Legislator Case Law & Legislation
1044/2008 AI generated

1044/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1044/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1044/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κοινοποιουμένη προς: 1) Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΦΕΤΕΙΩΝ ΑΘΗΝΩΝ - ΠΕΙΡΑΙΩΣ - ΑΙΓΑΙΟΥ ΚΑΙ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πολυχρόνη Μπίρη. 2) Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟΝ ΝΟΜΙΚΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον Γεώργιο Ανδρέου, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. Δ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1044 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1044/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Α. Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Μπεσκένη.

Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά, ο οποίος δήλωσε ότι ανακαλεί την από 28-2-2008 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και παρίσταται. 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΟΥ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κοσμά.

Κοινοποιουμένη προς: 1) Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΦΕΤΕΙΩΝ ΑΘΗΝΩΝ - ΠΕΙΡΑΙΩΣ - ΑΙΓΑΙΟΥ ΚΑΙ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πολυχρόνη Μπίρη. 2) Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΩΝ (Τ.Α.Σ.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Κουτσόλαμπρο, που δεν κατέθεσε προτάσεις. 3) Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟΝ ΝΟΜΙΚΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον Γεώργιο Ανδρέου, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. Β.

Του προσθέτως παρεμβαίνοντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΦΕΤΕΙΩΝ ΑΘΗΝΩΝ - ΠΕΙΡΑΙΩΣ - ΑΙΓΑΙΟΥ ΚΑΙ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πολυχρόνη Μπίρη.

Υπέρ: Χ1 , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Μπεσκένη.

Των καθ' ων η πρόσθετη παρέμβαση: 1) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά, ο οποίος δήλωσε ότι ανακαλεί την από 28-2-2008 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και παρίσταται. 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΟΥ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κοσμά.

Κοινοποιουμένη προς: 1) Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΩΝ (Τ.Α.Σ.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Κουτσόλαμπρο, που δεν κατέθεσε προτάσεις. 2) Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟΝ ΝΟΜΙΚΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον Γεώργιο Ανδρέου, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. Γ. Του προσθέτως παρεμβαίνοντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΩΝ (Τ.Α.Σ.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Κουτσόλαμπρο, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Υπέρ: Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Μπεσκένη.

Των καθ' ων η πρόσθετη παρέμβαση: 1) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά, ο οποίος δήλωσε ότι ανακαλεί την από 28-2-2008 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και παρίσταται. 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΟΥ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κοσμά.

Κοινοποιουμένη προς: 1) Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΦΕΤΕΙΩΝ ΑΘΗΝΩΝ - ΠΕΙΡΑΙΩΣ - ΑΙΓΑΙΟΥ ΚΑΙ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πολυχρόνη Μπίρη. 2) Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟΝ ΝΟΜΙΚΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον Γεώργιο Ανδρέου, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. Δ.

Του προσθέτως παρεμβαίνοντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟΝ ΝΟΜΙΚΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον Γεώργιο Ανδρέου, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. Υπέρ: Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Μπεσκένη.

Των καθ' ων η πρόσθετη παρέμβαση: 1) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά, ο οποίος δήλωσε ότι ανακαλεί την από 28-2-2008 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και παρίσταται. 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΟΥ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κοσμά.

Κοινοποιουμένη προς: 1) Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΦΕΤΕΙΩΝ ΑΘΗΝΩΝ - ΠΕΙΡΑΙΩΣ - ΑΙΓΑΙΟΥ ΚΑΙ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πολυχρόνη Μπίρη. 2) Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΩΝ (Τ.Α.Σ.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Κουτσόλαμπρο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 1-4-1996 αγωγή και ανακοίνωση δίκης μετά προσεπικλήσεως σε πρόσθετη παρέμβαση της ήδη αναιρεσείουσας, καθώς επίσης με την από 1-5-1996 παρέμβαση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΦΕΤΕΙΩΝ ΑΘΗΝΩΝ - ΠΕΙΡΑΙΩΣ - ΑΙΓΑΙΟΥ ΚΑΙ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ" και την από 13-6-1996 πρόσθετη παρέμβαση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟΝ ΝΟΜΙΚΩΝ", που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν με τις προφορικώς ασκηθείσες ενώπιον του ακροατηρίου ανταγωγή της "ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και πρόσθετη παρέμβαση του "ΤΑΜΕΙΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΩΝ". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 326/1997 του ίδιου Δικαστηρίου και 2822/1999 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 10-7-2000 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 1337/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε την υπόθεση στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου για να κρίνει σχετικώς.

Εκδόθηκε η 10/2003 απόφαση της Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την 2822/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 7488/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 23-3-2005 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 426/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 23-4-2007 κλήση της καλούσας και τις από 25-5-2007, 5-9-2007 και 2-1-2008 πρόσθετες παρεμβάσεις των υπό στοιχεία Β, Γ και Δ προσθέτως παρεμβαινόντων. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 10-12-2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Εμμανουήλ Καλούδη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος και να απορριφθεί ο δεύτερος από τους λόγους της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας και των προσθέτως παρεμβαινόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων παρεμβάσεων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Ο "ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΦΕΤΕΙΩΝ ΑΘΗΝΩΝ - ΠΕΙΡΑΙΩΣ - ΑΙΓΑΙΟΥ ΚΑΙ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ" Ν.Π.Δ.Δ., το "ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΩΝ (ΤΑΣ)" Ν.Π.Δ.Δ. και το "ΤΑΜΕΙΟ ΝΟΜΙΚΩΝ" Ν.Π.Δ.Δ. παραδεκτά, συμφωνά με τις διατάξεις των άρθρων 80 και 81 ΚΠολΔ, παρεμβαίνουν προσθέτως υπέρ της αναιρεσείουσας, με τις από 25-5-2007, 5-9-2007 και 2-1-2008, αντίστοιχα πρόσθετες παρεμβάσεις τους, που ασκήθηκαν με ιδιαίτερα δικόγραφα, τα οποία κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου.

Το έννομο δε συμφέρον των προσθέτως παρεμβαινόντων, όπως εκτίθεται στις πρόσθετες παρεμβάσεις τους, είναι πρόδηλο, αφού σε περίπτωση ευδοκίμησης της αναίρεσης και περαιτέρω της αγωγής της αναιρεσείουσας συμβολαιογράφου, δηλαδή σε περίπτωση κατά την οποία ήθελε κριθεί ότι η τελευταία δικαιούται αμοιβή ανάλογη με την αξία του αντικειμένου του επίμαχου πωλητήριου συμβολαίου, ανάλογα θα αυξηθούν και τα δικαιώματα των προσθέτως παρεμβαινόντων, τα ποσά των οποίων αυτή είναι υποχρεωμένη να τους καταθέσει σύμφωνα με το νόμο (βλ.

σχ. ΟλΑΠ 10/2003).- 2.- Επειδή, κατά το άρθρο 341 παρ. 1 ΑΚ, "αν για την εκπλήρωση της παροχής συμφωνηθεί ορισμένη ημέρα, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της ημέρας αυτής". Μολονότι η διάταξη αυτή αναφέρεται σε συμφωνία, πάντως, κατά την αληθινή έννοιά της, εφαρμόζεται και όταν η ορισμένη (δήλη) ημέρα ορίζεται από το νόμο ή από δικαστική απόφαση (βλ.

σχ. ΑΠ 182/1955). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 95 παρ. 1, 101 παρ. 1 και 102 παρ.1 (όπως τελικά ίσχυσε μετά την αντικατάσταση του άρθρου αυτού με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 1653/1986) και 104 παρ.2 (η παράγραφος αυτή προστέθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 2 του ν. 1653/1986) του κατά τον κρίσιμο και ενδιαφέροντα εδώ χρόνο ισχύοντος ν. 670/1977 "περί Κωδικός Συμβολαιογράφων", ο συμβολαιογράφος για πράξεις των οποίων το αντικείμενο αποτιμάται σε χρήμα, δικαιούται, επιπλέον της πάγιας αμοιβής, και πρόσθετη αμοιβή υπολογιζόμενη με βάση το σύνολο της δηλούμενης στην πράξη αξίας η της μεγαλύτερης αξίας, που καθορίζεται από την αρμόδια αρχή.

Οι ανωτέρω αμοιβές καθορίζονται εκάστοτε με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Συντονισμού, Δικαιοσύνης και Οικονομικών. Με όμοια απόφαση ορίζεται ο τρόπος εισπράξεως των αμοιβών των συμβολαιογράφων επί της προκύπτουσας τυχόν διαφοράς μεταξύ δηλωθείσας αξίας του αντικειμένου της δικαιοπραξίας και της μεγαλύτερης αξίας, που καθορίστηκε οριστικά από την αρμόδια αρχή.

Τα αναλογικά δικαιώματα των συμβολαιογράφων από τη σύνταξη των κατά τα άρθρα 98 και 99 συμβολαίων ή πράξεων εισπράττονται από τον ενεργούντα συμβολαιογράφο και καταβάλλονται από αυτόν εντός δέκα ημερών στο ταμείο του συμβολαιογραφικού συλλόγου ή όπου δεν εδρεύει συμβολαιογραφικός σύλλογος στον κατά την παρ. 1 του άρθρου 98 αρμόδιο συμβολαιογράφο.

Ο συμβολαιογραφικός σύλλογος ή ο ως άνω εντεταλμένος συμβολαιογράφος νομιμοποιούνται στην έγερση αγωγής κατά τις κείμενες διατάξεις κατά του υποχρέου για καταβολή των δικαιωμάτων. Προκειμένου για συμβόλαια των τραπεζών που λειτουργούν στην Ελλάδα, με εξαίρεση των Τραπεζών Ελλάδας, Αγροτικής και Ε.Τ.Β.Α., ο συμβολαιογράφος που τα συντάσσει υποχρεούται να καταθέσει στο ταμείο του συμβολαιογραφικού συλλόγου ή στον αρμόδιο για το σκοπό αυτόν συμβολαιογράφο για διανομή μεταξύ όλων των συμβολαιογράφων που εδρεύουν στις περιφέρειες που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 3 του άρθρου 98 και των κατά την παρ. 2 στοιχ.

γ' των άρθρων 101 και 146 λοιπών δικαιούχων, τα εξήντα οκτώ εκατοστά (68%) των αναλογικών δικαιωμάτων και επιπλέον τα είκοσι πέντε εκατοστά (25%) των δικαιωμάτων τούτων στο Ταμείο Ασφαλίσεως Συμβολαιογράφων και παρακρατεί για τον εαυτό του τα υπόλοιπα επτά εκατοστά (7%). Ο συμβολαιογράφος που δεν καταβάλλει τα δικαιώματα που ορίζονται στα άρθρα 101 και 102 μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την υπογραφή του συμβολαίου, καθίσταται υπερήμερος και οφείλει τον τόκο υπερημερίας που ορίζεται από το νόμο.

Από τις διατάξεις όμως αυτές του ν. 670/1977 δεν προκύπτει και ότι με αυτές ορίζεται ότι η ημέρα καταρτίσεως της συμβολαιογραφικής πράξεως αποτελεί δήλη ημέρα κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως της παρ.1 του άρθρου 341 του ΑΚ, ώστε με μονή την παρέλευση της ημέρας αυτής εκείνος που οφείλει να καταβάλει την αμοιβή (πάγια και πρόσθετη) του συμβολαιογράφου να γίνεται υπερήμερος, αφού κάτι τέτοιο ούτε αμέσως αλλ' ούτε και εμμέσως ορίζεται στο νόμο.

Είναι βέβαια αληθές ότι, όπως προαναφέρθηκε, αφενός, κατά το άρθρο 101 παρ. 1 του ν. 670/1977, τα αναλογικά δικαιώματα των από τη σύναξη των αναφερόμενων συμβολαίων ή πράξεων εισπράττονται από τον ενεργούντα συμβολαιογράφο και καταβάλλονται από αυτόν μέσα σε δέκα ημέρες στο ταμείο του συμβολαιογραφικού συλλόγου κ.λπ., και αφετέρου, κατά το άρθρο 104 παρ. 2 του ίδιου νόμου, ο συμβολαιογράφος, που δεν καταβάλλει τα δικαιώματα που ορίζονται στα άρθρα 101 και 102 του νόμου αυτού μέσα σε 15 ημέρες από την υπογραφή του συμβολαίου καθίσταται υπερήμερος και οφείλει τον τόκο υπερημερίας που ορίζεται από το νόμο.

Πλην όμως από τις διατάξεις αυτές (των άρθρων 101 παρ. 1 και 104 παρ. 2 του ν. 670/1977) δεν μπορεί να συναχθεί και ότι με αυτές καθιερώνεται δήλη ημέρα για την καταβολή της αμοιβής (πάγιας και πρόσθετης) του συμβολαιογράφου, εφόσον η καθιερούμενη με την ως άνω διάταξη του άρθρου 104 παρ. 2 του ν. 670/1977 υπερημερία τούτου προφανώς προϋποθέτει ότι αυτός έχει ήδη εισπράξει την αμοιβή του από τα οφειλόμενα αναλογικά δικαιώματα.

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε με την ένδικη αγωγή της ότι συνέταξε κατ' εντολη των αναιρεσιβλήτων το υπ' αριθ. 12828/30-12-1994 συμβόλαιο, με το οποίο η πρώτη από αυτές μεταβίβασε στη δεύτερη, λόγω πωλήσεως, τα αναφερόμενα ακίνητα αντικειμενικής αξίας 3.313.606.721 δραχμών, ζήτησε δε να αναγνωριστεί ότι οι αναιρεσίβλητες οφείλουν, εις ολόκληρον η κάθε μία, να καταβάλουν σ'αυτήν, το ποσό των 39.765.441 δραχ., που αντιστοιχεί στα αναλογικά δικαιώματα που δικαιούται, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την ημέρα συντάξεως του ως άνω συμβολαίου.

Το παρεπόμενο όμως αίτημα της αγωγής αυτής για αναγνώριση της υποχρεώσεως για καταβολή τόκων υπερημερίας από την παραπάνω χρονολογία ήταν, σύμφωνα με τα παραπάνω, νομικά αβάσιμο, εφόσον η ημέρα καταρτίσεως του προαναφερόμενου συμβολαίου δεν αποτελούσε δήλη ημέρα. Επομένως το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή το απέρριψε ως νομικά αβάσιμο το εν λόγω παρεπόμενο αγωγικό αίτημα δεν έσφαλε και έτσι δεν παραβίασε τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου.

Γι' αυτό ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.- 3.- Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340 και 346 του ΑΚ και 221 παρ. 1 στοιχ. γ' του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ως αγωγή, από την επίδοση της οποίας οφείλονται τόκοι, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 346 του ΑΚ, νοείται μόνον η καταψηφιστική, όχι δε η απλώς αναγνωριστική (άρθρο 70 ΚΠολΔ), η οποία ως τέτοια δεν ενέχει άλλωστε όχληση προς εκπλήρωση της παροχής (βλ.

σχ. ΟλΑΠ 24/2004). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα συμβολαιογράφος ζήτησε με την ένδικη από 1-4-1996 αγωγή της να αναγνωριστεί, εκτός άλλων, και ότι οφείλονταν τόκοι από την άσκηση της αγωγής της αυτής επί του ποσού των 39.765.441 δραχμών, που αποτελεί την κύρια οφειλή λόγω οφειλόμενων αναλογικών δικαιωμάτων εξαιτίας της από αυτήν (αναιρεσείουσα) συντάξεως του αναφερόμενου μεταβιβαστικού ακινήτων συμβολαίου.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ότι ήταν νομικά βάσιμο το εν λόγω παρεπόμενο αγωγικό αίτημα για την αναγνώριση της οφειλής τόκων επιδικίας και ακολούθως, αφού δέχτηκε ότι η καθυστέρηση της καταβολής του οφειλόμενου ως άνω χρηματικού ποσού δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητα (πταίσμα) των αναιρεσιβλήτων και στη συνέχεια δέχτηκε και ως ουσιαστικά βάσιμη την από το άρθρο 342 ΑΚ σχετική ένσταση των τελευταίων (αναιρεσιβλήτων), απέρριψε το προαναφερόμενο παρεπόμενο αγωγικό αίτημα ως ουσιαστικά αβάσιμο.

Κρίνοντας όμως έτσι το Εφετείο παραβίασε τα ως άνω άρθρα 341, 342 και 346 του ΑΚ. Και αυτό γιατί, παρά το ότι το πιο πάνω παρεπόμενο αγωγικό αίτημα για αναγνώριση της οφειλής τόκων επιδικίας από την επίδοση της ένδικης (αναγνωριστικής) αγωγής ήταν μη νόμιμο, αντί να απορρίψει αυτό ως τέτοιο, τελικά κρίνοντάς το ως νομικά βάσιμο, το απέρριψε στη συνέχεια ως ουσιαστικά αβάσιμο παρά παραδοχή σχετικής ενστάσεως των αναιρεσιβλήτων από το άρθρο 342 του ΑΚ, το οποίο όμως, καθώς και το άρθρο 341 του ίδιου Κώδικα, δεν εφαρμόζονται αναφορικά με τους δικονομικούς τόκους του άρθρου 346 του Κώδικα αυτού, οι οποίοι γεννώνται από μόνη την επίδοση της καταψηφιστικής αγωγής για το ληξιπρόθεσμο και απαιτητό χρέος, ανεξάρτητα από το αν υπάρχει υπαιτιότητα (πταίσμα) ή όχι του οφειλέτη χρηματικής οφειλής.

Με τον τρόπο δε αυτόν το Εφετείο κατέστησε επιβλαβέστερη τη θέση της ήδη αναιρεσείουσας (ενάγουσας). Επομένως ο δεύτερος (και τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των ως άνω άρθρων 341, 342 και 346 του ΑΚ πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, ώστε τελικά το προαναφερόμενο παρεπόμενο αγωγικό αίτημα να απορριφθεί από το Εφετείο (μετά την κατά τα πιο κάτω παραπομπή της υποθέσεως σ'αυτό για εκ νέου εκδίκασή της κατά το σχετικό μέρος της) ως μη νόμιμο.- 4.- Επειδή, κατ'ακολουθίαν όλων των παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί μερικώς η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το δεύτερος λόγο αναιρέσεως που κρίθηκε βάσιμος, δηλαδή μόνο κατά το μέρος της που αφορά το παρεπόμενο αγωγικό αίτημα για αναγνώριση της οφειλής τόκων επιδικίας από την επίδοση της ένδικης αγωγής.

Σύμφωνα δε με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ πρέπει η υπόθεση, κατά το μέρος κατά το οποίο χωρεί η αναίρεση της αποφάσεως, να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο το οποίο την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτήν. Η δικαστική δαπάνη της προκειμένης αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφιστεί ολικά μεταξύ της αναιρεσείουσας και των υπέρ αυτής προσθέτως παρεμβάντων αφενός και των αναιρεσιβλήτων αφετέρου λόγω της εξίσου εν μέρει νίκης και εν μέρει ήττας καθενός από τα διάδικα αυτά μέρη (άρθρα 183, 182 και 178 παρ. 1 ΚΠολΔ και άρθρο 22 παρ. 2 στοιχ.

β' και 3 του ν. 3693/1957 αναφορικά με το υπέρ της αναιρεσείουσας προσθέτως παρεμβάν "ΤΑΜΕΙΟ ΝΟΜΙΚΩΝ", το οποίο είναι πρόσωπο του οποίου η νομική υπηρεσία διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί μερικώς και μόνο κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό μέρος της την υπ' αριθ. 7488/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.-

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος κατά το οποίο χώρησε η αναίρεση της αποφάσεως, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.- Και

Συμψηφίζει ολικά μεταξύ της αναιρεσείουσας και των υπέρ αυτής προσθέτως παρεμβάντων αφενός και των αναιρεσιβλήτων αφετέρου τη δικαστική δαπάνη της προκειμένης αναιρετικής δίκης.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Απριλίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ