Legislator Case Law & Legislation
1044/2007 AI generated

1044/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1044/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/12/2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βεροίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31/ΕΡ-ΔΙ/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1253/2004 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26/1/2006 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

1044/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ενόψει της άνω συνταγματικής διάταξης η επέκταση επί του Ο.Σ.Ε. που έχει τα παραπάνω χαρακτηριστικά, της διάταξης του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362 /1995 καθώς και της διάταξης του άρθρου 91 παρ. 3 του Ν.Δ. 321/1969, την οποία συνεπάγεται η εφαρμογή των άρθρων 2 παρ. 3 του Ν.Δ. από 4/4.9.1935 και 4 παρ. 1 του Ν.Δ. 674/1970, φαίνεται να διαταράσσει την ισοτιμία των διαδίκων, χωρίς να συντρέχει αποχρών λόγος, που να καθιστά ανεκτή αυτή την παρέκκλιση.

Keywords

AI generated
decisions relating to emoluments surplus-sharing minimum maintenance calculation pay policy extortion of excessive official fees calculation and rates of reimbursement payment of benefits
AI generated
1006/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/12/2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17230/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1254/2004 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26/1/2006 αίτησή τους.
334/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/7/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 430/2008 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30/7/2008 αίτησή τους.
1478/2023
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
1583/2012
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
626/2020
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή και Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1044 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1044/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)..., 2)..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιορδάνη Νεστορίδη.

Του αναιρεσίβλητου: Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος Α.Ε." (ΟΣΕ Α.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Μαρία-Ελένη Ευαγγελάτου και Ανδρέα Ζαχόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/12/2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βεροίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31/ΕΡ-ΔΙ/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1253/2004 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26/1/2006 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 27/3/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί ο τρίτος, ο τέταρτος και ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι άλλοι λόγοι. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 περί Δημοσίου Λογιστικού κ.λ.π., που ισχύει κατ΄ άρθρο 119 αυτού από 1.1.1996, ο χρόνος παραγραφής των αξιώσεων των υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, που αφορούν αποδοχές ή άλλες κάθε φύσης απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφονται μετά διετία από της γενέσεώς τους.

Η ίδια βραχυχρόνια παραγραφή των κατά του Δημοσίου απαιτήσεων των υπαλλήλων του θεσπιζόταν με το άρθρο 91 παρ. 3 του προϊσχύσαντος Ν.Δ. 321/1969 "περί του Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν.Δ. 4/4.9.1935 περί διοικήσεως των Σιδηροδρόμων του Ελληνικού Κράτους κ.λ.π., η οποία διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά τον Α.Ν. 392/1968, οι ΣΕΚ απολαμβάνουν ως προς τις αστικές τους σχέσεις όλων των προνομίων του Δημοσίου (δικαστικών κ.λ.π.) εφαρμόζονται δε και σ΄ αυτούς οι περί παραγραφής διατάξεις των κατά του Δημοσίου απαιτήσεων.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν.Δ. 674/1970 "περί ιδρύσεως Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος" ο ΟΣΕ από της ισχύος αυτού, απολαμβάνει κατά πλήρες και αποκλειστικό δικαίωμα την ευθύνη και αρμοδιότητα των συγκοινωνιακών και μεταφορικών υπηρεσιών που ήδη διεξάγονται και παρέχονται από το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία Σιδηρόδρομοι Ελληνικού Κράτους (Σ.Ε.Κ.), οι υπηρεσίες δε αυτές "μεθ΄ όλων των συμπαραμαρτούντων δικαιωμάτων, υποχρεώσεων, προνομίων και καθηκόντων των Σ.Ε.Κ.

περιέχονται αυτοδικαίως και άνευ οιασδήποτε μεταβολής εις το Ελληνικόν Δημόσιον, μεταβιβαζόμενα αυτοδικαίως δυνάμει του παρόντος εις τον Ο.Σ.Ε. όστις διαδέχεται ούτω τους Σ.Ε.Κ. ως καθολικός αυτών διάδοχος". Επομένως, σύμφωνα με τις τελευταίες δύο διατάξεις έχει εφαρμογή και επί του Ο.Σ.Ε. ο οποίος κατά τα άρθρα 1 και 2 του Ν.Δ. 674/1970 αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου που λειτουργεί με τη μορφή της ανώνυμης εταιρείας, η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 καθώς και η διάταξη του άρθρου 91 παρ. 3 του Ν.Δ. 321/1969 και άρα υπόκεινται σε διετή παραγραφή οι μισθολογικές αξιώσεις εργαζομένων σ΄ αυτόν (Ο.Σ.Ε.).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται όχι μόνον η ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου αλλά και η ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι ο νομοθέτης κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων δεν μπορεί να νομοθετεί κατά διαφορετικό τρόπο, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Ενόψει της άνω συνταγματικής διάταξης η επέκταση επί του Ο.Σ.Ε. που έχει τα παραπάνω χαρακτηριστικά, της διάταξης του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362 /1995 καθώς και της διάταξης του άρθρου 91 παρ. 3 του Ν.Δ. 321/1969, την οποία συνεπάγεται η εφαρμογή των άρθρων 2 παρ. 3 του Ν.Δ. από 4/4.9.1935 και 4 παρ. 1 του Ν.Δ. 674/1970, φαίνεται να διαταράσσει την ισοτιμία των διαδίκων, χωρίς να συντρέχει αποχρών λόγος, που να καθιστά ανεκτή αυτή την παρέκκλιση.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι, οι επίδικες αξιώσεις των αναιρεσειόντων του χρονικού διαστήματος από 1-7-1993 μέχρι 31-12-1997, για καταβολή σ' αυτούς της αιτούμενης διαφοράς της ημερήσιας αμοιβής ελιγμών, έχουν υποκύψει στη βραχυχρόνια παραγραφή των διατάξεων των άρθρων 91 παρ. 3 του Ν.Δ. 321/1969 και 90 παρ.3 του Ν. 2362/1995, καθόσον από το τέλος των ετών που αυτές γεννήθηκαν και ήταν δικαστικώς επιδιώξιμες, μέχρι του χρόνου που ασκήθηκε η ένδικη αγωγή, που επιδόθηκε στις 27-12-2000, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας.

Με τον πρώτο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. λόγο αναίρεσης, κατά το ένα σκέλος του, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση του άρθρου 250 ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 288 ΑΚ, 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), 4 παρ. 1, 2 παρ. 1, 25 παρ. 1, 20 παρ. 1, 22 1β του Συντάγματος και 2 παρ. 3 α, β, 14 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά δικαιώματα (Ν. 2462/1997).

Η κατάφαση όμως της βασιμότητας του λόγου αυτού της αναίρεσης προϋποθέτει την κρίση ότι δεν είναι συνταγματικώς ανεκτή ούτε σύμφωνη με τις διατάξεις των άνω διεθνών συμβάσεων η επέκταση των άνω διατάξεων και επί του Ο.Σ.Ε., την οποία επιβάλλουν τα άρθρα 2 παρ. 3 του Ν.Δ. από 4/4.9.1935 και 4 παρ. 1 του Ν.Δ. 674/1970, το εντεύθεν όμως ανακύπτον ζήτημα είναι γενικότερου ενδιαφέροντος, αφού μπορεί να οδηγήσει στην εφαρμογή νόμου αντισυνταγματικού.

Ως εκ τούτου ο προϋποθέτων ως μη συνταγματική και ως μη σύμφωνη με τις διατάξεις των άνω διεθνών συμβάσεων την επέκταση της εφαρμογής του άρθρου 90 παρ. 3 Ν. 2362/1995 και του άρθρου 91 παρ. 3 του Ν.Δ. 321/1969 επί του ΟΣΕ ως άνω λόγος αναίρεσης, πρέπει να παραπεμφθεί στη Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2 περ.

β εδ. γ ΚπολΔ.

Κατά το άρθρο 871 Α.Κ., με τη σύμβαση του συμβιβασμού, οι συμβαλλόμενοι διαλύουν, με αμοιβαίες υποχωρήσεις, μια έριδά τους ή μια αβεβαιότητα, για κάποια έννομη σχέση, αρκεί το αντικείμενο της σύμβασης αυτής να μη έχει εξαιρεθεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία, γιατί, στην αντίθετη περίπτωση, η εν λόγω σύμβαση θεωρείται ως μη γενόμενη (Α.Κ. 174 και 180).

Ειδικά, για τα δικαιώματα του εργαζομένου, που πηγάζουν από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, γίνεται δεκτό, ότι επιτρέπεται η επίλυση και των διαφορών αυτών με συμβιβασμό, όπου, όμως, υπάρχει σοβαρή αμφισβήτηση ή αβεβαιότητα, είτε σε σχέση με τις νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις, είτε ως προς την έννοια των δικαιωμάτων αυτών και με αμοιβαίες υποχωρήσεις επιλύονται αυτές, οπότε, στην περίπτωση αυτή, δεν θεωρείται, πως αντιβαίνει ο συμβιβασμός στα άρθρα 679 Α.Κ., 8 Ν 2112/1920, όπως ισχύει, 8 παρ. 2 και 4 Ν.Δ. 4020/1959, 2 και 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955 και επομένως είναι έγκυρος, διότι, έτσι, αποφεύγει ο εργαζόμενος ν' αποδυθεί σε δικαστικό αγώνα αβέβαιης διάρκειας και έκτασης.

Στην αντίθετη περίπτωση, όταν δεν είναι αμοιβαίες οι υποχωρήσεις και γίνονται μόνον από τον ένα των συμβαλλόμενων, τότε δεν υπάρχει συμβιβασμός με την ανωτέρω έννοια, αλλά, τυχόν, άλλη σχέση (άφεση χρέους ή αναγνώριση αξιώσεως) και είναι αδιάφορο το γεγονός, ότι οι συμβαλλόμενοι χαρακτήρισαν την μεταξύ τους σχέση ως συμβιβασμό.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: Οι αναιρεσείοντες προσλήφθηκαν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την αναιρεσίβλητη και προσφέρουν συνεχώς τις υπηρεσίες τους σ' αυτήν ,από 1-7-1980 ο πρώτος και από 20-9-1982 ο δεύτερος, μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, με το βαθμό του κλειδούχου, υπηρετούντες στο ...

Από 1-1-19998 και μετά, οι αναιρεσείοντες, όπως και άλλοι ομοιόβαθμοι συνάδελφοί τους ελάμβαναν κατά μήνα επίδομα ελιγμών, που υπολογιζόταν από την αναιρεσίβλητη σε ποσοστό 1/50, επί του βασικού τους μισθού, όπως αυτός ήταν καθορισμένος (ανάλογα με το μισθολογικό κλιμάκιο του καθενός ) πριν από την 1-7-1993 και είχε αυξηθεί σε ποσοστό 20% από 1-5-1995, με τη 1529/26-4-1995 απόφαση του ΔΣ του ΟΣΕ, πολλαπλασιαζόμενο επί του αριθμού των αντιστοίχων ημερών, που κάθε αναιρεσείων είχε πραγματοποιήσει ελιγμούς, σε μηνιαία βάση.

Μετά την έκδοση της 3660/1989 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την έφεση κατά της 690/1988 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ως καταχρηστική, ύστερα από σχετική αγωγή συναδέλφων των αναιρεσειόντων, η απόφαση του ΟΣΕ να υπολογίζει το εν λόγω επίδομα επί του βασικού μισθού και του χρονοεπιδόματος αυτών που το εδικαιούντο, που ίσχυε από την 1-1-1985, η αναιρεσίβλητη άρχισε να καταβάλει τούτο, υπολογίζοντας το ποσοστό του επί του βασικού μισθού και του χρονοεπιδόματος, που ίσχυσε μετά την 1-1-1985.

Στο μισθολογικό κλιμάκιο του μισθολογίου, που ίσχυσε πριν την 1-7-1993 είχε ενσωματωθεί και το χρονοεπίδομα. Στις 3-8-1993 υπογράφηκε μεταξύ του ΟΣΕ και της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Σιδηροδρομικών Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, με την οποία συμφωνήθηκαν μεταξύ άλλων, οι όροι του νέου μισθολογίου καθώς και ότι, "μέχρι νέας ρύθμισης της ημερήσιας αμοιβής ελιγμών, η αμοιβή αυτή θα υπολογίζεται με βάση το μισθολογικό κλιμάκιο με το οποίο μισθοδοτείται το προσωπικό πριν την έκδοση της με αριθμό 1203/27-7-93 απόφασης του ΟΣΕ και ότι με απόφαση του ΔΣ αυτού θα καθορισθεί μέχρι 31-12-93 ο νέος τρόπος υπολογισμού του παραπάνω επιδόματος".

Επακολούθησε δε η έκδοση της προδιαληφθείσας απόφασης του ΟΣΕ, με την οποία δόθηκε η αύξηση του 20% στους βασικούς μισθούς που ίσχυσαν πριν τη 1-7-93, όπως προαναφέρθηκε. Η με τον τρόπο αυτό ρύθμιση του θέματος του επιδόματος ελιγμών, δεν βρήκε σύμφωνους ορισμένους από τους συναδέλφους των αναιρεσείοντων, οι οποίοι προσέφυγαν στα δικαστήρια με την άσκηση αγωγών εναντίον του ΟΣΕ και συγκεκριμένα στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, το οποίο με σειρά αποφάσεών του έκρινε ότι η απόφαση της αναιρεσίβλητης να μην υπολογίζει το ποσοστό του επιδόματος επί του βασικού μισθού και του χρονοεπιδόματος αυτών που προσέφυγαν, όπως είχε διαμορφωθεί μετά την 1-7-93, ήταν καταχρηστική.

Μετά την άσκηση εφέσεως εκ μέρους της αναιρεσίβλητης κατά μιας από τις εν λόγω αποφάσεις και συγκεκριμένα κατά της 784/1997, εκδόθηκε η 1910/1999 τελεσίδικα απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε στην ουσία της την εν λόγω έφεση. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε αναίρεση εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου.

Στη συνέχεια και ενώ εκκρεμούσε η εκδίκαση της αναίρεσης, το ΔΣ του τελευταίου, ύστερα από γνωμοδότηση της Νομικής Υπηρεσίας, αποφάσισε με την 2482/1-3-2000 απόφασή του 1) να παραιτηθεί ο ΟΣΕ από την εκκρεμούσα πιο πάνω αναίρεσή του 2) να καταβληθούν οι αναδρομικές διαφορές που προέκυπταν από τις δικαστικές αποφάσεις σε ποσοστό 70%, με προκαταβολή του 25%, μέχρι την 30-4-2000 και του υπολοίπου σε 6 εξαμηνιαίες δόσεις.

Ως απαραίτητο δικαιολογητικό είσπραξης του δικαιούμενου από τον καθένα ποσού, ήταν η υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του Ν. 1599/86, με την οποία ο κάθε ενδιαφερόμενος, θα δήλωνε παραίτηση από το ποσοστό του 30% και πάσης άλλης σχετικής απαίτησής του. Με τη ρύθμιση αυτή, η οποία τελικά υλοποιήθηκε, είχαν συμφωνήσει και οι εκπρόσωποι των εργαζομένων, οι οποίοι είχαν συμμετάσχει στις σχετικές διαπραγματεύσεις που προηγήθηκαν.

Στη συνέχεια από την αναιρεσίβλητη δόθηκε η δυνατότητα να συμμετάσχουν στην παραπάνω ρύθμιση και όσοι εργαζόμενοι δεν είχαν ασκήσει αγωγές, όπως οι αναιρεσείοντες, με την προϋπόθεση ότι αυτοί θα δεχθούν να λάβουν το 70% των μη παραγεγραμμένων αξιώσεών τους με την υποβολή της υπεύθυνης δήλωσης ότι παραιτούνται από το υπόλοιπο 30% καθώς και από κάθε άλλη σχετική αξίωσή τους.

Από το γεγονός ότι οι αναιρεσείοντες δέχθηκαν να εισπράξουν τις πρώτες δόσεις των μη παραγεγραμμένων αξιώσεών τους, αρχής γενομένης από τον Απρίλιο του έτους 2000, αποδεικνύεται πλήρως ότι οι αναιρεσείοντες αποδέχθηκαν τη ρύθμιση, είτε σιωπηρά είτε ρητά με την υποβολή της σχετικής υπεύθυνης δήλωσης, ενόψει του ότι διαφορετικά δεν θα τους είχε καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό.

Παρά το γεγονός αυτό και ενώ ήδη η αναιρεσίβλητη είχε παραιτηθεί από την ασκηθείσα αναίρεσή της, οι αναιρεσείοντες, στο τέλος του έτους 2000 άσκησαν την ένδικη αγωγή. Ενόψει των προαναφερθέντων η δήλωση βουλήσεως των αναιρεσειόντων περί παραιτήσεώς τους από τη διεκδίκηση του 30% των μη παραγεγραμμένων αξιώσεών τους από την παραπάνω αιτία, εκφρασθείσα με τον ένα είτε με τον άλλο τρόπο, αποτελεί κατά την κρίση του δικαστηρίου αποδοχή της προτάσεως συμβιβασμού που έγινε από την αναιρεσίβλητη και ότι μεταξύ της αναιρεσίβλητης και του κάθε αναιρεσείοντος ατομικά, καταρτίσθηκε κατά μήνα Απρίλιο 2000, σύμβαση συμβιβασμού, με την οποία οι συμβληθέντες επέλυσαν την υπάρχουσα διαφορά τους, ως προς την οποία υπήρχε σοβαρή αβεβαιότητα και αμφισβήτηση σε σχέση με τη νομική προϋπόθεση της σχετικής αξιώσεως των αναιρεσειόντων, με αμοιβαίες υποχωρήσεις, ήτοι με την εκ μέρους τους παραίτηση από τη διεκδίκηση του πιο πάνω ποσοστού και με την αποφυγή ταυτόχρονα δικαστικών αγώνων με αβέβαιο αποτέλεσμα και με την αντίστοιχη παραίτηση της αναιρεσίβλητης από την ασκηθείσα αναίρεση, η οποία παρά το γεγονός ότι αφορούσε αξιώσεις άλλων συναδέλφων των αναιρεσειόντων, θα επέλυε αμετάκλητα το θέμα που δημιουργήθηκε, ενδεχομένως υπέρ της αναιρεσίβλητης, τούτο δε θα είχε ασφαλώς άμεσες επιπτώσεις και στις αξιώσεις των αναιρεσειόντων.

Η καταρτισθείσα σύμβαση συμβιβασμού είναι έγκυρη, με αποτέλεσμα να στερούνται οι αναιρεσείοντες του δικαιώματος να αξιώσουν καταβολή σ' αυτούς του συνόλου των μη παραγεγραμμένων απαιτήσεών τους, που αποτελούν το αντικείμενο της ένδικης διαφοράς. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε χωρίς αιτιολογία την ένσταση εξοφλήσεως της αναιρεσίβλητης, ως προς τις μη παραγεγραμμένες αξιώσεις των αναιρεσειόντων, απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του την αγωγή και ως προς τις μη παραγεγραμμένες αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 1-1-1998 μέχρι 31-3-2000, κατ' αποδοχή της ένστασης συμβιβασμού, που προέβαλε η αναιρεσίβλητη.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 871 και 416 ΑΚ, αφού ως προς την κατάρτιση της σύμβασης συμβιβασμού ανάμεσα στους διαδίκους διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ενώ ως προς την ένσταση εξοφλήσεως, δεν έχει καθόλου αιτιολογίες.

Ειδικότερα, ως προς την κατάρτιση του συμβιβασμού για τις ένδικες αξιώσεις των αναιρεσειόντων, δεν διευκρινίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ποια ήταν η σοβαρή αμφισβήτηση και αβεβαιότητα γύρω από τις νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις των αξιώσεων αυτών, που ανάγκασε τους αναιρεσείοντες να συμβιβασθούν και μάλιστα όχι μόνο για τις ένδικες αξιώσεις τους αλλά και τις μελλοντικές και ποιο ήταν το αντικείμενο της αίτησης αναίρεσης, που κατέθεσε η αναιρεσίβλητη και για ποιους λόγους ήταν πιθανή η ευδοκίμησή της, έτσι ώστε να μη μπορεί να διαπιστωθεί ποια ήταν η υποχώρηση της αναιρεσίβλητης στην κατάρτιση του συμβιβασμού.

Ως προς την εξόφληση δεν διευκρινίζεται στην απόφαση ποιο ήταν το συνολικό οφειλόμενο ποσό σε κάθε αναιρεσείοντα, ποιο ποσό είχε καταβληθεί έναντι σε καθένα από αυτούς και ποιο ποσό τελικά κατέβαλε η αναιρεσίβλητη για εξόφληση των ενδίκων απαιτήσεων. Επομένως, ο τρίτος, ο τέταρτος (κατά το ένα σκέλος του) και ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, αληθώς από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος μόνο που απορρίφθηκαν με αυτή οι επίδικες αξιώσεις των αναιρεσειόντων του χρονικού διαστήματος από 1-1-1998 μέχρι 31-3-2000 και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το άνω μέρος, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον πρώτο εκ του άρθρου 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.

Αναιρεί τη 1253/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το άνω μέρος, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 15 Μαΐου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ