Legislator Case Law & Legislation
1045/2008 AI generated

1045/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1045/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1045/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εκδόθηκε η 1519/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Keywords

AI generated
company agreement work subject to authorization general terms and conditions unfair contract terms redundancy agreement on an unopened succession
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1045 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1045/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Α. Της αναιρεσείουσας - καλούσας:.Χ1 , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Μπεσκένη.

Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά, ο οποίος δήλωσε ότι ανακαλεί την από 28-2-2008 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και παρίσταται. 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΟΥ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κοσμά.

Κοινοποιουμένη προς: 1) Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΦΕΤΕΙΩΝ ΑΘΗΝΩΝ - ΠΕΙΡΑΙΩΣ - ΑΙΓΑΙΟΥ ΚΑΙ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πολυχρόνη Μπίρη. 2) Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΩΝ (Τ.Α.Σ.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Κουτσόλαμπρο, που δεν κατέθεσε προτάσεις. 3) Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟΝ ΝΟΜΙΚΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον Γεώργιο Ανδρέου, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ.

Β. Του προσθέτως παρεμβαίνοντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΦΕΤΕΙΩΝ ΑΘΗΝΩΝ - ΠΕΙΡΑΙΩΣ - ΑΙΓΑΙΟΥ ΚΑΙ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πολυχρόνη Μπίρη.

Υπέρ: Χ1 , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Μπεσκένη.

Των καθ' ων η πρόσθετη παρέμβαση: 1) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά, ο οποίος δήλωσε ότι ανακαλεί την από 28-2-2008 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και παρίσταται. 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΟΥ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κοσμά.

Κοινοποιουμένη προς: 1) Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΩΝ (Τ.Α.Σ.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Κουτσόλαμπρο, που δεν κατέθεσε προτάσεις. 2) Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟΝ ΝΟΜΙΚΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον Γεώργιο Ανδρέου, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. Γ. Του προσθέτως παρεμβαίνοντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΩΝ (Τ.Α.Σ.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Κουτσόλαμπρο, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Υπέρ: Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Μπεσκένη.

Των καθ' ων η πρόσθετη παρέμβαση: 1) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά, ο οποίος δήλωσε ότι ανακαλεί την από 28-2-2008 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και παρίσταται. 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΟΥ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κοσμά.

Κοινοποιουμένη προς: 1) Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΦΕΤΕΙΩΝ ΑΘΗΝΩΝ - ΠΕΙΡΑΙΩΣ - ΑΙΓΑΙΟΥ ΚΑΙ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πολυχρόνη Μπίρη. 2) Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟΝ ΝΟΜΙΚΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον Γεώργιο Ανδρέου, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. Δ. Του προσθέτως παρεμβαίνοντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟΝ ΝΟΜΙΚΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον Γεώργιο Ανδρέου, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. Υπέρ: Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Μπεσκένη.

Των καθ' ων η πρόσθετη παρέμβαση: 1) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά, ο οποίος δήλωσε ότι ανακαλεί την από 28-2-2008 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και παρίσταται. 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΟΥ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κοσμά.

Κοινοποιουμένη προς: 1) Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΦΕΤΕΙΩΝ ΑΘΗΝΩΝ - ΠΕΙΡΑΙΩΣ - ΑΙΓΑΙΟΥ ΚΑΙ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πολυχρόνη Μπίρη. 2) Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΩΝ (Τ.Α.Σ.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Κουτσόλαμπρο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 1-4-1996 αγωγή και ανακοίνωση δίκης μετά προσεπικλήσεως σε πρόσθετη παρέμβαση της ήδη αναιρεσείουσας, καθώς επίσης με την από 1-5-1996 παρέμβαση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΦΕΤΕΙΩΝ ΑΘΗΝΩΝ - ΠΕΙΡΑΙΩΣ - ΑΙΓΑΙΟΥ ΚΑΙ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ" και την από 13-6-1996 πρόσθετη παρέμβαση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟΝ ΝΟΜΙΚΩΝ", που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν με τις προφορικώς ασκηθείσες ενώπιον του ακροατηρίου ανταγωγή της "ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και πρόσθετη παρέμβαση του "ΤΑΜΕΙΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΩΝ". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 324/1997 του ίδιου Δικαστηρίου και 2821/1999 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 10-7-2000 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 1519/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 6731/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 23-3-2005 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 423/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 23-4-2007 κλήση της καλούσας και τις από 25-5-2007, 5-9-2007 και 2-1-2008 πρόσθετες παρεμβάσεις των υπό στοιχεία Β, Γ και Δ προσθέτως παρεμβαινόντων. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 19-12-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη κατά παραδοχή του τρίτου λόγου αναιρέσεως κατά το μέρος του κατά το οποίο κρίθηκε βάσιμος, καθώς και του στο σκεπτικό αυτεπαγγέλτως, σε κάθε περίπτωση, με την παρούσα εισήγηση προτεινόμενου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη όλων των λοιπών λόγων αναιρέσεως και, συναφώς, την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως καθόσον αυτή απευθύνεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας και των προσθέτως παρεμβαινόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων παρεμβάσεων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Ο "ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΦΕΤΕΙΩΝ ΑΘΗΝΩΝ - ΠΕΙΡΑΙΩΣ - ΑΙΓΑΙΟΥ ΚΑΙ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ" Ν.Π.Δ.Δ., το "ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΩΝ (ΤΑΣ)" Ν.Π.Δ.Δ. και το "ΤΑΜΕΙΟ ΝΟΜΙΚΩΝ" Ν.Π.Δ.Δ. παραδεκτά, συμφωνά με τις διατάξεις των άρθρων 80 και 81 ΚΠολΔ, παρεμβαίνουν προσθέτως υπέρ της αναιρεσείουσας, με τις από 25-5-2007, 5-9-2007 και 2-1-2008, αντίστοιχα πρόσθετες παρεμβάσεις τους, που ασκήθηκαν με ιδιαίτερα δικόγραφα, τα οποία κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου.

Το έννομο δε συμφέρον των προσθέτως παρεμβαινόντων, όπως εκτίθεται στις πρόσθετες παρεμβάσεις τους, είναι πρόδηλο, αφού σε περίπτωση ευδοκίμησης της αναίρεσης και περαιτέρω της αγωγής της αναιρεσείουσας συμβολαιογράφου, δηλαδή σε περίπτωση κατά την οποία ήθελε κριθεί ότι η τελευταία δικαιούται αμοιβή ανάλογη με την αξία του αντικειμένου του επίμαχου πωλητήριου συμβολαίου, ανάλογα θα αυξηθούν και τα δικαιώματα των προσθέτως παρεμβαινόντων, τα ποσά των οποίων αυτή είναι υποχρεωμένη να τους καταθέσει σύμφωνα με το νόμο (βλ.

σχ. ΟλΑΠ 10/2003).- Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 342 του ΑΚ με το να δεχτεί ότι η αναιρεσείουσα συμβολαιογράφος δεν δικαιούται τόκων υπερημερίας επί του ποσού των 110.726.884,10 δραχμών, που αποτελεί την κύρια οφειλή λόγω οφειλόμενων αναλογικών δικαιωμάτων εξαιτίας της από αυτήν (αναιρεσείουσα) συντάξεως του αναφερόμενου μεταβιβαστικού ακινήτων συμβολαίου με την αιτιολογία ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη, η οποία κρίθηκε ως αποκλειστική οφειλέτιδα του εν λόγω χρηματικού ποσού, ναι μεν δεν κατέβαλε το χρηματικό αυτό ποσό κατά την ημέρα συντάξεως του πωλητηρίου συμβολαίου, πλην όμως η καθυστέρηση της καταβολής του δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητά της (πταίσμα), επειδή αμφέβαλε δικαιολογημένα για την έκταση της οφειλής της, πιστεύοντας ότι η αναιρεσείουσα δικαιούταν ως αμοιβή της το πάγιο ποσό των 10.000 δραχμών κατ' εφαρμογή των διατάξεων του ν. 4171/1961.

Με βάση δε την παραδοχή του αυτήν το Εφετείο απέρριψε το σχετικό αγωγικό αίτημα, ως ουσιαστικά αβάσιμο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, γιατί με αυτόν υπό το πρόσχημα της ευθείας παραβιάσεως του ως άνω άρθρου 342 του ΑΚ και υπό την επίκληση της πιο πάνω διατάξεως του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ στην πραγματικότητα πλήττεται η κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ ανέλεγκτη περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου επί του ως άνω ζητήματος.

2.- Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340 και 346 του ΑΚ και 221 παρ. 1 στοιχ. γ' του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ως αγωγή, από την επίδοση της οποίας οφείλονται τόκοι κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 346 του ΑΚ, νοείται μόνον καταψηφιστική, όχι δε η απλώς αναγνωριστική (άρθρο 70 ΚΠολΔ), η οποία ως τέτοια δεν ενέχει άλλωστε όχληση προς εκπλήρωση της παροχής (βλ.

σχ. ΟλΑΠ 24/2004). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα συμβολαιογράφος ζήτησε με την ένδικη αγωγή της να αναγνωριστεί, εκτός άλλων, και ότι οφείλονταν τόκοι από την άσκηση της αγωγής της αυτής επί του ποσού των 110.725.028 δραχμών, που αποτελεί την κύρια οφειλή λόγω οφειλόμενων δικαιωμάτων εξαιτίας της από αυτήν (αναιρεσείουσα) συντάξεως του αναφερόμενου μεταβιβαστικού ακινήτων συμβολαίου.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως νομικά αβάσιμο το εν λόγω παρεπόμενο αγωγικό αίτημα για την αναγνώριση της οφειλής τόκων επιδικίας, ακριβώς διότι η ένδικη αγωγή ήταν απλώς αναγνωριστική. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε, σύμφωνα με τα παραπάνω, τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις του ΑΚ, τις οποίες, αντιθέτως, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.- 3.- Επειδή για την ύπαρξη εθίμου, που αναγνωρίζεται ως κανόνας δικαίου κατά το άρθρο 1 του ΑΚ και η παραβίασή του ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτούνται, ως στοιχεία δημιουργίας αυτού, μακρά και ομοιόμορφη άσκηση, καθώς και κοινή συνείδηση είτε των πολιτών ολόκληρου του Κράτους ή τμήματος αυτού είτε εκείνων των προσώπων που ανήκουν σε μία τάξη ή επάγγελμα για την αναγκαιότητα του εφαρμοζομένου ως κανόνα δικαίου.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 527 παρ. 1 ΑΚ, "τα έξοδα ή τα τέλη που απαιτούνται για την έγγραφη κατάρτιση της σύμβασης βαρύνουν εξίσου και τα δύο μέρη". Η διάταξη αυτή είναι συμπληρωματική και, ως έχουσα ενδοτικό χαρακτήρα, δεν αποκλείει αντίθετη συμφωνία των συμβαλλομένων, οι οποίοι μπορούν να καθορίσουν διαφορετικά τα της πληρωμής των εξόδων και τελών.

Πάντως η από την εν λόγω διάταξη ή η από τη σχετική διαφορετική συμφωνία των συμβαλλομένων ρύθμιση του ζητήματος αφορά μόνο τις μεταξύ αυτών σχέσεις και όχι την έναντι τρίτων δανειστών, όπως είναι ο συμβολαιογράφος, ευθύνη, η οποία ρυθμίζεται από τους οικείους νόμους. Περαιτέρω, με το άρθρο 1 της υπ' αριθ. 16188 της 414/10-5-1988 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 95 παρ. 1 του τότε ισχύοντος ν. 670/1977 "περί Κώδικος Συμβολαιογράφων" και ίσχυε κατά τη σύνταξη του πιο κάτω μεταβιβαστικού συμβολαίου, καθορίστηκαν τα δικαιώματα των συμβολαιογράφων για τη σύνταξη των συμβολαιογραφικών εγγράφων.

Όπως δε προκύπτει από τις σχετικές διατάξεις των άρθρων 95 έως και 97 του ως άνω ν. 670/1977 υπόχρεοι για την καταβολή της αμοιβής του συμβολαιογράφου είναι εκείνοι που του έδωσαν την εντολή προς σύνταξη του σχετικού συμβολαίου και επομένως επί συμβάσεως τα συμβαλλόμενη μέρη. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η δεύτερη αναιρεσίβλητη είναι θυγατρική εταιρεία της πρώτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας. Με αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου της πρώτης αναιρεσίβλητης, που λήφθηκαν κατά τις συνεδριάσεις της 20-2-1993 και της 5-11-1993, οπότε συντάχθηκαν τα υπ' αριθ. ....

και .... πρακτικά, αποφασίστηκε η μεταβίβαση στη δεύτερη αναιρεσίβλητη ακινήτων κυριότητας, νομής και κατοχής της πρώτης αναιρεσίβλητης ως εισφορά σε είδος σύμφωνα με το άρθρο 84 παρ. 2α του ν. 1969/1991. Ακολούθως η αναιρεσείουσα συμβολαιογράφος συνέταξε κατ' εντολή των αναιρεσιβλήτων το υπ' αριθ. .... πωλητήριο συμβόλαιο, που αφορούσε μεταβίβαση ακινήτων της πρώτης αναιρεσίβλητης προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, αντικειμενικής αξίας 9.628.328.258 δραχμών κατ' εκτίμηση των αρμοδίων ΔΟΥ περιφέρειας κάθε ακινήτου.

Η αναιρεσείουσα συμβολαιογράφος δικαιούται για τη σύνταξη του εν λόγω συμβολαίου αναλογικά δικαιώματα. Αυτά ανέρχονται με βάση την πιο πάνω αντικειμενική αξία των μεταβιβασθέντων ακινήτων σε ποσοστό 3% για το μέχρι 60.000 δραχμές ποσό της αξίας του αντικειμένου της σύμβασης και σε ποσοστό 1,15% για το πέραν των 60.000 δραχμών ποσό και επομένως αυτή (αναιρεσείουσα συμβολαιογράφος) δικαιούται να εισπράξει το ισότιμο προς το ποσό των 110.726.884,10 δραχμών [(60.000 Χ 3% = 1.800) + (9.628.268 Χ 1,15% = 110.725.084,9) = 110.726.884,9] ποσό των 324.955,79 ευρώ.

Στην καταβολή του χρηματικού αυτού ποσού προς την αναιρεσείουσα υποχρεούται η δεύτερη αναιρεσίβλητη, καθόσον από την κατάθεση του μάρτυρα της πρώτης αναιρεσίβλητης αποδεικνύεται ότι στις συναλλαγές έχει δημιουργηθεί έθιμο (άρθρο 1 ΑΚ), σύμφωνα με το οποίο η αμοιβή και τα έξοδα του συμβολαιογράφου για τη σύνταξη συμβολαίου μεταβιβαστικού της κυριότητας ακινήτου καταβάλλεται από τον αγοραστή αυτού, το δε έθιμο αυτό υπερισχύει την ενδοτικού δικαίου διάταξης του άρθρου 527 παρ. 1 του ΑΚ, η οποία δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, αφού επιπλέον δεν αποδεικνύεται από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη συμφωνία της με την πρώτη αναιρεσίβλητη για την καταβολή της αμοιβής της αναιρεσείουσας εξίσου.

Με βάση τις παραδοχές του αυτές και την ειδικότερη παραδοχή του για ύπαρξη του ως άνω εθίμου το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη από 1-4-1996 αγωγή της αναιρεσείουσας, καθόσον η αγωγή αυτή απευθυνόταν κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι δεν διέλαβε σ'αυτήν και συγκεκριμένα περιστατικά και παραδείγματα εφαρμογής ανά τη Χώρα ή τμήμα αυτής, από τα οποία και κατ' ορθή υπαγωγή αυτών στην έννοια του εθίμου, θα συναγόταν η ύπαρξη του τελευταίου.

Έτσι κατέστησε αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο για το αν το φερόμενο ως δημιουργηθέν ως άνω έθιμο προέκυψε ύστερα από μακρά και ομοιόμορφη άσκηση, καθώς και κοινή συνείδηση ότι το εφαρμοζόμενο επικρατεί ως δίκαιο και συγκεκριμένα τον έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της προαναφερόμενης ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 1 του ΑΚ, εκ πλαγίου παραβιάζοντας τη διάταξη αυτήν.

Επομένως ο τρίτος (και τελευταίος) λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του, με το οποίο, όπως εκτιμάται, προβάλλεται η πλημμέλεια αυτή, δηλαδή, κατά την αληθινή έννοιά του, λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ και όχι από τον αριθμό 1 του άρθρου αυτού (όπως, προφανώς από παραδρομή και οπωσδήποτε εσφαλμένως, αναφέρεται στο λόγο αυτόν αναιρέσεως), πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

Ο ίδιος (τρίτος) λόγος αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο μέρος του, με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις από τους αριθμούς 8 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρέπει, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, να απορριφθεί ως αόριστος στο σύνολό του, γιατί δεν προσδιορίζονται τα στοιχεία εκείνα τα οποία συνιστούν τους προβαλλόμενους αναιρετικούς λόγους, αλλ' απλώς και μόνο αναφέρεται ότι "η προσβαλλόμενη παραβίασε τις υπ' αριθ... 8 και 20 διατάξεις του άρθρου 559 ΚΠολΔ", πράγμα βέβαια που δεν αρκεί για να καταστήσει ορισμένους τους λόγους αναιρέσεως. 4.- Επειδή, κατ' ακολουθίαν όλων των παραπάνω, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, καθώς και οι ως άνω πρόσθετες υπέρ της αναιρεσείουσας παρεμβάσεις πρέπει:

α) καθόσον απευθύνονται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης να απορριφθούν, εφόσον όλοι οι λόγοι αναιρέσεως που αρμόζουν στην αναιρεσίβλητη αυτήν κρίθηκαν απορριπτέοι, και β) καθόσον απευθύνονται κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης να γίνουν δεκτές και να αναιρεθεί μερικώς ως προς την αναιρεσίβλητη αυτήν η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το λόγο αναιρέσεως που κρίθηκε βάσιμος, και, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτήν.

Η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη έναντι της δεύτερης αναιρεσίβλητης, πρέπει να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης αυτής, κατά τα άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό, κατά το σχετικό αίτημα της εν λόγω (δεύτερης) αναιρεσίβλητης. Δεν πρέπει όμως να επιδικαστεί υπέρ της τελευταίας και εις βάρος των προσθέτως υπέρ της αναιρεσείουσας παρεμβάντων ιδιαίτερη δικαστική δαπάνη, εφόσον, σύμφωνα μεν με το άρθρο 107 παρ. 3 σε συνδυασμό του με το άρθρο 105 του Κώδικα Δικηγόρων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 3026/1954, για τη σύνταξη προτάσεων επί των προαναφερόμενων πρόσθετων παρεμβάσεων ο πληρεξούσιος δικηγόρος αυτής (δεύτερης αναιρεσίβλητης) δεν έχει δικαίωμα αμοιβής, ενώ τα έξοδα που έγιναν για την επικόλληση ενσήμων στις προτάσεις αυτές κ.λπ.

δεν είναι, σύμφωνα με το άρθρο 189 παρ. 2 ΚΠολΔ, αποδοτέα, ως γενόμενα από υπερβολική πρόνοια. Η πρώτη αναιρεσίβλητη, ως ηττώμενη, πρέπει να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, κατά το σχετικό αίτημα της τελευταίας, κατά τα άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ, μειωμένη όμως, λόγω της μερικής νίκης και της μερικής ήττας καθεμιάς από τις διαδίκους αυτές, σύμφωνα με το άρθρο 178 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 2915/2001, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό, με την επισήμανση ότι για τη σύνταξη κάθε μιας από τις πρόσθετες παρεμβάσεις, καθώς και προτάσεων επί της πρώτης από αυτές δεν υφίσταται, σύμφωνα με τα συνδυασμένα άρθρα 105 παρ. 2 και 107 παρ. 3 του Κώδικα Δικηγόρων, δικαίωμα αμοιβής, ενώ ούτε και τα ως άνω σχετικά έξοδα που έγιναν για την επικόλληση ενσήμων στις προτάσεις αυτές κ.λπ.

δεν είναι αποδοτέα (κατά το άρθρο 182 παρ. 1 ΚΠολΔ), ως γενόμενα από υπερβολική πρόνοια (άρθρο 189 παρ. 2 ΚΠολΔ). Η δικαστική δαπάνη της προκειμένης αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφιστεί ολικά μεταξύ της πρώτης αναιρεσίβλητης και του προσθέτως υπέρ της αναιρεσείουσας παρεμβάντος "ΤΑΜΕΙΟΥ ΝΟΜΙΚΩΝ" λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας καθενός από τους διαδίκους αυτούς, δεδομένου ότι το παρεμβαίνον αυτό είναι πρόσωπο του οποίου η νομική υπηρεσία διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (άρθρο 22 παρ. 2 στοιχ.

β' και 3 ν. 3693/1957).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23 Μαρτίου 2005 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 6731/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών καθό μέρος η αίτηση αυτή απευθύνεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης (ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ-ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΟΥ"), καθώς και τις στο αιτιολογικό από 25-5-2007, 5-9-2007 και 2-1-2008 πρόσθετες παρεμβάσεις καθό μέρος αυτές απευθύνονται κατά της αμέσως πιο πάνω (δεύτερης) αναιρεσίβλητης.- Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αμέσως πιο πάνω (δεύτερης) αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.-

Αναιρεί μερικώς, κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό μέρος της, την ως άνω υπ' αριθ. 6731/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη (ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.").-

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος κατά το οποίο χώρησε η αναίρεση της αποφάσεως, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.-

Καταδικάζει την αμέσως πιο πάνω (πρώτη) αναιρεσίβλητη σε μέρος της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας, το οποίο ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ. Και

Συμψηφίζει ολικά μεταξύ της πρώτης αναιρεσίβλητης και του προσθέτως παρεμβάντος ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΝΟΜΙΚΩΝ" τη δικαστική δαπάνη της προκειμένης αναιρετικής δίκης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ