Legislator Case Law & Legislation
1045/2013 AI generated

1045/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1045/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1045/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου κατά το άρθρο 338 § 1 Κ.Πολ.Δ διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος αποδείξεως των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση.

Keywords

AI generated
right to know one's descendants family member parents' pension kinship heir composition request
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1045 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1045/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Α. Τ. συζ. Κ., το γένος Β. Κ. και 2) Ε. Γ. συζ. Α., το γένος Β. Κ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διονύσιο Πρωτόπαπα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Κ. του Β. και 2) Α. Κ. του Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημοσθένη Γούλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/2/2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 583/2001 μη οριστική, 156/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 439/2007 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 17/12/2007 αίτηση τους επί της οποίας εκδόθηκε η 2147/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την 439/2007 απόφαση του Εφετείου Λάρισας και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο για περαιτέρω εκδίκαση. Το Εφετείο Λάρισας εξέδωσε την 71/2011 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 10/3/2011 αίτηση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 6/3/2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 10/3/2011 αίτησης αναίρεσης της 71/2011 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 13 γ ΑΚ δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνον φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη. Άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για την σύσταση της. Επομένως, εικονική είναι η δήλωση βούλησης η οποία σε γνώση του δηλούντος δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Σκοπός της εν λόγω δήλωσης είναι να δημιουργηθεί στους άλλους η εντύπωση μεταβολής της νομικής κατάστασης χωρίς να υπάρχει πρόθεση τέτοιας πραγματικής μεταβολής στον δηλούντα. Εικονική μπορεί να είναι η δήλωση βουλήσεως όχι μόνο σε μονομερή δικαιοπραξία αλλά και σε σύμβαση, στην τελευταία δε αυτή περίπτωση για την αντίστοιχη ακυρότητα της σύμβασης προϋποτίθεται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο του δηλούντος.

Εξάλλου, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 513 ΑΚ, ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης πώλησης είναι το πράγμα, το τίμημα και η συμφωνία των συμβαλλομένων για τη μετάθεση της κυριότητας και την πληρωμή του τιμήματος η οποία προκειμένου για ακίνητο, πρέπει να περιβληθεί το συμβολαιογραφικό τύπο (άρθρο 369 ΑΚ). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ουσιώδες στοιχείο για την εικονικότητα μιας σύμβασης είναι η γνώση και η συμφωνία όλων των κατά το χρόνο της κατάρτισής της συμβαλλομένων για το ότι η σύμβαση που συνάφθηκε είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες.

Για το κύρος της καταρτισμένης σύμβασης πώλησης δεν ασκεί επιρροή το αν ο αγοραστής κατέβαλε πράγματι και με ποιό τρόπο το συμφωνημένο τίμημα, αφού αυτό μπορεί να χαριστεί ή να εξοφληθεί με δόση αντί καταβολής ή μπορεί η σχετική αξίωση να αποσβεσθεί με παραγραφή ή κατ' άλλο τρόπο. Απλώς το δικαστήριο, κατά την έρευνα της ύπαρξης συναλλακτικής πρόθεσης στους συμβαλλόμενους, μπορεί να συναγάγει τεκμήριο ή επιχείρημα για την εικονικότητα της σύμβασης πώλησης από το γεγονός της καταβολής ή μη του αντίστοιχου τιμήματος (ΑΠ 218/2010, ΑΠ 477/2010, 964/2010, ΑΠ 323/2009).

Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση τοι επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι σι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε. Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψει αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 Παρ. Ι Κ.Πολ.Δ.) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο ιο πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ.ΑΠ 24/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.ΠολΔ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε την ένδικη περί κλήρου αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών ως ουσιαστικά αβάσιμη όσον αφορά το στοιχείο της παθητικής της νομιμοποίησης και, έτσι, στέρησε την απόφαση του από τη νόμιμη βάση της.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 9 Σεπτεμβρίου 1998, απεβίωσε στη ... ο Β. Κ. του Ε. και Α., σε ηλικία 91 περίπου ετών, αγρότης, κάτοικος όσο ζούσε ..., καταλείποντας την από 18-11-1997 μυστική διαθήκη του, η οποία κατατέθηκε ενώπιον του συμβ/φου Λάρισας, Βασιλείου Νάνου και συντάχθηκε για το σκοπό η υπ' αριθμ. .../13-11-97 πράξη κατάθεσής της.

Η ανωτέρω διαθήκη δημοσιεύθηκε νόμιμα δυνάμει του υπ' αριθ. 544/1-12-1998 πρακτικού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Τα Πρόσωπα που Θα καλούνταν, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του παραπάνω αποβιώσαντος, κατά το χρόνο του θανάτου του, είναι η σύζυγός του και μητέρα όλων των διαδίκων, Μ. χήρα Β. Κ. και οι διάδικοι, ως τα μοναδικά γνήσια τέκνα του, ήτοι, Οι δύο ενάγουσες και σι δύο εναγόμενοι και ειδικότερα, κατά ποσοστό 4/16 η σύζυγος και κατά ποσοστό 3/16 κάθε τέκνο του, αντίστοιχα.

Με την προρρηθείσα μυστική διαθήκη του ο κληρονομούμενος εγκατέστησε, ως κληρονόμους του, την ανωτέρω σύζυγό του και τους διαδίκους - τέκνα του, στον καθένα από τους οποίους κατέλειπε τα περιγραφόμενα σ' αυτήν συγκεκριμένα ακίνητα, ως μοναδική, σύμφωνα με την εν λόγω διαθήκη, ακίνητη περιουσία του κατά το χρόνο του θανάτου του.

Ο θανών, μετά το έτος 1972, που συνταξιοδοτήθηκε, σε ηλικία εξήντα πέντε (65) περίπου ετών, συνέχισε, αρχικά, να καλλιεργεί όλους τους αγρούς του με τη βοήθεια των εναγομένων (επίσης αγροτών) - γιών του, οι οποίοι γεννήθηκαν το έτος 1947 και 1948, αντίστοιχα και εξακολούθησαν να διαμένουν στη ..., κοντά στην πατρική τους στέγη και μετά από τη δημιουργία του δικού τους αυτοτελούς οίκου και της δικής τους οικογένειας (νυμφεύθηκαν το 1981 και 1987, αντίστοιχα).

Μετά το έτος 1980, όμως, η κατάσταση της υγείας του Β. Κ. επιδεινώθηκε, καθώς έπασχε από ρευματοειδή αρθρίτιδα (με παραμόρφωση γονάτων) και ζαχαρώδη διαβήτη και έτσι προοδευτικά, η εκμετάλλευση όλων των αγρών του περιήλθε, με τη θέλησή του, αποκλειστικά στους εναγόμενους, οι οποίοι τους καλλιεργούσαν, μόνοι τους, ή προσλαμβάνοντας και τρίτα πρόσωπα, μέχρι τον πιο πάνω χρόνο του θανάτου του .

Όταν απεβίωσε ο παραπάνω διαθέτης, εκτός από τα ακίνητα που ανέφερε ο ίδιος στην παραπάνω διαθήκη του, υπήρχαν στην κυριότητα του και τα ακόλουθα αγροτεμάχια:1 ... 15 (περιγράφονται τα ακίνητα). Οι ενάγουσες ζητούν να αναγνωρισθεί το κληρονομικό τους δικαίωμα για τη συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας τους, κατά ποσοστό 009911103 για την πρώτη και κατά ποσοστό 0,09891182 για τη δεύτερη, αντίστοιχα, επί των προπεριγραφέντων, με αριθμούς από 1 έως και 15, ακινήτων (και μόνον) και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να παραδώσουν τη νομή και κατοχή των εν λόγω ακινήτων, κατά το ανωτέρω ποσοστό εξ αδιαιρέτου στην κάθε μια τους, ο μεν πρώτος από τα με αριθμούς 1, 2, 3, 4, 5, 6 και 7 ακίνητα, ο δε δεύτερος από τα υπόλοιπα (με αριθμούς 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14 και 15), αντίστοιχα, επικαλούμενες ότι σι εναγόμενοι κατακρατούν τα ανωτέρω ακίνητα, ως κληρονόμοι του θανόντος πατέρα τους, αντιποιούμενοι το επ' αυτών κληρονομικό δικαίωμα των ιδίων (των εναγουσών) κατά Το παραπάνω ποσοστό εκάστης.

Οι εναγόμενοι προς αντίκρουση της αγωγής υποστήριξαν, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (ισχυρισμός που συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, όσον αφορά την παθητική της νομιμοποίηση και επαναφέρουν παραδεκτά κατά την προκείμενη δίκη) ότι τα παραπάνω ακίνητα δεν βρίσκονταν στη νομή και κατοχή του αποβιώσαντος πατέρα τους κατά το χρόνο του θανάτου του, αλλά στη δική τους ιδία νομή και κατοχή, καθόσον ο τελευταίος τους είχε μεταβιβάσει άτυπα την επ' αυτών νομή και κατοχή του, με την παράδοσή τους στους ίδιους (τους εναγόμενους), ήδη από το έτος 1972, όταν συνταξιοδοτήθηκε κι από τότε τα νέμονταν και τα κατείχαν οι ίδιοι, με διάνοια κυρίου και συγκεκριμένα τα με αριθμούς 1, 2, 3, 4, 5, 6 και 7 ο πρώτος και τα υπόλοιπα ακίνητα ο δεύτερος απ' αυτούς, αντίστοιχα, καλλιεργώντας τα με διάφορα σιτηρά, ενώ για τα ίδια ακίνητα καταρτίσθηκαν αργότερα τα υπ' αριθμ. .../3-1-1984 και .../31-12-1987, αντίστοιχα, προσύμφωνα συμβόλαια του συμβ/φου Λάρισας, Βασιλείου Νάνου, με τα οποία ο πατέρας τους υποσχέθηκε να τους τα μεταβιβάσει κατά πλήρη κυριότητα, λόγω πωλήσεως (σε εκτέλεση των οποίων συντάχθηκαν μετά το θάνατο του πατέρα τους τα υπ' αρθμ. .../1999 και .../1999, αντίστοιχα, οριστικά αγοραπωλητήρια συμβόλαια του ίδιου συμβολαιογράφου).

Ο ισχυρισμός αυτός των εναγομένων αποδεικνύεται ουσιαστικά βάσιμος. Ειδικότερα, από την εκτίμηση του αυτού ως άνω αποδεικτικού υλικού προέκυψε ότι ο πατέρας των διαδίκων, Β. Κ., στις αρχές Ιανουαρίου 1984, μεταβίβασε άτυπα τα επίδικα παραπάνω (με αριθμούς από 1 έως και 15) ακίνητά του στους εναγόμενους γιους του και συγκεκριμένα τα με αριθμό από Ι έως και 7 στον πρώτο και τα με αριθμό από 8 έως και 15 στο δεύτερο, αντίστοιχα, παραδίδοντας σ' αυτούς τη νομή τους, οι οποίοι έκτοτε παρέλαβαν τα εν λόγω ακίνητα στη νομή και Κατοχή τους, με τη βούληση του ως τότε νομέα - πατέρα τους (άρθρα 974 και 976 ΑΚ) και με τον παράγωγο αυτό τρόπο (ειδική διαδοχή), απέκτησαν από τότε την νομή τους.

Έκτοτε οι εναγόμενοι βρίσκονταν στη νομή των επίμαχων ακινήτων, ασκώντας επ' αυτών τις αρμόζουσες στη φύση και τον προορισμό τους διακατοχικές πράξεις, με την πεποίθηση ότι τους ανήκουν, καθόλο το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε έως το χρόνο θανάτου του ως άνω δικαιοπαρόχου τους (9-9-1998) και ακολούθως, μέχρι το χρόνο άσκησης της προκειμένης αγωγής (2000), με την Εποπτεία τους από τυχόν καταπατήσεις τρίτων και την καλλιέργειά τους, κυρίως με διάφορα δημητριακά, προβαίνοντας σε συναλλαγές με αγροτικούς συνεταιρισμούς και με τρίτους για τη διάθεση των Προϊόντων που αποκόμιζαν, θεωρώντας ότι είναι δικά τους (Τα εν λόγω ακίνητα), όπως, άλλωστε, τα θεωρούσε και ο ίδιος ο πατέρας τους, γεγονός που ενισχύεται τόσα από περιεχόμενο του έντυπου Ε9 της φορολογικής δήλωσης των εναγομένων, αλλά και του πατέρα τους, για Το οικονομικό έτος 1997/έτος , χρήσεως 1996 (βλ.

τα προσαγόμενα και επικαλούμενα από τους εφεσίβλητους, αντίγραφα των εν λόγω εντύπων προς την Γ ΔΟΥ Λάρισας, από τα οποία προκύπτει η δήλωση των επιδίκων ακινήτων, μεταξύ των λοιπών στοιχείων της ακίνητης περιουσίας τους, από τους εναγόμενους και όχι από τον πατέρα τους), όσο και από το περιεχόμενο της ανωτέρω μυστικής διαθήκης του τελευταίου, στην οποία κανένα από τα συγκεκριμένα αγροτεμάχια δεν συμπεριλαμβάνεται στην ακίνητη περιουσία, που, όπως προεκτίθεται, καταλείπει στους εγκαθιστάμενους μ' αυτήν κληρονόμους του.

Περαιτέρω, προέκυψε ότι ο προαναφερόμενος πατέρας των διαδίκων, μετά την κατά τα άνω μεταβίβαση της νομής των επιδίκων ακινήτων στους εναγόμενους - γιους του, υποσχέθηκε και ανέλαβε την υποχρέωση να τους μεταβιβάσει την κυριότητά τους, λόγω πωλήσεως, δυνάμει των υπ' αριθμ. .../1984 και .../1987, αντίστοιχα, προσυμφώνων συμβολαίων του συμβολαιογράφου Λάρισας, Βασιλείου Νάνου και ειδικότερα, με Το Πρώτο απ' αυτά (.../1984) ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει και να μεταβιβάσει την κυριότητα, στο μεν πρώτο εναγόμενο, των παραπάνω, με αριθμούς από 1' έως και 6' ακινήτων, στο δε δεύτερο, των με αριθμούς 8' έως και 14' ακινήτων, αντί συνολικού τιμήματος 7.680.000 δραχμών και 8.544.000 δραχμών, αντίστοιχα (ήτοι, 80.000 δραχμές το στρέμμα), ποσά που του είχαν καταβάλει (Οι εναγόμενοι, ως προσυμφωνούχοι αγοραστές), σταδιακά, κατά διάφορα χρονικά διαστήματα, πριν από την υπογραφή του εν λόγω συμβολαίου, έξω από το γραφείο του ανωτέρω συμβολαιογράφου, ενώ με το υπ' αριθμ. .../1987 προσύμφωνο ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει, λόγω πωλήσεως, την κυριότητα, στον μεν πρώτο εναγόμενο του ανωτέρω με αριθμό 7' ακινήτου, στο δε δεύτερο του με αριθμού 15.' ακινήτου (εκτάσεως 40 στρεμμάτων εκάστου), αντί συνολικού τιμήματος 40.000.000 δραχμών για τον καθένα, αντίστοιχα, ποσό που επίσης εισέπραξε απ' αυτούς πριν από την υπογραφή κι αυτού του συμβολαίου, εκτός του γραφείου του ίδιου συμβολαιογράφου.

Μάλιστα και με τα δύο παραπάνω προσύμφωνα συμβόλαια είχε παρασχεθεί από τον ανωτέρω προσυμφωνούχο πωλητή στους εναγόμενους - προσυμφωνούχους αγοραστές η ανέκκλητη εντολή και πληρεξουσιότητά του, η οποία θα ίσχυε και μετά το θάνατό του (άρθρα 223 και 726 του ΑΚ), να προβούν στην κατάρτιση των αντίστοιχων οριστικών αγοραπωλητηρίων συμβολαίων και με αυτοσύμβαση (άρθρο 235 ΑΚ).

Αμφότερα τα επίμαχα πωλητήρια προσύμφωνα, που αποτελούν κατηρτισμένες αυτοτελείς συμβάσεις, από τις οποίες απέρρεαν υποχρεώσεις μεταξύ των άνω συμβαλλομένων για τη σύναψη της κύριας σύμβασης της πωλήσεως - συνάφθηκαν Πραγματικά και όχι φαινομενικά, αποτελώντας πραγματικές συμβάσεις, γιατί καταρτίσθηκαν σύμφωνα με τη σοβαρή (πραγματική) συναλλακτική πρόθεση των ανωτέρω συμβληθέντων σ' αυτά για τη μεταβίβαση της κυριότητας των παραπάνω ακινήτων στους εναγόμενους, λόγω πωλήσεως, έναντι των προαναφερομένων, κατά περίπτωση, συμφωνηθέντων μεταξύ τους τιμημάτων, τα οποία καταβλήθηκαν από τους τελευταίους πριν από την υπογραφή των αντίστοιχων συμβολαίων, ανεξάρτητα και πέραν του ότι, όπως αναπτύσσεται στο τέλος της προηγηθείσας νομικής σκέψης, το συγκεκριμένο τίμημα εκάστης σύμβασης Θα μπορούσε να μην καταβληθεί, αλλά να δωρηθεί από τον προσυμφωνούχο πωλητή ή να αφεθεί ή να αποσβεσθεί με άλλο τρόπο, χωρίς, περαιτέρω, να ασκεί επιρροή για το κύρος τους (των προσυμφώνων) τα αίτια που οδήγησαν τους παραπάνω συναλλασσόμενους για τη σύναψή τους ή ο τυχόν απώτερος σκοπός, στον οποίο απέβλεπαν με την κατάρτισή τους.

Επομένως, ενόψει των ανωτέρω, ο συναφής, περί εικονικότητάς τους (άρθρο 138 ΑΚ), ισχυρισμός των εναγουσών, σι οποίες υποστήριξαν πρωτόδικα και επαναλαμβάνουν στην παρούσα δίκη, ότι τα επίδικα προσύμφωνα είναι εικονικά ως προσύμφωνα πωλήσεως και ότι κάτω απ' αυτά καλύπτονται ηθελημένες υποσχέσεις (προσυμβάσεις) δωρεάς των εν λόγω ακινήτων προς τους εναγόμενους - αδελφούς τους, είναι απορριπτέος, ως ουσία αβάσιμος.

Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι σι εναγόμενοι - εφεσίβλητοι κατακρατούν τα επίδικα ακίνητα όχι ως κληρονόμοι ("pro herede"), επικαλούμενοι δικό τους κληρονομικό επ' αυτών δικαίωμα, αντιποιούμενοι παρόμοιο δικαίωμα των εναγουσών, αλλά ως ειδικοί διάδοχοι του πατέρα τους, ... αφού αποδείχθηκε ότι νέμονταν και κατείχαν αυτά, αφενός λόγω της κατά τα άνω (δια παραδόσεως) μεταβίβασης σ' αυτούς της νομής τους από το δικαιοπάροχο- πατέρα τους και αφετέρου δυνάμει των ανωτέρω προσυμφώνων πωλητηρίων συμβολαίων ... .

Ανεξάρτητα και εκτός από τα παραπάνω, αξίζει να σημειωθεί ότι ακόμη και με την εκδοχή ότι κάτω από τα προρρηθέντα προσύμφωνα υποκρύπτονταν προσυμβάσεις δωρεάς των επιδίκων ακινήτων (γεγονός, όμως που δεν αποδείχθηκε), ήτοι, ότι οι ανωτέρω συμβληθέντες στα εν λόγω προσύμφωνα ήθελαν πραγματικά να προσυμφωνήσουν τη δωρεά (κι όχι την πώληση) των συγκεκριμένων ακινήτων ( άρθρα 166 και 496 επ.

ΑΚ) και κάλυψαν την ηθελημένη αυτή προσύμβασή τους κάτω από τα παραπάνω προσύμφωνα συμβόλαια, τα τελευταία, εφόσον τηρήθηκε ο επιβαλλόμενος και για το προσύμφωνο δωρεάς ακινήτου, τύπος (άρθρα 138 § 2, 159, 160, 166 369 και 498 § 1 ΑΚ), θα ήταν έγκυρα ως προσύμφωνα δωρεάς ... . Και σ' αυτήν την περίπτωση, όμως, εάν δηλαδή οι εναγόμενοι νέμονταν και κατείχαν τα επίδικα ακίνητα, με βάση (έγκυρα) προσύμφωνα δωρεάς και πάλι οι τελευταίοι θα κατακρατούσαν αυτά, ως ειδικοί διάδοχοι του πατέρα τους, με βάση ειδικό τίτλο και ειδική έννομη σχέση (προσύμβαση δωρεάς) και όχι ως κληρονόμοι αυτού, έτσι ώστε (και πάλι) η ένδικη αγωγή θα ήταν απορριπτέα για τον ίδιο λόγο ...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη περί κλήρου αγωγή έπρεπε ν' απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη αναφορικά με το στοιχείο της παθητικής νομιμοποίησης των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων. Ακολούθως απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως.

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, μεταξύ άλλων και για το ουσιώδες ζήτημα ότι τα υπ' αρ. .../1984 και .../1987 προσύμφωνα συμβόλαια πώλησης του συμβολαιογράφου Λάρισας Βασιλείου Νάνου, με τα οποία ο πατέρας των διαδίκων ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει και να μεταβιβάσει κατά κυριότητα στον καθένα από τους εναγομένους τα εις αυτά αναφερόμενα ακίνητα (1 εως 7 στον πρώτο και 8 έως 15 στο δεύτερο) αντί συνολικού τιμήματος 7.680.000 και 8.544.000 δραχμών αντίστοιχα για τα ακίνητα που αναφέρονται στο .../1984 συμβόλαιο και τιμήματος 40.000.000 δραχμών για τον κάθε εναγόμενο για τα α ακίνητα που αναφέρονται στο .../1987 συμβόλαιο, συνάφθηκαν πραγματικά και όχι φαινομενικά, αποτελώντας πραγματικές συμβάσεις, δηλαδή τα συμβόλαια αυτά δεν ήταν εικονικά.

Ο ερευνώμενος, επομένως αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω με τον ίδιο αναιρετικό λόγο, όπως εκτιμάται, προβάλλονται και οι αιτιάσεις: α) Ότι το Εφετείο έκρινε ότι οι επίμαχες συμβάσεις (προσύμφωνα πωλήσεως) δεν είναι εικονικές, παρόλο που δέχθηκε ότι το τίμημα των ως άνω πωλήσεων καταβλήθηκε πριν από την υπογραφή των προσυμφώνων πωλήσεως και ότι τα προσύμφωνα αυτά καταρτίστηκαν μεταξύ συγγενών (γονέων και τέκνων) γεγονότα που έπρεπε να οδηγήσουν το δικαστήριο στην κρίση ότι οι συμβάσεις αυτές είναι εικονικές και β) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αποσαφηνίζει "γατί το γεγονός ότι τόσο οι εναγόμενοι όσο και ο διαθέτης πατέρας τους θεωρούσαν από το έτος 1984, ότι τα ακίνητα αυτά ανήκουν στους πρώτους, απορρέει από προσυμβάσεις πωλήσεως και όχι δωρεάς...".

Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφορικά με τις πιο πάνω αιτιάσεις του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η μεν υπό στοιχείο α' αιτίαση αναφέρεται στην επιχειρηματολογία των διαδίκων και όχι στο αναγκαίο περιεχόμενο των κανόνων δικαίου ( άρθρα 513 και 138 ΑΚ) που ήταν εφαρμοστέοι στην προκείμενη περίπτωση, η δε υπό στοιχείο β' αιτίαση, ανάγεται σε ελλείψεις σχετικές με την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο διατυπώνεται σαφώς.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 18 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια ότι το Εφετείο με το να απορρίψει τον ουσιώδη ισχυρισμό τους, ότι τα ως άνω υπ' αριθ. .../1984 και .../1987 προσύμφωνα συμβόλαια πώλησης συνάφθηκαν εικονικά, " ως ουσία αβάσιμο μη αντιμετωπίζοντας αυτόν ως πράγμα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης κατά το άρθρο 559 αρ. 8 αλλά κατά την σχετική παραδοχή της αποφάσεώς του ως συναφή ισχυρισμό με τον ισχυρισμό των αντιδίκων ότι τα επίδικα ακίνητα που αναφέρονται στα υπ' αριθ. .../3-1-1984, .../31-12-1987 προσύμφωνα πωλήσεως βρίσκονταν στην νομή και κατοχή τους κατά τον χρόνο θανάτου του πατέρα τους, ισχυρισμός που αφορά την παθητική τους νομιμοποίηση, δηλαδή, δεν τον απέρριψε ως ουσιαστικώς αβάσιμο με την αιτιολογία αποδειχθέντων ή μη γεγονότων που τον συγκροτούν ή όσων ανταποδεικτικώς αντέτειναν οι αντίδικοί τους, αλλά με την παραδοχή ότι είναι συναφής ισχυρισμός με τον ισχυρισμό για την παθητική τους νομιμοποίηση κα με αιτιολογίες γεγονότων που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό τους για την παθητική τους νομιμοποίηση", δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση (2147/2009) του παρόντος δικαστηρίου, το οποίο παρέπεμψε τον ως άνω ουσιώδη ισχυρισμό των αναιρεσειουσών προς εξέταση στο ως άνω δικαστήριο (Εφετείο).

Ο ερευνώμενος όμως αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο εξέτασε αυτοτελώς τον ουσιώδη αυτόν περί εικονικότητας των επίμαχων προσυμφώνων ισχυρισμό των αναιρεσειουσών και τον απέρριψε ως ουσία αβάσιμο, καταλήγοντας στο πιο πάνω αναφερόμενο σαφές πόρισμα του με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, όπως εκτίθεται παραπάνω, συμμορφούμενο, έτσι, προς την ως άνω αναιρετική απόφαση.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 13 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Για να είναι ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο ο συγκεκριμένος ( ουσιώδης) ισχυρισμός, ως προς τον οποίο εφαρμόστηκε εσφαλμένα ο ορισμός του νόμου για το βάρος της απόδειξης, ποιο είναι το σφάλμα, στο οποίο υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας ως προς το αποδεικτικό βάρος, και ακόμη ποιο είναι το θέμα απόδειξης που έχει επιβάλει το δικαστήριο (ΑΠ 1096/1993 Δνη 35,1592).

Εξάλλου κατά το άρθρο 338 § 1 Κ.Πολ.Δ διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος αποδείξεως των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση.

Το βάρος αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής προϋποθέσεως των θεμελιωτικών της αξιώσεως των πραγματικών γεγονότων.

Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως ( άρθρο 14 Ι του ν. 2915/2001) και την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ σε όλες τις υποθέσεις. Αντίθετα αντικειμενικό βάρος αποδείξεως είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στην περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας.

Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. (ΑΠ 692/2008 ΝοΒ 56,2133).

Με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης αναφορικά με τον ουσιώδη ισχυρισμό τους ότι τα υπ' αρ. .../1984 και .../1984 προσύμφωνα συμβόλαια πώλησης συνάφθηκαν εικονικά.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος, αναφορικά μεν με την κατανομή του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 § 2 Κ.ΠολΔ) εκτίμηση του περιεχομένου της 583/2001 προδικαστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, για τον ανωτέρω αγωγικό ισχυρισμό των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών τάχθηκε σ' αυτές το οικείο θέμα αποδείξεως, ενόψει του ότι την εικονικότητα της πράξεως οφείλει ν' αποδείξει εκείνος που την προτείνει, αναφορικά δε με το αντικειμενικό βάρος αποδείξεως του ισχυρισμού αυτού ως αόριστος, αφού δεν εκτίθεται ποιο είναι το σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας ως προς το αποδεικτικό βάρος.

VI. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1871 ΑΚ ο κληρονόμος έχει δικαίωμα να απαιτήσει από εκείνον που κατακρατεί ως κληρονόμος αντικείμενα της κληρονομίας (νομέα κληρονομίας), την αναγνώριση του κληρονομικού του δικαιώματος και την απόδοση της κληρονομίας ή κάποιου αντικειμένου απ' αυτήν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τα στοιχεία της βάσης της αγωγής περί κλήρου τα οποία πρέπει να περιέχονται και στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της αντίστοιχης απόφασης, για να μη στερείται αυτή νόμιμης βάσης, προκειμένου να κριθεί ως βάσιμη η εν λόγω αγωγή, είναι τα εξής:

α) ο θάνατος του διαθέτη, β) το κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος λόγω συγγενικής σχέσης με τον κληρονομούμενο ή από διαθήκη, γ) ότι ο κληρονομούμενος είχε στη νομή ή κατοχή του τα κληρονομιαία πράγματα και δ) ότι ο εναγόμενος κατακρατεί τα κληρονομιαία αντικείμενα ως κληρονόμος, αντιποιούμενος κληρονομικό δικαίωμα, ανεξάρτητα αν πιστεύει στην ύπαρξη του κληρονομικού δικαιώματος που ζητεί και ανεξάρτητα αν είναι καλόπιστος ή όχι.

Ο ισχυρισμός δε του εναγομένου ότι νέμεται αντικείμενα της κληρονομίας με ειδικό τίτλο ή και αυθαίρετα, δηλαδή pro prosserssore και όχι ως κληρονόμος, αποτελεί ανεπτυγμένη άρνηση του αγωγικού δικαιώματος, όσον αφορά την παθητική νομιμοποίηση. Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθμός 9 περ. γ Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικας'τηιρο άφησε αδίκαστη αίτηση.

Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, τη αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου (Ολ.ΑΠ 25/2003).

Αντίθετα, δεν αποτελούν αίτηση οι ενστάσεις ή αντενστάσεις και γενικά οι αποφάσεις σε κάθε άλλου είδους πράγματα, οι οποίες εμπίπτουν στον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης.

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, προβάλλεται η από τον αριθμό 9 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστα τα αιτήματα της ένδικης περί κλήρου αγωγής των αναιρεσειουσών, με τα οποία αυτές ζητούσαν αφενός μεν, ν' αναγνωριστεί το κληρονομικό τους δικαίωμα για τη συμπλήρωση της νόμιμης τους μοίρας και αφετέρου ν' αναγνωριστεί ότι είναι άκυρες οι διατάξεις της από 8-11-1997 μυστικής διαθήκης του πατέρα τους που προσβάλλουν το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας τους. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, ανέλεγκτα, ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι κατακρατούν τα επίδικα ακίνητα ως ειδικοί διάδοχοι του πατέρα τους και όχι ως κληρονόμοι (pro herede) αντιποιούμενοι κληρονομικό δικαίωμα των εναγουσών, και συνεπώς, δεν συντρέχει η υπό στοιχείο δ' ανωτέρω εκτεθείσα προϋπόθεση προκειμένου να ερευνηθούν τα ως άνω αιτήματα και να κριθεί τελικώς η ουσιαστική βασιμότητα.

V. Στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς δε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες με την αναίρεση δε, πλήττονται μεν όλες ή μία απ' αυτές, η προσβολή όμως μιας απ' αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (Ολ.ΑΠ 25/2003).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του, προβάλλονται οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλειες, γιατί το Εφετείο, ενώ δέχθηκε ότι τα επίδικα προσύμφωνα δεν είναι εικονικά ως προσύμφωνα πώλησης και ότι κάτω απ' αυτά δεν καλύπτονται ηθελημένες υποσχέσεις δωρεάς των επιδίκων ακινήτων προς τους εναγομένους, παράλληλα δέχθηκε και ότι και αν ακόμη κάτω από τα προρρηθέντα προσύμφωνα υποκρύπτονταν προσυμβάσεις δωρεάς των επιδίκων ακινήτων και σ' αυτήν την περίπτωση, ακόμη, και πάλιν οι εναγόμενοι θα κατακρατούσαν αυτά ως ειδικοί διάδοχοι του πατέρα τους και ότι, έτσι, παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ( άρθρα 138 , 513, 1825 επ ΑΚ) και ακόμη στέρησε την απόφαση του από τη νόμιμη βάση της. Οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι είναι απορριπτέο ως αλυσιτελείς, αφού η μη πληττόμενη επιτυχώς με βάσιμο λόγο αναίρεσης επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης περί του ότι τα υπ' αρ. .../1984 και .../1987 προσύμφωνα πώλησης ακινήτων συνάφθηκαν δηλαδή δεν ήταν εικονικά, αλλά αποτελούν πραγματικές συμβάσεις, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης.

VI. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περιπτ. Γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ. Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο δεν έλαβε αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποιά αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποιά έμμεση απόδειξη.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περιπτ. Γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τις καταθέσεις των με επιμέλεια των εναγουσών στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξετασθέντων μαρτύρων Ε.

Σ.-Α. και Ε. Β., οι οποίες περιέχονται στην υπ' αρ. 14/2005 εισηγητική έκθεση του ως άνω δικαστηρίου. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και " από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, οι οποίες περιέχονται στην υπ' αριθμ. 14/2005 εισηγητική έκθεση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που προσκομίζουν και επικαλούνται νόμιμα οι διάδικοι, εκτιμώμενες (άρθρ. 340 Κ.Πολ.Δ) καθεμία χωριστά και σε συνδυασμό μεταξύ τους και με τις υπόλοιπες αποδείξεις, ανάλογα με τον τρόπο γνώσεως και το βαθμό αξιοπιστίας εκάστου μάρτυρα", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τις παραπάνω καταθέσεις, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τις καταθέσεις αυτές χωρίς να απαιτείται ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση της καθεμιάς απ' αυτές.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμ. 71/2011 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας και να καταδικασθούν οι ηττώμενες αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων κατά το νόμιμο ( άρθρα 176 και 183 Κ.ΠολΔ) αίτημά τους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-3-2011 αίτηση των Α. συζ. Κ. Τ. και Ε. συζ. Α. Γ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 71/2011 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας και.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2013 και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2013.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ