Legislator Case Law & Legislation
1043/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal against insurance company for disproportionate disability compensation award.

Case Number 1043/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the insurance company regarding a specific portion of the judgment. The appellant argued that the additional disability compensation of 20,000 euros awarded by the single-member court of first instance was disproportionately low compared to similar cases. The court found this claim substantiated by the principle of proportionality and remanded the case for further examination of this specific issue.

Legislator headnote

AI generated

Articles 299, 294, 295, 297, 573, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal when the lower court violates the principle of proportionality by awarding a sum that is disproportionately low compared to analogous cases.

Keywords

AI generated
principle of proportionality disability compensation insurance liability appeal admissibility disproportionate award Code of Civil Procedure remittal to lower court

Cited Legislation

AI generated
Articles 299, 294, 295, 297 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 681A of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1043 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1043/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Φ. του Χ., κατοίκου ...), ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αδάμ Αγγελόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α) ανακαλεί την από 2-2-2021 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται και β) η από 9-4-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 490/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών δεν εισάγεται ως προς τον 1ο των αναιρεσιβλήτων Κ. Α. του Ν..

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Α. του Ν., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ERGO AAEZ" και ήδη "ERGO Aσφαλιστική Μονοπρόσωπη Aνώνυμη Eταιρία", που εδρεύει στη Ν. Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κρεμεζή, που δήλωσε στο ακροατήριο και με τις κατατεθείσες προτάσεις του την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ ο 1ος δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-7-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1752/2013 μη οριστική, 5/2016 εν μέρει οριστική και 1230/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 490/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-4-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της 2ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 9-4-2019 (αρ. κατ. 309/2019) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αρ. 490/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρο 681Α ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νόμιμα, ως προς τη 2η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία και πρέπει να ερευνηθεί ως προς αυτήν κατά το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 299, 294, 295 παρ.1 και 297 του ΚΠολΔ, οι οποίες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, με προφορική δήλωσή του, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο, που επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο, είτε από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα, είτε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, (που αρκεί να έχει γενική πληρεξουσιότητα, κατά τα άρθρα 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 98 ΚΠολΔ), μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αναίρεσης, χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσιβλήτου, πριν αυτός προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης. Η ως άνω νομότυπη παραίτηση έχει ως αποτέλεσμα να θεωρείται, ότι η αναίρεση δεν ασκήθηκε και έτσι να καταργείται η αναιρετική δίκη, που ανοίχθηκε με την άσκηση της αναίρεσης. Στην περίπτωση αυτή η εκκαθάριση των δικαστικών εξόδων, που βαρύνουν τον παραιτούμενο διάδικο, γίνεται, (μετά την κατάργηση της διαδικασίας των άρθρων 679 επ. ΚΠολΔ από τον Ν. 4335/2015), με την απόφαση του Δικαστηρίου, που εκδίδεται, εφόσον υποβλήθηκε σχετικό αίτημα από τον αναιρεσίβλητο (άρθρα 188 παρ. 1, 189, 191 παρ. 2, 192 ΚΠολΔ). Το αίτημα αυτό δεν είναι απαραίτητο να συνοδεύεται από κατάλογο των εξόδων (ΑΠ 552/2018, ΑΠ 1122/2017, ΑΠ 882/2017, ΑΠ 833/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων με δήλωση, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, παραιτήθηκε ως προς τον 1ο αναιρεσίβλητο από το δικόγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

Επομένως, η ανωτέρω νομότυπη παραίτηση έχει ως αποτέλεσμα να θεωρείται ότι η αίτηση αναίρεσης δεν ασκήθηκε ως προς τον 1ο αναιρεσίβλητο και η δίκη, που ανοίχθηκε με την ένδικη αίτηση αναίρεσης, καταργείται ως προς αυτόν. Διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν πρέπει να περιληφθεί στην απόφαση, ελλείψει σχετικού αιτήματος εκ μέρους του 1ου αναιρεσιβλήτου λόγω της απουσίας αυτού (άρθρα 188 παρ. 1, 189, 191 παρ.2 και 192 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ), αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, προκύπτει, ότι σε τροχαίο ατύχημα που συνέβη στις 11-8-2010, στην Εθνική Οδό Αντιρρίου- Λιδωρικίου, συγκρούστηκε το με αρ.κυκλοφορίας ...

ΙΧΦ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο 1ος αναιρεσίβλητος, Κ. Α., (ως προς τον οποίο καταργήθηκε η δίκη μετά την ανωτέρω παραίτηση), με την με αριθμό κυκλοφορίας … δίκυκλη μοτοσυκλέτα, που οδηγούσε ο αναιρεσείων, ο οποίος τραυματίστηκε σοβαρά. Ο παθών και ήδη αναιρεσείων άσκησε σε βάρος του οδηγού του ζημιογόνου ΙΧΦ αυτοκινήτου και σε βάρος της ασφαλιστικής εταιρείας αυτού και ήδη 2η αναιρεσίβλητη, την από 12-7-2012 (αρ.

κατ. 4798/2012) αγωγή, με την οποία ζητούσε το συνολικό ποσό των 558580,23 ευρώ ως αποζημίωση για τις θετικές και αποθετικές ζημίες, που είχε υποστεί εξαιτίας του τραυματισμού του, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και ως πρόσθετη αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ. Ειδικότερα, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης αξίωνε το ποσό των 300000 ευρώ και ως πρόσθετη αποζημίωση το ποσό των 200000 ευρώ.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η μη οριστική υπ' αρ. 1752/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια δικαστικής ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, μετά την διεξαγωγή της οποίας η υπόθεση συζητήθηκε και εκδόθηκε η υπ' αρ. 5/2016 εν μέρει οριστική απόφαση του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, η οποία έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο του τροχαίου ατυχήματος τον οδηγό του ΙΧΦ αυτοκινήτου και, στη συνέχεια, διέταξε την επανάληψη της συζήτησης, αναφορικά με το κονδύλιο των διαφυγόντων εισοδημάτων, που, σημειωτέον, δεν αφορά στην παρούσα αναιρετική δίκη.

Επίσης, η ανωτέρω μη οριστική απόφαση, κατά το μέρος, που ενδιαφέρει την παρούσα δίκη, απέρριψε την αξίωση της πρόσθετης αποζημίωσης και επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 110000 ευρώ. Ακολούθως, εκδόθηκε η οριστική υπ' αρ. 1230/2017 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 15674,49 ευρώ ως αποζημίωση για διαφυγόντα εισοδήματα, πλέον της αποζημίωσης για τη θετική ζημία (δηλαδή για τα νοσήλια και την υπαξία της μοτοσυκλέτας), που είχε επίσης επιδικάσει η εν μέρει οριστική υπ' αρ. 5/2016 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου.

Κατά των αποφάσεων αυτών ο ενάγων- παθών άσκησε την από 25-7-2017 (αρ. κατ. 503820/2017) έφεση και οι εναγόμενοι την αντίθετη από 1-9-2017 (αρ. κατ. 506524/2017) έφεση, οι οποίες συνεκδικάστηκαν από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε κατ' ουσίαν αμφότερες τις αντίθετες εφέσεις, εξαφάνισε τις εκκαλούμενες πρωτόδικες αποφάσεις και αφού διακράτησε και δίκασε την αγωγή, δέχθηκε εν μέρει αυτήν και υποχρέωσε τους εναγόμενους να καταβάλουν στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 79465,30 ευρώ.

Πιο συγκεκριμένα, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική δίκη μέρος, το Εφετείο επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 30000 ευρώ και ως πρόσθετη αποζημίωση το ποσό των 20000 ευρώ, κρίνοντας ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων κατέστη μόνιμα μερικά ανάπηρος σε ποσοστό 50% εξαιτίας του τραυματισμού του στο τροχαίο ατύχημα.

Σύμφωνα με το άρθρου 932 του ΑΚ <<σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης>>. Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ),χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια, ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα, που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ ολομ. 9/2015).

Εξάλλου, με το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολο της Ευρωπαϊκής σύμβασης, για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα". Καλύπτονται έτσι τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα, απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά. Τέτοιες είναι, κατά το ελληνικό δίκαιο και οι απαιτήσεις από αδικοπραξία για καταβολή αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατά τα άρθρα 297, 298, 299, 57, 59, 932 Α.Κ. (ΑΠ ολ. 40/1998).

Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

Α.Π. 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.

ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 677/2019, ΑΠ 565/2018, ΑΠ 349/2014,ΑΠ 466/2013, ΑΠ 382/2013). Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης και με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 25 παρ. 1 περ. δ του Συντάγματος, 2,9 παρ.2 και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 932 ΑΚ ο αναιρεσείων ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ.

α ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο κατά ευθεία παραβίαση της Αρχής της Αναλογικότητας και των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, κατά την υπαγωγή στο πραγματικό τους των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που αυτός υπέστη εξαιτίας του τραυματισμού του, το ποσό των 30000 ευρώ, το οποίο υπολείπεται δυσανάλογα του ποσού που επιδικάζεται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας του τροχαίου ατυχήματος.

Από την επιτρεπτή κατ' αρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης για τις ανάγκες του ερευνώμενου ως άνω 1ου αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, αναφορικά με τις σωματικές βλάβες, που υπέστη ο αναιρεσείων-παθών κατά τον τραυματισμό του στο τροχαίο ατύχημα, δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Κατά το ένδικο ατύχημα τραυματίστηκε ο ενάγων, ο οποίος μεταφέρθηκε αμέσως στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Πατρών, όπου διαπιστώθηκε ότι υπέστη α) συντριπτικό κάταγμα αριστερού αστραγάλου, β) κάταγμα έσω σφύρου αριστερής ποδοκνημικής, γ) κάταγμα δεξιάς πτέρνας, δ) εξάρθρημα δεξιού αγκώνος, ε) κάταγμα αριστερής ωλένης, στ) συντριπτικό ενδαρθρικό κάταγμα κάτω πέρατος αριστερής κερκίδας, ζ) εξάρθρημα οσταρίων αριστερού καρπού και η) κάταγμα του τρίτου (3ου) αριστερού μετακαρπίου.

Τα υπό στοιχ. α' β', ε', στ' και η' κατάγματα αντιμετωπίστηκαν χειρουργικά με την ανοιχτή ανάταξη - εσωτερική οστεοσύνθεση, ενώ τα υπόλοιπα (υπό στοιχ. γ', δ' και ζ') αντιμετωπίστηκαν συντηρητικά, ήτοι με ανάταξη και ακινητοποίηση των καταγμάτων- εξαρθρημάτων. Ο ενάγων εξήλθε από το ως άνω νοσοκομείο στις 23 Αυγούστου 2010 με οδηγίες για αποχή από εργασία για χρονικό διάστημα οκτώ (8) μηνών.

Ακολούθως υποβλήθηκε σε δύο (2) ακόμα εγχειρήσεις, οι οποίες ήταν αναγκαίες για την αποκατάσταση της υγείας του. Συγκεκριμένα, στις 18.11.2010 υπεβλήθη στο ιδιωτικό θεραπευτήριο "ΕΥΡΩΚΛΙΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ" σε χειρουργική επέμβαση ανάταξης και οστεοσύνθεσης με οστικό μόσχευμα του κατάγματος της στυλοειδούς κερκίδος, ενώ στις 26.01.2011 υπεβλήθη στο ίδιο ως άνω θεραπευτήριο σε εγχείρηση αφαίρεσης των υλικών της αριστερής ποδοκνημικής οστεοσύνθεσης.

Σύμφωνα με την με ημερομηνία 20-8-2013 έκθεση του διορισθέντος με την υπ' αριθμ. 1752/2013 μη οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου πραγματογνώμονα Β. Σ., χειρουργού ορθοπαιδικού, ο ενάγων εξ αιτίας των προπεριγραφέντων καταγμάτων και μετά τις διενεργηθείσες ως άνω χειρουργικές επεμβάσεις παρουσιάζει έκδηλη παραμόρφωση ραιβότητας αριστεράς πηχειοκαρπικής, με εμφανή εξογκώματα στο ύψος του καρπού και προς την πλευρά του αντίχειρα και προς την πλευρά του μικρού δακτύλου, ενώ ο μέσος δάκτυλος παρουσιάζεται ανάκυρτος (μονίμως υπερεκτεταμένος) και ο μικρός μονίμως κεκαμμένος με βλαισή την τελική φάλαγγα (καμποδακτυλία).

Οι παραμορφώσεις αυτές σημαίνουν ότι ο ενάγων δεν μπορεί να σφίξει γροθιά, δεν μπορεί να αδράξει με δύναμη, δεν μπορεί να χειριστεί λεπτά αντικείμενα, ούτε καν το πιρούνι του φαγητού, αφού δεν μπορεί να εκτείνει τον καρπό του και ελάχιστα μπορεί να τον κάμψει. Όσον αφορά την αριστερά ποδοκνημική, υφίσταται λειτουργική έκπτωση, αφού αυτή είναι πρακτικώς αγκυλωμένη, που σημαίνει ότι ο ενάγων δεν μπορεί να σηκωθεί στις μύτες ή στις πτέρνες και παρουσιάζει χωλότητα, η οποία δεν πρόκειται να αποκαταστασθεί.

Απότοκος των ως άνω τραυμάτων είναι η μετατραυματική- μετεγχειριτική αρθρίτιδα της αριστερής πηχειοκαρπικής και της αριστερής ποδοκνημικής. Οι ως άνω βλάβες είναι απότοκες του τροχαίου ατυχήματος και έχουν χαρακτήρα μόνιμο και μη αναστρέψιμο, το ποσοστό δε αναπηρίας που έχουν επιφέρει ανέρχεται σε 50% ...Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, εξαιτίας του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα, υπέστη ηθική βλάβη και για το λόγο αυτό πρέπει να του επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση, η οποία, αφού ληφθεί υπόψη το είδος και η σοβαρότητα του τραυματισμού του, η αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, ο βαθμός της αναπηρίας του, σωματική και ψυχική ταλαιπωρία που υπέστη όλο το διάστημα της νοσηλείας του στο νοσοκομείο και κατ' οίκον, οι χειρουργικές επεμβάσεις στις οποίες υποβλήθηκε, η ηλικία του και γενικότερα η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, πλην της δεύτερης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, πρέπει να οριστεί σε 30.000 ευρώ.

Στο ποσό αυτό δεν συμπεριλαμβάνεται το ποσό των 44 ευρώ, για το οποίο ο ενάγων νομίμως επιφυλάχθηκε, προκειμένου να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγων στο ποινικό δικαστήριο. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του προσδιόρισε το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης του ενάγοντος στο ποσό των 110.000 ευρώ, εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε, καθόσον το επιδικασθέν ως άνω ποσό δεν τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας με την ηθική βλάβη που υπέστη ο ενάγων, υπό τις περιστάσεις που προαναφέρθηκαν και κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, και υπερβαίνει, και μάλιστα καταφανώς, τα συνήθως επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις, κατά τον βάσιμο περί τούτου τέταρτο λόγο της εφέσεως των εναγομένων, απορριπτομένου ως αβασίμου του πέμπτου λόγου της εφέσεως του ενάγοντος, με τον οποίο ο τελευταίος ζητεί να του επιδικασθεί ποσό μεγαλύτερο του πρωτοδίκως επιδικασθέντος ...".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση του αναιρεσείοντα λόγω ηθικής βλάβης στο ανωτέρω ποσό των 30000 ευρώ, παραβίασε ευθέως την Αρχή της Αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου, ότι το ποσό αυτό κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, υπολείπεται και μάλιστα καταφανώς εκείνου, που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης.

Επομένως, είναι βάσιμος ο 1ος από τον αριθμό 1 περ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 25 παρ. 1 εδ. δ' του Συντάγματος, των διατάξεων 2, 9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 932 του ΑΚ, αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι κατά παράβαση της Αρχής της Αναλογικότητας, που εκφράζουν οι ανωτέρω ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών με την υπαγωγή στο πραγματικό τους των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, επιδίκασε σε αυτόν, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το προαναφερόμενο ποσό των 30000 ευρώ, το οποίο υπολείπεται δυσαναλόγως σε σχέση με το ποσό, που επιδικάζεται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτει από τις συνθήκες της αδικοπραξίας του τροχαίου ατυχήματος.

Κατόπιν τούτου ο 1ος αναιρετικός λόγος για την ευθεία παραβίαση της Αρχής της Αναλογικότητας κατά τα ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται, όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.

Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό - οικονομικό τομέα η αναπηρία ή η παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξέλιξης και προαγωγής του.

Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.

Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η ένεκα της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).

Όμως, η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη, ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι όμως βέβαιο, ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση, ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος), οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί.

Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επίδρασης αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό - οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, δηλαδή ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ των πολιτών σχέσεις, χωρίς αναγκαία η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.

Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 931 του Α.Κ., που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.

Επομένως, το ποσό που δικαιούται ο παθών κατά το άρθρο 931 του Α.Κ., δεν υπολογίζεται με τα μέτρα της αποζημίωσης, αλλά εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστή, να το καθορίσει κατά δίκαιη κρίση σε εύλογο χρηματικό ποσό, με βάση αφενός το είδος, την έκταση και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης του παθόντος και αφετέρου την ηλικία, το φύλο, τις κλίσεις του παθόντος και τον βαθμό συνυπαιτιότητάς του.

Είναι πρόδηλο ότι η κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. αξίωση για αποζημίωση λόγω αναπηρίας ή παραμόρφωσης είναι διαφορετική από την κατά τη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. αξίωση αποζημίωσης για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που κατ' ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και από την κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ.

αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν, είτε σωρευτικά, είτε μεμονωμένα, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαία την ύπαρξη και των λοιπών (ΑΠ 677/2019, ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 599/2018, ΑΠ 158/2016, ΑΠ 150/2015).

Με τον 2ο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση των ίδιων ως άνω διατάξεων των άρθρων 25 παρ.1 περ. 1δ' του ισχύοντος Συντάγματος, 2, 9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ καθώς επίσης του άρθρου 931 ΑΚ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 περ. α ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά την υπαγωγή στο πραγματικό των διατάξεων αυτών των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, με το να επιδικάσει σ' αυτόν, ως πρόσθετη αποζημίωση εκ του άρθρου 931 ΑΚ, το ποσό των 20000 ευρώ, παραβίασε ευθέως την Αρχή της Αναλογικότητας καθ' υπέρβαση των ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, διότι το ποσό αυτό υπολείπεται δυσανάλογα του ποσού, που επιδικάζεται σε ανάλογη περίπτωση αναπηρίας και προκύπτει από τις συνθήκες της αδικοπραξίας του τροχαίου ατυχήματος.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει επίσης, ότι το Εφετείο για το ανωτέρω ερευνώμενο ζήτημα δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Εξάλλου, ο ενάγων, ηλικίας 45 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος ως γεννηθείς το έτος 1965,υπέστη εξαιτίας του επιδίκου τροχαίου ατυχήματος και του προαναφερόμενου τραυματισμού του μόνιμη αναπηρία, όπως αυτή περιγράφεται παραπάνω, η οποία τον καθιστά ανίκανο να ασκήσει το επάγγελμα του δύτη, που ασκούσε μέχρι την ημέρα του ατυχήματος, αφού, όπως αναφέρει ο ως άνω πραγματογνώμονας στην έκθεσή του, έχει μειωθεί δραστικά η κολυμβητική- καταδυτική δυνατότητά του, λόγω του ότι έχει καταργηθεί η κάμψη- έκταση του άκρου ποδός, εξαιτίας αγκυλώσεως της ποδοκνημικής, το γεγονός δε αυτό επιδρά δυσμενώς στην επαγγελματική και οικονομική του εξέλιξη.

Πράγματι, μετά τη λήξη της αναρρωτικής αδείας του, ο ενάγων επέστρεψε μεν στην προηγούμενη εργασία του, χωρίς όμως να απασχολείται ως δύτης, αλλά σε βοηθητικές εργασίες. Η σωματική του αναπηρία, εκτός από τη δυσμενή επίδραση στην επαγγελματική και οικονομική του εξέλιξη, έχει δημιουργήσει σ' αυτόν σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα και αισθήματα μειονεξίας και κατωτερότητας, που επηρεάζουν την εν γένει κοινωνική του παράσταση.

Οι συνέπειες αυτές δεν μπορούν να καλυφθούν εντελώς με τις παροχές των άρθρων 929 και 932 του ΑΚ. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις πιο πάνω περιστάσεις (ηλικία, φύλο, σοβαρότητα και είδος του τραυματισμού, αποκλειστική υπαιτιότητα εναγομένου οδηγού, δια βίου αναπηρία και επιπτώσεις αυτής, κοινωνική και οικονομική κατάσταση αυτού), κρίνει ότι για την παραπάνω αιτία ο ενάγων δικαιούται, ως πρόσθετη εύλογη αποζημίωση, εκ του άρθρου 931 του ΑΚ, το ποσό των 20.000 ευρώ.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 5/2016 απόφασή του απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό εκ του άρθρου 931 ΑΚ αίτημα της αγωγής (με το σκεπτικό ότι δεν αποδείχθηκε ότι η αναπηρία του επιδρά αρνητικά στο περιουσιακό του μέλλον, μη αρκούσας της αρνητικής επίδρασης στον ψυχικό του κόσμο και στην κοινωνική του παράσταση), εσφαλμένα το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, κατά τον βάσιμο περί τούτου πρώτο λόγο της εφέσεως του ενάγοντος"...

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει την πρόσθετη αποζημίωση λόγω μερικής μόνιμης αναπηρίας του αναιρεσείοντα στο ανωτέρω ποσό των 20000 ευρώ, παραβίασε ευθέως την αρχή της αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου, ότι το ποσό αυτό κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, υπολείπεται και μάλιστα καταφανώς εκείνου, που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις ιδιαίτερης πρόσθετης αποζημίωσης του άρθρου 931 ΑΚ.

Επομένως, είναι βάσιμος ο 2ος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων, με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 25 παρ. 1 εδ. δ' του Συντάγματος, 2, 9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 931 του ΑΚ, αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, που εκφράζουν οι ανωτέρω ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών, με την υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, επιδίκασε σε αυτόν ως πρόσθετη αποζημίωση λόγω της αναπηρίας αυτού το προαναφερόμενο ποσό των 20000 ευρώ, το οποίο είναι δυσαναλόγως μικρότερο σε σχέση με το ποσό, που επιδικάζεται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτει από τις συνθήκες της αδικοπραξίας του τροχαίου ατυχήματος.

Κατόπιν τούτου ο 2ος αναιρετικός λόγος για την ευθεία παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, κατά τα ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος.

Κατόπιν όλων αυτών και κατά ουσιαστική παραδοχή του 1ου και του 2ου αναιρετικού λόγου πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με τη 2η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και πρόσθετης αποζημίωσης του άρθρου 931 ΑΚ . Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλον Δικαστή (άρθρο 580 αρ. 3 ΚΠολΔ), για να ερευνηθεί κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος αυτής, που αφορά το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και πρόσθετης αποζημίωσης. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου, που έχει καταθέσει αυτός για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. Β δ' ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία λόγω της ήττας αυτής (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Καταργεί την δίκη, που ανοίχθηκε με την ένδικη από 9-4-2019 (αρ. κατ. 309/2019) αίτηση αναίρεσης, η οποία απευθύνεται κατά της υπ' αρ. 490/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ), ως προς τον 1ο αναιρεσίβλητο.

Αναιρεί την υπ' αρ. 490/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ) κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος αυτής, που αφορά το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και πρόσθετης αποζημίωσης, ως προς τη 2η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος αυτής, στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή.

Διατάσσει να επιστραφεί στον αναιρεσείοντα το παράβολο, που αυτός έχει καταθέσει για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

ΚΑΙ

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2021.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ Κωστούλα Φλουρή – Χαλεβίδου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Αυγούστου 2021.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ