Supreme Court dismisses appeal against municipal contract dispute judgment due to inadmissible grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's judgment regarding a municipal service contract. The appellant argued that the lower court failed to consider specific documentary evidence and a prior council decision, but the court ruled these grounds inadmissible. Since the First Instance Court had already rejected the original lawsuit as legally unfounded, it did not conduct a factual inquiry, rendering the appellant's claims regarding omitted evidence legally insufficient for cassation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; The cassation ground under Article 559(11) is inadmissible when the court of first instance rejects the lawsuit as legally unfounded, as no factual inquiry was conducted.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1043 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1043/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1'Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Φ. του Γ., κατοίκου Αθηνών, που παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Σταυρούλας Κεμπέρα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Δήμου Αγίας Βαρβάρας Αττικής, που εκπροσωπείται νόμιμα, (ως διαδόχου των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου με τις επωνυμίες "Πνευματικό Κέντρο Αγίας Βαρβάρας", "Δημοτικός Αθλητικός Οργανισμός ΔΑΟ του Δήμου Αγίας Βαρβάρας", "Κέντρο Φιλίας και Αλληλεγγύης Δήμου Αγίας Βαρβάρας", "ΚΑΠΗ Αθανάσιος Κοτρώτσος", "Γ' ΚΑΠΗ Δήμου Αγίας Βαρβάρας" και "Δημοτικοί Παιδικοί Σταθμοί Δήμου Αγίας Βαρβάρας", που εδρεύει στην Αγία Βαρβάρα Αττικής και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ηλία Πολλάλη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 30/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3186/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-8-2022 αίτησή του και τους από 15-2-2023 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την από 1-8-2022 (αρ.εκθ.καταθ.6725/754/2022) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 3186/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών-αμοιβών. Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης παραδεκτοί είναι και οι από 15-2-2023 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στις 13-3-2023 (αριθμ.εκθ.καταθ. 55/2023) και επιδόθηκε νόμιμα στον αναιρεσίβλητο Δήμο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, τριάντα και πλέον πλήρεις ημέρες πριν από την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο (5-3-2024), που ορίστηκε για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης (βλ. την υπ' αριθμ. 2974Β/25-4-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Δημητρίου Δρακοπούλου).
Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να συνεκδικασθούν, αφού είναι συναφείς, αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται, υποχρεωτικά, μαζί με την αίτηση (ΑΠ 304/2020, 805/2020, 894/2018) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του ν. 4024/2011, με κοινή υπουργική απόφαση καθορίζονται οι αποδοχές για τους δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής στους φορείς του άρθρου 4 παρ.1 του ίδιου νόμου, ήτοι του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) πρώτου και δεύτερου βαθμού και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ).
Σε εφαρμογή της διάταξης αυτής εκδόθηκε η ΚΥΑ οικ.2/17132/0022/28-2-2012 (ΦΕΚ Β' 498/28-2-2012), σύμφωνα με την παρ.1 της οποίας καταβάλλεται στους δικηγόρους σε Πρωτοδικείο ο βασικός μισθός του 2ου μισθολογικού κλιμακίου του Ε' βαθμού, στους δικηγόρους σε Εφετείο, ο βασικός μισθός του 2ου μισθολογικού κλιμακίου του Γ' βαθμού και στους δικηγόρους στον Άρειο Πάγο ο βασικός μισθός του Β' βαθμού.
Η εφαρμογή της εν λόγω ΚΥΑ επεκτάθηκε στη συνέχεια και στους δικηγόρους των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, που ανήκουν στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα ΝΠΔΔ. Σε όλους αυτούς, επιπλέον, είχε προβλεφθεί η καταβολή χρονοεπιδόματος 2% επί του βασικού μισθού για κάθε δύο έτη δικηγορίας από την ημερομηνία εγγραφής τους στο μητρώο του οικείου δικηγορικού συλλόγου.
Η παροχή αυτή καταργήθηκε από 1-1-2013, δυνάμει της περ.9 της υποπαραγράφου Γ.1 της παρ. Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012. Επίσης, έχει προβλεφθεί η καταβολή επιδομάτων εορτών και αδείας, κατ' αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 16 του ν. 4024/2011, σύμφωνα με το οποίο τα επιδόματα εορτών και αδείας καταβάλλονται, εφόσον οι πάσης φύσης μηνιαίες αποδοχές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων αυτών, δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα 3.000 ευρώ, ενώ αν με την καταβολή των επιδομάτων αυτών, οι μηνιαίες αποδοχές υπερβαίνουν, κατά την ημερομηνία καταβολής τους, το ύψος αυτό, τα εν λόγω επιδόματα καταβάλλονται μέχρι του ορίου των 3.000 ευρώ, με ανάλογη μείωσή τους (παρ.5).
Όμως, και τα επιδόματα αυτά καταργήθηκαν από 1-1-2013, δυνάμει του άρθρου πρώτου παρ. Γ υποπαράγραφος Γ.1 περ.1 του ν. 4093/2012. Ακόμη, με το άρθρο 30 παρ.1 του ν. 4024/2011, ορίζεται ότι, πέραν των επιδομάτων και παροχών του παρόντος κεφαλαίου, όλα τα λοιπά επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις, που καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου, μέχρι την έναρξη της ισχύος του, με οποιαδήποτε ονομασία, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων κίνησης, εφόσον τα έξοδα αυτά προβλέπεται με τις ισχύουσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάξεις να καταβάλλονται ανεξαρτήτως της μετακίνησης του υπαλλήλου, καταργούνται εφόσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγησή τους από τις διατάξεις του κεφαλαίου αυτού.
Στα ως άνω καταργούμενα επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις δεν περιλαμβάνονται τα προβλεπόμενα από τις εκεί αναφερόμενες διατάξεις, περί των οποίων δεν πρόκειται εν προκειμένω. Με την προγενέστερη ΚΥΑ 2/8250/0022/10-2-2004, στο άρθρο 4 αυτής, ορίζεται ότι "Τυχόν καταβληθείσα ειδική πρόσθετη παροχή κατά τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 έως την 31-12-2003, διατηρείται ως προσωπική διαφορά, μειούμενη σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 24 παρ.2 του ν. 3205/2003, από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος ή από την αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ν. 3205/2003".
Η τελευταία αυτή ρύθμιση καταργήθηκε από 1-11-2011 με την παύση της ισχύος της εν λόγω ΚΥΑ, με την παρ.5 της νεότερης ως άνω ΚΥΑ οικ.2/17132/0022/28-2-2012. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο ως άνω λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν αυτός δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις ίδιες παραδοχές συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.
με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 10/2011, 31/2009, 7/2006, ΑΠ 1591/2023, 341/2021, 669/2019). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 819/2023).
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως ''πράγματα'', κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 8/2013, 3/1997, 14/2004, 25/2003, ΑΠ 1384/2023, ΑΠ 1407/2022, ΑΠ 11/2017) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 312/2022, 34/2016, 76/2016).Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.
αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όχι δε και όταν αυτό απέρριψε την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη (Ολ.
Α.Π. 3/1997, 44/1990, ΑΠ 582/2023, ΑΠ 970/2020, 687/2017).
ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο 'Αρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων δικηγόρος, στην από 18-12-2018 αγωγή του κατά του αναιρεσιβλήτου Δήμου και κατά της δημοτικής επιχείρησης με την επωνυμία "Δημοτική Κοινωφελής Επιχείρηση Αγίας Βαρβάρας" (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη), είχε ισχυριστεί ότι προσλήφθηκε με έμμισθη εντολή από τον αναιρεσίβλητο Δήμο κατά το έτος 1984 με πάγια μηνιαία αμοιβή.
Ότι με ιδιαίτερη έγγραφη συμφωνία, που έλαβε χώρα στις 28-7-1994, συμφωνήθηκε να αμείβεται με αυξημένες αποδοχές προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του και στα δημοτικά νομικά πρόσωπα. Ότι από την 1-11-2011 ο Δήμος αρνείται να του καταβάλει το επιπλέον ποσό που συμφώνησε, ύψους 1.020,15 ευρώ μηνιαίως. Ζήτησε δε, την καταβολή του ποσού με βάση τη μεταξύ τους συμβατική σχέση, επικουρικά δε με τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις.
Τόσο το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όσο και το Εφετείο, που επιλήφθηκε της υποθέσεως μετά την από 20-9-2021 έφεση του ενάγοντος, απέρριψαν την αγωγή ως μη νόμιμη. Ειδικότερα το Εφετείο, δέχθηκε ότι, η ειδική συμφωνία που επικαλέστηκε ο ενάγων, η οποία είχε καταρτισθεί με βάση το άρθρο 12 παρ.3 ν.1093/1980, είναι άκυρη, ως αντιβαίνουσα στις διατάξεις της ΚΥΑ οικ.2/17132/0022/28-2-12 (ΦΕΚ 498/28-2-12), η οποία εκδόθηκε κατ' εφαρμογή του άρθρου 22 παρ.1 ν.4024/11, που καθόρισε το βασικό μισθό των δικηγόρων των ΟΤΑ από 1-11-2011 και κατήργησε τη διάταξη του άρθρου 12 παρ.3 ν.1093/1980.
Ότι περαιτέρω, η παροχή υπηρεσιών του ενάγοντος και στα λοιπά νομικά πρόσωπα του δήμου, δεν δικαιολογεί την καταβολή πρόσθετης αμοιβής σ' αυτόν, αφού σύμφωνα με το άρθρο 165 παρ.3 ν.3584/2007, οι δικηγόροι που προσλαμβάνονται στους Δήμους, παρέχουν τις υπηρεσίες τους και στα εποπτευόμενα από αυτούς νομικά πρόσωπα χωρίς να δικαιούνται ιδιαίτερης αμοιβής. 'Ετσι, απέρριψε ως μη νόμιμη την κύρια βάση που ερείδεται στη συμβατική ευθύνη, λόγω αντίθεσης της ειδικής συμφωνίας στις διατάξεις του ν.4024/2011, ενώ, σε σχέση με την επικουρική εκ του άρθ.904 Α.Κ.
βάση της αγωγής, έκρινε ότι επίσης είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, εφόσον στην αγωγή δεν γίνεται επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης έμμισθης εντολής. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αρ.1, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα την ευθεία, άλλως εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 165 παρ.3 του ν.3584/2007, καθώς και εκείνων των άρθρων 361 και 410 του Α.Κ., σε συνδυασμό με άρθρα 2, 288 και 659 παρ.2 Α.Κ., αλλά και τη μη λήψη υπόψη πραγμάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ότι ειδικότερα, είχε ισχυριστεί με την αγωγή και την έφεσή του, ότι η ιδιαίτερη συμφωνία του με τον αναιρεσίβλητο Δήμο, συνήφθη και για την εξασφάλιση του ιδίου (αναιρεσείοντος) λόγω των αυξημένων καθηκόντων που θα επωμιζόταν, και είχε τη μορφή μη γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου, άλλως εγγυοδοτικής σύμβασης για έγγραφη εξασφάλισή του για τις πρόσθετες υπηρεσίες του.
Ότι την κύρια βάση της αγωγής, αποτέλεσε η ως άνω εγγυοδοτική συμφωνία και το εξ αυτής δικαίωμα αμοιβής του για την πρόσθετη παροχή των υπηρεσιών του, πλην όμως το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς του αυτούς, που αποτελούν πράγματα, ως προς τον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου περί σύναψης ή μη εγγυοδοτικής σύμβασης με την ως άνω ειδική συμφωνία, ενώ ψευδώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και σε κάθε περίπτωση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες σχετικά με την αιτία αύξησης της αμοιβής του για την πρόσθετη εργασία, ενώ, τέλος, εσφαλμένα εφήρμοσε την παρ.3 του άρθρου 165 του ν.3584/2007 που αφορά, κατά τους ισχυρισμούς του, δικηγόρους που θα προσληφθούν μετά το έτος 2007 και όχι τον ίδιο.
Ομοίως, με τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ίδιες αναιρετικές πλημμέλειες, και επιπροσθέτως η παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 277 παρ.1 και 5 του π.δ. 410/1995. Οι λόγοι αυτοί, στηριζόμενοι αληθώς στον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και όχι στον αρ.8 (καθ' όσον, όπως διαλαμβάνεται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ο νομικός ισχυρισμός δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια του αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), ούτε στον αρ.19 (ο οποίος προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου και δεν ιδρύεται, όταν η αιτίαση αναφέρεται σε έλλειψη αιτιολογιών στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη, όπως στην προκείμενη περίπτωση), είναι αβάσιμοι.
Ειδικότερα, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η επικαλούμενη συμφωνία, που έγινε στα πλαίσια του άρθρου 12 παρ.3 του ν.1093/1980, αποτελούσε μια παρεπόμενη, της κύριας σύμβασης έμμισθης εντολής, συμφωνία πρόσθετης αμοιβής για υπηρεσίες, και δεν είχε το χαρακτήρα ούτε της σύμβασης υπέρ τρίτου, ούτε της εγγυοδοτικής σύμβασης.
Ανεξάρτητα όμως από το ποιος νομικός χαρακτηρισμός προσήκει στην εν λόγω συμφωνία, μετά την ισχύ του ν. 4024/2011 και της εφαρμοστικής παραπάνω ΚΥΑ, η συμφωνία αυτή, ως υπαγόμενη στο ρυθμιστικό τους πεδίο, απώλεσε εφεξής την ισχύ της (λεκτέον ότι δεν επρόκειτο περί "ακυρότητας" της συμφωνίας, η οποία μέχρι τη συγκεκριμένη ημεροχρονολογία, ήτοι την 1-11-2011, παρήγαγε κανονικά τα αποτελέσματά της, αλλά περί εφεξής κατάργησής της με διάταξη νόμου) και ουδεμία βάσιμη αξίωση διατηρούσε έκτοτε ο αναιρεσείων, πηγάζουσα από την ως άνω ειδική συμφωνία.
Ως εκ τούτου, είναι πλεοναστική η αναφορά του Εφετείου, ότι, και υπό την ισχύ του άρθρου 165 παρ.3 ν.3584/2007, δεν δικαιολογείται η καταβολή πρόσθετης αμοιβής στον αναιρεσείοντα για την παροχή των υπηρεσιών του στα νομικά πρόσωπα του Δήμου -δεδομένου ότι, από την 1-11-2011, οποιουδήποτε είδους αμοιβή και αποζημίωση καταργήθηκε, κατά τα ανωτέρω, με βάση τις διατάξεις του ν.4024/2011 και της εφαρμοστικής αυτού ΚΥΑ, χωρίς να προβλέπεται ρητά από τις ανωτέρω διατάξεις η χορήγηση της προκείμενης αμοιβής.
Ωστόσο, τονίζεται ότι, εφόσον ο αναιρεσείων έχει λάβει, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 21 του ν.3274/2004 (που δεν μεταβλήθηκαν με τις αντίστοιχες διατάξεις των άρθρων 165 και 166 του μεταγενέστερου ν. 3584/2007), ποσοστιαία αύξηση των αποδοχών του, αυτή έγινε για αντιστάθμισμα της υποχρέωσής του να καλύπτει χωρίς άλλη πρόσθετη αμοιβή τις νομικές ανάγκες όχι μόνο του Δήμου αλλά και των νομικών προσώπων ή ιδρυμάτων του (ΑΠ 723/2018, 917/2017).
Τέλος, η διάταξη του άρθρου 277 του π.δ. 410/1995, αφορά στη σύσταση και τη νομική φύση των δημοτικών επιχειρήσεων και δεν έχει πεδίο εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση, που πρόκειται για χρηματική απαίτηση κατά του νομικού προσώπου του Δήμου, και όχι δημοτικής επιχείρησης.
Συνεπώς, ορθά το Εφετείο εφήρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και απέρριψε ως μη νόμιμη την κύρια βάση της αγωγής. IV. Το άρθρο 904 παρ. 1 Α.Κ. ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι αναγκαία προϋπόθεση, για την άσκηση αγωγής προς αναζήτηση της από αδικαιολόγητο πλουτισμό ωφέλειας του εναγομένου σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος ή με ζημία του, είναι ότι η ωφέλεια αυτή αποκτήθηκε από αιτία μη νόμιμη, υπό μία από τις, ενδεικτικά σε αυτή, αναφερόμενες μορφές.
Συνεπώς, όταν υπάρχει νόμιμη αιτία (σύμβαση, διάταξη νόμου κ.λ.π.), από την οποία προέκυψε η ωφέλεια αυτή, ο λήπτης δεν είναι υποχρεωμένος να την αποδώσει, με βάση την εν λόγω διάταξη, στην οποία δεν βρίσκει έρεισμα η σχετική αγωγή, εκτός αν υπάρχει ειδική διάταξη του νόμου, που να επιτρέπει την αναζήτηση (ΟλΑΠ 560/1974, ΑΠ 2011/2022, 1214/2015, 924/2006, 946/2002).
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αρ.1, 8, 9, 14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει ως μη νόμιμη την επικουρική βάση της αγωγής που στηριζόταν στο άρθρο 904 του Α.Κ., παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 216 και 219 του ΚΠολΔ, κηρύσσοντας έκπτωση από το δικαίωμα, ψευδώς ερμήνευσε το άρθρο 904 ΑΚ, άφησε αδίκαστο το επικουρικό του αίτημα, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και, τέλος, έχει αντιφατικές και μη νόμιμες αιτιολογίες.
Ο λόγος αυτός, στηριζόμενος αληθώς στον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, καθ' όσον, εφόσον εν προκειμένω, κατά τα γενόμενα δεκτά από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο φερόμενος ως πλουτισμός του αναιρεσιβλήτου επήλθε δυνάμει διατάξεως νόμου (και συγκεκριμένα του άρθρου 22 παρ.1 ν.4024/2011, σε συνδυασμό με την εφαρμοστική του ΚΥΑ, ως και του άρθρου 30 παρ.1 του ιδίου νόμου), χωρίς, περαιτέρω, να επιτρέπεται με διάταξη νόμου η αναζήτηση του πλουτισμού αυτού, η αξίωση του αδικαιολογήτου πλουτισμού δεν βρίσκει πεδίο εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση και ορθά κατ' αποτέλεσμα η αντίστοιχη επικουρική βάση της αγωγής απορρίφθηκε από το Εφετείο ως μη νόμιμη, έστω και με διαφορετική εν μέρει και εσφαλμένη ως άνω αιτιολογία.
Σύμφωνα δε με τα οριζόμενα στο άρθρο 578 ΚΠολΔ δεν συντρέχει στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος έννομο συμφέρον αποτροπής δεδικασμένου ώστε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνον ως προς τις νομικές αιτιολογίες της, καθόσον η εφαρμογή διαφορετικών διατάξεων που άγουν στο ίδιο αποτέλεσμα δεν είναι δυσμενέστερη για τον αναιρεσείοντα (Ολ.ΑΠ 2/2024, ΑΠ 513/2018).
Σημειώνεται επιπροσθέτως ότι, τα αναγραφόμενα στην αγωγή, νομικά πρόσωπα, στα οποία ο αναιρεσείων φέρεται να παρείχε τις υπηρεσίες του, καταργήθηκαν (όπως στην ίδια την αγωγή αναφέρεται) εντός του έτους 2011, και επομένως, εφόσον ο Δήμος υπεισήλθε έκτοτε στις κάθε μορφής έννομες σχέσεις τους, ο αναιρεσείων είχε υποχρέωση εφεξής να παρέχει τις υπηρεσίες του μόνον στον εντολέα του Δήμο, με βάση την κύρια σύμβαση έμμισθης εντολής και μόνον, ώστε να μην γεννάται καν θέμα πλουτισμού του τελευταίου από την παροχή των υπηρεσιών του αναιρεσείοντος.
V. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008,14/2005, 42/2002), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλματα που έγιναν κατά την έρευνα της αλήθειας ή όχι των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή τα σφάλματα αυτά αναφέρονται σε αποδεικτικά στοιχεία, με βάση τα οποία καταστρώνεται η ελάσσων πρόταση του νομικού συλλογισμού. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν μπορεί να δημιουργηθεί όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο της ουσίας δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών ισχυρισμών (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 452/2023, ΑΠ 631/2022, 497/2020).
Με τους τρίτο έως και έκτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του αρ.11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ειδικότερα ότι δεν ελήφθησαν υπόψη από την προσβαλλόμενη απόφαση οι ένορκες βεβαιώσεις που προσκόμισε και επικαλέστηκε, καθώς επίσης η 186/1994 απόφαση του δημοτικού συμβουλίου του αναιρεσιβλήτου, το 6990/2012 έγγραφο του Δήμου προς το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους και την από Οκτωβρίου 2019 έκθεση ελέγχου του Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, διότι το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την αγωγή και δεν προέβη σε έρευνα των πραγματικών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, ώστε να στοιχειοθετείται ο αναιρετικός λόγος από τον αρ.11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
VI. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα του τελευταίου, το οποίο κατέθεσε προτάσεις (ΚΠολΔ 176, 180 παρ.1, 183 και191παρ.2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό, μειωμένη, όμως, κατά το άρθρο 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" (ΑΠ 1207/2019, ΑΠ 1061/2018), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1-8-2022 αίτηση αναίρεσης και τους από 15-2-2023 πρόσθετους λόγους, κατά της υπ' αριθμ. 3186/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ