Supreme Court dismisses appeal on labor dispute regarding calculation of severance pay based on overtime. The court ruled the appeal inadmissible due to lack of legal grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of First Instance's decision in a labor dispute. The appellant argued that the court of first instance erred in calculating severance pay by excluding irregular overtime from the base salary. The court held that the lower court correctly determined the overtime was not provided on a stable basis and thus could not be included in the regular salary for compensation calculations.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 para. 1 and 176 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible when the appellate court finds no grounds for overturning the lower court's decision on the interpretation of law or assessment of evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1044 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1044/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ.Ζ. του Κ., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο - Ελευθέριο Τάγαρη, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…" - πρώην "… Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "… Α.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μπακόπουλο, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-10-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 256/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 4697/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-11-2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος συμπλήρωσε την αίτηση αναίρεσης ως εξής: "Στην υποστήριξη του πρώτου λόγου όπου αναφέρεται: "Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν και έγινε νόμιμα επίκλησή τους..." εννοούνται ως αποδεικτικά μέσα που τα σχετικά υπ' αριθμ. 131, 132 και 133 όπου μνημονεύονται στο αναιρετήριο στο οποίο έχουν ενσωματωθεί οι προτάσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, καθώς και η περιγραφόμενη στη σελ. 15 των προτάσεων του αντιδίκου δικαστική ομολογία" και ζήτησε την παραδοχή της αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.-Με την από 25.11.2018 και με αριθ. κατάθ. 10863/880/26.11.2018 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ` αριθ. 4697/24.9.2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που αποφάνθηκε επί της από 7.10.2016 και με αριθμό κατ. 4100/10.10.2016 έφεσης του ενάγοντος Γ.Ζ.
κατά της εναγομένης εταιρίας με την επωνυμία "..." και ήδη αναιρεσίβλητης, πρώην "… ΑΕ". Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου έγινε τυπικά δεκτή η έφεση, αλλά απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με την εκκαλουμένη με αριθμό 256/26.1.2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, είχε απορριφθεί η αγωγή του Γ.Ζ., ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον αυτή κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 26.11.2018, ενώ δεν προκύπτει επίδοση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, που δημοσιεύθηκε στις 24.9.2018 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). 2.-Κατά το άρθρο 559 αριθμ.11 εδάφ.
γ` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των κρίσιμων γεγονότων ή πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή λυσιτελών, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 1170/2021, ΑΠ 601/2021, ΑΠ 96/2020), οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Δεν συνάγεται ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη έγγραφο από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην πληττόμενη απόφαση όλα τα έγγραφα, εκτός από εκείνο στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.
Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, γ) ο κρίσιμος ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτός ήταν ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη, δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου και ε) ο νόμιμος τρόπος που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 1170/2021, ΑΠ 601/2021, ΑΠ 96/2020).
Στην ερευνώμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν προκύπτει με απόλυτα βέβαιο τρόπο ότι αξιοποιήθηκαν τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν και έγινε νόμιμη επίκλησή τους, για την απόδειξη του ουσιώδους αγωγικού ισχυρισμού του ότι η παροχή σε είδος από την αναιρεσίβλητη και δη η παραχώρηση της χρήσης οχήματος αποτελούσε τμήμα των τακτικών αποδοχών του και έπρεπε να συνυπολογισθεί στη νόμιμη αποζημίωση που του καταβλήθηκε.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον δεν επικαλείται ο αναιρεσείων ποια είναι τα έγγραφα αυτά, ποιο το περιεχόμενό τους και τον τρόπο της νόμιμης επίκλησής τους στο πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο, δικαστήρια της ουσίας. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. 3.-Κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 εδαφ.
α` του ν. 3198/1955, ο υπολογισμός της αποζημίωσης του μισθωτού, για καταγγελία της σύμβασης εργασίας του από τον εργοδότη, γίνεται με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου πριν από την καταγγελία μήνα, υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεώς του, δηλαδή το μισθό του και κάθε άλλη παροχή, που καταβάλλεται σταθερά και μόνιμα σαν συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της εργασίας του κατά τον τελευταίο μήνα της απασχολήσεώς του (ΑΠ 1014/2021, ΑΠ 1194/2019, ΑΠ 768/2018, ΑΠ 790/2017).
Ειδικότερα, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 648, 649 και 653 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 της υπ` αριθ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, μισθό αποτελεί και κάθε πρόσθετη παροχή, που δίνεται σταθερά και μόνιμα ως τακτικό συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα για την παρεχόμενη από το μισθωτό εργασία σε χρήμα ή σε είδος αποτιμώμενο σε χρήμα, εκτός αν πρόκειται για οικειοθελή παροχή, ελευθέρως ανακλητή ή για παροχή για εξυπηρέτηση λειτουργικών αναγκών της επιχειρήσεως, δηλαδή για παροχή αναγκαίως συνδεόμενη με τις λειτουργικές ανάγκες αυτής.
Έτσι, εφόσον παρέχονται τακτικά και σταθερά, περιλαμβάνονται στις τακτικές αποδοχές, μεταξύ άλλων, η αμοιβή για υπερεργασία και για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, καθώς και οι προσαυξήσεις για την παροχή εργασίας κατά τη νύκτα, τις Κυριακές και τις αργίες και γενικά κάθε προσαύξηση του βασικού μισθού ή του ημερομισθίου (ΟλΑΠ 5/2011,ΟλΑΠ 16/2011).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΑΠ 58/2015). Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). 4.-Στην προκειμένη περίπτωση, επί του ουσιώδους ζητήματος του προσδιορισμού του αληθινού ύψους των τακτικών αποδοχών του τελευταίου μήνα απασχόλησης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, το οποίο είναι κρίσιμο για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης, η οποία έπρεπε να καταβληθεί στον ίδιο ως προϋπόθεση της εγκυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, η οποία τον συνέδεε με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον το δεύτερο αναιρετικό λόγο μέρος, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Τέλος, η πρόσθετη αμοιβή και η προσαύξηση για υπερεργασία και νόμιμη υπερωριακή εργασία, αποτελούν τακτικές αποδοχές και συνεπώς, συνυπολογίζονται στην αποζημίωση απόλυσης, εφόσον το ποσό των υπερωριών είναι σταθερό κάθε μήνα, προστίθεται στο μηνιαίο μισθό, εάν δε είναι διαφορετικό, λαμβάνεται υπ' όψιν ο μέσος όρος των υπερωριών του τελευταίου διμήνου από την ημερομηνία λύσης της εργασιακής σχέσης [...].
Στην προκειμένη περίπτωση, παρόλο που αναφέρεται ότι η παρεχόμενη υπερεργασία δεν ήταν σταθερή κάθε μήνα, υπολογίζεται η αμοιβή της υπερεργασίας του τελευταίου πριν την απόλυση μηνός και όχι ο μέσος όρος του τελευταίου διμήνου, όπως θα έπρεπε, κατά τα ανωτέρω και ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει ο εν λόγω συνυπολογισμός.
Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή του εκκαλούντος, ως ουσία αβάσιμη, έκρινε ορθά και δεν έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, απορριπτομένων όλων των λόγων της εφέσεως ως αβασίμων, κατά τα προδιαληφθέντα...".
Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο έκρινε ότι η υπερεργασία του ενάγοντος (για την οποία γίνεται αναφορά στην αγωγή μόνον στον τελευταίο πριν την απόλυση μήνα) δεν έπρεπε να συνυπολογισθεί στη βάση προσδιορισμού της αποζημιώσεως απολύσεως του ενάγοντος, η οποία, ως εκ τούτου, δεν υπήρξε ελλιπής και δεν υπήρχε αξίωση αυτού προς συμπλήρωση της ήδη καταβληθείσας αποζημίωσης.
Με την κρίση του αυτή, το δικαστήριο της ουσίας υπήγαγε ορθώς το πόρισμα αυτό στις ουσιαστικές διατάξεις που εφάρμοσε, διότι, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι ο ενάγων πραγματοποίησε υπερεργασία, δεν θα μπορούσε αυτή να συνυπολογισθεί στις τακτικές αποδοχές, αφού, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, αυτή δεν παρέχονταν σε μόνιμη και τακτική βάση.
Σημειώνεται ότι το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι αν εφαρμόζεται η διάταξη της παρ. 1 αντί της παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 3198/1955, όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, οι οποίες ρυθμίζουν μόνον τον τρόπο υπολογισμού των τακτικών αποδοχών για την εξεύρεση της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, ανάλογα με το εάν ο εργαζόμενος αμείβεται είτε με συγκεκριμένο μισθό, είτε κατ' αποκοπή ή με ποσοστά, αλλά εάν η αμοιβή υπερεργασίας συμπεριλαμβάνεται στις τακτικές αποδοχές του εργαζομένου, επειδή καταβάλλεται σταθερά, ως αντάλλαγμα για σταθερώς παρεχόμενη υπερεργασία, προϋπόθεση που δεν συντρέχει εν προκειμένω, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
5.-Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα της αναιρεσίβλητης, η οποία παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25.11.2018 και με αριθμό κατάθ. 10863/880/26.11.2018 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 4697/24.9.2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800)ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Μαΐου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και ταύτης καθώς και της
αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών,
ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 5 Ιουλίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ