Legislator Case Law & Legislation
1044/2013 AI generated

1044/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1044/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1044/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο, δεν εμφανίσθηκαν ο Α. Ζ. και ο Ν. Ζ., ένατος και δέκατος αντίστοιχα των αναιρεσειόντων, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δε θα παραστούν κατά την εκφώνησή της σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 Κ.Πολ.Δ..

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1044 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1044/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Ζ. του Γ., κατοίκου ..., 2) Μ. Ζ. του Γ., κατοίκου ..., 3) Γ. Ζ. του Γ., κατοίκου ..., 4) Α. Ζ. του Γ., κατοίκου ..., 5) Μ. Ζ. του Γ., κατοίκου ..., ατομικά και ως κληρονόμος της Μ. Ζ., 6) Π. Μ. του Α., κατοίκου ..., 7) Θ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 8) Δ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 9) Α. Ζ. του Γ., κατοίκου ..., και 10) Ν. Ζ. του Γ., κατοίκου .... Οι 1ος έως 8η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Σαλπέα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η 9η και ο 10ος δεν παραστάθηκαν.

Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Ζ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Βασιλεία Βαλλιάνου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 16/10/2003 (αρ. κατάθεσης 776/2003 και 777/2003) και από την 14/5/2004 (αρ. κατάθεσης 351/2004) αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20/2005 μη οριστική, 59/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 254/2009 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11/2/2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 14/1/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ.1, 96 παρ.1 και 97 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι α) στα πολιτικά δικαστήρια και μάλιστα στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, β) η πληρεξουσιότητα δίνεται με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή την έκθεση, μπορεί δε να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει, γ) η πληρεξουσιότητα για όλες τις δίκες παύει να ισχύει μετά πέντε χρόνια από τη χορήγησή της και δ) εκείνος που παρίσταται με δικηγόρο, του οποίου η πληρεξουσιότητα έπαυσε να ισχύει θεωρείται ότι δεν έχει εμφανισθεί στη συζήτηση της υπόθεσης.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1,2 και 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε, αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 143 παρ.3, 104 και 96 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η επίδοση της κλήσης για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης μπορεί να γίνει και στο δικηγόρο που υπογράφει αυτήν, ως πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος και ο οποίος τεκμαίρεται ότι είναι αντίκλητος αυτού για τη σχετική υπόθεση και ως εκ τούτου μπορεί να παραλαμβάνει τα δικόγραφα που απευθύνονται στο διάδικο που τον διόρισε και αφορούν την ίδια υπόθεση.

Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο, δεν εμφανίσθηκαν ο Α. Ζ. και ο Ν. Ζ., ένατος και δέκατος αντίστοιχα των αναιρεσειόντων, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δε θα παραστούν κατά την εκφώνησή της σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 Κ.Πολ.Δ..

Περαιτέρω κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, οι Γ. Ζ., Α. Ζ., Μ. Ζ., Π. Μ., Θ. Μ. και Δ. Μ., τρίτος, τέταρτη, πέμπτη, έκτος, έβδομος και όγδοη των αναιρεσειόντων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Σαλπέα, ο οποίος προσκομίζει, για τους προαναφερόμενους αναιρεσείοντες το .../15-4-2002 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Πειραιώς Ελένης Γκότση, από το οποίο προκύπτει ότι οι τελευταίοι διορίζουν ως ειδικό πληρεξούσιο και αντίκλητό τους τον προαναφερόμενο δικηγόρο για να τους εκπροσωπεί και να παρίσταται για λογαριασμό τους σε όλα τα ελληνικά δικαστήρια και σε όλες τις αρχές για όλες τις δίκες.

Η πληρεξουσιότητα όμως που δόθηκε με το παραπάνω συμβολαιογραφικό έγγραφο στον παρασταθέντα ως πληρεξούσιο δικηγόρο των προαναφερόμενων αναιρεσειόντων έπαυσε να ισχύει μετά την παρέλευση πενταετίας δηλαδή από 15/4/2007 σύμφωνα με την παρ.3 του άρθρου 97 Κ.Πολ.Δ. και συνεπώς κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο (20/1/2013) κατά την οποία συζητήθηκε η αίτηση αναίρεσης, δεν είχε την πληρεξουσιότητα ο δικηγόρος αυτός για την εκπροσώπηση των τελευταίων κατ' αυτήν.

Επομένως οι ίδιοι παραπάνω αναιρεσείοντες, αφού δεν παραστάθηκαν όπως ο νόμος ορίζει, δε συμμετείχαν νομίμως στη δίκη. Από την 6562Β/9-11-2012 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ..., την οποία προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσίβλητος, προκύπτει ότι αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με την υπ' αυτήν πράξη ορισμού της αναφερόμενης στην αρχή δικασίμου και κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτής επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως μετά από παραγγελία της παραστάσης πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσιβλήτου, στον Βασίλειο Σαλπέα ως πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που έχει υπογράψει την αίτηση αναίρεσης, όπως αποδεικνύεται από το αντίγραφο αυτής.

Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των παραπάνω αναιρεσειόντων, ως εάν και αυτοί ήταν παρόντες (άρθρο 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).

Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 παρ.20 ΚΠολΔ, παραμόρφωση εγγράφου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου, στο οποίο στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο την κρίση του, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, απέδωσε δε σε αυτό περιεχόμενο καταδήλως διάφορο του αληθινού, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Αντιθέτως, δεν υπάρχει παραμόρφωση όταν το δικαστήριο αξιολογώντας το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, οδηγήθηκε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, αφού η κρίση του αυτή εκφεύγει κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ του αναιρετικού ελέγχου. Σε κάθε άλλη περίπτωση παραμόρφωση κατά την έννοια του άρθρου 559 παρ.20 ΚΠολΔ, δεν υπάρχει όταν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία του περιεχομένου εγγράφου (λέξης ή βούλησης).

Εξάλλου, ο λόγος αυτός είναι αόριστος αν δεν παρατίθεται κατά λέξη στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και το περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο, ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, καθώς και το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμόρφωσης, σε σχέση με τη συνδρομή ή όχι ορισμένων πραγματικών γεγονότων.

Έγγραφα κατά τον προκείμενο λόγο αναιρέσεως είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. Κ.Πολ.Δ. αναφερόμενα ως αποδεικτικά έγγραφα, τα παρέχοντα άμεση ή έμμεση απόδειξη (ΑΠ 256/2012, ΑΠ 20/2011, ΑΠ 121/2011, ΑΠ 25/2011, ΑΠ 1134/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από άρθρο 559 παρ.20 ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της 10137/1942 δημόσιας διαθήκης, του Μ. Ζ., ως προς τις διατάξεις αυτής που αφορούν τα ακίνητα που άφησε ο διαθέτης στους κληρονόμους του, δίνοντας σε αυτές ερμηνεία που δε θεωρούν ορθή οι αναιρεσείοντες.

Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, αφού δεν υπάρχει παραμόρφωση όταν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία του περιεχομένου εγγράφου, υπό την επίκληση δε της παραβίασης αυτής πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (561 παρ.1 ΚΠολΔ). Με τους δεύτερο, κατά ένα μέρος, και τρίτο από τους λόγους της αίτησης αναίρεσης προβάλλονται αιτιάσεις από το άρθρο 559 παρ.20 ΚΠολΔ, συνιστάμενες ειδικότερα: 1) σε ότι αφορά το δεύτερο λόγο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του .../1961 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιώς Γ.

Μερσίνη με το να δεχθεί ότι "ο πάππος και προπάππος (των αναιρεσειόντων) Γ. Ζ. πώλησε με το συμβόλαιο αυτό όχι μόνο το κτίσμα "...", εμβαδού 24 τ.μ., αλλά και τα άλλα δύο ισόγεια κτίσματα, ονομαζόμενα ρακιδιά και οιναποθήκη και το ενδιαμέσως αυτών αίθριο", που είναι καθ' ολοκληρίαν ψευδή, αυθαίρετα, αβάσιμα και παράνομα, ενώ ουδέποτε ο Γ.

Ζ. πώλησε τα παραπάνω ακίνητα, το δε προαναφερόμενο συμβόλαιο ουδόλως αναφέρει ότι επωλήθησαν και αυτά κατ' ορθήν ερμηνεία αυτού και 2) σε ότι αφορά τον τρίτο λόγο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του .../1966 συμβολαίου του ιδίου συμβολαιογράφου, με το οποίο ο Γ. Ζ. πώλησε στον Σ. Λ. έναν αγραμπελώνα, τον οποίο δηλώνει στο συμβολαιογραφικό αυτό έγγραφο ο πωλητής ότι έχει στην αποκλειστική του κυριότητα από κληρονομιά με βάση την 10137/1942 δημόσια διαθήκη και ότι το ακίνητο αυτό είχε απομείνει μετά την πώληση του ακινήτου που αναφέρεται στο παραπάνω .../1961 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο.

Ότι "από τα ανωτέρω είναι σαφές ότι ο Γ. Ζ. δεν πώλησε με το ως άνω συμβόλαιο τα δύο ισόγεια κτίσματα και το ενδιαμέσως αυτών αίθριο και πάντα τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση είναι ψευδή και αβάσιμα". Οι λόγοι αυτοί, είναι προεχόντως αόριστοι, αφού δεν εκτίθεται το ακριβές περιεχόμενο των παραπάνω εγγράφων, ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκαν τα έγγραφα αυτά, η επίδραση αυτού στο διατακτικό της απόφασης, καθώς και το περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο σε ότι αφορά το έγγραφο που αναφέρεται στον τρίτο λόγο της αναίρεσης.

Οι ίδιοι λόγοι είναι επίσης απαράδεκτοι καθ' όσον ούτε οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ούτε και από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα παραπάνω έγγραφα, για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα, αλλά από τη συνεκτίμηση και όλων των άλλων αποδεικτικών μέσων.

Οι ίδιο λόγοι, κατά το μέρος που αναφέρονται στην αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου των εγγράφων αυτών, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθ' όσον πρόκειται για αιτιάσεις που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση τούτων, που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά στην απόφαση, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων (ΑΠ 1204/2008, ΑΠ 532/2008, ΑΠ 58/2008, ΑΠ 2191/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, βεβαιώνει ότι κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του αφού συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται σε αυτή, μεταξύ των οποίων και όλα τα έγγραφα και τις φωτογραφίες, τα οποία επικαλέσθηκαν νομίμως και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Από τη βεβαίωση αυτή και όλο το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο, για να σχηματίσει το αποδεικτικό πόρισμά του, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τις φωτογραφίες των κτισμάτων του εμπροσθίου οικοδομημένου τμήματος του "...", τις οποίες είχαν νομίμως επικαλεσθεί και προσκομίσει κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρεσείοντες.

Επομένως, ο δεύτερος κατά το υπόλοιπο μέρος του από το άρθρο 559 παρ.11γ' ΚΠολΔ, αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω οι αναιρεσείοντες εκθέτουν στο αναιρετήριο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αόριστη "όταν λέει ότι δέχεται εν μέρει την από 10-11-2003 αγωγή του Γ. Ζ. (776/10-11-2003) χωρίς να λέει τι δέχεται από την εν λόγω αγωγή".

Και ότι "ενώ η ως άνω αγωγή και οι λοιπές (777/10-11-2003 και 351/18-5-2004) είναι καταψηφιστικές, ουδέν διατάσσει η ως άνω απόφαση (προσβαλλόμενη) προκειμένου να γίνει χρήση της αυλής, δεδομένου ότι ο αναιρεσίβλητος όχι μόνο κατέχει το κτίσμα του Γ. Ζ., τα κτίσματα των κληρονόμων του, την κοινόχρηστη αυλή και το πεζούλι, αλλά έχει κλείσει την εξώθυρα και δεν επιτρέπει την είσοδο σε κανέναν" και "ότι στερείται αιτιολογίας, το δε διατακτικό της έρχεται σε αντίθεση με το αιτιολογικό της".

Με τα διαλαμβανόμενα προβάλλονται κατ' εκτίμηση αιτιάσεις, από τους αριθμούς 19 και 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι οποίες ανεξάρτητα από την αοριστία τους, στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση καθ' όσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν έκρινε σε δεύτερο βαθμό την από 10-11-2003 αγωγή με αριθμό κατάθεσης 776 αλλά μόνον τις άλλες δύο, εκτιμώντας ότι η έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκε από τους ενάγοντες αυτών των αγωγών, την δε από 18-5-2004 αγωγή απέρριψε ως μη νόμιμη, αφού δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει αυτήν ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Περαιτέρω η 777/10-11-2003 αγωγή ως προς το αίτημα αυτής για την αναγνώριση των εναγόντων - αναιρεσειόντων συγκυρίων της αυλής και την υποχρέωση του αναιρεσιβλήτου προς απόδοση αυτής κατά τα εξ' αδιαιρέτου ποσοστά τους, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη και συνεπώς δεν περιέχει η προσβαλλόμενη απόφαση διάταξη για την απόδοση του επίδικου ακινήτου.

Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.) όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ:

Απορρίπτει την αίτηση του Γ. Ζ. κ.λπ. περί αναιρέσεως της 254/2009 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαΐου 2013.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ