1045/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1045/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ’ αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτησάντων, ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1045 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1045/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ ΑΕ", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Τσοπελάκο.
Της αναιρεσίβλητου: Εταιρίας με την επωνυμία "AVIN INTERNATIONAL SA", η οποία εδρεύει στον ... και έχει νόμιμα εγκαταστήσει γραφείο στο … Αττικής, που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλεξάνδρα Κολοβού.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-12-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5000/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 724/2007 του Εφετείου Πειραιώς. Ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 840/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση στο Εφετείο Πειραιώς, το οποίο εξέδωσε την 35/2014 απόφαση του. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 22-4-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 30-12-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, η αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ειδικότερα, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης.
Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ’ αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτησάντων, ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.
Έμμεση διαπίστωση κενού στη σύμβαση ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση βουλήσεως προκύπτει όταν, παρά τη ρητή διαβεβαίωση περί της ανυπαρξίας τους, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, από την οποία αποκαλύπτεται, ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή αμφιβολία σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως των συμβαλλομένων, συνεπεία των οποίων δημιουργήθηκε η ανάγκη προσφυγής σε ερμηνεία της.
Η έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει εκ του γεγονότος ότι το δικαστήριο για την αληθινή έννοια της συμβάσεως, έλαβε υπόψη του και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που βρίσκονται έξω από το κείμενο της συμβάσεως ή χρησιμοποιεί επιχειρήματα (ΑΠ 28/2007). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την ανωτέρω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κρίνοντας επί των εφέσεων των διαδίκων, με τις οποίες είχαν προσβάλει την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, και ειδικότερα ως προς το επίμαχο ζήτημα, κατά πόσον η αγωγική αξίωση της αναιρεσίβλητης, .για την καταβολή οφειλόμενου ναύλου μεταφοράς καυσίμων, είχε αποσβεστεί, κατόπιν προτάσεως εξώδικου συμψηφισμού εκ μέρους της αναιρεσείουσας από ισόποση ανταπαίτησή της με βάση όρο της συμβάσεως ναυλώσεως, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα εταιρεία με την επωνυμία "AVIN INTERNATIONAL S.A" (ήδη αναιρεσίβλητη) ναυτιλιακή εταιρεία, διαχειρίστρια πλοίων, έχει έδρα στον ...
και μόνιμη εγκατάσταση γραφείου στο ... Αττικής. Στα πλαίσια της εμπορικής και επαγγελματικής της δραστηριότητας και κατόπιν πρόσκλησης (πρότασης) της εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ Α.Ε." (ήδη αναιρεσείουσας) ... για τη μεταφορά ... αργού πετρελαίου, δέχθηκε να αναλάβει τη μεταφορά αυτή ...
και υπέβαλε την από 18-2-2000 προσφορά της. Η εναγομένη κατακύρωσε το μειοδοτικό διαγωνισμό στην ενάγουσα, αποστέλλοντας σ’ αυτήν ... τέλεξ, ... με το οποίο τελικά καταρτίστηκε σύμβαση ναύλωσης για τη μεταφορά αργού πετρελαίου από το λιμάνι SIDI KERIR της Αιγύπτου στους λιμένες Πάχης Μεγάρων και Θεσσαλονίκης. Τα παραπάνω τέλεξ ...
που αποδέχθηκε η ενάγουσα, παραπέμπουν ρητά στους Γενικούς Όρους Μεταφορών της εναγομένης, οι οποίοι αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του ναυλοσυμφώνου ... Ειδικότερα, με την εν λόγω σύμβαση ... η ενάγουσα ... ανέλαβε να μεταφέρει για λογαριασμό της εναγομένης ... κατά το χρονικό διάστημα από 1-3-2000 μέχρι 31-12-2000 και σε ημερομηνίες που θα καθόριζε αποκλειστικά η δεύτερη ποσότητες αργού πετρελαίου, προέλευσης Ιράν, Αιγύπτου και Σαουδικής Αραβίας με τα δεξαμενόπλοια ..., ..., ..., ..., ...
ή υποκατάστατα αυτών με λιμένα εκφόρτωσης την Πάχη Μεγάρων και τη Θεσσαλονίκη. Με την ίδια σύμβαση συμφωνήθηκε να καταβάλλεται ο οφειλόμενος ναύλος στην ενάγουσα εντός είκοσι ημερών από το πέρας της εκφόρτωσης με την προσκόμιση τιμολογίου ναύλου, αντιγράφου φορτωτικής και πιστοποιητικού κενών δεξαμενών λιμένα εκφόρτωσης ή έκθεσης επιθεώρησης δεξαμενών.
Σε εκτέλεση της σύμβασης ναύλωσης η ενάγουσα πραγματοποίησε, μεταξύ άλλων, και τις εξής τρεις μεταφορές: α) μετέφερε με το δεξαμενόπλοιο ... ποσότητα 81.612,306 μετρικών τόνων αργού πετρελαίου τύπου Αραβικού, με φόρτωση την 8-11-2000 στο λιμάνι SIDI KERIR Αιγύπτου και εκφόρτωση την 13-11-2000 στο λιμάνι Πάχης Μεγάρων, για την οποία (μεταφορά) ο οφειλόμενος συμφωνηθείς ναύλος ανήλθε σε 137.231,09 δολάρια ΗΓΙΑ, ποσό για το οποίο η ενάγουσα εξέδωσε το υπ’ αριθμ..../9-11-2000 τιμολόγιο, έναντι του οποίου η εναγομένη της κατέβαλε 28.733,89 δολάρια ΗΠΑ και έτσι απέμεινε υπόλοιπο 108.497,20 δολάρια ΗΠΑ, β) μετέφερε με το δεξαμενόπλοιο ...
ποσότητα 78.826,347 τόνων Ιρανικού αργού πετρελαίου με φόρτωση την 13-11- 2000 στο λιμάνι SIDI KERIR Αιγύπτου και εκφόρτωση την 18-11-2000 στο λιμάνι Θεσσαλονίκης, για την οποία (μεταφορά) ο οφειλόμενος συμφωνημένος ναύλος ανήλθε σε 152.387,09 δολάρια ΗΠΑ, ποσό για το οποίο η ενάγουσα εξέδωσε το υπ’ αριθμ..../13-11-2000 τιμολόγιο, έναντι του οποίου η εναγομένη κατέβαλε 35.698,69 δολάρια ΗΠΑ και έτσι απέμεινε υπόλοιπο 116.688,40 δολάρια ΗΠΑ, γ) μετέφερε με το δεξαμενόπλοιο ...
ποσότητα 78.518,463 τόνων Ιρανικού αργού πετρελαίου με φόρτωση την 24-12-2000 στο λιμάνι SIDI KERIR Αιγύπτου και εκφόρτωση την 30-12-2000 στο λιμάνι Θεσσαλονίκης, για την οποία (μεταφορά) ο οφειλόμενος συμφωνημένος ναύλος ανήλθε σε 151.791,89 δολάρια ΗΠΑ, ποσό για το οποίο η ενάγουσα εξέδωσε το υπ’ αριθμ....27-12-2000 τιμολόγιο, έναντι του οποίου η εναγομένη κατέβαλε 132.182,47 δολάρια ΗΠΑ και, έτσι, απέμεινε υπόλοιπο 19.609,42 δολάρια ΗΠΑ.
Η εναγομένη συνομολογεί την εκτέλεση των ανωτέρω μεταφορών από την ενάγουσα καθώς και τα προαναφερόμενα ποσά των συμφωνηθέντων ναύλων και των σ’ αυτήν (ενάγουσα) τμηματικών καταβολών. Περαιτέρω αυτή (η εναγομένη), ισχυρίζεται, κατ’ ένσταση, ότι η ενάγουσα έχει εξοφληθεί, καθόσον η απαίτηση της από υπόλοιπο οφειλομένων συμφωνημένων ναύλων συνολικού ποσού 244.795,02 δολαρίων ΗΠΑ (108.497,20+ 116.688,40+ 19.609,42) έχει αποσβεστεί κατόπιν πρότασης εξωδίκως του προβλεπόμενου από όρο της σύμβασης ναύλωσης συμψηφισμού της προς ισόποση ανταπαίτηση αυτής (εναγομένης), άλλως η απαίτηση της ενάγουσας έχει αποσβεστεί με τον προτεινόμενο ενώπιον του δικαστηρίου συμψηφισμό της προς ισόποση ανταπαίτηση αυτής (εναγομένης).
Προς τούτο η εναγομένη επικαλέστηκε ότι, από υπαιτιότητα της ενάγουσας, που δήλωσε αδυναμία εκτέλεσης της μεταφοράς αργού πετρελαίου της 15-11-2000/17-11-2000, αναγκάστηκε να ναυλώσει για τη μεταφορά αυτή το δεξαμενόπλοιο "... της εταιρείας "... SHIPPING LIMITED" και να δαπανήσει επιπλέον το ανωτέρω ποσό, που αποτελεί τη διαφορά των ναύλων (400.000 δολάρια ΗΠΑ- 155.204,980 δολάρια ΗΠΑ= 244.795,02 δολάρια ΗΠΑ) και συνιστά την προτεινόμενη σε συμψηφισμό ανταπαίτησή της.
Εξάλλου η ενάγουσα αρνήθηκε ότι είναι υπαίτια της μη εκτέλεσης της παραπάνω μεταφοράς και ισχυρίστηκε, ότι, με βάση συμβατική υποχρέωση, όφειλε η εναγομένη να ενημερώνει αυτήν για το πρόγραμμα φορτώσεων του επόμενου μήνα δέκα ημέρες πριν την πρώτη φόρτωση, στη δε προκείμενη περίπτωση ισχυρίστηκε ότι η εναγομένη δεν την ενημέρωσε για το πρόγραμμα φορτώσεων του μηνός Νοεμβρίου 2000 δέκα ημέρες πριν την πρώτη φόρτωση του Νοεμβρίου 2000, αφού της γνωστοποίησε το πρόγραμμα στις 23-10-2000 και όχι στις 21-10-2000.
Ως προς την απαίτηση της ενάγουσας για καταβολή υπολοίπου οφειλομένων ναύλων της επίδικης σύμβασης ναύλωσης και την ανταπαίτηση της εναγομένης για καταβολή της διαφοράς ναύλων της επίδικης σύμβασης ναύλωσης και της σύμβασης ναύλωσης με την εταιρεία "... SHIPPING LIMITED" από το ίδιο αποδεικτικό υλικό αποδεικνύονται τα ακόλουθα:
Με τον υπ’ αριθμ. 1.12 όρο των Γενικών Όρων Μεταφορών της εναγομένης ορίστηκε ότι "Σε περίπτωση αδυναμίας του μεταφορέα να εκτελέσει το πρόγραμμα με τα δεξαμενόπλοια, που προβλέπονται στη σύμβαση, ο μεταφορέας έχει υποχρέωση να εξεύρει άλλο κατάλληλο δεξαμενόπλοιο για τήρηση του προγράμματος με τους ίδιους όρους της σύμβασης ή να δεχθεί την ανάθεση της μεταφοράς με άλλο δεξαμενόπλοιο, που θα εξευρεθεί από την ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ (εναγομένη) και να επιβαρυνθεί τα τυχόν επί πλέον έξοδα εξ ολοκλήρου", ενώ με τον υπ’ αριθμ. 1.16 όρο εδάφιο τελευταίο των πιο πάνω Γενικών Όρων ορίστηκε ότι "Από τον πληρωτέο ναύλο θα αφαιρούνται ποσά που αντιστοιχούν σε τυχόν απαιτήσεις της ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ".
Ακόμη η εναγομένη με το από 6-4-2000 τέλεξ προς την ενάγουσα γνωστοποίησε σ’ αυτήν ότι "Σε συνέχεια των συμβάσεων μεταφορών...και κατόπιν των προφορικών μας συνεννοήσεων η ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ ΑΕ θα σας αποστέλλει με τέλεξ 10 ημέρες πριν τη πρώτη φόρτωση του επόμενου μήνα πρόγραμμα φόρτωσης στο SIDI KERIR... Η AVIN INT.
CO θα πρέπει να μας γνωρίζει με τέλεξ οπωσδήποτε 8 ημέρες πριν την εκάστοτε προγραμματισμένη φόρτωση, το όνομα του δεξαμενόπλοιου που θα την εκτελέσει..". Από το περιεχόμενο του πιο πάνω εγγράφου προκύπτει: α) ότι τα μέρη ανέλαβαν πρόσθετες υποχρεώσεις, δηλαδή να γνωστοποιούν μέσα σε ανατρεπτικές προθεσμίες η μεν εναγομένη στην ενάγουσα το πρόγραμμα φόρτωσης αργού πετρελαίου του επόμενου μήνα, η δε ενάγουσα στην εναγομένη το όνομα του δεξαμενόπλοιου που θα διενεργήσει την προγραμματισμένη φόρτωση, β) ότι οι ως άνω υποχρεώσεις αναλαμβάνονται από τους συμβαλλόμενους της σύμβασης ναύλωσης και σε συνέχεια αυτής και ότι αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της και ενιαίο σύνολο με τους Γενικούς Όρους Μεταφοράς της εναγομένης, τους οποίους συμπληρώνουν και εξειδικεύουν, δηλαδή με τους υπ’ αριθμ. ...
και ... όρους των Γ.Ο.Μ. Άλλωστε είναι απόλυτα δικαιολογημένη η ύπαρξη ενός προγράμματος για τη διενέργεια των φορτώσεων και εκφορτώσεων του πετρελαίου, αφού δεν θα ήταν δυνατή η ανεύρεση δεξαμενόπλοιου χωρίς τον κατάλληλο προγραμματισμό. Περαιτέρω απεδείχθη ότι η εναγομένη στις 23-10-2000 με το σχετικό υπ’ αριθμ..../23-10-2000 τέλεξ της προς την ενάγουσα την ενημέρωσε για το πρόγραμμα φόρτωσης - μεταφοράς αραβικού και ιρανικού αργού πετρελαίου για το μήνα Νοέμβριο 2000, αναγράφοντας επί λέξει ότι "Σας ενημερώνουμε για τις παρακάτω φορτώσεις πέντε φορτίων αργού (ενν.πετρελαίου) για το μήνα Νοέμβριο 2000. 31/10-2/11/00 ποσότητα 120.000 προορισμός Θεσσαλονίκη, 10-12/11/00 ποσότητα 80.000 προορισμός Θεσσαλονίκη, 15-17/11/00 ποσότητα 80.000 προορισμός Θεσσαλονίκη, 20-22/11/00 ποσότητα 80.000 προορισμός Θεσσαλονίκη, επίσης 4-6/10/00 ποσότητα 80.000 προορισμός Πάχη Μέγαρα".
Από το ανωτέρω τέλεξ σαφώς συνάγεται ότι η πρώτη φόρτωση του μηνός Νοεμβρίου 2000 ήταν 31/10 έως 2/11 και, επομένως, η ενάγουσα όφειλε να ειδοποιηθεί (από την εναγομένη) 10 ημέρες νωρίτερα δηλαδή μέχρι τις 21/10. Αντίθετα, όμως, η ενάγουσα ειδοποιήθηκε απ’ αυτήν εκπρόθεσμα στις 23-10-2000, δηλαδή οκτώ ημέρες πριν την φόρτωση του πρώτου φορτίου του μηνός Νοεμβρίου.
Με το ανωτέρω τέλεξ η εναγομένη ζήτησε να της γνωστοποιήσει η ενάγουσα τα ονόματα των δεξαμενόπλοιων για τη φόρτωση και τη μεταφορά των φορτίων. Η ενάγουσα με το υπ’ αριθμ. .../13-11-2000 έγγραφο της (fax) γνώρισε στην εναγομένη ότι την εν λόγω μεταφορά, επρόκειτο να εκτελέσει το δεξαμενόπλοιο ..., το οποίο προβλεπόταν να καταπλεύσει στο λιμένα φόρτωσης την 20-11-2000.
Στη συνέχεια η εναγομένη απέστειλε το υπ’ αριθμ. .../14-11-2000 τέλεξ προς την ενάγουσα, με το οποίο της ανακοίνωσε ότι "το δεύτερο φορτίο Ιρανικού πετρελαίου είναι προγραμματισμένο για φόρτωση στο SIDI KERIR στις 15-11-2000 και, επομένως, το δεξαμενόπλοιο ... δεν είναι αποδεκτό για τη δεύτερη φόρτωση, αλλά θα μπορούσε να εκτελέσει την τρίτη φόρτωση με πρόγραμμα 20-22/11/2000", ζήτησε δε απ’ αυτήν (ενάγουσα) το όνομα άλλου δεξαμενόπλοιου, που θα εκτελούσε τη δεύτερη φόρτωση της 15-17/11/2000, γνωρίζοντας ταυτόχρονα σ’ αυτήν (ενάγουσα) ότι οποιαδήποτε καθυστέρηση θα έχει σημαντικές επιπτώσεις στην ομαλή λειτουργία του διυλιστηρίου Θεσσαλονίκης.
Στη συνέχεια, την ίδια ημέρα, η εναγομένη απέστειλε στην ενάγουσα και το υπ’ αριθμ. .../14-11-2000 τέλεξ, στο οποίο ανέφερε ότι "Σε συνέχεια του τέλεξ μας .../14-11-2000 και της τηλεφωνικής μας επικοινωνίας, σας γνωρίζουμε ότι υπάρχει αδυναμία εκ μέρους σας να εκτελέσετε το πρόγραμμα μεταφοράς του δεύτερου ιρανικού φορτίου...επομένως τα ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ ΑΕ θα προχωρήσουν στη ναύλωση άλλου δεξαμενόπλοιου σύμφωνα με τους όρους της μεταξύ μας σύμβασης και το ολικό κόστος μεταφοράς θα επιβαρύνει την εταιρεία σας".
Ακολούθως η ενάγουσα απέστειλε στην εναγομένη το υπ’ αριθμ. .../15-11-2000 έγγραφο της (fax), στο οποίο μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι "Τη δεύτερη μεταφορά του ιρανικού πετρελαίου του μηνός Νοεμβρίου 2000 με ημερομηνίες 15/17-11-2000 λαμβάνοντας υπόψη μας τα ανωτέρω τέλεξ σας, προγραμματίσαμε να εκτελέσει το δεξαμενόπλοιο ..., το οποίο προβλέπεται να καταπλεύσει στο SIDI KERIR την 19-20/11/2000....Από τα ανωτέρω φαίνεται καθαρά, ότι ουδεμία αδυναμία εκτελέσεως του προγράμματος υπάρχει εκτός της καθυστέρησης φορτώσεως του δεύτερου φορτίου κατά 2 με 3 ημέρες και ως εκ τούτου δεν αποδεχόμεθα την εκ μέρους σας ναύλωση οιουδήποτε πλοίου για λογαριασμό μας".
Από την ανωτέρω διαμειβόμενη αλληλογραφία μεταξύ των διαδίκων αποδεικνύεται ότι η εναγομένη ναι μεν βρισκόταν σε αδυναμία να εκτελέσει την προγραμματισμένη για τις 15- 17/11/2000 φόρτωση ιρανικού πετρελαίου, αφού τόσο το αρχικά ορισθέν απ’ αυτήν δεξαμενόπλοιο για τη συγκεκριμένη φόρτωση (το ...) θα κατέπλεε στο λιμένα φόρτωση την 20-11-2000, δηλαδή εκτός προγράμματος, όσο και το μετέπειτα ορισθέν δεξαμενόπλοιο (το ...) θα κατέπλεε στο λιμάνι φόρτωσης την 19- 20/11/2000 δηλαδή και πάλι εκτός προγράμματος, πλην όμως η αδυναμία αυτή δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητα αυτής (ενάγουσας), αφού, όπως προαναφέρθηκε, δεν ενημερώθηκε από την εναγομένη εμπρόθεσμα, δηλαδή δέκα ημέρες πριν από την πρώτη φόρτωση του μήνα Νοεμβρίου 2000 που θα γινόταν στις 31/10 έως 2/11, ώστε να γνωστοποιήσει οκτώ ημέρες πριν από αυτήν στην εναγομένη το όνομα του δεξαμενόπλοιου που θα εκτελούσε τη φόρτωση της 15-17/11/2000.
Συνεπώς από τη δαπάνη επιπλέον ποσού από την εναγομένη ως τιμήματος ναύλου για την εκτέλεση της πιο πάνω μεταφοράς από το δεξαμενόπλοιο "... της εταιρείας "... SHIPPING LIMITED", με την οποία η εναγομένη κατάρτισε σχετική σύμβαση ναύλωσης, δεν δημιουργήθηκε αξίωση (ανταπαίτηση) αυτής κατά της ενάγουσας για καταβολή της διαφοράς (400.000 δολάρια ΗΠΑ βάσει του υπ’ αριθμ….2000 τιμολογίου μείον 155.204,980 δολάρια ΗΠΑ), αφού υπαίτια της μη εκτέλεσης της μεταφοράς αυτής με δεξαμενόπλοια της ενάγουσας είναι η ίδια η εναγομένη και δεν συντρέχει περίπτωση εξώδικου συμβιβασμού σύμφωνα με τον όρο 1.16 εδάφιο τελευταίο των Γενικών Όρων Μεταφοράς της εναγομένης.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, έκρινε στη συνέχεια ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που είχε δεχθεί ως βάσιμη την ένσταση της εναγομένης για εξόφληση της απαιτήσεως της ενάγουσας με εξώδικο συμψηφισμό και είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμο το αίτημα της αγωγής για την καταβολή ποσού 244.795,02 δολαρίων ΗΠΑ ως υπολοίπου οφειλομένων ναύλων, εκτίμησε κακώς τις αποδείξεις και εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και κατόπιν αυτού, κατ’ αποδοχή των σχετικών λόγων εφέσεως της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο αυτό και αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει το πιο πάνω ποσόν στο ισάξιο αυτού σε ευρώ κατά το χρόνο της πληρωμής, νομιμοτόκως δε κατά τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση διακρίσεις.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο παραβίασε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, γιατί δεν προσέφυγε στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των εν λόγω διατάξεων, και σε κάθε περίπτωση δεν τις εφάρμοσε ορθά, προκειμένου να διακριβώσει την αληθή έννοια του από 6-4-2000 TELEX ως προς τις προθεσμίες που ορίζονταν για τον προγραμματισμό των φορτώσεων αργού πετρελαίου και τα ονόματα των πλοίων που θα εκτελούσαν τις αντίστοιχες μεταφορές και τις συνέπειές τους και το οποίο κατά την αναιρεσείουσα δεν αποτελούσε συμβατικό όρο, που έθετε ανατρεπτικές προθεσμίες, αλλά απλή υποχρέωση για προσυνεννόηση των μερών προς διευκόλυνση του προγραμματισμού φορτώσεων και εκφορτώσεων.
Στις παραδοχές όμως του Εφετείου, όπως αυτές εκτέθηκαν παραπάνω, δεν περιέχεται έμμεση -ούτε κατά μείζονα λόγο ρητή- διαπίστωση περί υπάρξεως κενού ή ασάφειας στις διαλαμβανόμενες στο ως άνω TELEX προθεσμίες ως προς το ζήτημα της σημασίας των τιθεμένων με αυτό προθεσμιών, αφού το Εφετείο δέχθηκε ou με τη συνομολόγηση αυτού, τα μέρη ανέλαβαν πρόσθετες υποχρεώσεις, δηλαδή να γνωστοποιούν μέσα σε ανατρεπτικές προθεσμίες η μεν εναγομένη στην ενάγουσα το πρόγραμμα φόρτωσης αργού πετρελαίου του επόμενου μήνα, η δε ενάγουσα στην εναγομένη το όνομα του δεξαμενόπλοιου που θα διενεργήσει την προγραμματισμένη φόρτωση, β) ότι οι ως άνω υποχρεώσεις αναλαμβάνονται από τους συμβαλλομένους της συμβάσεως ναυλώσεως και σε συνέχεια αυτής και ότι αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της και ενιαίο σύνολο με τους Γενικούς Όρους Μεταφοράς της εναγομένης, τους οποίους συμπληρώνουν και εξειδικεύουν, δηλαδή τους υπ’ αριθμ. ...
και ... των Γ.Ο.Μ., δίχως να προβεί σε καμιά ερμηνευτική προσέγγισή τους. Η αναφορά στη συνέχεια στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η ύπαρξη προγράμματος για τη διενέργεια των φορτώσεων και εκφορτώσεων ήταν δικαιολογημένη δεν υποδηλώνει "συγκεκριμένη" ερμηνεία, αφού δεν έγινε προς αποσαφήνιση του νοήματος του σχετικού όρου του TELEX της 6-4-2000, αλλά προς επιβεβαίωση και μόνο της κύριας παραδοχής του και άντληση επιχειρημάτων για την απόρριψη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας ότι οι προθεσμίες αυτές δεν ήσαν ανατρεπτικές αλλά αποτελούσαν απλή υποχρέωση για προσυνεννόηση των συμβαλλομένων.
Επομένως, εφόσον το Εφετείο δεν διαπίστωσε ούτε εμμέσως κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, δεν υπήρχε ανάγκη να προσφύγει στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Σε κάθε περίπτωση όμως, και υπό την εκδοχή ότι το Εφετείο διαπίστωσε εμμέσως ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων ως προς τη σημασία των προθεσμιών αυτών, μολονότι παραλείπει να αναφέρει ρητά στην απόφασή του ότι για την εξεύρεση αυτής προσφεύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των παραπάνω διατάξεων του Αστικού Κώδικα, με τις παραδοχές του, όπως αυτές εκτέθηκαν παραπάνω, προκύπτει ότι προσέφυγε σ’ αυτούς και ορθά τους εφάρμοσε, παραθέτοντας στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους.
Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενη ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και ειδικότερα ενώ προσέδωσε συγκεκριμένο νοηματικό περιεχόμενο σε κρίσιμο όρο των εγγράφων που αντάλλαξαν οι διάδικοι, δεν αναφέρονται σ’ αυτήν τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία αντλείται η αληθής βούληση των συμβαλλομένων, ούτε όμως τα αποδεδειγμένα γεγονότα και οι συγκεκριμένες συναλλακτικές συνήθειες που συγκρότησαν το μέτρο ερμηνείας του από 6-4-2000 TELEX της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας.
Ο λόγος αυτός ως προς το σκέλος τούτο είναι απορριπτέος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, γιατί προϋποθέτει ερμηνεία του σχετικού όρου, ενώ, όπως εκτέθηκε κατά την εξέταση του πρώτου λόγου της αιτήσεως, το Εφετείο δεν διαπίστωσε κενό ή ασάφεια στις διαλαμβανόμενες στο ως άνω TELEX προθεσμίες ως προς το ζήτημα της σημασίας των τιθεμένων με αυτό προθεσμιών, και για το λόγο αυτό δεν προσέφυγε στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, και κατά συνέπεια δεν τίθεται ζήτημα επαρκών ή μη αιτιολογιών ως προς τον τρόπο ερμηνείας του σχετικού όρου περί προθεσμιών.
Περαιτέρω, επικαλείται η αναιρεσείουσα στον ίδιο λόγο ότι το Εφετείο διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το αν από την 23- 10-2000, που εστάλη το TELEX για τον προγραμματισμό των φορτώσεων μηνός Νοεμβρίου 2000, μέχρι τότε που πραγματοποιήθηκε και όχι απλώς προγραμματίσθηκε η πρώτη φόρτωση για το μήνα αυτό παρήλθε ή όχι το Ι0ήμερο της προειδοποίησης, ώστε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι παραβιάσθηκε ο σχετικός όρος των προθεσμιών.
Από τις παραδοχές που προεκτέθηκαν, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι, εφόσον με βάση το TELEX της 23-10-2000 η πρώτη φόρτωση του μηνός Νοεμβρίου 2000 είχε προγραμματισθεί για 31/10 έως 2/11, η ενάγουσα έπρεπε να είχε ειδοποιηθεί από την εναγομένη 10 ημέρες ενωρίτερα, δηλαδή μέχρι τις 21-10-2000, ενώ η σχετική ειδοποίηση έγινε στις 23- 10-2000, και συνεπώς δέχθηκε ότι αυτή ειδοποιήθηκε με καθυστέρηση, ανεξαρτήτως του πότε πραγματοποιήθηκε η πρώτη μεταφορά για το μήνα αυτό, συνακόλουθα δε ότι η αδυναμία της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης να εκτελέσει την προγραμματισμένη μεταφορά της 15/17-11-2000 δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητα αυτής, αφού δεν ενημερώθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εμπρόθεσμα, ώστε να γεννηθεί αντίστοιχα η υποχρέωση της ναυλώτριας εταιρείας να γνωστοποιήσει με τη σειρά της οκτώ ημέρες πριν την εκάστοτε προγραμματισμένη φόρτωση το όνομα του πλοίου που θα πραγματοποιούσε τη φόρτωση.
Κατά συνέπεια το Εφετείο διέλαβε σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο με βάση τις διατάξεις των άρθρων 440, 441 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 240 - 244 και 210 του ίδιου Κώδικα ως προς τις υποχρεώσεις των συμβαλλομένων σχετικά με τις προθεσμίες εκτελέσεως των μεταφορών αργού πετρελαίου και τις συνέπειες από τη μη τήρηση των προθεσμιών αυτών.
Επομένως, ο λόγος αυτός ως προς το σκέλος τούτο είναι αβάσιμος.
Κατ’ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να καταδικασθεί η αναιρεσείσουσα ως ηττώμενη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22 Απριλίου 2014 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ Α.Ε." για αναίρεση της 35/2014 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει την αναιρεσείoυσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, το ποσόν των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 29 Ιουλίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ