1045/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1 Απριλίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/9/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 237/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 113/2010 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/6/2010 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1045/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Η αποζημίωση ορίζεται από τα αρμόδια δικαστήρια. Νόμος μπορεί να προβλέπει την εγκαθίδρυση ενιαίας δικαιοδοσίας, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 94, για όλες τις διαφορές και υποθέσεις που σχετίζονται με απαλλοτρίωση καθώς και την κατά προτεραιότητα διεξαγωγή των σχετικών δικών.
Full text
Απόφαση 1045 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1045/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1 Απριλίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Ι. Π., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Γεωργίου Κράγκαρη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γραφείου Παρακαταθηκών και Δανείων Α' Χανίων, Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου κειμένου στα Χανιά Κρήτης, νόμιμα εκπροσωπουμένου, 2) Γραφείου Παρακαταθηκών και Δανείων Αθηνών, Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, τα οποία εκπροσωπήθηκαν από την Σταυρούλα Μπανάκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/9/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 237/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 113/2010 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/6/2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Πετροπούλου ανέγνωσε την από 23/3/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μόνου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ.1,2 και 4 του Συντάγματος, η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που ανταποκρίνεται στην αξία, την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά τον χρόνο της συζήτησης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.
Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Η αποζημίωση ορίζεται από τα αρμόδια δικαστήρια. Νόμος μπορεί να προβλέπει την εγκαθίδρυση ενιαίας δικαιοδοσίας, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 94, για όλες τις διαφορές και υποθέσεις που σχετίζονται με απαλλοτρίωση καθώς και την κατά προτεραιότητα διεξαγωγή των σχετικών δικών.
Κατά την διάταξη δε του άρθρου 17 παρ.1 του Ν.Δ. 797/1971 και ήδη του άρθρου 18 του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), ο προσδιορισμός της αποζημιώσεως γίνεται με δικαστική απόφαση. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ερμηνευομένης, εν όψει της, ως άνω, διατάξεως του Συντάγματος, καθώς και του άρθρου 1 του πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Συμβάσεως της Ρώμης, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 (και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων), σύμφωνα με το οποίο "παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους, υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου, όρους", αντικείμενο της δίκης του καθορισμού της αποζημιώσεως και της αρμοδιότητος του Εφετείου, είναι η αποζημίωση εν συνόλω λαμβανομένη, δηλαδή η χορήγηση αποζημιώσεως, σε σχέση με την αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ο προσδιορισμός της ωφέλειας του ιδιοκτήτου αυτού, όπου η ύπαρξή της επηρεάζει τις εκ της απαλλοτριώσεως αξιώσεις του, κάθε άλλο θέμα συναφές με την απαλλοτρίωση και η δικαστική δαπάνη (Ολ.ΑΠ 10-11/2004).
Όμως, θέμα συναφές με την απαλλοτρίωση και αντικείμενο της δίκης του καθορισμού της αποζημιώσεως δεν αποτελεί η διαφορά, η οποία γεννάται επ' ευκαιρία της απαλλοτριώσεως και έχει ως αντικείμενο αξίωση αποζημιώσεως για ζημία από παράνομες πράξεις των οργάνων της διοικήσεως, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων των, στα πλαίσια της διαδικασίας της απαλλοτριώσεως.
Η αγωγή, με το ανωτέρω αντικείμενο, ερείδεται στις διατάξεις του άρθρου 105 του Εισαγ.Ν. του ΑΚ και υπάγεται στην δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Επομένως, τα πολιτικά δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας προς εκδίκαση αυτής. (Α.Ε.Δ. 13/1992), η δε εσφαλμένη απόρριψη της αγωγής για έλλειψη δικαιοδοσίας ελέγχεται με βάση τoν αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
Στην παρούσα περίπτωση, με την αγωγή της επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) η αναιρεσείουσα εξέθεσε ότι : Με την υπ' αριθμ. 1036152/1819/0010/18.4.1989 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού η οποία δημοσιεύτηκε στο με αριθμ.233/24.4.1989 Τ.Δ.
ΦΕΚ απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά, για λόγους προστασίας, συντήρησης και ανάδειξης της δυτικής τάφρου των Ενετικών τειχών μεσαιωνικής πόλης Χανίων, εδαφική έκταση συνολικού εμβαδού 15.975,49 τ.μ. και με την υπ' αριθ. 37/21.3.1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδος για τα απαλλοτριούμενα ακίνητα στο ποσό των 70.000 δρχ.
ή 205,43 ευρώ ανά τ.μ., ενώ, με την υπ' αριθμ. 294/17-4-1997 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας των ακινήτων στο παραπάνω ποσό. Με την υπ' αριθμ. 149/9-12-1006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων αναγνωρίστηκαν ως δικαιούχοι της αποζημίωσης των ιδιοκτησιών με τα στοιχεία Θ και Κ του κτηματολογικού πίνακα η οικογένεια της αναιρεσείουσας και συγκεκριμένα, η μητέρα της Μ.
χήρα Ι. Π. και τα έξι τέκνα της, Δ., Α. (αναιρεσείουσα), Α., Ε., Ν. και Σ. Π.. Τον Απρίλιο του 2000 λόγω μη κατάθεσης εμπρόθεσμα της καθορισθείσης οριστικά για τα απαλλοτριούμενα αποζημίωσης και της ανάκλησης αυτοδίκαια της απαλλοτρίωσης, υποβλήθηκε δήλωση διατήρησης της απαλλοτρίωσης και το πρώτο εναγόμενο σε εκτέλεση σχετικής εντολής του δεύτερου εναγόμενου, εξέδωσε το υπ' αριθμ. 55355/10-7-2000 κοινό γραμμάτιο παρακατάθεσης ποσού 278.984.000 δρχ.
για τους αναγνωρισθέντες παραπάνω δικαιούχους της αποζημίωσης των ιδιοκτησιών με τα στοιχεία Θ και Κ του κτηματολογικού πίνακα, από τους οποίους, ήδη είχε αποβιώσει στις 29-3-1997 η μητέρα της αναιρεσείουσας Μ. Π.. Η αναιρεσείουσα, στις 15-8-2000 υπέβαλε στο δεύτερο εναγόμενο το υπ' αριθμ. .../1994 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Χανίων Μαρίας Παϊζη, δυνάμει του οποίου η αποβιώσασα, ως άνω μητέρα της όρισε αυτή (ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα) μόνη δικαιούχο της αποζημίωσης των ιδιοκτησιών της στα παραπάνω με στοιχεία Θ και Κ ακίνητα, προκειμένου να καταβληθεί στην ίδια η αποζημίωση που αντιστοιχούσε στο μερίδιό της, πλην όμως το δεύτερο εναγόμενο αρνήθηκε παράνομα και υπαίτια την παρακατάθεση επ' ονόματί της, της εν λόγω αποζημίωσης, και κατόπιν της υπ' αριθμ. 15489/17.11.2000 εντολής του προς το εκ τούτων πρώτο, εκδόθηκαν ατομικά γραμμάτια παρακατάθεσης καθένα εκ των οποίων περιλαμβάνει το συνολικό ποσό της αποζημίωσης των ιδιοκτησιών κάθε δικαιούχου και επί πλέον εκείνη του κληρονομικού τους μεριδίου στην αποζημίωση της αποβιωσάσης δικαιούχου μητρός τους.
Περαιτέρω, κατόπιν της υπ' αριθμ. 28.231/22.12.2004 εντολής του προς το εκ τούτων πρώτο, εκδόθηκαν τα υπ' αρ. 58479/30.12.2004 και 58480/30.12.2004 γραμμάτια παρακατάθεσης με την αποζημίωση των ιδιοκτησιών της (ενάγουσας) και του κληρονομικού της μεριδίου αντίστοιχα, αφού διαχώρισαν το συνολικό ποσό της αποζημίωσης με το αρχικά εκδοθέν υπ' αριθ. 53780/22.11.2000 γραμμάτιο παρακατάθεσης, αρνούμενα παράνομα και υπαίτια την παρακατάθεση επ' ονόματί της και της αποζημίωσης των ιδιοκτησιών της αποβιωσάσης μητρός της στα παραπάνω με στοιχεία Θ και Κ ακίνητα, εκ των οποίων εξοφλήθηκε το σχετικό με την αποζημίωση των ιδιοκτησιών της, ποσού 34.114,10 ευρώ στις 18.3.2005, ενώ παραμένει ανεξόφλητο, το σχετικό με την αποζημίωση που αναλογεί στο κληρονομικό της μερίδιο.
Πέραν τούτου, καίτοι η καθορισθείσα οριστικά αποζημίωση για τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα λόγω της από υπαιτιότητα των οργάνων των εναγομένων καθυστέρησης παρακαταθέσεώς της, δεν ανταποκρινόταν στην έννοια της πλήρους αποζημίωσης κατά το Σύνταγμα, ως ανερχόμενα με εξώδικο επανακαθορισμό το έτος 2000 στο ποσό των 200.000 δρχ.
ή 587 ευρώ ανά τ.μ. και αυτή αξίωνε από τον Ιούλιο του 2000 την προκύπτουσα διαφορά ποσού 63.186 ευρώ για τη δική της ιδιοκτησία και ποσού 1.137.349 ευρώ για εκείνη της αποβιωσάσης μητέρας της, τα εναγόμενα, αρνούνται, παράνομα και υπαίτια την καταβολή της προκύπτουσας ως άνω διαφοράς. Από την προαναφερόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων των εναγόμενων κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους, αυτή υπέστη α) θετική ζημία από τη μη απόδοση της παρακατατεθείσας αποζημίωσης των ιδιοκτησιών της αποβιωσάσης μητέρας της, αποκλειστικά στην ίδια, μόνη δικαιούχο της με βάση το ένδικο συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο και β) αποθετική ζημία τόσο από την καθυστέρηση απόδοσης της αποζημίωσης των ιδιοκτησιών της καθώς και εκείνων της αποβιωσάσης μητέρας της διότι απώλεσε τα ποσά που θα αποκέρδαινε με την ιδιότητά της ως αρχιτέκτων μηχανικός από την επένδυση των παραπάνω χρηματικών ποσών, στην ανέγερση μιας κατ' έτος πολυόροφης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής κατά το χρονικό διάστημα από 12.7.2000 έως 12.7.2007, όσο και από τη μη καταβολή της προκύπτουσας διαφοράς των ως άνω αποζημιώσεων, που θα επένδυε ωσαύτως, στην ανέγερση πολυόροφης κατ 'έτος οικοδομής, με συνέπεια, να απωλέσει, τα προσδιοριζόμενα σ' αυτή κέρδη.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν σ' αυτή, εξ αιτίας των παραπάνω παρανόμων πράξεων και παραλείψεων των οργάνων τους για την αποκατάσταση της ζημίας της (θετικής και αποθετικής) το ποσό των 400.000.000 ευρώ, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής.
Με βάση το περιεχόμενο αυτό, η ένδικη αγωγή φέρει το χαρακτήρα αγωγής αποζημιώσεως του άρθρου 105 Εισ.Ν. Α.Κ., εφ' όσον έχει ως αντικείμενό της, αποζημίωση ιδιώτου προς αποκατάσταση της ζημίας (θετικής ή αποθετικής) που υπέστη από παράνομες και υπαίτιες πράξεις των αρμοδίων οργάνων του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων που είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους, στα πλαίσια της ως άνω αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, που έλαβαν χώρα μετά τον καθορισμό της αποζημιώσεως για τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα. Επομένως, για την εκδίκαση αυτής είχαν δικαιοδοσία, τα αρμόδια διοικητικά δικαστήρια και όχι το Εφετείο, ως πολιτικό δικαστήριο. Έτσι κρίνοντας και το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την αγωγή αυτή, λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας αυτού, δεν κήρυξε παρά το Νόμο απαράδεκτο και ο μόνος λόγος αναιρέσεως, που εκτιμάται ως λόγος, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζεται ειδικότερα, ότι το Εφετείο είχε δικαιοδοσία να δικάσει την ως άνω αγωγή, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθεί η από 6.6.2010 αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων ( άρθρ.176, 183 Κ.Πολ.Δ. σε συνδ. με άρθρο 63 παρ.1 εδαφ.α Ν.2214/1994), όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6.6.2010 αίτηση αναιρέσεως της Α. Π. περί αναιρέσεως της 113/2010 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στα τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ