Supreme Court dismisses appeal in voluntary jurisdiction case, ruling evidence sufficiency standard applies.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Municipality of Chios's appeal against the Third Instance Court of Athens regarding a voluntary jurisdiction dispute. The appellant argued the lower court failed to consider specific documentary evidence submitted by the hospital, but the court found the lower court had acknowledged all submitted documents. Consequently, the appeal was rejected as unfounded because the lower court properly evaluated the evidence presented.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 106, 176, 183 of the Code of Civil Procedure; In voluntary jurisdiction proceedings, the principle of free proof applies, and an appeal based on the failure to consider evidence is inadmissible if the lower court acknowledged the submission of such evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1044 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1044/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Ελένη Φραγκάκη και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθ' ου η κλήση: ΝΠΔΔ - ΟΤΑ Α' Βαθμού με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΧΙΟΥ", που εδρεύει στη Χίο και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Βαρλά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Του αναιρεσιβλήτου - καλούντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Χίου ΣΚΥΛΙΤΣΕΙΟ", που εδρεύει στη Χίο και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Καλλέργη - Συρούκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Κοινοποιουμένη η αναίρεση στον: Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-9-2011 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου - καλούντος, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 6-2-2012 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος - καθ' ου η κλήση.
Εκδόθηκε η 2702/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε το αναιρεσείον με την από 7-11-2014 αίτησή του. Η συζήτηση της υπόθεσης ορίστηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 18-9-2015, οπότε ματαιώθηκε λόγω της διενέργειας των εθνικών εκλογών της 20-9-2015. Την υπόθεση επανέφερε για συζήτηση το ήδη αναιρεσίβλητο με την από 26-10-2015 κλήση του στη δικάσιμο της 4-3-2016, κατά την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 7-10-2016, οπότε και συζητήθηκε.
Εκδόθηκε η 361/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανήλθε για συζήτηση με την από 30-5-2017 κλήση του καλούντος.
Εκδόθηκε η 779/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση και πάλι απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για νέα συζήτηση με την από 14-6-2018 κλήση του καλούντος.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Τσαλαπόρτας διάβασε την από 3-9-2015 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Καλαματιανού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2702/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η έννοια του διαδίκου, όπως αυτή καθορίζεται στα πλαίσια της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, δεν προσαρμόζεται στη ρυθμιζόμενη από τα άρθρα 741-781 ΚΠολΔ διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, στην οποία, κατά κανόνα, δεν υπάρχει αντιδικία, αλλά μετέχουν στη διαδικασία αυτή οι ενδιαφερόμενοι για το ρυθμιστικό μέτρο, οι οποίοι αποκτούν την ιδιότητα του διαδίκου με τους εξής τρόπους:
α) με την υποβολή της αίτησης για την εκδίκαση ορισμένης υπόθεσης της εκούσιας δικαιοδοσίας, β) με την κλήτευση στη διαδικασία αυτή κατόπιν διαταγής του αρμοδίου δικαστηρίου (άρθρ. 748 § 3 ΚΠολΔ), γ) με την άσκηση κύριας ή πρόσθετης παρέμβασης (άρθρ. 752 ΚΠολΔ), δ) με την προσεπίκληση που γίνεται είτε με πρωτοβουλία κάθε διαδίκου, είτε αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρ. 753 ΚΠολΔ - βλ.
ΑΠ 2130/2014). Κατά το άρθρο 752 ΚΠολΔ, με το οποίο καθορίζεται κατά διαφορετικό από το άρθρο 81 του ίδιου Κώδικα τρόπο η άσκηση των παρεμβάσεων σε δίκες εκούσιας δικαιοδοσίας, η κύρια παρέμβαση ασκείται με δικόγραφο και εφαρμόζονται γι' αυτήν οι διατάξεις των άρθρων 747, 748 και 751 του ίδιου Κώδικα, κατά τα οποία η κατάθεση του δικογράφου πρέπει να γίνεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, ενώ η πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο χωρίς προδικασία.
Εξάλλου οι προσδιορίζουσες την έννοια των κυρίας και πρόσθετης παρεμβάσεων διατάξεις των άρθρων 79 και 80 του ΚΠολΔ, ερμηνευόμενες σε συνδυασμό προς τη φύση και το σύνολο των διατάξεων της διαδικασίας της εκούσιας δικαιοδοσίας, κατά την οποία, κατά κανόνα, δεν υπάρχει αντιδικία, αν ο παρεμβαίνων υποστηρίζει την αίτηση, η παρέμβαση είναι πρόσθετη, ενώ αν αντιδικεί, ζητώντας είτε την απόρριψη της αίτησης, είτε την παραδοχή δικού του αιτήματος, η παρέμβαση είναι κύρια (ΑΠ 1076/2002).
Με την άσκηση κύριας ή πρόσθετης παρέμβασης δεν μεταβάλλεται ο χαρακτήρας της διαδικασίας ως εκούσιας.
Kατά τις διατάξεις του άρθρου 126 του Α.Ν. 2039/1939: "1. Ο Υπουργός των Οικονομικών δύναται να παρεμβαίνη κατά πάσαν στάσιν της δίκης και άνευ της κοινοποιήσεως δικογράφου παρεμβάσεως, αλλά διά των προτάσεων, εις δίκας αφορώσας διεκδίκησιν εν όλω ή εν μέρει της υπέρ του σκοπού ταχθείσης περιουσίας ή την ακύρωσιν των συστατικών πράξεων, ως και εν γένει εις πάσας τάς δίκας αίτινες ενδιαφέρουσιν οπωσδήποτε την υπέρ του σκοπού ή υπέρ κοινωφελούς ιδρύματος άνευ ειδικού σκοπού καταλειπομένην περιουσίαν. 2.
Κατά των εκδιδομένων αποφάσεων ο υπουργός των Οικονομικών δύναται να ασκεί αυτοτελώς μέσα "και όταν ακόμη δεν παρέστη κατά την συζήτησιν της προσβαλλομένης αποφάσεως". 3. Τα εισαγωγικά τοιούτων δικών δικόγραφα, επί ποινή απαραδέκτου αυτών εξεταζομένου και αυτεπαγγέλτως, κοινοποιούνται και εις τον Υπουργόν των Οικονομικών, εφαρμοζομένων των περί δικών και προθεσμιών υπέρ του Δημοσίου διατάξεων".
Ο Ν. 2039/1939 καταργήθηκε με την παρ. 8α του άρθρου 82 Ν. 4182/2013 "Κώδικας κοινωφελών περιουσιών, σχολαζουσών κληρονομιών και λοιπές διατάξεις". Σύμφωνα με την παρ. 9 του ίδιου άρθρου, "9. Με την επιφύλαξη των παραγράφων 3 και 4 του παρόντος άρθρου, κάθε παραπομπή στον α.ν. 2039/1939 ή γενικά στην νομοθεσία περί εθνικών Κληροδοτημάτων, νοείται από την έναρξη ισχύος του παρόντος Κώδικα ότι γίνεται στις αντίστοιχες διατάξεις του".
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1, 3 του Ν. 4182/2013: Υποχρεώσεις Δημοσίου - Αρμοδιότητες: "1. Το Δημόσιο έχει την υποχρέωση να διασφαλίζει την πιστή και επακριβή εκτέλεση της βούλησης των διαθετών και δωρητών... 3. Αρμοδιότητα του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης υφίσταται, με την επιφύλαξη της παραγράφου 4 και τυχόν ειδικών διατάξεων, στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) Όταν ο σκοπός της περιουσίας εκπληρώνεται κατά κύριο λόγο μέσα στα όρια μιας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, ανεξαρτήτως του τόπου όπου βρίσκεται η περιουσία..., β)..., γ)...". Κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις αρμόδιος είναι ο Υπουργός Οικονομικών. Αρμοδιότητα του Υπουργού Οικονομικών υφίσταται επίσης κατ' εξαίρεση:
α) Για την εποπτεία εκκαθάρισης και διαχείρισης περιουσιών που καταλείπονται στο Δημόσιο, β) για την εποπτεία της επιτροπής Ολυμπίων και κληροδοτημάτων και του Βαρβακείου Ιδρύματος, γ) για την εκκαθάριση και εποπτεία κοινωφελών περιουσιών που έχουν τα κύρια περιουσιακά στοιχεία στην αλλοδαπή, δ) για περιουσίες του κεφαλαίου Ε' του παρόντος κώδικα που υπάγονται στην άμεση διαχείριση του Υπουργείου Οικονομικών, ε) για την εποπτεία περιουσιών των οποίων η αξία εκτιμάται, ως ανώτερη του ποσού των 10.000.000 ευρώ ή των οποίων οι σκοποί εκτελούνται σε όλη την επικράτεια.
Περαιτέρω με τις διατάξεις του άρθρου 69 του ιδίου Νόμου ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΑ': ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ. Δίκες κοινωφελών περιουσιών: "1. Η αρμόδια αρχή νομιμοποιείται, πέραν των εκκαθαριστών, εκτελεστών διαθήκης και διοικητών κοινωφελών ιδρυμάτων: α) Να ασκεί αιτήσεις και αγωγές σε δικαστήρια για την αναγνώριση ή τη διεκδίκηση δικαιώματος σε κάθε περιουσία, που έχει διατεθεί για κοινωφελή σκοπό ή σε κοινωφελές ίδρυμα, β) να επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίηση των δικαιωμάτων αυτών, γ) να ζητεί τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων για την εξασφάλιση κάθε περιουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 682 και επόμενα του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, δ) να ασκεί παρέμβαση σε κάθε στάση δίκης η οποία αφορά περιουσία υπέρ κοινωφελούς σκοπού ή κοινωφελών ιδρυμάτων ή αφορά το κύρος των πράξεών τους, με την υποβολή προτάσεων και χωρίς την κοινοποίηση δικογράφου παρέμβασης, ε) να ζητεί την επανάληψη της δίκης ή να καλείται για την επανάληψη της δίκης, αν επήλθε διακοπή δίκης με διάδικο ένα από τα πρόσωπα του πρώτου εδαφίου και για λόγους που αφορούν τα πρόσωπα αυτά. 2.
Τα εισαγωγικά δικόγραφα των δικών, που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, κοινοποιούνται στην αρμόδια αρχή, από οποιονδήποτε κι αν ασκούνται, εκτός αν ορίζεται ειδικά διαφορετικά στον παρόντα Κώδικα, επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις περί δικών και προθεσμιών του Δημοσίου".
Στην κρινόμενη υπόθεση η προσβαλλομένη απόφαση εκδόθηκε κατόπιν συνεκδίκασης: α) της από 15-9-2011 αίτησης του Γενικού Νοσοκομείου Χίου "ΣΚΥΛΙΤΣΕΙΟ" Ν.Π.Δ.Δ., που εδρεύει στην πόλη της Χίου και β) της από 6-2-2012 κυρίας παρέμβασης του Ν.Π.Δ.Δ. - Ο.Τ.Α. με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΧΙΟΥ" που εδρεύει στην Χίο, οι οποίες και επιδόθηκαν στον Υπουργό Οικονομικών (άρθρο 126 Ν. 2039/1939).
Κατά την προσβαλλομένη απόφαση, κατά πιστή μεταφορά των τμημάτων αυτής που ενδιαφέρουν, "Με την κρινόμενη αίτηση το Ν.Π.Δ.Δ. Γενικό Νοσοκομείο Χίου "ΣΚΥΛΙΤΣΕΙΟ" ζητεί να ερμηνευθεί η από 02-07-1924 ιδιόγραφη διαθήκη και ο από 09-07-1931 κωδίκελλος αυτής της διαθήκης, της Ζ. χας Κ. Π. το γένος Ι. Π., η οποία απεβίωσε την 24η Απριλίου 1933 στην ..., κατά το τμήμα της διαθήκης και του κωδίκελλου που αναλυτικά αναφέρονται στην αίτηση κατά περιεχόμενο και να αποδοθεί το αληθές νόημα αυτών με βάση τις διατάξεις του νόμου, προκειμένου να διευκρινισθεί α) ποιος, κατά την βούληση της διαθέτιδος είναι ο κληρονόμος ή κληροδόχος, στον οποίο πρέπει να περιέλθουν τα ακίνητα της κληρονομιάς που αναγράφονται αναλυτικά στην αίτηση και β) εάν, κατά την βούληση της διαθέτιδος, είναι επιτρεπτή η διανομή των ακινήτων της κληρονομιάς μεταξύ του αιτούντος και του κυρίως παρεμβαίνοντος Δήμου Χίου, ώστε έκαστο Ν.Π.Δ.Δ.
να λάβει κεχωρισμένως συγκεκριμένα ακίνητα κατ' αποκλειστικό δικαίωμα... Με την κρινόμενη κύρια παρέμβαση το Ν.Π.Δ.Δ. Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΧΙΟΥ" ζητεί να ερμηνευθεί η από 02-07-1924 ιδιόγραφη διαθήκη και ο από 09-07-1931 κωδίκελλος αυτής της διαθήκης, της Ζ. χας Κ. Π. το γένος Ι. Π., η οποία απεβίωσε την 24η Απριλίου 1933 στην ..., κατά το τμήμα της διαθήκης και του κωδίκελλου που αναλυτικά αναφέρονται στην αίτηση κατά περιεχόμενο και να αποδοθεί το αληθές νόημα αυτών με βάση τις διατάξεις του νόμου, προκειμένου να διευκρινισθεί α) ποιος, κατά την βούληση της διαθέτιδος είναι ο κληρονόμος ή κληροδόχος, στον οποίο πρέπει να περιέλθουν τα ακίνητα της κληρονομιάς που αναγράφονται αναλυτικά στην αίτηση και συγκεκριμένα διευκρινισθεί ότι ο κυρίως παρεμβαίνων είναι αποκλειστικός κύριος των αναφερομένων στην κύρια παρέμβαση αναλυτικά ακινήτων ως καθολικός διάδοχος της σχολικής εφορείας της Εμπορικής Σχολής Χίου, καθώς και της εφορείας σχολείων του Δήμου Χίου, β) ότι για να εξυπηρετηθεί ο σκοπός της κληροδοσίας σύμφωνα με την βούληση της διαθέτιδος και για την επωφελέστερη αξιοποίηση των ακινήτων σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 455/1976 θα πρέπει να οριστεί, ότι κάθε νομικό πρόσωπο, δηλαδή το αιτούν και το κυρίως παρεμβαίνον θα δικαιούται να καρπώνεται ξεχωριστά τα έσοδα από συγκεκριμένα ακίνητα του κληροδοτήματος κατ' αποκλειστικό δικαίωμα και επικουρικά, γ) εάν κριθεί ότι ο κυρίως παρεμβαίνων Δήμος δεν είναι αποκλειστικά κύριος των ακινήτων αυτών εάν, κατά την βούληση της διαθέτιδος είναι επιτρεπτή η διανομή των ακινήτων της κληρονομιάς μεταξύ του αιτούντος και του κυρίως παρεμβαίνοντας Δήμου Χίου, ώστε έκαστο Ν.Π.Δ.Δ.
να λάβει κεχωρισμένως συγκεκριμένα ακίνητα κατ' αποκλειστικό δικαίωμα...
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την... κύρια παρέμβαση. Δέχεται την αίτηση. Ερμηνεύει την από 02-07-1924 ιδιόγραφη διαθήκη και τον από 09-07-1931 κωδίκελλο της διαθήκης και κρίνει ότι κατά την βούληση της διαθέτιδος Ζ. χας Κ. Π. το γένος Ι. Π., κληροδόχος, λόγω καταπιστευτικής υποκατάστασης που έχει διαταχθεί υπέρ κοινωφελούς σκοπού, των αναφερομένων στην ως άνω διαθήκη ακινήτων είναι το Γενικό Νοσοκομείο Χίου "ΣΚΥΛΙΤΣΕΙΟ" ν.π.δ.δ.
στο οποίο και πλέον πρέπει να περιέλθουν τα ακίνητα αυτά κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητος, μη βαρυνομένου αυτού πλέον με κληροδοσία υπέρ του κυρίως παρεμβαίνοντος...". Ο Δήμος Χίου με την από 7-11-2014 (αριθμ. εκθ. κατάθ. 911/7-11-2014) αίτηση αναίρεσης ζητεί την αναίρεση της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 2702/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Η συζήτηση αυτής, μετά από ματαίωση και αναβολή αυτής έλαβε χώρα στις 7-10-2016 αντιμωλία των διαδίκων και επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 361/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση, διότι κανένας από τους διαδίκους δεν επικαλέσθηκε ούτε προσκόμισε έκθεση κοινοποίησης προς τον απολιπόμενο Γενικό Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Βορείου Αιγαίου του εισαγωγικού της δίκης αναιρετηρίου εγγράφου και της από 26-10-2015 κλήσης, με τις αντίστοιχες πράξεις προσδιορισμού δικασίμου και κλήσης προς συζήτηση, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του ν. 4182/ 2013, δοθέντος ότι η δίκη αφορά στην υπέρ κοινωφελών σκοπών καταληφθείσα περιουσία και δεν υπάγεται στις περιπτώσεις της παρ. 4α, β, γ, δ, ε, του άρθρου του ως άνω νόμου, για τις οποίες αρμόδιος είναι ο Υπουργός Οικονομικών, κατά τα προδιαληφθέντα.
Με την από 30-5-2017 κλήση του αναιρεσιβλήτου η ένδικη αίτηση αναίρεσης επαναφέρθηκε για συζήτηση και ορίσθηκε ως δικάσιμος η 16-2-2018, οπότε συζητήθηκε εκ νέου η υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων και επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 779/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση, διότι ναι μεν το αναιρεσίβλητο επικαλείται και προσκομίζει την υπ' αριθ.
…350/23-10-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Βορείου Αιγαίου Ξ. Κ., από την οποία προκύπτει η επίδοση στον Γενικό Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Βορείου Αιγαίου της εν λόγω κλήσης, κανένας όμως από τους παριστάμενους διαδίκους δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει έκθεση κοινοποίησης προς τον απολιπόμενο Γενικό Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοικήσεως Βορείου Αιγαίου εντός των ορίων της οποίας εκπληρώνεται ο σκοπός της καταλειφθείσης περιουσίας του εισαγωγικού της δίκης αναιρετηρίου εγγράφου, όπως όριζε και η προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 361/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Εν προκειμένω νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 14-6-2018 κλήση του αναιρεσιβλήτου Γενικού Νοσοκομείου Χίου η προαναφερόμενη από 7-11-2014 αίτηση αναίρεσης του Δήμου Χίου. Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης καθώς και η από 14-6-2018 κλήση προς συζήτηση αυτής επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στον απολιπόμενο Γενικό Γραμματέα Αποκεκντρωμένης Διοικήσεως Βορείου Αιγαίου, όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες αντίστοιχες με αριθμ. …53Ε/21-11-2018 και ….38Ε/21-11-2018 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Βορείου Αιγαίου Ι. Γ.. Επομένως εφόσον στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον κυρίως παρεμβάντα Δήμο Χίου (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους προβαλλόμενους λόγους της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 9/2013, Ολ.ΑΠ 7/2006, ΑΠ 48/2018).
Επίσης κατά το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. β` ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως ερμηνεία και εφαρμογή κανόνων δικαίου, κατά την προδιαληφθείσα διάταξη, νοείται η εξειδίκευση αορίστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.
Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν τα διδάγματα χρησιμεύουν κατά τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτίμηση αποδείξεων ή ερμηνεία δικαιοπραξίας, ούτε για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1188/2007, ΑΠ 1413/ 2007, ΑΠ 1445/2007). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως, και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία, η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 12/1995, Ολ.ΑΠ 24/1992).
Όμως, δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 716/2016).
Στο άρθρο 2009 ρυθμίζεται ως ειδικό πραγματικό του θεσμού της κληροδοσίας η λεγόμενη καταπιστευτική υποκατάσταση. Της κληροδοσίας αυτής της μορφής ο νόμος απαγορεύει κατ' αρχήν τη σύσταση, εκτός αν πρόκειται για καταπιστευτική υποκατάσταση που έχει διαταχθεί υπέρ κοινωφελούς σκοπού ή υπέρ ορισμένων εξ αίματος συγγενών του διαθέτη, οπότε κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η σύστασή της αλλά και τότε όχι πέρα από ένα βαθμό.
Καταπιστευτική υποκατάσταση υπάρχει όταν ο διαθέτης όρισε ότι από ορισμένο χρονικό σημείο ή γεγονός που επέρχεται μετά την αποδοχή της κληροδοσίας, το ίδιο κληροδοτηθέν αντικείμενο θα περιέρχεται σε άλλον κληροδόχο, ο πρώτος δηλαδή κληροδόχος θα βαρύνεται να μεταβιβάσει τότε το αντικείμενο της κληροδοσίας στον δεύτερο κληροδόχο.
Στο πραγματικό της καταπιστευτικής υποκατάστασης ανήκει περαιτέρω το στοιχείο της διαδοχικής περιελεύσεως του κληροδοτηθέντος αντικειμένου από τον βεβαρημένο πρώτο κληροδόχο στον μετακληροδόχο με την επέλευση ορισμένου χρονικού σημείου ή γεγονότος μετά την εκ μέρους του πρώτου κληροδόχου αποδοχή της κληροδοσίας.
Η επαγωγή δηλαδή της μετακληροδοσίας δεν γίνεται με τον θάνατο του διαθέτη, αλλά με την επέλευση του μεταγενεστέρου χρονικού σημείου ή γεγονότος που όρισε ο διαθέτης Έχουμε, συνεπώς, εδώ δύο ανεξάρτητες μεταξύ τους επαγωγές της κληροδοσίας από τις οποίες η δεύτερη της μετακληροδοσίας, τελεί πάντοτε υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία (ΑΚ 1998) πληρούμενη μετά την εκ μέρους του πρώτου κληροδόχου αποδοχή.
Περαιτέρω το άρθρο 2009 απαγορεύει την πολλαπλή καταπιστευτική υποκατάσταση, περιορίζει δε τη δυνατότητα διαδοχικής περιελεύσεως του κληροδοτηθέντος από τον ένα τετιμημένο στον άλλο μόνο στον πρώτο βαθμό, αλλά και τότε υπό την προϋπόθεση μόνο ότι τετιμημένοι είναι νομικά πρόσωπα που υπηρετούν κάποιον κοινωφελή σκοπό ή ορισμένοι στενοί εξ' αίματος συγγενείς του διαθέτη.
Περαιτέρω καταπιστευτική υποκατάσταση, εις βάρος δηλαδή του πρώτου μετακληροδόχου ή καταπιστευτική υποκατάσταση πρώτου μεν βαθμού αλλά υπέρ προσώπων άλλων και όχι των αναγραφομένων στην ΑΚ 2009 δεν είναι επιτρεπτή, με αποτέλεσμα η σχετική διάταξη της διαθήκης να πάσχει ακυρότητα κατ' άρθρο 174 ΑΚ. Ενόψει του σκοπού στον οποίο αποβλέπει εδώ η νομοθετική απαγόρευση, η ακυρότητα αυτή είναι απόλυτη, ώστε δύναται να την επικαλείται οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, λαμβάνεται δε υπόψη από το Δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως.
Η ακυρότητα δε αυτή πλήττει την απαγορευμένη μετακληροδοσία μόνο και αφήνει άθικτο το κύρος της πρώτης κληροδοσίας. Ως προς το μετακληροδόχο όμως, ως προς τον οποίο η σχετική διάταξη είναι άκυρη, δεν παράγει η διάταξη αυτή καμία νομική ενέργεια και συνεπώς αποτέλεσμα της ακυρότητος αυτής είναι ότι με την αποδοχή της πρώτης κληροδοσίας ή της επιτρεπόμενης πρώτης μετακληροδοσίας εκ μέρους του τετιμημένου με αυτήν το διαδοχικά κληροδοτηθέν αντικείμενο παραμένει οριστικά στα χέρια του κληροδόχου αυτού (ΑΚ 1981) ή των κληρονόμων του.
Περαιτέρω κατ' εξαίρεση από τον βασικό κανόνα του διαχρονικού κληρονομικού δικαίου που τίθεται στο άρθρο 92 του ΕισΝΑΚ το άρθρο 95 παρ. 1 αυτού ορίζει ότι η απαγόρευση της ΑΚ 2009 ισχύει και επί καταπιστευτικής υποκαταστάσεως που διατάχθηκε από διαθέτη, ο οποίος πέθανε πριν από την εισαγωγή του ΑΚ (23-02-1946). Ειδικότερα, με τα άρθρα 92 εδ.
α' και 95 Εισ.ΝΑΚ ορίζεται, αντιστοίχως, ότι: (Άρθρ. 92 εδ. α' "Οι σχέσεις του κληρονομικού δικαίου, αν ο κληρονομούμενος πέθανε πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, κρίνονται στο εξής κατά το έως τώρα δίκαιο". (Άρθρο 95) "Οι διατάξεις των άρθρων 1923 παρ. 2 και 2009 του Αστικού Κώδικα εφαρμόζονται και σε καταπίστευμα ή κληροδότημα που διατάχθηκε από διαθέτη που πέθανε πριν από την εισαγωγή του Κώδικα.
Σε κάθε όμως περίπτωση μένουν έγκυρα τα καταπιστεύματα ή τα κληροδοτήματα υπέρ κοινωφελούς σκοπού ή υπέρ προσώπων που κατά την εισαγωγή του Κώδικα έχουν γεννηθεί και βρίσκονται στη ζωή. Οι διατάξεις των άρθρων 1929, 1930 και 2010 εφαρμόζονται και σε οικογενειακό καταπίστευμα ή κληροδότημα, που διατάχθηκε από διαθέτη που πέθανε πριν από την εισαγωγή του Κώδικα.
Πέρα από τα πρόσωπα της οικογένειας που αναφέρονται στα άρθρα αυτά, το καταπίστευμα ή το κληροδότημα αυτό ισχύει και για τα πρόσωπα που αναφέρονται στη νεαρά 159 κεφ. 3 του Ιουστινιανού, μόνο αν τα πρόσωπα αυτά έχουν γεννηθεί και βρίσκονται στη ζωή κατά την εισαγωγή του Κώδικα". Από το συνδυασμό των άνω διατάξεων προκύπτει, ότι η θεσπιζόμενη με το άρθρο 1923 παρ. 2 θεμελιώδης αρχή της απαγόρευσης δεύτερης επαγωγής του καθολικού καταπιστεύματος, υπαγορευθείσα για λόγους προαγωγής της εθνικής οικονομίας, ήτοι προς αποφυγή του κινδύνου παραμονής σημαντικών περιουσιακών αγαθών αναξιοποίητων, λόγω δεσμεύσεώς τους επί μακρό χρόνο, έχει άμεση εφαρμογή και για τα οικογενειακά καταπιστεύματα που ορίστηκαν με δημοσιευθείσες πριν από τον Αστικό Κώδικα διαθήκες, καθώς και ότι κατ' εξαίρεση, κι αν ακόμη έχει χωρήσει επαγωγή του καταπιστεύματος αυτού, πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, επιτρέπεται μία ακόμη επαγωγή υπό το κράτος της ισχύος του, εφόσον η επαγωγή αυτή γίνεται υπέρ κοινωφελούς σκοπού ή υπέρ προσώπου, που ήταν στη ζωή κατά την 23.2.1946, ημερομηνία της ενάρξεως ισχύος του Κώδικα.
Δεύτερη όμως επαγωγή του καταπιστεύματος, υπό το κράτος ισχύος του Αστικού Κώδικα, έστω και υπέρ κοινωφελούς σκοπού ή υπέρ των άνω προσώπων, που είχαν γεννηθεί και ζούσαν την 23.2.1946, σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται (Ολ.ΑΠ 8/1995). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 109 § 1 του Συντάγματος δεν επιτρέπεται η μεταβολή του περιεχομένου ή των όρων διαθήκης, κωδικέλλου ή δωρεάς, ως προς τις διατάξεις τους υπέρ του δημοσίου ή υπέρ κοινωφελούς σκοπού.
Η συνταγματική αυτή διάταξη αποβλέπει στην προστασία και κατοχύρωση της θέλησης των διαθετών και δωρητών και εναντίον των πράξεων της πολιτείας ακόμη που έχουν νομοθετικό περιεχόμενο και, σύμφωνα με αυτήν, δεν επιτρέπεται, καταρχήν, η μεταβολή σκοπού περιουσίας που έχει ταχθεί υπέρ του Δημοσίου ή προς εξυπηρέτηση κοινής ωφελείας, όχι μόνο με διατάγματα, αλλά ούτε και με νόμο (βλ.
Ολ.ΑΠ 1241/1979 ΝοΒ 28.709). Κατά τη διάταξη όμως της §2 του άρθρου αυτού του Συντ., "κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η επωφελέστερη αξιοποίηση ή διάθεση για τον ίδιο ή άλλο κοινωφελή σκοπό, εκείνου που καταλείφθηκε ή δωρήθηκε, στην περιοχή που καθόρισε ο δωρητής ή διαθέτης ή στην ευρύτερή της περιφέρεια, όταν βεβαιωθεί με δικαστική απόφαση ότι η θέληση του διαθέτη ή του δωρητή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, για οποιονδήποτε λόγο, καθόλου ή κατά το μεγαλύτερο μέρος του περιεχομένου της, καθώς και αν μπορεί να πραγματοποιηθεί πληρέστερα με τη μεταβολή της εκμετάλλευσης, όπως νόμος ορίζει" (ΑΠ 13/2013).
Κατ' επιταγή της συνταγματικής αυτής διάταξης εκδόθηκε ο Ν. 2039/1939 που καταργήθηκε με την παρ. 8α του άρθρου 82 Ν. 4182/2013 "Κώδικας κοινωφελών περιουσιών, σχολαζουσών κληρονομιών και λοιπές διατάξεις". Σύμφωνα με την παρ. 9 του ίδιου άρθρου, "9. Με την επιφύλαξη των παραγράφων 3 και 4 του παρόντος άρθρου, κάθε παραπομπή στον α.ν. 2039/1939 ή γενικά στην νομοθεσία περί εθνικών Κληροδοτημάτων, νοείται από την έναρξη ισχύος του παρόντος Κώδικα ότι γίνεται στις αντίστοιχες διατάξεις του".
Στο άρθρο 10 ν. 4182/2013, ορίζεται ότι: (§1) "Περιουσίες που καταλείπονται υπέρ κοινωφελών σκοπών αξιοποιούνται κατά τον τρόπο που όρισε ο διαθέτης ή δωρητής. Απαγορεύεται η μεταβολή τόσο των παραπάνω κοινωφελών σκοπών όσο και του τρόπου και των όρων διαχείρισης της περιουσίας, καθώς και των ορισμών για τον τρόπο διοίκησής της. (§2) Αν υπάρχει αμφιβολία περί του περιεχομένου της βούλησης του διαθέτη ή δωρητή ή αμφισβήτηση επ` αυτού, αυτή επιλύεται από το αρμόδιο κατ' άρθρο 825 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας δικαστήριο. (§3) Το κατά την προηγούμενη παράγραφο δικαστήριο αποφαίνεται επίσης, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, επί του εάν η βούληση του διαθέτη ή δωρητή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, για οποιονδήποτε λόγο, καθόλου ή κατά το μεγαλύτερο μέρος της, και καθορίζει τον τρόπο της επωφελέστερης ή ασφαλέστερης αξιοποίησης της περιουσίας, καθώς και το σκοπό και την περιοχή για την οποία πρέπει αυτή να διατεθεί.
Αν μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης του προηγούμενου εδαφίου, ο τρόπος αξιοποίησης που επετράπη με αυτή κατέστη για οποιονδήποτε λόγο ανέφικτος, είναι δυνατή η αξιοποίηση της περιουσίας, σύμφωνα με τον τρόπο που περιέγραψε ο διαθέτης ή ο δωρητής, χωρίς να απαιτείται η έκδοση νέας απόφασης, με απόφαση του οργάνου διοίκησης της περιουσίας που κοινοποιείται στην αρμόδια αρχή εντός τριάντα (30) ημερών. (§4) Η αίτηση προς το δικαστήριο υποβάλλεται από την αρμόδια αρχή, μετά από προηγούμενη ακρόαση του οργάνου διοίκησης της περιουσίας.
Η αίτηση υποβάλλεται και από κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει έννομο συμφέρον και κοινοποιείται στην αρμόδια αρχή, επί ποινή απαραδέκτου της συζητήσεως. Περίληψη της υποβληθείσας αίτησης αναρτάται στην ιστοσελίδα της αρμόδιας αρχής έναν (1) τουλάχιστον μήνα πριν τη δικάσιμο και παραμένει αναρτημένη μέχρι και την προηγούμενη ημέρα της δικασίμου.
Η ίδια περίληψη τοιχοκολλάται στο κατάστημα της έδρας της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, του Δήμου και της δημοτικής ή τοπικής κοινότητας της έδρας της διοίκησης της περιουσίας και αναρτάται στο διαδικτυακό τους τόπο. (§5). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 825 ΚΠολΔ -όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρ. 77 § 3 ν. 4182/2013 (ΦΕΚ A' 185/10.9.2013), με έναρξη ισχύος δύο μήνες από τη δημοσίευσή του στο ΦΕΚ- "κάθε αμφιβολία ή αμφισβήτηση για την ερμηνεία διαθήκης ή άλλης πράξης, με την οποία διατίθενται περιουσιακά στοιχεία με κληρονομιά, κληροδοσία ή δωρεά υπέρ του κράτους ή κοινωφελών σκοπών, εφόσον αναφέρεται στον τρόπο της εκκαθάρισης και γενικά της διαχείρισης και της εκτέλεσης της περιουσίας, που έχει διατεθεί για το κράτος ή για κοινωφελή σκοπό, υπάγεται στην αρμοδιότητα του Εφετείου της έδρας της Αποκεντρωμένης Διοίκησης που εποπτεύει την κοινωφελή περιουσία.
Αν η κοινωφελής περιουσία υπάγεται στην εποπτεία του Υπουργού Οικονομικών, αρμόδιο είναι το Εφετείο Αθηνών". Κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, που συνάγεται από τη γραμματική διατύπωση και από το σκοπό της θεσπίσεώς της, το Εφετείο καθίσταται αρμόδιο να κρίνει κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, όταν πρόκειται για ερμηνεία διαθήκης ή άλλης πράξης με την οποία έχει διατεθεί περιουσιακό στοιχείο για τους αναφερόμενους παραπάνω κοινωφελείς σκοπούς, αποκλειστικώς και μόνο όταν προκύπτει αμφιβολία ή αμφισβήτηση για ζητήματα που έχουν σχέση με τον τρόπο της εκκαθάρισης και γενικά της διαχείρισης καταλειφθέντος περιουσιακού στοιχείου για κοινωφελή σκοπό και όχι όταν αυτή ανάγεται και σε άλλα θέματα (ΑΠ 491/1999).
Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 ΑΚ σαφώς προκύπτει ότι το δικαστήριο προβαίνει στην ερμηνεία της διαθήκης, όταν κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του διαπιστώνει, ότι η διαθήκη δεν είναι εντελώς ασαφής, αλλά η υφιστάμενη ασάφεια μπορεί ν' αρθεί με την ερμηνεία. Όπως δε συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 173 Α.Κ., που εφαρμόζεται και στις διατάξεις τελευταίας βουλήσεως, κατά την ερμηνεία της διαθήκης αναζητείται η πραγματική θέληση του διαθέτη και με βάση μόνο την υποκειμενική άποψή του, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη αντικειμενικά κριτήρια και χωρίς προσήλωση στις λέξεις.
Προσφυγή στη διάταξη του άρθρου 173 Α.Κ. δεν γίνεται όταν το δικαστήριο δεν διαπιστώσει ασάφεια (ΑΠ 221/1999).
Συνεπώς, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, το αρμόδιο Εφετείο έχει δικαιοδοσία να κρίνει τις προαναφερθείσες υποθέσεις με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας περιουσίας στις ακόλουθες αποκλειστικά περιπτώσεις: Α. Εάν η θέληση του διαθέτη ή του δωρητή περιουσίας υπέρ κοινωφελούς σκοπού έχει καταστεί απραγματοποίητη εν όλω ή κατά το μεγαλύτερο μέρος της, ώστε θα πρέπει να επιτραπεί η ικανοποίηση με την αφιερωθείσα περιουσία άλλου συγγενούς και εφικτού κοινωφελούς σκοπού. Β. Εάν η θέληση του διαθέτη ή του δωρητή, στα πλαίσια του ταχθέντος από αυτόν κοινωφελούς σκοπού ή του επιτρεπομένου κατά την προηγούμενη περίπτωση νέου παρόμοιου εφικτού κοινωφελούς σκοπού, μπορεί να ικανοποιηθεί καλύτερα με τη μεταβολή της εκμετάλλευσης της αφιερωθείσας περιουσίας ή μέρους της, ώστε να αξιοποιηθεί ή να διατεθεί αυτή με επωφελέστερο τρόπο. Γ. Εφόσον ανακύπτει ανάγκη ερμηνείας της διαθήκης λόγω αμφιβολίας ή αμφισβήτησης σχετικά με τον τρόπο της εκκαθάρισης και γενικά της διαχείρισης και της εκτέλεσης της αφιερωμένης στον κοινωφελή σκοπό περιουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση συνεκδίκασε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, αίτηση του αναιρεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ. και κύρια παρέμβαση του αναιρεσείοντος Ο.Τ.Α., με τις οποίες αμφότεροι οι διάδικοι ζήτησαν να ερμηνευθεί η από 2-7-1924 ιδιόγραφη διαθήκη και ο από 9-7-1931 κωδίκελλος αυτής, της διαθήκης της Ζ.
χήρας Κ. Π. το γένος Ι. Π., η οποία απεβίωσε την 24-4-1933 στην ..., κατά το τμήμα εκάστου των ως άνω εγγράφων που αναφέρονται στα εν λόγω δικόγραφα, και να αποδοθεί το αληθές νόημα αυτών με βάση τις διατάξεις του νόμου, προκειμένου να διευκρινισθεί α) ποιος κατά τη βούληση της διαθέτιδος είναι ο κληρονόμος ή κληροδόχος, στον οποίο πρέπει να περιέλθουν τα αναγραφόμενα στα δικόγραφα αυτά ακίνητα της κληρονομιάς, και β) εάν, κατά τη βούληση της διαθέτιδος, είναι επιτρεπτή η διανομή των ακινήτων της κληρονομιάς μεταξύ των διαδίκων, έτσι ώστε έκαστος να λάβει συγκεκριμένα ακίνητα κατ' αποκλειστικό δικαίωμα, εκάστου των διαδίκων ισχυριζόμενου ότι αυτός είναι αποκλειστικό διάδοχος των ακινήτων της κληρονομιάς.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη, αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 24 Απριλίου 1933 απεβίωσε στην ... η Ζ. χα Κ. Π. το γένος Ι. Π., η οποία όταν ζούσε είχε διαμονή στην Ελλάδα, την οικία της στην περιοχή ... [...] του Δήμου … Με τα υπ' αριθμ. 107/28-04-1933 πρακτικά συνεδρίασης του Ελληνικού Προξενικού Δικαστηρίου στην ...
δημοσιεύθηκαν η από 02-07-1924 ιδιόγραφη διαθήκη της ως άνω αποβιώσασας, καθώς και ο από 09-07-1931 κωδίκελλός της, τα οποία κατά το μέρος που έχουν ανάγκη ερμηνείας και διευκρινίσεων σύμφωνα με το αίτημα των διαδίκων και αφορούν στο θέμα εγκατάστασης κληρονόμου ή κληροδόχου σε συγκεκριμένα ακίνητα της κληρονομιάς έχουν επί λέξη ως ακολούθως: 1] Η από 02-07-1924 ιδιόγραφη διαθήκη: "Η Διαθήκη μου...
Της περιουσίας μου συγκειμένης εκ τμημάτων ακινήτων εν …. και …., χρηματογράφων και χρημάτων κατατεθειμένων παρά Τράπεζας, γραμματίων, δανείων και απαιτήσεων κατά τρίτων, επίπλων, κοσμημάτων και τιμαλφών αντικειμένων, καθιστώ γενικούς κληρονόμους μου τους κυρίους Κ. Μ., δικηγόρον, Π. Σ., Ε. Γ. και Ν.Δ. Κ.
με την ρητήν υποχρέωσιν όπως διαθέσωσι και διανέμωσι πιστώς και απαρεγκλίτως μετά τον θάνατόν μου την ως ανωτέρω περιουσίαν μου, ήτοι το εν ... του …., ενορία ..., μετά της εν αυτώ οικίας μου, συγκειμένον το όλον εξ οργυιών περίπου τριάκοντα και το έτερον περιβόλιον μετά τριών χωραφίων, το εν τη θέσει ..., ενορίας ..., συγκειμένων μετά των τριών χωραφίων εξ οργυιών περίπου εννενήκοντα εννέα, τα δύο ταύτα υποστατικά μετά πάντων των εν αυτοίς ως και των επίπλων της εν ...
οικίας μου, κληροδοτώ εις την εν τη πατρίδι μου Χίω Εμπορικήν Σχολήν, ίνα καρπούται τας προσόδους τούτων, εφόσον αυτή διατηρείται και λειτουργεί, ουχί όμως και επί πλέον των πεντήκοντα ετών. Εάν δε αύτη ήθελεν παύσει υφισταμένη ή εάν αύτη υφίσταται, μετά πάροδο πεντήκοντα ετών από του θανάτου μου, τα δύο ταύτα υποστατικά μετά πάντων των εν αυτοίς θα περιέρχονται εις την δικαιοδοσίαν του εν Χίω Σκυλιτσείου Νοσοκομείου, το οποίον πάλιν θα τα νέμεται και θα τα καρπούται επί πενήντα έτη, μετά την πάροδον των οποίων τα δύο ταύτα υποστατικά θα περιέρχονται εις την δικαιοδοσίαν της Εμπορικής Σχολής, εάν αύτη ήθελεν υφίσταται και λειτουργεί.
Εάν δε αύτη δεν ήθελεν υφίσταται, τότε τα δύο ταύτα υποστατικά θα περιέρχονται εις την κυριότητα του εν Χίω Σκυλιτσείου Νοσοκομείου και του εν Χίω Λωβοκομείου, ίνα ταύτα τα καρπούνται και τα νέμονται εξ ημισείας. Δεν θα δύνανται όμως επ' ουδενί λόγω να πωλήσουν, απαλλοτριώσουν ή υποθηκεύσουν τα δύο ταύτα υποστατικά, άτινα θα μείνωσι εσαεί αναπαλλοτρίωτα, αλλά θα καρπούνται τας προσόδους μόνον τούτων και τα ενοίκια της εν ….οικίας μου.
Ούτω εάν η Εμπορική Σχολή υφίσταται τα κτήματα ταύτα εναλλάξ θα περιέρχονται εις την δικαιοδοσίαν ταύτης και του Σκυλιτσείου Νοσοκομείου, ενός εκάστου διά πεντήκοντα έτη. Εκ των προσόδων τούτων θα μετρώνται μηνιαίως από του θανάτου μου και εφ' όρου ζωής της φράγκα χρυσά εβδομήκοντα εις την Κ. Ζ., το γένος Ν.
Π., θα δαπανώνται δε τ' απαιτούμενα διά την καλήν διατήρησιν τω κτημάτων και της οικίας και διά τας αναγκαίας επισκευάς ταύτης. Ετησίως δε κατά την 23η Ιουλίου επέτειον του θανάτου του συζύγου μου και της θυγατρός μου Κ., της σχετικής δαπάνης καταβαλλομένης εκ των προσόδων των δύο υποστατικών μου. Εις το εν Χίω Λωβοκομείον κληροδοτώ Λίρας Αγγλίας διακόσιας.....κλπ.
Εις τους ανεστάτας των εν Χίω δύο υποστατικών τους ευρισκομένους εν αυτοίς κατά την εποχήν του θανάτου μου κληροδοτώ εις έκαστον την καθαράν πρόσοδον του κτήματος το οποίον κατέχει του έτους του θανάτου μου, αφού καταβάλωσι τους φόρους και πάσην άλλην δαπάνην των κτημάτων του έτους εκείνου. Εις... Εις τον ανηψιόν μου Ε.
Γ.ν κληροδοτώ τα εν τη εν Αλεξάνδρεια κατοικία μου σκεύη και έπιπλα ως και άπαντα τα κοσμήματά μου και τιμαλφή άνευ εξαιρέσεως είτε εν τη κατοικία μου, είτε παρά Τράπεζας, είτε παρ' εμοί εν ταξειδίω ήθελαν ευρεθή εκτός μόνον των εν τη Χίω κατοικία μου επίπλων, άτινα θα μένωσι εν αυτή και των λευχειμάτων τα οποία αφήνω εις την αδελφήν μου Α.
Γ., καθώς και ολίγα ταπέτα ευρισκόμενα εν Χίω. Εις τους εκτελεστάς της διαθήκης μου κληροδοτώ εις έκαστον λίρας Αγγλίας τεσσαράκοντα, παρακαλούσα όπως δεχθώσιν ταύτας διά τα έξοδα εις ά τυχόν ήθελον επιβληθή. Εν …. σήμερον την δευτέραν Ιουλίου του χιλιοστού εννεακοστού εικοστού τετάρτου έτους. Ζ. Κ. Π.
Μετά την αφαίρεσιν των ανωτέρω κληροδοτημάτων η μένουσα καθαρά περιουσία μου θα μερισθεί υπό των κληρονόμων μου εις έξι ίσας μερίδας, τας οποίας κληροδοτώ ως ακολούθως: Μίαν μερίδα εις την αδελφήν μου Α. Γ....
Μίαν μερίδα εις τα τέκνα της αδελφής μου Μ. Α. Γ. κλπ. ΤΑ ως άνω κληροδοτήματα και δωρεαί δεν θα παραδοθώσιν εις ουδένα πριν της μεταφοράς και ταφής μου εν τω τάφω μου εν …. της εν …. Ελληνικής Κοινότητος και εάν η τελευτή μου λάβη χώραν εις το εωτερικώ δέον να μεταφερθώ εις τον τάφον αυτόν. Εν πάση δε περιπτώσει η καταβολή των κληροδοτημάτων δεν δύναται να λάβη χώρα παρά εξ μήνας μετά τον θάνατόν μου και της ταφής μου.
Εκτελεστός της διαθήκης ορίζω τους κύριους Κ. Μ., δικηγόρον, Π. Σ., Ε. Γ.ν και Ν. Κ., τους οποίους παρακαλώ όπως εφαρμόσωσι και εκτελέσωσι πιστώς και κατά γράμμα την παρούσαν μου διαθήκην εκφράζουσαν τας τελευταίας μου θελήσεις. Εν …., σήμερον την δευτέραν Ιουλίου του χιλιοστού εννεακοστού εικοστού τετάρτου έτους [Υπογραφή] Ζ.
Κ. Π. 2] Ο από 09-07-1931 κωδίκελλος: "Κωδίκελλος της διαθήκης μου... έρχομαι διά του παρόντος ιδιογράφου κωδικέλλου να μεταρρυθμίσω και μεταβάλω τινάς των θελήσεών μου και κληροδοτημάτων της περιουσίας μου μετά τον θάνατόν μου των αναφερομένων εν τη υπό ημερομηνία δευτέρας Ιουλίου του χιλιοστού εννεακοστού εικοστού τετάρτου έτους...
Εν τη διαθήκη μου αναφέρω να τελείται μνημόσυνον εν τω Σκυλιτσείω Νοσοκομείω, επειδή όμως τα κτήματα δεν θα περιέλθουν απ' ευθείας εις χείρας του νοσοκομείου, είναι περιττόν να τελείται και το μνημόσυνον... Από την εν Χίω οικίαν μου ευρίσκονται εδώ διάφορα πράγματα τα οποία επιθυμώ να σταλούν εκεί, η εικών του συζύγου μου, το βελούδινον τραπεζομάντηλον, τα καλά μαχαιροπήρουνα τα οποία έχω μέσα εις τον μπυρό, εκ των ταπέτων μου δύο τα καλλίτερα να σταλούν εκεί, το θυμιατόν και τα κανδυλέρια, η θερμάστρα, εν τραπεζομάντηλον λινόν του φαγητού με 12 πετσέτες με την μάρκαν και 12 πετσετάκια ομοίως, τρία ζεύγη μαξιλάρια κεντητά με δαντέλες, τα κουρτινάκια που ευρίσκονται εις το μεγάλο μπαούλο του δωματίου μου είναι των παραθύρων που είναι και τα στόρια εκεί.
Η διεύθυνσις η οποία είναι εις την θύραν μου, να μεταφέρουν εις την εν Χίω οικίαν μου και άπαντα τα έπιπλα όπως γράφω εις την διαθήκην. Εν ….. σήμερον την ενάτην Ιουλίου του χιλιοστού εννιακοστού τριακοστού πρώτου έτους [Υπογραφή] Ζ. Κ. Π." Οι ορισθέντες με την ως άνω διαθήκη εκτελεστές αυτής προέβησαν με την με αριθμό …..600/22-03-1934 πράξη - έκθεση του Συμβολαιογράφου … Κ.
Β., σε απογραφή των ανηκόντων στην διαθέτιδα κληρονομιαίων κινητών και ακινήτων ευρισκομένων στην Χίο και δή του ακινήτου της στην θέση ...ς περιοχής …. του Δήμου ….αποτελουμένου από περιβολή και οικία, με τα εντός αυτής έπιπλα και τριών άλλων ακινήτων ευρισκομένων στην θέση ... του Δήμου …. Με την ίδια πράξη ορίσθηκε μεσεγγυούχος για την φύλαξη των απογραφέντων.
Με το με αριθμό 22 πρακτικό της συνεδρίασης της 21-03-1935 της Εφορείας του Σκυλίτσειου Νοσοκομείου Χίου, λήφθηκε απόφαση όπως το Νοσοκομείο Χίου αναμένει την παρέλευση των πενήντα ετών προκειμένου να καρπωθεί τα διά της άνω διαθήκης καταλειπόμενα ως άνω ακίνητα. Από το σύνολο των ανωτέρω προκύπτει ότι με τις ερμηνευόμενες διατάξεις της διαθήκης και του κωδίκελλου θεσπίστηκε από την διαθέτιδα καταπιστευτική κληροδοσία [καταπιστευτική υποκατάσταση] υπέρ κοινωφελούς σκοπού, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, η οποία στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι επιτρεπτή αφού με αυτήν εξυπηρετείται κοινωφελής σκοπός.
Αυτό δε διότι η διαθέτιδα με τις ως άνω διατάξεις της όρισε ότι από ορισμένο χρονικό σημείο μετά την αποδοχή της κληροδοσίας το ίδιο κληροδοτηθέν αντικείμενο θα περιέρχεται σε άλλον κληροδόχο, ο πρώτος δηλαδή κληροδόχος θα βαρύνεται να μεταβιβάσει το αντικείμενο της κληροδοσίας στον δεύτερο κληροδόχο.
Στην συγκεκριμένη δε περίπτωση ο αρχικός κληροδόχος Εμπορική Σχολή της Χίου μετά την παρέλευση πενήντα ετών από την αποδοχή της κληροδοσίας βαρύνεται να μεταβιβάσει τα ως άνω αναφερόμενα ακίνητα στον δεύτερο κληροδόχο [μετακληροδόχο] Σκυλίτσειο Νοσοκομείο Χίου. Με τον τρόπο αυτό και κατ' εφαρμογή του άρθρου 152 παρ. 3 του Α.Ν. 2039/1939 η ως άνω περιουσία διατέθηκε για κοινωφελή σκοπό κατά την έννοια του άρθρου 1 του νόμου τούτου.
Επομένως η καταλειφθείσα περιουσία υπήχθη στις διατάξεις του νόμου αυτού ως μη αυθύπαρκτο [υποτελές] ίδρυμα του άρθρου 96 παρ. 2, καθόσον δεν ορίσθηκε στην διαθήκη ειδικός κοινωφελής σκοπός, και ως εκ τούτου θεωρείται ότι η περιουσία αυτή διετέθη για την εκπλήρωση των σκοπών των υφισταμένων ιδρυμάτων ως κεφάλαιο αυτοτελούς διαχείρισης διακεκριμένης της λοιπής περιουσίας τους.
Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα κρίνεται ως μη επιτρεπτή σύμφωνα με την βούληση της διαθέτιδος η διανομή των ως άνω ακινήτων της κληρονομιάς μεταξύ των διαδίκων, έτσι ώστε έκαστο ΝΠΔΔ να λάβει κεχωρισμένως συγκεκριμένα ακίνητα κατ' αποκλειστικό δικαίωμα κυριότητος, αφού αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τους ορισμούς της διαθέτιδος η οποία με την διαθήκη της, συνέστησε καταπιστευτική υποκατάσταση σε σχέση με τα ανωτέρω ακίνητα και ουδόλως θέλησε σύμφωνα με την σαφή βούλησή της αυτά να διανεμηθούν από τον αρχικό κληροδόχο [κυρίως παρεμβαίνοντα] και τον μετακληροδόχο [αιτούντα].
Συνεπώς το δεύτερο αίτημα της αίτησης και επικουρικό αίτημα της κύριας παρέμβασης, κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα. Απορριπτέο ως αβάσιμο για τον ίδιο λόγο κρίνεται και το δεύτερο αίτημα της κύριας παρέμβασης με το οποίο ζητείται να διακριβωθεί από το Δικαστήριο ότι για να εξυπηρετηθεί ο σκοπός της κληροδοσίας σύμφωνα με την βούληση της διαθέτιδος και για την επωφελέστερη αξιοποίηση των ακινήτων σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 455/1976 θα πρέπει να οριστεί ότι καθένα νομικό πρόσωπο δικαιούται να καρπώνεται ξεχωριστά τα έσοδα από συγκεκριμένα ακίνητα του κληροδοτήματος κατ' αποκλειστικό δικαίωμα.
Ο Κυρίως Παρεμβαίνων Δήμος Χίου διατείνεται ότι με την διαθήκη η διαθέτης καθιστά κληροδόχο και συνεπώς κυρία των ως άνω ακινήτων αυτόν αφού, το Σκυλίτσειο Νοσοκομείο Χίου ως φορέας Λειτουργίας των ετών 1924 και 1931 έχει πλέον καταργηθεί και δεν έχει ουδεμία σχέση με το αιτούν, ενώ και το ΝΠΙΔ Λωβοκομείο Χίου έχει πλέον καταργηθεί.
Σε σχέση με τον ισχυρισμό αυτό προέκυψαν τα εξής: Το "Σκυλίτσειο" Νοσοκομείο Χίου άρχισε να λειτουργεί στα τέλη του 19ou αιώνα ως φιλανθρωπικό ίδρυμα από δωρεές κυρίως Χιωτών του εξωτερικού, οι εργασίες ανέγερσής του άρχισαν το 1883 με την οικονομική στήριξη των Ζ., Ι. και Μ. Σ. και το Νοσοκομείο παραδόθηκε σε λειτουργία τον Σεπτέμβριο του 1886.
Με τον Ν. 2508/1920 την διαχείρηση του Νοσοκομείου ανέλαβε η Ανωτέρα Ενοριακή Αντιπροσωπεία, με πρόεδρο τον εκάστοτε Μητροπολίτη …, προβλεπόταν δε η λειτουργία του ως Ν.Π.Ι.Δ, όπου παρέχονταν χειρουργικές, παθολογικές και ψυχιατρικές υπηρεσίες. Στην συνέχεια με το Ν.Δ. 2592/1953, μεταβλήθηκε η νομική του μορφή σε Ν.Π.Δ.Δ.
Το 1965 γίνεται δημόσιο Νοσοκομείο και το 1983 με τις διατάξεις του Ν. 1397/1983 εντάσσεται στο "Εθνικό σύστημα Υγείας" και ορίζεται ως Νομαρχιακό Γενικό Νοσοκομείο Χίου "Σκυλίτσειο". Με τον Ν. 2889/ 2001 με την ίδρυση του Περιφερειακού Συστήματος Υγείας εντάσσεται στο Πε.Σ.Υ.Π Βορείου Αιγαίου, με σκοπό του την παροχή πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας περίθαλψης.
Περαιτέρω η Εμπορική σχολή Χίου ήταν δημόσιο σχολείο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης με γνωστικό αντικείμενο οικονομικής κατεύθυνσης, η οποία με το Β.Δ. 603/14-08-1961 μετατράπηκε σε Οικονομικό Γυμνάσιο Χίου. Στην συνέχεια αναγνωρίστηκε ως Λύκειο οικονομικής κατεύθυνσης της Γενικής Εκπαίδευσης σύμφωνα με το άρθρο 31 Ν. 309/1976 και υπήχθη σαν Επαγγελματικό Λύκειο στην Επαγγελματική και Τεχνική Εκπαίδευση με μεταφορά των θέσεων του εκπαιδευτικού προσωπικού της και μετά την ένταξη αυτού στην τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση [Ν. 576/1977].
Κατά το άρθρο 9 παρ. 1 του Ν. 576/1977 "Τα τεχνικά και Επαγγελματικά Λύκεια σκοπόν έχουν να προσφέρουν πλουσιωτέραν και ευρυτέραν της γυμνασιακής γενικήν μόρφωσιν, κυρίως δε να μεταδώσουν εις τους μαθητάς τας απαιτούμενας τεχνικάς ή επαγγελματικάς γνώσεις και να αναπτύξουν τας δεξιότητας αυτών, ούτως ώστε ούτοι, μετά την αποφοίτησίν των, να δύνανται να απασχοληθούν επιτυχώς εις ωρισμένον τεχνικόν ή επαγελματικόν κλάδον".
Ενώ στο άρθρο 11 παρ. 4 του ιδίου νόμου προβλέπεται ότι "Τα επαγγελματικά Λύκεια περιλαμβάνουν τμήματα των επομένων τομέων α] Οικονομίας και Διοικήσεως β....". Στην συνέχεια με το νόμο 2640/1998 μετατράπηκε σε TEE …. Ακολούθως σε εφαρμογή των άρθρων 4, 8 και 10 του Ν. 3475/2006 εκδόθηκαν η ΥΑ 81646/Δ4/2006 απόφαση της Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων με την οποία μετατράπηκε σε 10 ΕΠΑΛ [Επαγγελματικό Λύκειο] Χίου και η ΥΑ 57020/Δ4/2007 με την οποία μετατράπηκε σε Επαγγελματική σχολή.
Η διαχείριση της πιό πάνω καταλειφθείσης περιουσίας αρχικά γινόταν από την σχολική εφορεία του οικείου σχολείου, ΝΠΔΔ, που είχε ιδρυθεί με το Ν. 5019/1931 ως φορέας της σχολικής περιουσίας, η οποία σχολική εφορία δυνάμει του άρθρου 95 του Ν. 1566/1985 καταργήθηκε και αυτοδικαίως κάθε περιουσιασκό στοιχείο του εν λόγω σχολείου περιήλθε με καθολική διαδοχή στην εφορεία σχολείων του Δήμου Χίου ΝΠΔΔ.
Με το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 1894/1990, που αντικαταστάθηκε με το άρθρο 31 παρ. 1 του Ν. 2009/1992 καταργήθηκαν οι εφορείες σχολείων και η κινητή και ακίνητη περιουσία όλων των δημοσίων σχολείων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης μεταβιβάσθηκαν αυτοδικαίως κατά κυριότητα στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης στην περιφέρεια των οποίων βρίσκονται τα ακίνητα αυτά.
Για την συντέλεση της μεταβίβασης της κινητής και ακίνητης περιουσίας καθενός σχολείου με το οικόπεδό του προβλέπεται στη διάταξη αυτή, η έκδοση απόφασης του αντίστοιχου Νομάρχη και οι αποφάσεις που αφορούν ακίνητα μεταγράφονται ατελώς στα βιβλία μεταγραφών του οικείου Υποθηκοφυλακείου. Σύμφωνα με την παρ. 3 του ιδίου άρθρου ο ΟΤΑ καθίσταται καθολικός διάδοχος των καταργημένων σχολικών ταμείων και των εφορειών σχολίων, ενώ σύμφωνα με την παρ. 4 η σχολική περιουσία και οι πρόσοδοί της προορίζονται αποκλειστικά για την λειτουργία των σχολικών μονάδων, οι δε πρόσοδοι χρησιμοποιούνται και για την εξυπηρέτηση της σχολικής περιουσίας.
Επίσης στην παρ. 5 του ιδίου άρθρου, ορίζεται ότι oι διατάξεις του άρθρου 5 δεν θίγουν το περιεχόμενο και τους όρους διαθηκών, κωδικέλλων ή δωρεών ως προς τις διατάξεις τους που αφορούν περιουσία σχολείων Α'βάθμιας και Β'βάθμιας εκπαίδευσης. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι τόσο η αρχικά αναφερόμενη στη ως άνω διαθήκη Εμπορική σχολή όσο και το σε αυτήν αναφερόμενο Σκυλίτσειο Νοσοκομείο, υφίστανται διαρκώς από του χρόνου του θανάτου της διαθέτιδος μέχρι και σήμερα, μεταβαλλόμενης της νομικής τους μορφής και του φορέα λειτουργίας τους κατά τα ανωτέρω.
Περαιτέρω όμως αμφότερες συνεχίζουν να παρέχουν τον ίδιο κοινωφελή σκοπό και συγκεκριμένα την ίδια ουσιαστική προσφορά στην οποία και απέβλεψε η διαθέτιδα, και συγκεκριμένα το μεν αιτούν Νοσοκομείο στην υγειονομική περίθαλψη των κατοίκων της νήσου Χίου, το δε ΕΠΑΛ, την διαχείριση της περιουσίας του οποίου έχει πλέον ο κυρίως παρεμβαίνων Δήμος, την κατεύθυνση των μαθητών που φοιτούν σε αυτό προς τις οικονομικές και τεχνολογικές επιστήμες καθώς και σε επαγγέλματα που έχουν σχέση με αυτές.
Δηλαδή η ουσιαστική προσφορά των ανωτέρω και κατά συνέπεια ο κοινωφελής τους σκοπός ουδόλως μεταβλήθηκε κατά την πάροδο του χρόνου από της ιδρύσεώς τους μέχρι και σήμερα. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο ισχυρισμός του κυρίως παρεμβαίνοντος ότι ο φορέας λειτουργίας του αιτούντος δεν έχει σχέση με αυτόν των ετών 1924 και 1931 και συνεπώς ο τελευταίος πρέπει να θεωρηθεί κατηργημένος, αφού ως αποδείχθηκε αυτός υφίσταται από του χρόνου του θανάτου της διαθέτιδος μέχρι και σήμερα με διαφορετική νομική μορφή αλλά με τον ίδιο κοινωφελή σκοπό λειτουργίας στον οποίο και απέβλεψε η διαθέτιδα κατά τα ανωτέρω.
Περαιτέρω με την με αριθμό ….03/04-01-1936 πράξη του Συμβολαιογράφου Κ. Β. έγινε παράδοση της νομής των προαναφερόμενων ακινήτων της κληροδοσίας προς την κληροδόχο Εμπορική σχολή, η οποία και αποδέχθηκε την κληροδοσία αυτή. Με την συμπλήρωση σύμφωνα με τις διατάξεις της διαθήκης πενήντα ετών [50] από της ως άνω παραδόσεως των ακινήτων ήτοι την 04-01-1986 η ως άνω Εμπορική Σχολή και ως καθολικός διάδοχος αυτής κατά τον χρόνο αυτό, η εφορεία σχολείων του Δήμου Χίου ΝΠΔΔ κατά τα ανωτέρω, βαρυνόταν σύμφωνα με τις διατάξεις της διαθήκης σε μετακληροδοσία, δηλαδή στην απόδοση των ως άνω ακινήτων της κληροδοσίας στο Σκυλίτσειο Νοσοκομείο και ως καθολικό διάδοχο αυτού κατά τον χρόνο αυτό [04-01-1986] στο Νομαρχιακό Γενικό Νοσοκομείο Χίου "Σκυλίτσειο".
Πλην όμως, παρά την σαφή βούληση της διαθέτιδος κατά τα ανωτέρω, δεν απέδωσε αυτά αλλά αντιθέτως θεωρώντας εσφαλμένα ότι ανήκουν στην κυριότητά του περιέλαβε τα ακίνητα στην πράξη απογραφής ακινήτων που ανήκαν κατά κυριότητα στα σχολεία του Δήμου Χίου και βάσει αυτής της απογραφής ο Νομάρχης Χίου εξέδωσε την υπ' αριθμ.
….95/90/08-01-1991 διαπιστωτική πράξη του, σύμφωνα με το άρθρο 5 του Ν. 1894/1990 η οποία μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χίου στον τόμο 349 με αύξοντα αριθμό 168. Ως προαναφέρθηκε στην μείζονα σκέψη κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος του Α.Κ Β.Ρ δικαίου ήταν επιτρεπή η καταπιστευτική υποκατάσταση ή μετακληροδοσία ως εν προκειμένω, η οποία συνίσταται σε διαδοχική υποκατάσταση στην κληροδοσία με την έννοια ότι το κληροδότημα περιέχεται διαδοχικά από τον ένα κληροδόχο στον επόμενο μετά την κτήση και μετά από ορισμένο χρονικό διάστημα.
Κατά δε την ειδική διάταξη του άρθρου 95 παρ. 1 ΕισΝΑΚ επί καταπιστευμάτων και κληροδοτημάτων που έχουν διαταχθεί από διαθέτη αποβιώσαντα ως εν προκειμένω, πριν την ισχύ του ΑΚ, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 1923 παρ. 2 και 2009 και συνεπώς η καταπιστευτική υποκατάσταση στην κληροδοσία από την ισχύ του ΑΚ και εφεξής [23-02-1946] είναι έγκυρη για μία ακόμα διαδοχή στο καταπίστευμα, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή αποβλέπει σε κοινωφελή σκοπό ως εν προκειμένω.
Με βάση τα ανωτέρω, δεν είναι έγκυρη η με την ως άνω διαθήκη ορισθείσα δεύτερη καταπιστευτική υποκατάσταση σε βάρος του μετακληροδόχου αιτούντος, αφού μετά την ισχύ του ΑΚ δεν είναι έγκυρη και επιτρεπτή για μία ακόμα φορά η διαδοχή στο καταπίστευμα.
Συνεπώς σε σχέση με τον μετακληροδόχο αιτούντα η σχετική ως άνω διάταξη της διαθήκης είναι άκυρη, ακυρότητα η οποία ως απόλυτη λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη υπό του Δικαστηρίου, δεν παράγει η διάταξη αυτή καμία νομική ενέργεια και συνεπώς τα διαδοχικά κληροδοτηθέντα ως άνω αντικείμενα της κληροδοσίας παραμένουν οριστικά στα χέρια του μετακληροδόχου αιτούντος Γενικού Νοσοκομείου Χίου ΝΠΔΔ "Σκυλίτσειο" ως κυρίου αυτών.
Συνεπώς νομίμως το αιτούν με την με αριθμό …74/27-12-2005 πράξη της Συμβολαιογράφου Ι. Λ.-Χ., που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο 512 με αυξ. αριθμό 21 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χίου αποδέχθηκε την πλήρη κυριότητα των ακινήτων της κληροδοσίας, η οποία επήχθη σε αυτό με την πάροδο των πενήντα ετών της αρχικής κληροδοσίας. Υπό αυτές τις παραδοχές κρίνεται απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη η κύρια παρέμβαση στο σύνολό της, ενώ η αίτηση κατά το κύριο αίτημά της πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και ερμηνευομένων της από 02-07-1924 ιδιόγραφης διαθήκης και του από 09-07-1931 κωδίκελλου της διαθήκης να κριθεί ότι κατά την βούληση της διαθέτιδος, κληροδόχος, λόγω καταπιστευτικής υποκατάστασης που έχει διαταχθεί υπέρ κοινωφελούς σκοπού, των προαναφερομένων ακινήτων είναι το αιτούν στο οποίο και πλέον πρέπει να περιέλθουν τα ακίνητα αυτά κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητος, μη βαρυνομένου αυτού πλέον με κληροδοσία υπέρ του κυρίως παρεμβαίνοντος". Και υπό τις παραδοχές αυτές απέρριψε την κύρια παρέμβαση και δέχθηκε κατ' ουσίαν την αίτηση.
Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, διέλαβε επαρκείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τη σαφή βούληση της διαθέτιδος να περιέλθουν τα κληρονομιαία ακίνητα για 50 έτη στην Εμπορική Σχολή και, στη συνέχεια, για 50 έτη στο Σκυλίτσειο Νοσοκομείο, υπό τη νομική μορφή και τον φορέα λειτουργίας τους που υφίστανται σήμερα, και όχι να διανεμηθούν μεταξύ αυτών τα ακίνητα ή τα εξ αυτών έσοδα, δοθέντος ότι συνέστησε με τη διαθήκη καταπιστευτική υποκατάσταση, ως προς το ότι δεν υπήρξε κατάργηση του αναιρεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ. (ώστε να θεωρηθεί ότι η θέληση της διαθέτιδος δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί), καθώς και ως προς τη μη εγκυρότητα και το ανεπίτρεπτο, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις, της δεύτερης καταπιστευτικής υποκατάστασης σε βάρος του μετακληροδόχου - αναιρεσίβλητου.
Επομένως, οι πέμπτος και τρίτος (κατά την β' αιτίαση αυτού) λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., με τις αιτιάσεις ότι δεν έγινε ορθή εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και ότι οι αιτιολογίες της απόφασης αυτής είναι ανεπαρκείς, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι.
Ειδικά ο πέμπτος λόγος, ως προς την αιτίαση αυτού περί συνδρομής περίπτωσης παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας από την δοθείσα ερμηνεία της βούλησης της διαθέτιδος, διότι οποιοσδήποτε επιθυμεί να βοηθήσει την εξυπηρέτηση κάποιου κοινωφελούς σκοπού επιθυμεί να το πράξει κατά τρόπο, με τον οποίο η βούλησή του δεν θα ματαιωθεί στο μέλλον, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, δοθέντος ότι δεν αφορά στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ούτε στην υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, οι οποίοι μάλιστα δεν αναφέρονται, και δεν αποτελεί παράβαση διδαγμάτων της κοινής πείρας.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσειων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλει ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 2-7-1924 επίμαχης ιδιόγραφης διαθήκης της Π. και του από 9-7-1931 κωδίκελλου. Ο λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί, όπως προκύπτει την επισκόπηση των εν λόγω εγγράφων, τα κρίσιμα για την παρούσα υπόθεση αποσπάσματα των οποίων παρατίθενται αυτούσια στο κείμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των πιο πάνω εγγράφων, αλλά, αφού τα ανέγνωσε σωστά, τα συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Ο προβλεπόμενος με το άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, μετά την κατάργηση της δεύτερης περίπτωσης, που προέβλεπε τη δυνατότητα αναίρεσης, αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά "χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη", με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, όπως και μετά την κατάργηση της διατάξεως του άρθρου 341 Κ.Πολ.Δικ. για τη δυνατότητα έκδοσης προδικαστικής αποφάσεως και την εφαρμογή του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ. σε όλες τις υποθέσεις, με το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου νόμου, έχει περιορισμένη εφαρμογή στην περίπτωση που "το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", δηλαδή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμιά απόδειξη (ΑΠ 273/2011). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 335 Κ.Πολ.Δ., 173 και 200 ΑΚ προκύπτει σαφώς, ότι αντικείμενο απόδειξης δεν μπορεί να είναι η έννοια δικαιοπραξίας ή κάποιου όρου αυτής, η οποία δεν αποτελεί πραγματικό γεγονός, αλλά αυτή εξευρίσκεται από το δικαστήριο της ουσίας, που διαπιστώνει κυριαρχικώς με ερμηνεία του περιεχομένου τους την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτούντων, χωρίς να δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων ή να υποχρεούται να διατάξει για τα ζητήματα αυτά απόδειξη (ΑΠ 960/1996).
Συνεπώς ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ. δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση παρά τον νόμο ερμήνευσε, με τον τρόπο με τον οποίο ερμήνευσε, περιεχόμενες στην ιδιόγραφη διαθήκη της διαθέτιδος επίμαχες διατάξεις, χωρίς να στηρίζεται σε αποδεικτικά στοιχεία, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Σε κάθε περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, για απόρριψη όλων των αιτημάτων της κυρίας παρέμβασης, αφού έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και πέντε φωτογραφίες και έτσι δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ.
Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.ΑΠ 9/1997, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι νομικοί ισχυρισμοί (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008). Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1299/2009, ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/ 2007, ΑΠ 2068/2007), είτε ρητώς, είτε εκ του πράγματος με την περί του αντιθέτου παραδοχή (ΑΠ 1524/2007, ΑΠ 403/2009, ΑΠ 941/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλομένη από τον αναιρεσείοντα η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., διότι δεν έλαβε υπόψη τους προταθέντες με την κύρια παρέμβασή του και τις από 22-10-2013 προτάσεις του ισχυρισμούς του α) ότι με τις επίμαχες διατάξεις της προαναφερόμενης ιδιόγραφης διαθήκης δεν θεσπίστηκε καταπιστευτική κληροδοσία, αλλά όρος της διαθήκης, και β) ότι το Εφετείο έπρεπε να αποφανθεί, ότι η θέληση της διαθέτιδος δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί, καθόλου ή κατά το μεγαλύτερο μέρος του περιεχομένου της, ως προς τον ορισθέντα σκοπό, είτε ότι η θέληση αυτή μπορεί να ικανοποιηθεί πληρέστερα με την μεταβολή της εκμετάλλευσης των περιουσιακών στοιχείων της περιουσίας.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, έλαβε υπόψη και απέρριψε εκ του πράγματος το υπό στοιχείο β' αίτημα, με το να κάνει δεκτή την αίτηση, με την οποία υποστηρίχθηκαν τα αντίθετα. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, ως προς την αιτίασή του αυτή, με την οποία προσάπτεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, ο αυτός δε λόγος αναίρεσης, ως προς την υπό στοιχείο α' αιτίασή του, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η επίκληση νομικών επιχειρημάτων δεν αποτελούν, όπως προαναφέρθηκε, πράγματα με την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ.
Κατά το άρθρο 744 ΚΠολΔ, το δικαστήριο μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος. Κατά το άρθρο 759 παρ. 3 δε του ίδιου Κώδικα το δικαστήριο, ακόμη και από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάζει κάθε τι που κατά την κρίση του είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται, ότι στην εκούσια δικαιοδοσία ισχύει το σύστημα της ελεύθερης απόδειξης και το δικαστήριο δύναται να λαμβάνει υπόψη του και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν όρους του νόμου. Ακόμη και οι περιορισμοί που ισχύουν κατά το άρθρο 270 ΚΠολΔ δεν εφαρμόζονται αναλόγως στις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας (ΑΠ 131/2009, ΑΠ 2228/2007).
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1413/2010, 763/2007).
Στην προκειμένη ο αναιρεσείων, προκειμένου να στηρίξει την παρέμβασή του προσκόμισε μετ' επικλήσεως, μεταξύ άλλων α) την από 28-6-1994 γνωμοδότηση των Νομικών Συμβούλων του Νοσοκομείου και του Δήμου Χίου, Γ. Κ. και Α. Α., β) το 13/6-7-1994 πρακτικό συνεδρίασης του Δημοτικού Συμβουλίου Χίου, γ) το 2/3-11-1995 έγγραφο της Ανωτέρας Ενοριακής Αντιπροσωπείας Δήμου Χίου, δ) το 22/19-12-1994 πρακτικό συνεδρίασης του Δημοτικού Συμβουλίου Χίου, ε) φωτοαντίγραφο του 12/8-12-1996 εγγράφου της Ενοριακής Αντιπροσωπείας Δήμου Χίου, στ) το 26/23-11-2009 πρακτικό συνεδρίασης του Δημοτικού Συμβουλίου Χίου. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη το σύνολο των εγγράφων, που αμφότερα τα διάδικα μέρη προσκόμισαν με επίκληση, και ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται περί του ότι μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται και τα προαναφερθέντα. Κατά συνέπεια, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' Κ.Πολ.Δ. αντίθετος τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων Δήμος Χίου στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του έχοντος καταθέσει προτάσεις αναιρεσιβλήτου (άρθρα 106, 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένα όμως κατά το πενήντα τοις εκατό (50%) των κατώτατων ορίων που ορίζονται από τον Κώδικα περί Δικηγόρων (άρθρο 281 ν. 3463/2006).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-11-2014 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ` αριθμ. 2702/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Δήμο Χίου στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων τριακοσίων (1.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Αυγούστου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ