς τους 1ο έως 14ο και 18η έως 20ο αναιρεσείοντες.

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης για τους λοιπούς αναιρεσείοντες (15η γι’ αυτήν ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμο της 16ης αναιρεσείουσας και των εξ αδιαθέτου κληρονόμων του 17ου αναιρεσείοντα). Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί στο Δημόσιο Ταμείο.

Και

Καταδικάζει τη 15η και τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του 17ου αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Μαΐου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ