Supreme Court dismisses appeal on jurisdiction, ruling civil courts have authority over private debt disputes involving ship auctions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final judgment regarding jurisdiction over a third-party objection in a ship auction case. The appellant argued that civil courts lacked jurisdiction because the auction process was an administrative act, while the respondent contended the matter was a private civil dispute. The court rejected this distinction, establishing that civil courts retain jurisdiction because the underlying claim is an asset seizure for a private debt, which constitutes a private legal difference.
Legislator headnote
AI generatedArticles 986, 559, 561, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that civil courts have jurisdiction over third-party objections in asset seizure proceedings when the underlying claim is a private debt, regardless of the administrative nature of the auction procedure.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1044 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1044/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Άννα Γλάστρα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στον Πειριαά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σταμούλη που ανακάλεσε την από 9/5/2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/5/2015 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15883/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1395/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8/1/2018 αίτησή της και τους από 30/3/2020 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπόκειται προς κρίση η από 8-1-2018 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 1395/2017 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσ/κης. Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η από 19-1-2016 έφεση της καθ' ης η ανακοπή, ήδη αναιρεσείουσας, κατά της υπ' αριθμ. 15883/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/κης, η οποία είχε δεχθεί την από 11-5-2015 ανακοπή κατ' άρθρο 986 ΚΠολΔ (της δήλωσης τρίτου στο πλαίσιο συντηρητικής κατάσχεσης) της ανακόπτουσας, ήδη αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Παραδεκτός, εξ άλλου είναι και ο από 30-3-2020 πρόσθετος λόγος αυτής, ο οποίος ασκήθηκε εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο που επιδόθηκε νόμιμα στην αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με το άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 του ν. 4842/2021 ως προς την έννοια της συζήτησης της αναίρεσης όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281 ΚΠολΔ και ισχύει από 1-1-2022. Πρέπει, επομένως, η αναίρεση και ο πρόσθετος λόγος αυτής να εξεταστούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 538/2012).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ .../2016).
Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 472/2017, ΑΠ 905/2017). Eξ άλλου, με το ν. 2881/2001 "Ρύθμιση θεμάτων ανέλκυσης ναυαγίων και άλλες διατάξεις" παρέχεται η δυνατότητα στον Οργανισμό, που ως τέτοιος νοείται το κατά περίπτωση αρμόδιο νομικό πρόσωπο του δημόσιου τομέα ή η δημόσια υπηρεσία, που ασκεί τη διοίκηση και διαχείριση λιμένα, διώρυγας ή διαύλου, εκποιήσεως ναυαγίου ή επιβλαβούς λόγω ακινησίας πλοίου, αναφορικά με την οποία διαλαμβάνεται στην διάταξη του άρθρου 2 παρ. 5 αυτού ότι "Αν η εκτέλεση των πράξεων αυτών από τον Οργανισμό κρίνεται λόγω των ένδικων συνθηκών, της συγκεκριμένης περίπτωσης, αδύνατη, απρόσφορη ή ασύμφορη, ο οργανισμός μπορεί να εκποιήσει το ναυάγιο ή τμήματα αυτού, με ανοικτό πλειοδοτικό διαγωνισμό.
Ο πλειοδότης υποχρεούται να ανελκύσει και απομακρύνει το ναυάγιο μέσα στην οριζόμενη στην διακήρυξη προθεσμία. Από την κατακύρωση και την καταβολή του τιμήματος, ο πλειοδότης θεωρείται ότι παραλαμβάνει το ναυάγιο, αποκτά την κυριότητά του ελεύθερη από κάθε δικαίωμα τρίτου και μπορεί, αν συντρέχει λόγος, να ζητήσει την καταχώριση περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης ή τη διαγραφή από το νηολόγιο.
Για την καταχώριση ή τη διαγραφή δεν απαιτείται βεβαίωση του άρθρου 19 παρ. 1 του Ν. 27/1975 (ΦΕΚ 77 Α') και το πιστοποιητικό του άρθρου 88 παρ. 5 του Κ.Ν. 792/1978 (ΦΕΚ 220 Α'), όπως ερμηνεύτηκε αυθεντικά από το άρθρο 1 παρ. 6 του Ν. 1711/1987 (ΦΕΚ 109 Α')· Η κυριότητα του πλειοδότη τελεί υπό τη διαλυτική αίρεση της μη εμπρόθεσμης ανέλκυσης και απομάκρυνσης του ναυαγίου.
Η ανέλκυση και απομάκρυνση του ναυαγίου πιστοποιείται από τον Οργανισμό. Ο Οργανισμός αφαιρεί από το τίμημα τις δαπάνες εκποίησης, αυξημένες κατά ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) και καταθέτει το υπόλοιπο στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ του κυρίου, ο οποίος και καλείται να παραλάβει το οικείο γραμμάτιο παρακαταθήκης.
Για την κατάθεση ειδοποιείται η αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία, το Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο, οι δανειστές που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 και, αν είχε επιβληθεί αναγκαστική κατάσχεση στο ναυάγιο, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού. Στην τελευταία περίπτωση η κατάθεση γίνεται με τον όρο να αποδοθεί το τίμημα ύστερα από εντολή του υπαλλήλου του πλειστηριασμού.
Με την επιφύλαξη της διάταξης του προηγούμενου εδαφίου, το τίμημα αποδίδεται στον κύριο μετά παρέλευση έξι (6) μηνών από την ημέρα που ο Οργανισμός θα δηλώσει ότι έγινε η ανέλκυση και απομάκρυνση του ναυαγίου. Μετά την παρέλευση έτους από την ημέρα αυτήν, ο Οργανισμός δικαιούται να αναλάβει το τίμημα, αν δεν ζητηθεί αυτό από τον κύριο ή δεν ασκήσουν δικαιώματα δανειστές".
Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται αναλόγως και επί απομακρύνσεως επιβλαβούς λόγω ακινησίας πλοίου (άρθρο 3 παρ. 5). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 17 παρ. 2 του Κανονισμού Οικονομικής Διαχειρίσεως του Ο.Λ.Θ. και ελέγχου αυτής, που εγκρίθηκε βάσει των διατάξεων της παρ.1 του άρθρου 12 του Ν.Δ. 2551/1953 και της παρ. 5 του άρθρου 10 του Ν.Δ. 449/1970 με την υπ'αριθμ. 46307/7/4-1-1974 υ.α. (ΦΕΚ 205/τεύχ.
Β'), "ουδείς δικαιούχος δύναται να λάβη χρήματα παρά του Ο.Λ.Θ. εάν τυγχάνη συγχρόνως και οφειλέτης αυτού. Κατ'εξαίρεσιν ο Διευθυντής Οικονομικών δύναται να εντέλληται την πληρωμήν εντάλματος οφειλέτου εάν δικαιούχος είναι το Δημόσιον, Οργανισμός Κοινής Ωφελείας ή Τράπεζα". Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440,
441 και 442 ΑΚ προκύπτει ότι ο συμψηφισμός, ο οποίος επιφέρει την, δια συνυπολογισμού, απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων υφισταμένων αμοιβαίων, ομοειδών κατ' αντικείμενο, και ληξιπροθέσμων απαιτήσεων συντελείται με δήλωση μονομερή απευθυντέα προς τον άλλον, η οποία δεν υποβάλλεται σε συστατικό τύπο και δεν υπόκειται σε ανάκληση.
Το αποσβεστικό αποτέλεσμα του συμψηφισμού επέρχεται είτε η σχετική δήλωση προβληθεί στο δικαστήριο είτε εξωδίκως, είναι δε δυνατό να προβληθεί και κατά την εκτέλεση, αν η σχετική ανταπαίτηση αποδεικνύεται παραχρήμα, δηλαδή με έγγραφο ή δικαστική ομολογία. Κατά το χρόνο επίκλησης του συμψηφισμού πρέπει να υφίσταται κατά νόμο η απαίτηση, ήτοι να είναι έγκυρη και να μην υπόκειται σε κάποια ουσιαστική ένσταση, αναβλητική ή ανατρεπτική, χωρίς να εξετάζεται ο μετέπειτα διαρρέων χρόνος από την άποψη του αποτελέσματος που ήδη επήλθε (ΑΠ 132/2017, ΑΠ 633/2015, ΑΠ 1617/2009).
Βασικό δηλαδή στοιχείο του συμψηφισμού είναι η ύπαρξη και η εγκυρότητα των συμψηφιζομένων απαιτήσεων. Έτσι, αν μία από τις απαιτήσεις δεν υπάρχει ή η σχετική σύμβαση από την οποία πηγάζει είναι άκυρη, ο συμψηφισμός δεν επιφέρει απόσβεση της άλλης απαίτησης. Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξώδικα, είτε ενώπιον του δικαστηρίου με την μορφή ένστασης, με την οποία και μόνο ενεργεί (άρθρο 442 ΑΚ) .
Όταν ο εναγόμενος επικαλείται, κατά τη διάρκεια της δίκης, συμψηφισμό που έχει λάβει χώρα εξώδικα, πριν από την έναρξη της δίκης, δεν υπάρχει ουσιαστικά ένσταση συμψηφισμού, αλλά απλή ένσταση "εξόφλησης" δια του συμψηφισμού, η οποία υπάγεται στη ρύθμιση των κοινών ενστάσεων κατά το δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 132/2017, ΑΠ 450/2013 δημ.
ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, στη δίκη που ανοίγεται με την ως άνω ανακοπή κατά της δήλωσης του άρθρου 986 ΚΠολΔ, ο τρίτος δικαιούται να προτείνει όλες τις ενστάσεις, τις οποίες έχει κατά του δανειστή (καθού η κατάσχεση), που αφορούν την οφειλή του και που θα μπορούσε να αντιτάξει κατά του καθού η εκτέλεση λ.χ. εξόφληση, ακυρότητα, ακυρωσία, συμψηφισμό.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε τα εξής : "Εντός του λιμένα Θεσσαλονίκης βρισκόταν επί δεκαετία πλαγιοδετημένο στο κρηπίδωμα Νο 14 το πλοίο γενικού φορτίου " Μ.", σημαίας Παναμά, με ΙΜΟ: ..., της πλοιοκτήτριας εταιρείας "...", με έδρα τον Παναμά και πραγματική έδρα την Κωνσταντινούπολη της Τουρκίας.
Η καθ' ης η ανακοπή εταιρεία "....", τηρώντας τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 2 του Ν. 2881/2001 και αφού προηγουμένως η αρμόδια Γνωμοδοτική Επιτροπή Ανέλκυσης-Απομάκρυνσης ή Εξουδετέρωσης Ναυαγίων ή Πλοίων γνωμοδότησε ότι το ανωτέρω πλοίο υπάγεται στην έννοια του "επιβλαβούς πλοίου λόγω ακινησίας" κατ'άρθρο 5 του Ν.2881/2001..., κίνησε τη διαδικασία για την εκποίησή του με ανοικτό πλειοδοτικό διαγωνισμό, ώστε ο πλειοδότης να το απομακρύνει από το θαλάσσιο χώρο του λιμένα της Θεσσαλονίκης.
Προηγουμένως η καθ' ης η ανακοπή τήρησε τις διατυπώσεις που ορίζονται στο άρθρο 2 του προαναφερόμενου νόμου (έγγραφη πρόσκληση του κυρίου, επιδόσεις στον κύριο, στους τυχόν δανειστές, στον Υπουργό των Εξωτερικών κλπ.) ώστε εάν ο κύριος του πλοίου δεν εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις του, τότε θα προέβαινε μετά τις 24-2- 2014 στις νόμιμες ενέργειες , δηλαδή ή θα εκτελούσε τις πράξεις που αναφέρονταν στην πρόσκληση μόνη της ως εντολοδόχος του κυρίου του πλοίου ή θα ανέθετε σε τρίτον τις εργασίες ή θα προέβαινε στην εκποίηση με ανοικτό πλειοδοτικό διαγωνισμό.
Μέχρι το σημείο εκείνο της διαδικασίας, δίχως ακόμη να έχει ξεκινήσει η διαδικασία της εκποίησης, η καθ' ης η ανακοπή είχε δαπανήσει για τις ως άνω ενέργειες το ποσό των 525, 66 ευρώ... Τελικά, αφού παρήλθε άπρακτη η ταχθείσα στην κυρία του πλοίου προθεσμία, η καθ'
ης η ανακοπή προέβη
σε πλειοδοτικό διαγωνισμό, ο οποίος διενεργήθηκε στις 11-7-2014 και αναδείχθηκε πλειοδότης η ανακόπτουσα εταιρεία, στην οποία και κατακυρώθηκε το πλοίο. Το τίμημα που επιτεύχθηκε ανήλθε στο ποσό των 180.300 ευρώ συν ΦΠΑ 23%, δηλαδή στο ποσό των 221.796 ευρώ. Αφού η ανακόπτουσα κατέβαλε το τίμημα, απέκτησε πλέον την κυριότητα του εκποιηθέντος πλοίου ελεύθερη από κάθε δικαίωμα τρίτου, όπως ορίζει το άρθρο 2 παρ. 5 εδ.
γ' του ιδίου ως άνω νόμου. Στη συνέχεια, στις 18-9-2014 υπογράφηκε μεταξύ της καθ' ης η ανακοπή και της ανακόπτουσας (πλειοδότριας εταιρείας) η σύμβαση εκποίησης επιβλαβούς - λόγω ακινησίας- πλοίου και η δεύτερη παρέλαβε το πλοίο και της χορηγήθηκε και σχετική έγκριση ρυμούλκησής του χωρίς φορτίο και πλήρωμα από το λιμάνι της Θεσσαλονίκης στο λιμάνι ALIAGA της Τουρκίας για διάλυση από το ρυμουλκό "Α." Ν.Π. ....
Η έγκριση ρυμούλκησης χορηγήθηκε από το Κεντρικό Λιμεναρχείο Θεσσαλονίκης, αφού λήφθηκαν υπ' όψιν δεκατρία (13) έγγραφα που αναφέρονται στην έγκριση αναλυτικά, μεταξύ των οποίων είναι και το με αριθμό 13 έγγραφο με Α.Π. … /7-1-2015 -βεβαίωση εξόφλησης τιμολογίων Μ. "S. II" σημαίας SIERRA LEONE IMO ... από Ο.Λ.Θ. (πρόκειται για το πρώην " Μ.", σημαίας Παναμά, με ΙΜΟ: ..., δηλαδή το πλοίο που εκποιήθηκε).
Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι όταν το προαναφερόμενο πλοίο κατέφθασε στον προορισμό του (αρχές του έτους 2015) οι τουρκικές λιμενικές αρχές προέβησαν σε δέσμευσή του, λόγω κατασχέσεων που είχαν επιβληθεί από δανειστές της προηγούμενης πλοιοκτήτριας εταιρείας ("..." ), ενώ στη συνέχεια λόγω δυσμενών καιρικών συνθηκών στο σημείο που ήταν αγκυροβολημένο, προσάραξε σε αβαθή και βραχώδη ακτή της περιοχής ALIAGA.
Μετά ταύτα, η ανακόπτουσα κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 3126/5-2-2015 αίτηση για λήψη ασφαλιστικών μέτρων και δη συντηρητικής κατάσχεσης κατά της πρώην πλοιοκτήτριας εταιρείας "..." και κατά της καθ'ης η ανακοπή (Ο.Λ.Θ. ΑΕ) , με αίτημα να κατασχεθεί συντηρητικά κάθε κινητή ή ακίνητη περιουσία της πρώτης καθ' ης είτε βρίσκεται στα χέρια της είτε στα χέρια τρίτου, προκειμένου να εξασφαλιστεί η χρηματική απαίτηση που διατηρεί σε βάρος της πρώην πλοιοκτήτριας, δηλαδή η αποκατάσταση της ζημίας της που συνίσταται α) στην απώλεια του τιμήματος που κατέβαλε στον πλειοδοτικό διαγωνισμό, ύψους 221.769 συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ 23%, β) στην απώλεια του εμπορικού της κέρδους που υπολόγιζε ότι θα αποκομίσει από τη διάλυση του πλοίου, ύψους ....856,01 ευρώ, γ) στις δαπάνες που υποβλήθηκε εξαιτίας της δέσμευσης του πλοίου στην Τουρκία, ύψους 20.000 ευρώ περίπου, δηλαδή για ζημίες συνολικού ποσού 356.625,04 ευρώ.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης στις 2-3-2015 η ανακόπτουσα (εκεί αιτούσα) παραιτήθηκε από το δικόγραφο ως προς την δεύτερη καθ' ης η αίτηση (νυν καθ' ης η ανακοπή) και συζητήθηκε η υπόθεση μόνον ως προς την πρώτη των καθ'ων η αίτηση- πρώην πλοιοκτήτρια εταιρεία, η οποία δικάσθηκε ερήμην. Επί της αιτήσεως εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4228/2015 απόφαση του άνω Δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης), με την οποία διατάχθηκε η συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας, καθώς και απαιτήσεως της καθ'ης, είτε βρίσκεται στα χέρια της είτε στα χέρια τρίτου, μέχρι του ποσού των 450.000 ευρώ.
Στη δίκη εκείνη η καθ'ης η ανακοπή είχε ασκήσει αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, ζητώντας να εξαιρεθεί από τη συντηρητική κατάσχεση του τιμήματος της εκποίησης του προαναφερθέντος πλοίου, που καταβλήθηκε από την ανακόπτουσα στην ...., για λογαριασμό της πρώην πλοιοκτήτριας εταιρείας, το ποσό που αναλογεί στις υποβληθείσες από αυτήν (....) δαπάνες εκποίησης του πλοίου, αυξημένες κατά ποσοστό 10%, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 5 του ν. 2881/2001, καθώς και τα ποσά που βεβαιώνονται ως οφειλές της πρώην πλοιοκτήτριας εταιρείας προς την ....
βάσει τιμολογίων που εξέδωσε η τελευταία. Η παρέμβαση αυτή έγινε δεκτή από το Δικαστήριο μόνον ως προς το δεύτερο αίτημά της και διατάχθηκε η αφαίρεση από την κατάσχεση του ποσού των 578,23 ευρώ, αυξημένου κατά 10%, που αποτελεί τις δαπάνες εκποίησης της ...., ενώ απορρίφθηκε σιωπηρά η παρέμβαση ως προς το πρώτο αίτημά της.
Η παραπάνω απόφαση κατέληξε ότι πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 578,23 ευρώ για δαπάνες της ...., εκτιμώντας ως σχετικό αποδεικτικό μέσο το προαναφερόμενο υπ' αριθμ. πρωτ. 1698/27-2-2014 έγγραφο της Νομικής Υπηρεσίας της ... (καθ' ης η ανακοπή), που είχε προσκομισθεί μετ' επικλήσεως και στο Δικαστήριο εκείνο. Σημειωτέον ότι η καθ'ης η ανακοπή με την εκεί παρέμβασή της δεν προσδιόρισε το ύψος των δαπανών εκποίησης που έπρεπε να αφαιρεθούν και δεν προσκόμισε κάποιο έγγραφο από το οποίο να προκύπτει κάποιο άλλο μεγαλύτερο ποσό.
Με αυτόν τον τίτλο (απόφαση ασφαλιστικών μέτρων) η ανακόπτουσα επέβαλε συντηρητική κατάσχεση στο χρηματικό ποσό που είχε στα χέρια της η καθ' ης η ανακοπή ως τρίτη, επιδίδοντας το κατασχετήριο έγγραφο στην τελευταία στις 3-4-2015 και το ίδιο κατασχετήριο στην οφειλέτρια εταιρεία στις 7-4-2015... Στη συνέχεια, κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης την με αριθμό καταθέσεως 8707/21-4- 2015 κύρια αγωγή της κατά της πρώην πλοιοκτήτριας εταιρείας, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να της καταβάλλει ως αποζημίωση το ποσό των 221.190,77 ευρώ, που αντιστοιχεί στο τίμημα που κατέβαλε στην Ο.Λ.Θ.
ΑΕ για να αποκτήσει το επιβλαβές πλοίο, μειωμένο κατά το ποσό των δαπανών εκποίησης που όριζε η προρρηθείσα απόφαση ασφαλιστικών μέτρων. Η αγωγή αυτή συζητήθηκε στις 11-11-2015, ερήμην της εναγόμενης, και επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 15735/2015 απόφαση του άνω Δικαστηρίου (Μον. Πρωτ. Θεσ/νίκης), που την έκανε δεκτή ως νόμω και ουσία βάσιμη και υποχρέωσε την εναγόμενη (πρώην πλοιοκτήτρια) να καταβάλει νομιμοτόκως στην ενάγουσα (νυν ανακόπτουσα) το ανωτέρω ποσό των 221.190, 77 ευρώ.
Ήδη η εν λόγω απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη, αφού κατ' αυτής δεν ασκήθηκαν ένδικα μέσα (βλ. το προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως από την ανακόπτουσα υπ' αριθμ. 4804/17-11-2016 πιστοποιητικό της γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης). Μετά την επίδοση του ως άνω κατασχετηρίου, η καθ' ης η ανακοπή με την ενώπιον του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης υπ' αριθμ. 6296/14-4-2015 εμπρόθεσμη δήλωσή της ανέφερε επί λέξει, ότι : "η ΑΕ με την επωνυμία "Τεχνική Προστασίας ΑΕ" στις 3-4-2015 με το από 31-3-2015 έγγραφό της (αρ.
πρωτ. ... 2720/3-4-2015) επέβαλε συντηρητική κατάσχεση σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 712 παρ.1 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τη διάταξη 983 παρ. ΚΠολΔ εις χείρας ... ΑΕ ως τρίτης, προκειμένου να εξασφαλιστεί η απαίτησή της κατά της οφειλέτιδός της εταιρείας με την επωνυμία "...". Όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. 2828/14-4-2015 έγγραφο ...
ΔΕ, Διεύθυνση Οικονομικού, Τμήμα Λογιστικού, από το ποσό τιμήματος δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2881/2001
του πλοίου "ALISA":
α) εξοφλήθηκαν οφειλές του πλοίου (πλευριστικά κλπ) που είχαν τιμολογηθεί στην πλοιοκτήτρια εταιρία "..." ύψους 126.684,25 ευρώ και β) υπολογίστηκαν οι δαπάνες εκποίησης της ... ΑΕ ύψους 39.826,05 ευρώ. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω συνάγεται, ότι το ύψος του τιμήματος που βρίσκεται κατά τον χρόνο της προαναφερθείσας συντηρητικής κατασχέσεως εις χείρας ... ΑΕ υπέρ της εταιρείας "..." ανέρχεται σε ποσό 13.789, 70
ευρώ
και το ποσό αυτό, ισχύουσας της συντηρητικής κατασχέσεως, η ... ΑΕ δεν θα καταθέσει στην εταιρία αυτή καθ' οιονδήποτε τρόπο, άμεσα ή έμμεσα, ούτε θα καταβάλει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων". Την γενόμενη αυτή δήλωση τρίτου αμφισβητεί με την κρινόμενη ανακοπή η ανακόπτουσα-πλειοδότρια που επέβαλε την συντηρητική κατάσχεση εταιρεία, ως ανακριβή, επικαλούμενη ότι μη νόμιμα και χωρίς δικαίωμα η καθ'ης η ανακοπή παρακράτησε από το εισπραχθέν από αυτήν τίμημα από την διενεργηθείσα εκποίηση του επιβλαβούς λόγω ακινησίας πλοίου της ως άνω εταιρείας "...", ποσού 221.796 ευρώ, τις αναφερόμενες στη δήλωση ως οφειλές του πλοίου για πλευριστικά κλπ δικαιώματα ύψους 126.684,25 ευρώ, που φέρονται να τιμολογήθηκαν από την καθ'ης στην οφειλέτριά της-πρώην πλοιοκτήτρια του πλοίου, λόγω εξοφλήσεως, καθώς και για δαπάνες εκποιήσεως του πλοίου το ποσό των 39.826.05 ευρώ, αφού οι δαπάνες αυτές, αυξημένες κατά ποσοστό 10% σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 5 του ν. 2881/2001, ύψους 578,23 ευρώ, είχαν ήδη αφαιρεθεί από το εισπραχθέν τίμημα.
Η καθ'ης η ανακοπή-εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι η δήλωσή της είναι ειλικρινής, επειδή νομίμως αφαιρέθηκαν από το συνομολογηθέν τίμημα εκποίησης του ως άνω πλοίου οι οφειλές της πρώην πλοιοκτήτριας εταιρείας προς τον ΟΔΘ Α.Ε., συνολικού ποσού 126.684,25 ευρώ, για πλευριστικά κλπ δικαιώματα, για τα οποία είχαν εκδοθεί τα ισόποσης συνολικής αξίας υπ'αριθμ. .../31-12-2013, .../31-12-2013, .../31-12-2013, .../ 31-10-2014 και .../31-10-2014 και .../ 13-11-2014 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών της ...., καθώς και για δαπάνες εκποίησης του πλοίου το ποσό των 39.826.05 ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 του Κανονισμού Οικονομικής Διαχείρισης ΟΑΘ Α.Ε.
και 2 παρ. 5 του ν. 2881/2001, προβάλλοντας ... τον ισχυρισμό (ένσταση) της εξόφλησης των ως άνω οφειλών της πρώην πλοιοκτήτρϊας εταιρείας δια συμψηφισμού, που έλαβε χώρα εξωδίκως, από το τίμημα που καταβλήθηκε στο ταμείο της .... μετά την εκποίησή του κατά τα προαναφερόμενα και της απόσβεσης ισόποσης απαίτησης της πρώην πλοιοκτήτριας για το τίμημα....
Για την απόδειξή της η εκκαλούσα -καθ'ης η ανακοπή επικαλείται και προσάγει το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου το υπ' αριθμ. 9502/15-12-2015 έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης - Διεύθυνση Οικονομικού-Τμήμα Λογιστηρίου- της ...., που απευθύνεται προς το Γραφείο Νομικών Υποθέσεων της ίδιας (....), με το οποίο, σχετικά με το θέμα εκποίησης του προαναφερόμενου πλοίου, βεβαιώνεται ότι "1) το τίμημα ύψους 180.300 πλέον ΦΠΑ 23% καταβλήθηκε την 15-9-2014 από την εταιρία "..." με κατάθεση στην Τράπεζα Πειραιώς και εκδόθηκε το αριθ. 3032/17-9-2014 τιμολόγιο, 2) την 30-9-2014 έγινε συμψηφισμός του προϊόντος εκποίησης με οφειλές του πλοίου , ποσού 94.546,55 ευρώ-σχετικά με αριθ. ...,
..., .../31-12-2013 της εταιρίας "..." και 3) την 31-12-2014 έγινε επίσης συμψηφισμός του προϊόντος εκποίησης με οφειλές του πλοίου ποσού 32.137,70 ευρώ-σχετικά τιμολόγια με αριθ. .../13-11-2014, .../31-10-2014 της εταιρίας "...". Όμως, από το έγγραφο αυτό (το οποίο σημειωτέον αποτελεί εσωτερικό έγγραφο της καθ'ης η ανακοπή, απευθυνόμενο προς το γραφείο της νομικής της υπηρεσίας και συντάχθηκε μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης) δεν αποδεικνύεται ότι κατά τους αναφερόμενους σε αυτό (έγγραφο) χρόνους συντελέσθηκε νόμιμα ο συμψηφισμός των επικαλούμενων απαιτήσεων της καθ'ης η ανακοπή (....) με το τίμημα εκποίησης του πλοίου και με τον τρόπο αυτό εξοφλήθηκαν οι ως άνω απαιτήσεις της, αφού ουδεμία αναφορά γίνεται στο έγγραφο αυτό για το εάν έγινε από πλευράς της καθ'ης (....) οποιαδήποτε πρόταση περί συμψηφισμού τυχόν απαιτήσεών της κατά της πρώην πλοιοκτήτριας του εκποιηθέντος κατά τις διατάξεις του ν. 2881/2001 πλοίου, η οποία να απευθύνθηκε οποτεδήποτε με σχετική δήλωση της πρώτης (καθ'ης) προς την δεύτερη (πρώην πλοιοκτήτρια) και να περιήλθε η δήλωση αυτή στην τελευταία με νόμιμο τρόπο.
Τούτο δε διότι τέτοιος εξώδικος συμψηφισμός που επικαλείται η εκκαλούσα-καθ'ης η ανακοπή δεν επέρχεται αυτοδικαίως, από της συνδρομής των προϋποθέσεων της ΑΚ 440, αλλά η επέλευσή του απαιτεί προσθέτως και την επίκλησή του, δηλαδή, δήλωση του ενός από τους δικαιούχους προς το δικαιούχο της άλλης. Η πρόταση γίνεται με μονομερή δήλωση του ενός γνωστοποιητέα στον άλλο, η οποία συνιστά μονομερή ουσιαστική δικαιοπραξία.
Ο συμψηφισμός συνιστά διαπλαστικό δικαίωμα των μερών και από το χρονικό σημείο, που οι αντίθετες απαιτήσεις συναντηθούν και συντρέχουν οι προϋποθέσεις του συμψηφισμού, κάθε μέρος έχει δικαίωμα να επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων με δήλωσή του, η οποία συνιστά δεσμευτική διάπλαση των εννόμων σχέσεων αυτών....
Τέτοια δε πρόταση ή δήλωση από κανένα έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδεικνύεται εν προκειμένω ότι έγινε από την καθ'ης απευθυνόμενη προς την οφειλέτρια-πρώην πλοιοκτήτρια εταιρεία. ...
Συνεπώς, δεν είχε επέλθει απόσβεση της απαίτησης κατά την υποβολή της δήλωσης της καθ' ης η ανακοπή, λόγω εξωδίκου συμψηφισμού. Να σημειωθεί εξάλλου ότι ούτε από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 5 του ν. 2881/2001, ούτε και από εκείνη του άρθρου 17 παρ. 2 του Κανονισμού Οικονομικής Διαχείρισης ...., προκύπτει ότι η εκκαλούσα είχε δικαίωμα, χωρίς νόμιμη πρόταση συμψηφισμού, να παρακρατήσει από το τίμημα από τη διενεργηθείσα από εκείνη εκποίηση του επιβλαβούς λόγω ακινησίας πλοίου, εκτός των δαπανών εκποίησης, προσαυξημένες κατά 10%, και άλλο ποσό για την ικανοποίηση τυχόν αξιώσεών της που διατηρεί (για πλευριστικά κλπ δικαιώματα) κατά της πρώην πλοιοκτήτριας".
Στη συνέχεια το Εφετείο απέρριψε την έφεση της εκκαλούσας και νυν αναιρεσείουσας και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε δεχθεί ως κατ'ουσίαν βάσιμη την ανακοπή κατά το άρθρου 986 ΚΠολΔ κατά της αρνητικής δήλωσης αυτής και υποχρέωσε την καθ' ης να καταβάλει στην ανακόπτουσα το ποσό των 221.159,95 ευρώ.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και ειδικότερα ότι για την απόσβεση μιας απαίτησης με τον εξώδικο συμψηφισμό απαιτείται και η επίκλησή του, δηλαδή, δήλωση του ενός από τους δικαιούχους (καθ' ης) προς τον δικαιούχο της άλλης (πλοιοκτήτρια-πρώην οφειλέτρια εταιρεία) με πρόταση που γίνεται με μονομερή δήλωση του ενός γνωστοποιητέα στον άλλο, η οποία συνιστά μονομερή ουσιαστική δικαιοπραξία, και ότι ο συμψηφισμός ως διαπλαστικό δικαίωμα των μερών, από το χρονικό σημείο, που οι αντίθετες απαιτήσεις συναντηθούν και συντρέχουν οι προϋποθέσεις του, κάθε μέρος έχει δικαίωμα να επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων με δήλωσή του, η οποία συνιστά δεσμευτική διάπλαση των εννόμων σχέσεων αυτών καθώς και ότι από το άρθρο 17 του Κανονισμού Οικονομικής Διαχείρισης της καθ' ης δεν απορρέει δικαίωμα, χωρίς νόμιμη πρόταση συμψηφισμού, να παρακρατήσει από το τίμημα από τη διενεργηθείσα από εκείνη εκποίηση του επιβλαβούς λόγω ακινησίας πλοίου, τα ως άνω πλευριστικά δικαιώματα, δεν έσφαλε ως προς την ορθή εφαρμογή και ερμηνεία των προαναφερθεισών διατάξεων, τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα με τον πρώτο από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8(β) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διάταξης νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 2/1989, ΑΠ 1072/2005), θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από την ήδη αναιρεσείουσα (ΑΠ 354/2011) γιατί διαφορετικά το Δικαστήριο της ουσίας, δεν επιτρεπόταν να τους λάβει υπόψη (Ολ.
ΑΠ 2/2001). Πράγματα είναι και οι λόγος έφεσης, όταν προτείνεται με αυτόν νέος αυτοτελής ισσχυρισμός κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ. Αντίθετα, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων και τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα αυτών από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΑΠ 2166/2009).
Συνακόλουθα, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμη ή αλυσιτελή (Ολ ΑΠ 2/1989, 14/2004), ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 857/2007), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.
Επιπλέον, ο από το ανωτέρω άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997, 25/2003), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς εκείνα που τον συγκροτούν (Ολ.
ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1363/2008). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιος είναι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, ότι το απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ποια είναι η ουσιώδης επιρροή του στην έκβαση της δίκης καθώς και οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου επί του ισχυρισμού (ΑΠ 841/2014, 235/2019).
Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρου 527 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στην κατ' έφεση δίκη μπορούν, κατ' εξαίρεση, να προβληθούν το πρώτο με ειδικό λόγο έφεσης από τον εναγόμενο, η εναντίον του οποίου αγωγή έγινε δεκτή με την εκκαλουμένη, νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί, που δεν είχαν προβληθεί πρωτοδίκως ή είχαν προβληθεί απαραδέκτως, (αόριστοι), όπως είναι και η ένσταση απόσβεσης της επίδικης απαίτησης για τους αναφερόμενους στα άρθρα 416 επ.
ΑΚ λόγους, (εξόφληση και συμψηφισμός), όταν, εκτός των άλλων, η εξόφληση της απαίτησης ή προτεινόμενη σε συμψηφισμό ανταπαίτηση του ενισταμένου αποδεικνύεται αμέσως και με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο και πρέπει να επικαλείται εκείνος που προβάλλει τον ισχυρισμό. Σε όλες τις καθιερούμενες περιπτώσεις της βραδείας προβολής ισχυρισμού στο Εφετείο, το τελευταίο, ως δικαστήριο της ουσίας, σχηματίζει την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του ως προς το δικαιολογημένο ή όχι της βραδείας προβολής, και ως προς το κατά πόσον συντρέχει κατά περίπτωση μία από τις πιο πάνω προϋποθέσεις, ερευνώντας τα κρίσιμα στοιχεία της δικογραφίας.
Ειδικά δε στην περίπτωση, που ο προβαλλόμενος στο Εφετείο καθυστερημένα ισχυρισμός δικαιολογεί το παραδεκτό της βραδείας προβολής του ως αποδεικνυόμενος από έγγραφο, από το οποίο όμως η απόδειξη πρέπει να προκύπτει παραχρήμα και άμεσα και όχι σε συνδυασμό με τεκμήρια, η κρίση του Εφετείου για το παραδεκτό ή όχι της βραδείας προβολής του συνδυάζεται με την αντίστοιχη κρίση ότι ο νέος ισχυρισμός που θεμελιώνει το λόγο της έφεσης αποδεικνύεται ή όχι παραχρήμα με την έννοια που προαναφέρθηκε, από τα έγγραφα που επικαλέσθηκε ο εκκαλών, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, γιατί αφορά κρίση περί τα πράγματα (ΑΠ 1255/2010, ΑΠ 35/2000).
Στην προκειμένη περίπτωση από την προηγηθείσα επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι ο ως άνω ισχυρισμός περί εξόφλησης δια συμψηφισμού των απαιτήσεων της καθ' ης, που προτάθηκε το πρώτον ενώπιον του Εφετείου με λόγο έφεσης απ' αυτήν κρίθηκε απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν αποδεικνύεται παραχρήμα από το προαναφερθέν και προσαγόμενο από την εκκαλούσα-καθ'ης η ανακοπή υπ' αριθμ. 9502/15-12-2015 έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης - Διεύθυνση Οικονομικού-Τμήμα Λογιστηρίου έγγραφο.
Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ όσον αφορά το κονδύλιο των 126.684,25 ευρώ για τα πλευριστικά δικαιώματα της καθ' ης που αφαίρεσε από το τίμημα εκποίησης του προαναφερθέντος πλοίο με τους οποίους, όπως εκτιμώνται συνολικά από το Δικαστήριο αυτό και εντάσσονται εδώ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ως άνω ισχυρισμό είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, ανεξαρτήτως του ότι είναι απαράδεκτοι, καθόσον η πληττόμενη κρίση του Εφετείου είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, για την απόδειξη του οποίου ο διάδικος επικαλείται το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008).
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική διαβεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν νομίμως στην κρίση του, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 765/2014).
Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη έγγραφο, αλλά του προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1047/2018, 569/2017, ΑΠ 967/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της ένδικης αίτησης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη έγγραφα, τα οποία νομίμως επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιόν του η αναιρεσείουσα και συγκεκριμένα το υπ' αριθμ. 920/4-2-2015 έγγραφο το οποίο προσδιορίζει τον υπολογισμό των δαπανών εκποίησης ως προς το είδος, τη συγκεκριμένη αιτία τους και το ποσό κάθε δαπάνης και συνολικά ποσού 39826,05 ευρώ και όχι του ποσού των 578,23 ευρώ που δέχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
Όμως, από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και τη ρητή διαβεβαίωση, που υπάρχει στο αιτιολογικό της, προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη, μεταξύ των άλλων, και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν..., καθώς και εκείνα που επικαλούνται και παραδεκτά προσκομίζουν για πρώτη φορά στο παρόν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όχι από πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριά αμέλεια..., τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.." και δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα ως άνω έγγραφα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός, καθορίζοντας σύμφωνα με την αρχή της ηθικής απόδειξης (ΚΠολΔ 340) τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα, ταύτα δε ανεξάρτητα από το ότι το Εφετείο βάσισε την κρίση του για το ύψος των δαπανών εκποίησης σε άλλο έγγραφο (το υπ' αριθμ. 1698/27-2-2014) που προσκομίστηκε από την ίδια την αναιρεσείουσα, δεχόμενο ταυτόχρονα ότι "σε αντίθετη κρίση δεν μπορεί να οδηγηθεί το Δικαστήριο από το υπ' αριθμ.
πρωτ. 2898/14-4-2015 έγγραφο της καθ' ης η ανακοπή, το οποίο η τελευταία επικαλείται και προσκομίζει το πρώτον στην παρούσα κατ' έφεση δίκη, ακόμη και αν ήθελε κριθεί ότι αυτή δεν το είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια (άρθρ. 529 ΚΠολΔ), καθόσον στο έγγραφο αυτό αναγράφεται εντελώς αόριστα ότι το συνολικό ποσό των δαπανών εκποίησης ανέρχεται σε 39.826,05 ευρώ, δίχως να προσδιορίζεται για τον υπολογισμό τους το είδος, η συγκεκριμένη αιτία και το ποσό εκάστης δαπάνης που έγινε".
Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ που αφορά το κονδύλιο των δαπανών εκποίησης και της αφαίρεσής του από το τίμημα εκποίησης του προαναφερθέντος πλοίου είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενό του καταδήλως διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, εξαιτίας της οποίας καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 516/2016). Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 25/2017, ΑΠ 1071/2015).
Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα για τη βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε, για την αλήθεια ή την αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 1539/2018, 99/2016, ΑΠ 379/2015).
Όμως, δεν συνιστούν ¨έγγραφο¨, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, εκείνα που δεν χαρακτηρίζονται κατά τα άρθρ. 339 και 432 - 449 ΚΠολΔ, ως αποδεικτικά έγγραφα και απλώς αποτυπώνουν στο περιεχόμενό τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι εκθέσεις με τις γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων (ΑΠ 672/2011) ή προσώπων με ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης (ΑΠ 86/2015).
Για το ορισμένο του εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται (α) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, (β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, (γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και (δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 305/2016, ΑΠ 177/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση παραμόρφωσε το υπ' αριθμ. 59200/1415/22-12-2014 έγγραφο του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, το οποίο προσκόμισε με επίκληση στο Εφετείο, από το οποίο αποδεικνύεται ότι κατά το χρόνο επιβολής της συντηρητικής κατάσχεσης είχε ήδη μεταβιβάσει το προαναφερθέν πλοίο στην εκεί αναφερόμενη τουρκική εταιρεία και συνεπώς δεν νομιμοποιείται ενεργητικώς για την άσκηση της επίδικης ανακοπής, ενώ τα αντίθετα δέχθηκε το Εφετείο.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο δικόγραφο το περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος διότι, δεν προκύπτει από το περιεχόμενό του (ως άνω εγγράφου).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4 και 559 αρ. 4 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, ο λόγος αναίρεσης για υπέρβαση δικαιοδοσίας ιδρύεται όταν το δικαστήριο αποφάνθηκε για υπόθεση, η οποία δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (Ολ ΑΠ 5/1995, ΑΠ 21/1999). Περαιτέρω, το άρθρο 24 του Συντάγματος ορίζει στην παράγραφο 1, ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και στην παράγραφο 3, ότι, στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές.
Σε εφαρμογή των παραπάνω συνταγματικών ορισμών, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 του ν. 1406/1983, όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, υπάγονται, από 11-6-1985, στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του ΚΠολΔ., οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, ανήκουν στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, προκειμένου για έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, ως προς την οποία έχει καθιερωθεί, από το νόμο, δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων αποκλείουσα την ανάμειξη των πολιτικών δικαστηρίων, δεν είναι δυνατή η έγερση ενώπιον των τελευταίων αγωγής. Αυτό ισχύει για όλες τις αξιώσεις που πηγάζουν από την έννομη σχέση, ακόμη και για την αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού, όταν η υποκειμένη σχέση, η οποία προκάλεσε τον πλουτισμό είναι δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 2/1993, Ολ ΑΠ 138/1966).
Αντίθετα, υπάρχει δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όταν υπάρχει σχέση ιδιωτικού δικαίου (ΑΕΔ 10/1993), έστω και ως βάση αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΕΔ 2/1993, ΟλΑΠ 5/1995). Τέλος, στην περίπτωση της κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, αντικείμενο της δίκης που ανοίγεται από την άσκηση ανακοπής κατά της δήλωσης του τρίτου, σύμφωνα με το άρθρο 986 ΚΠολΔ, είναι η εκδίκαση της απαίτησης του καθού η εκτέλεση κατά του τρίτου, ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος είναι ή όχι και με ποιούς περιορισμούς οφειλέτης του οφειλέτη του κατασχόντος.
Επομένως, στο δικόγραφο της ανακοπής, που αποτελεί μορφή της γενικής ανακοπής του άρθρου 583 ΚΠολΔ, πρέπει να προσδιορίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία η απαίτηση, δηλαδή η αιτία της οφειλής του τρίτου προς τον καθού η εκτέλεση κατά τα πραγματικά περιστατικά που τη στηρίζουν (Α.Π. 663/2017, 480/2012, 1065/2009, 73/1995). Εξάλλου, το αντικείμενο της ανακοπής και της σχετικής δίκης οριοθετείται από το περιεχόμενο του κατασχετηρίου και τη δήλωση του τρίτου, και -συνεπώς- δεν είναι δυνατή η επέκταση της κατάσχεσης σε απαίτηση ή έννομη σχέση που δεν περιέχεται στο κατασχετήριο.
Έτσι, σε περίπτωση κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, κρίσιμο στοιχείο, για τον καθορισμό της προσήκουσας δικαιοδοσίας, είναι όχι η τυχόν αστική φύση της απαίτησης του επισπεύδοντος δανειστή κατά του οφειλέτη του, της οποίας τελικά επιδιώκεται η ικανοποίηση μέσω της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου, αφού αυτή δεν είναι η επίδικη, αλλά η φύση της απαίτησης που κατασχέθηκε, δηλαδή η φύση της υποκείμενης σχέσης μεταξύ τρίτου και καθού η εκτέλεση (αρχικού οφειλέτη του επισπεύδοντος την εκτέλεση), εφόσον αυτή τίθεται σε αμφισβήτηση με την άσκηση της ανακοπής, δεδομένου ότι η ανακοπή κατά της δήλωσης του τρίτου που ασκήθηκε δυνάμει του άρθρου 986 ΚΠολΔ επέχει κατ' ουσίαν θέση αγωγής του αρχικού οφειλέτη (και δανειστή του τρίτου) κατά του τρίτου (Α.Π. 325/2008, πρβλ.
και ΑΠ 63/2013). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατά το άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε τα εξής ως προς το ενδιαφέρον εδώ αναιρετικό μέρος σε σχέση με την προταθείσα έλλειψη δικαιοδοσίας του Εφετείου για την εκδίκαση της ανακοπής, επειδή εν όψει του περιεχομένου και του σκοπού της διαδικασίας εκποίησης ναυαγίου σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2881/2001 ο ...
ενεργεί ως διοικητική αρχή και η διαδικασία εκποίησης συνιστά ατομική διοικητικά πράξη, με συνέπεια να έχουν δικαιοδοσία τα διοικητικά δικαστήρια " Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να δικάσουν την προκείμενη διαφορά, της οποίας αντικείμενο δεν είναι η εγκυρότητα ή μη της εκποίησης του επιβλαβούς πλοίου με τη διαδικασία του πλειοδοτικού διαγωνισμού, διαδικασία που κατά τα ιστορούμενα στην ανακοπή ακολούθησε η καθ' ης η ανακοπή, αλλά η αμφισβήτηση του περιεχομένου της δήλωσης της τελευταίας ως τρίτης, κρίσιμο δε στοιχείο ..για τον καθορισμό της προσήκουσας δικαιοδοσίας είναι η αστική φύση της απαιτήσεως που κατασχέθηκε (δηλ.
η αξίωση της πλοιοκτήτριας εταιρείας "..." για την καταβολή του τιμήματος από την διενεργηθείσα εκποίηση του πλοίου της), εφόσον αυτή τίθεται σε αμφισβήτηση με την άσκηση της ανακοπής, δεδομένου ότι η ανακοπή κατά της δηλώσεως του τρίτου επέχει κατ' ουσία θέση αγωγής του αρχικού οφειλέτη (και δανειστή του τρίτου) κατά του τρίτου.
Έτσι εν όψει της αστικής φύσεως της κατασχεθείσας απαιτήσεως, η εν λόγω υπόθεση έχει χαρακτήρα ιδιωτικής διαφοράς για την επίλυση της οποίας ...έχουν δικαιοδοσία τα πολιτικά δικαστήρια". Επομένως, ο πρόσθετος λόγος από τον αρ. 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος καθόσον σύμφωνα με τ' αναφερόμενα στην προηγούμενη νομική σκέψη της παρούσας απόφασης τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να δικάσουν την υπόψη υπόθεση που έχει χαρακτήρα ιδιωτικής διαφοράς.
Κατ' ακολουθίαν, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η άνω αίτηση αναίρεσης. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις και θα επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 1395/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσ/κης καθώς και τον από 30-3-2020 πρόσθετο λόγο αυτής.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ