Legislator Case Law & Legislation
1044/2010 AI generated

Supreme Court quashes lower court verdict on traffic accident due to insufficient evidence of negligence and causation.

Case Number 1044/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece quashed the Second Instance Court's judgment regarding a traffic accident between a car and a motorcycle. The plaintiffs argued the driver was negligent for speeding and driving under the influence, while the insurance company contested the specific facts establishing liability. The court ruled that the lower court failed to provide sufficient evidence regarding the motorcycle's speed, the driver's blood alcohol content, and the precise mechanics of the collision to prove negligence and causation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 10 of Law 769/1911, 297-300, 330, and 914 of the Civil Code: In cases of vehicle collision, liability requires proof of illegal and causative conduct, negligence, and damage; a verdict is quashed if the lower court fails to establish these elements with sufficient evidence.

Keywords

AI generated
traffic accident liability negligence causation speeding evidence alcohol impairment insufficient proof quashing verdict civil compensation

Cited Legislation

AI generated
Article 10 of Law 769/1911
Articles 297, 298, 299, 300, 330 of the Civil Code
Article 914 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1044 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1044/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Διονυσίου Γιαννακό-πουλου), Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Απριλίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΙΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΜΙΝΕΤΤΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Καραΐσκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2, 3) Ψ3, 4) Ψ4, 5) Ψ5, 6) Ψ6, 7) Ψ7, 8) Ψ8, 9) Ψ9 και 10) Ψ10, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Βάρδακα και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/9/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 671/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 367/2005 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 11/10/2005 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 190/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 367/2005 απόφαση του Εφετείου Πατρών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 387/2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/7/2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καραχάλιου ανέγνωσε την από 12/4/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή αμφοτέρων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως (του δευτέρου εκτιμωμένου ως λόγου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ). Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298 έως 300, 330 εδ. β' και 914 του ΑΚ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσοτέρων οχημάτων, η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά του οδηγού παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και της ζημίας.

Μορφή υπαιτιότητας αποτελεί και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο την συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση.

Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα οδικής Κυκλοφορίας δεν θεμελιώνει αυτή, καθ" εαυτή, υπαιτιότητα στην επέλευση της συγκρούσεως αυτοκινήτων, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί, σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος.

Σύμφωνα δε με την διάταξη του άρθρου 17 παραγ. 1 του ΚΟΚ, "Ο οδηγός επιτρέπεται να προσπεράσει προπορευόμενο όχημα μόνον εφ' όσον μπορεί να το κάνει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας και εφ' όσον προειδοποιήσει έγκαιρα γι' αυτό σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 2 του παρόντος". Κατά την παράγραφο 2 δε του άρθρου 21 αυτού "πριν από κάθε ελιγμό, ο οδηγός υποχρεούται να καταστήσει έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του αυτή, χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτό τους δείκτες κατεύθυνσης".

Εξ άλλου, η έννοια της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομική και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του εμπλακέντος στο αυτοκινητικό ατύχημα οδηγού, για την επέλευση της ζημίας, και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ.

α' και β' και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και για παράβαση διδαγμάτων της κοινής πείρας, καθώς και για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως. Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του δικαστηρίου, περί του εάν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχεται το δικαστήριο, ως αποδειχθέντα, καθ' εαυτά, αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας και θεμελιώνουν την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., ο κανόνας παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα.

Κατά την έννοια δε της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ, η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και έτσι ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως, που προβλέπεται από αυτή, και όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά εκείνα, τα οποία είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε.

Στην παρούσα περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά: "Την 14 Φεβρουαρίου 2002 και περί ώρα 23:20 ο εκ των εναγομένων Ζ, ηλικίας τότε 58 ετών, οδηγώντας το ... Ι.Χ. επιβατικό αυτοκίνητό του, που έχει ασφαλίσει για την έναντι των τρίτων αστική ευθύνη η δεύτερη εναγομένη (και εκκαλούσα) ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Ευρωπαϊκή Ένωση - ασφάλειαι Μινέττα", έβαινε με αυτό, έχοντας συνεπιβάτη στη θέση του συνοδηγού την γυναίκα του ..., επί της Ε.Ο. ...

με κατεύθυνση από ... προς .... Πρόθεση του ως άνω οδηγού ήταν, φθάνοντας στο ύψος των εγκαταστάσεων του εστιατορίου "...", που βρίσκεται εκτός του οδοστρώματος, αριστερά σε σχέση με την πορεία του, να κατευθυνθεί προς αυτό (εστιατόριο), πραγμα-τοποιώντας ελιγμό προς τα αριστερά και καταλαμβάνοντας προς τούτο το αντίθετο ρεύμα πορείας, δηλαδή από ...

προς .... Ομορρόπως προς την πορεία του αυτοκινήτου του Ζ και πίσω από αυτόν κινούνταν κατά σειρά: 1) ο πρωτοδίκως εξετασθείς μάρτυρας και αυτόπτης κατά την έκθεση αυτοψίας της τροχαίας Θ, σύζυγος της αδελφής του θύματος Ψ5 και οδηγός του ... αυτοκινήτου, το οποίο απείχε από το προπορευόμενο αυτοκίνητο του Ζ περίπου 100 μέτρα, όταν έγινε η προσπέραση τούτου (αυτοκινήτου Θ) από την δίκυκλη μοτοσικλέτα και 2) ο οδηγός και ιδιοκτήτης της δίκυκλης χωρίς πινακίδες αριθμού κυκλοφορίας μοτοσικλέτας Ξ, ηλικίας 27 ετών, άγαμος, ο οποίος λίγο, πριν τη σύγκρουση βρίσκονταν μεταξύ των δύο αυτοκινήτων (Ζ, Θ) και δεν απείχε πολύ από το αυτοκίνητο του εναγόμενου Ζ, όταν επιχείρησε με την μοτοσικλέτα να προσπεράσει τούτο από αριστερά, καταλαμβάνοντας το αντίθετο ρεύμα πορείας, δηλαδή από ...

προς .... Το τροχαίο ατύχημα, συνεπεία του οποίου τραυματίσθηκε θανάσιμα ο ως άνω οδηγός της μοτοσικλέτας Ξ, υποστάς "κάταγμα στη βάση του κρανίου, συντριπτικά κατάγματα βρεγματικού, ινιακού και κροταφικού οστού του κρανίου και ενδοκράνια αιμορραγία", καταστράφηκε δε ολοσχερώς η δίκυκλη μοτοσικλέτα του, αξίας 1500 €, έγινε στο 141 χιλιόμετρο της προαναφερθείσας Ε.Ο. ..., πλησίον του εστιατορίου "...".

Στο σημείο αυτό η οδός έχει πλάτος 7,50 μ., είναι διπλής κατεύθυνσης με ένα ρεύμα πορείας ανά κατεύθυνση, στον άξονά της διαχωρίζεται με γραμμή διακεκομμένη και είναι ευθεία σε μεγάλο μήκος και κατά την φορά των συγκρουσθέντων οχημάτων. Στην έκθεση αυτοψίας της τροχαίας δεν αναφέρεται αν στην οδό υπήρχε σε λειτουργία λόγω της νύχτας τεχνικός φωτισμός ή πινακίδα που καθόριζε το ανώτατο όριο ταχύτητας για τα οχήματα.

Πάντως τα εμπλακέντα στο ατύχημα οχήματα δεν στερούνταν φώτων. Ο εναγόμενος οδηγός Ζ, προτιθέμενος, όπως προαναφέρθηκε, να μεταβεί στο εστιατόριο "...", είχε ανάψει από μεγάλη απόσταση το αριστερό φλας του αυτοκινήτου του και κινούνταν με μικρή ταχύτητα στο δεξιό του ρεύματος πορείας του χωρίς να έχει μετακινήσει καθόλου προς τα αριστερά το αυτοκίνητο του, δίδοντας έτσι την εντύπωση ότι έχει ξεχάσει αναμμένο το αριστερό φλας του αυτοκινήτου του ή ότι αναζητεί το σημείο του τελικού προορισμού του.

Άλλωστε, το σημείο συγκρούσεως των οχημάτων επί του οδοστρώματος, όπως αυτό απεικονίζεται" στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα της τροχαίας που συνοδεύει την έκθεση αυτοψίας, είναι δηλωτικό της αμηχανίας και της έλλειψης γενικώς προσανατολισμού στο χώρο του εναγόμενου οδηγού Ζ, ο οποίος για να μεταβεί στο εστιατόριο "..." κινήθηκε στο αντίθετο ρεύμα πορείας προς ...

όχι κάθετα, αλλά διαγώνια λοξά. Όταν ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας Ξ προσπέρασε από αριστερά το αυτοκίνητο του γαμβρού του από την αδελφή του Ψ5, το οποίο τη στιγμή εκείνη, όπως προαναφέρθηκε, απείχε από το προπορευόμενο αυτοκίνητο του εναγόμενου Ζ 100 μέτρα περίπου, μπήκε για λίγο πάλι στο ρεύμα πορείας προς την ...

και στη συνέχεια επιχείρησε νέα προσπέραση του αυτοκινήτου του εναγόμενου Ζ, δοθέντος ότι το αυτοκίνητο αυτό συνέχισε να κινείται με μικρή ταχύτητα και αναμμένο το αριστερό φλας στο ρεύμα πορείας προς την .... Τη στιγμή που ο Ξ (οδηγός της μοτοσικλέτας) ενεργούσε το προσπέρασμα από αριστερά στο αυτοκίνητο του εναγόμενου οδηγού Ζ, καταλαμβάνοντας το αντίθετο ρεύμα πορείας προς ..., ο οδηγός Ζ εισήλθε και αυτός στο αντίθετο ρεύμα πορείας προς ...

με διαγώνιο λοξό ελιγμό, παρεμβληθείς στην πορεία του ενεργούντος το προσπέρασμα μοτοσυκλετιστή, όταν ή απόσταση που χώριζε πλέον τα δύο οχήματα δεν υπερέβαινε τα 30 μέτρα. Επακολούθησε σύγκρουση των οχημάτων (μοτοσικλέτας και αυτοκινήτου του εναγόμενου οδηγού Ζ) στο ρεύμα πορείας προς ..., η οποία είχε ως επακόλουθο να εκτιναχθεί από τη θέση του ο οδηγός της μοτοσικλέτας Ξ σε μεγάλη απόσταση από το σημείο συγκρούσεως, καταλήγοντας, θανάσιμα τραυματισμένος στο κεφάλι, στον ακάλυπτο χώρο του εστιατορίου "...", όπου επίσης κατέληξαν τελικώς η δίκυκλη μοτοσικλέτα, έχοντας υποστεί ολοσχερή καταστροφή, και το αυτοκίνητο του εναγόμενου οδηγού Ζ.

Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά, το τροχαίο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική και όχι συντρέχουσα κατά ποσοστό 70%, όπως εσφαλμένα δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, υπαιτιότητα (αμέλεια) του εναγόμενου οδηγού Ζ, δηλαδή σε έλλειψη της προσοχής και επιμέλειας που όφειλε αυτός να καταβάλει, όπως θα έπραττε υπό ανάλογες συνθήκες ο μέσος συνετός οδηγός, τηρώντας τις υποχρεώσεις που επιβάλλει σ' αυτόν ο νόμος, όταν χρειασθεί να εκτελέσει ελιγμό ή να αλλάξει κατεύθυνση προς τα αριστερά.

Ειδικότερα, η αμέλεια του εναγόμενου οδηγού συνίσταται στο γεγονός ότι αυτός, ενώ άναψε φλας για να στρίψει αριστερό προκειμένου να μεταβεί στο εστιατόριο "...", κατά την πραγματοποίηση του προς τα αριστερά ελιγμού δεν βεβαιώθηκε προηγουμένως, όπως είχε υποχρέωση, ότι μπορούσε να πράξει τούτο χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση του οδηγού της μοτοσικλέτας Ξ, ο οποίος, κινούμενος πίσω του, είχε πλησιάσει προς αυτόν και επιχειρούσε προσπέρασμα από αριστερά.

Αν αυτός (εναγόμενος) ασκούσε τον προσήκοντα έλεγχο, θα είχε αντιληφθεί την επί της οδού κίνηση της μοτοσικλέτας και δεν θα πραγματοποιούσε τον ελιγμό προς τα αριστερά ενόψει της μικρής απόστασης που χώριζε τα δύο οχήματα κατά τη στιγμή που η μοτοσικλέτα ενεργούσε προσπέραση από αριστερά του αυτοκινήτου του.

Για την πρόκληση του ατυχήματος δεν έχει καμία ευθύνη ο οδηγός της μοτοσικλέτας, διότι στο συγκεκριμένο σημείο δεν απαγορεύεται η προσπέραση, το γεγονός δε ότι αυτός κινούνταν με μεγάλη ταχύτητα, τελούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος και στερούνταν της απαιτουμένης από το νόμο άδειας ικανότητας δεν επέδρασε αποφασιστικώς στη δημιουργία των συνθηκών της συγκρούσεως, η οποία θα είχε αποφευχθεί, αν ο εναγόμενος οδηγός είχε προηγουμένως βεβαιωθεί, ελέγχοντας επιμελώς, ότι από αριστερά του είχε πλησιάσει η μοτοσικλέτα, επιχειρώντας προσπέραση.

Εξ άλλου, προσπέρασμα από δεξιά δεν μπορούσε να πραγματοποιήσει με ασφάλεια ο οδηγός της μοτοσικλέτας, διότι ο εναγόμενος οδηγός δεν είχε μετακινήσει το όχημα του, καίτοι είχε ανάψει φλας για να στρίψει αριστερά. Στον οδηγό της μοτοσικλέτας πρέπει να καταλογισθεί συνυπαιτιότητα σε ποσοστό 30% μόνο για το θανάσιμο τραυματισμό του, επειδή δεν φορούσε προστατευτικό κράτος..." Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι αποκλειστικός υπαίτιος, στην επέλευση του ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών είναι ο α'εναγόμενος και ήδη μη διάδικος, Ζ (ασφαλισμένος της αναιρεσείουσας) και εξαφανίζοντας την πρωτόδικο απόφαση, η οποία είχε κρίνει συνυπαιτίους στην επέλευση του ατυχήματος αμφοτέρους τους εμπλακέντες σ' αυτό οδηγούς, κατά ποσοστό 70% τον ανωτέρω Ζ και 30% τον οδηγό της μοτοσικλέτας, Ξ, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή, συνυπολογίζοντας στις αξιώσεις των εναγόντων μόνο το κατά ποσοστό 30% συντρέχον πταίσμα του δευτέρου, στο μέγεθος της βλάβης του, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφασή του.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των κανόνων αυτών, ήτοι ως προς την σωστή ή μη εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών της υπαιτιότητος και του αιτιώδους συνδέσμου αυτής προς το επελθόν αποτέλεσμα.

Και τούτο, διότι: ενώ δέχεται: α) ότι το Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, το οποίο ωδήγει ο Ζ εκινείτο, με αναμμένο το αριστερό "φλας" αυτού, με μικρή ταχύτητα στο δεξιό της οδού, χωρίς να έχει μετακινηθεί καθόλου προς αριστερά, β) ότι η μοτοσικλέτα που ωδήγει ο παθών Ξ παρενεβλήθη "για λίγο" (διενεργώντας πρώτη υπέρβαση) μεταξύ του αυτοκινήτου αυτού, που προπορεύετο, και του αυτοκινήτου του Θ, που ακολουθούσε σε απόσταση 100 περίπου μέτρων και γ) ότι ακολούθως ο οδηγός της μοτοσικλέτας επιχείρησε "προσπέρασμα" του αυτοκινήτου του Ζ, καταλαμβάνοντας το αντίθετο ρεύμα πορείας, αλλά όταν η απόσταση, που χώριζε πλέοντα δύο οχήματα, δεν υπερέβαινε τα 30 μέτρα εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα, παρεμβληθείς στην πορεία του, και ο Ζ, με αποτέλεσμα την σύγκρουση, που είχε ως επακόλουθο να εκτιναχθεί από την θέση του ο οδηγός της μοτοσικλέτας, σε μεγάλη απόσταση από το σημείο της συγκρούσεως, παραλείπει να εκθέσει:

α) πόση απόσταση διήνυσε η μοτοσικλέτα, κινούμενη όπισθεν του αυτοκινήτου του Ζ, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί, αν, κατά τον χρόνο που μεσολάβησε, μπορούσε να δημιουργηθεί στον οδηγό αυτής η εντύπωση, ότι, το αριστερό "φλάς" του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου είχε ξεχασθεί αναμμένο ή ότι ο οδηγός αυτού αναζητούσε το σημείο του τελικού προορισμού του, β) αν η προς τα αριστερά (από το δεξιό της οδού) διαγώνια κίνηση του αυτοκινήτου, προκειμένου να διασχίσει καθέτως το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας (και καταλήξει στο χώρο του εστιατορίου "...") άρχισε να γίνεται ή όχι κατά τον χρόνο που η μοτοσικλέτα εκινείτο όπισθεν αυτού ή κατά τον χρόνο που είχε εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, για τη διενέργεια της υπερβάσεως και να ο οδηγός της μοτοσικλέτας είχε την δυνατότητα να αντιληφθεί την κίνηση αυτή από της ενάρξεώς της, ενόψει του ότι το "αριστερό φλας" του αυτοκινήτου ήταν αναμμένο, και να ενεργήσει πέδηση ή αποφευκτικό ελιγμό και γ) αν και ο ίδιος, για την διενέργεια της υπερβάσεως, κατέστησε γνωστή την προς τούτο πρόθεσή του.

Επίσης, δεν προσδιορίζει την ταχύτητα, με την οποία έβαινε η μοτοσικλέτα, κατά την διενέργεια των διαδοχικών υπερβάσεων, ενόψει και των συνθηκών που επικρατούσαν επί της οδού, την οποία απλώς χαρακτηρίζει "μεγάλη", όπως δεν προσδιορίζει και το ακριβές σημείο της συγκρούσεως των οχημάτων, επί του αντιθέτου, ως προς την κατεύθυνσή των, ρεύματος κυκλοφορίας, καθώς και τα συγκρουσθέντα σημεία των οχημάτων, ήτοι σε ποιο σημείο του αυτοκινήτου επέπεσε η μοτοσικλέτα, που συνδέονται με την απόσταση την οποία είχε διανύσει το αυτοκίνητο, κατά την από το δεξιό της οδού κίνησή του.

Πλέον τούτων, δεν προσδιορίζει την απόσταση του σημείου, στο οποίο εκτινάχθηκε το σώμα του οδηγού της μοτοσικλέτας, από το σημείο συγκρούσεως, ως στοιχείον προσδιοριστικού της ταχύτητας, με την οποία εκινείτο η μοτοσικλέτα. Περαιτέρω, το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι ο οδηγός της μοτοσικλέτας, Ξ, κατά τον χρόνο του ατυχήματος ευρίσκετο υπό την επήρεια οινοπνεύματος, δεν προσδιορίζει την περιεκτικότητα του οινοπνεύματος στο αίμα αυτού και δεν αποσαφηνίζει αν το γεγονός αυτό επηρέασε ή όχι την οδηγική ικανότητα τούτου και την ικανότητα αυτού να αντιληφθεί τον κίνδυνο, κατά την διενέργεια της υπερβάσεως, αφού προηγουμένως βρέθηκε όπισθεν του αυτοκινήτου, που είχε αναμμένο τον αριστερό δείκτη αλλαγής πορείας, αρκούμενο στην γενική και αόριστη αναφορά "το γεγονός ότι αυτός κινούνταν με μεγάλη ταχύτητα, τελούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος και στερούνταν της απαιτούμενης από τον νόμο άδειας ικανότητας δεν επέδρασε αποφασιστικώς στη δημιουργία των συνθηκών της συγκρούσεως".

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβιάσεως των αναφερομένων στη μείζονα πρόταση της παρούσης διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, εφ' όσον είναι δυνατή η συγκρότηση αυτού από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας των (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

Σημειωτέον, ότι, εφ' όσον αναιρείται η προσβαλλομένη απόφαση, κατά παραδοχήν του αμέσως ανωτέρω αναφερομένου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, παρέλκει η έρευνα του δευτέρου λόγου αυτής, που αφορά στο ίδιο κεφάλαιο της αποφάσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 387/2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν, προηγουμένως.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2010.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ