Legislator Case Law & Legislation
1043/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in traffic accident case due to lack of substantive grounds and procedural errors.

Case Number 1043/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by an insurance company and a driver against a first-instance judgment regarding a traffic accident. The court found the appellant's arguments regarding the other driver's speed and reaction time to be substantively unfounded based on the evidence presented. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the appellees.

Legislator headnote

AI generated

Articles 577, 560, 561, 176, 183 of the Code of Civil Procedure; An appeal must be substantively grounded, and if the lower court's decision is based on clear evidence without procedural violation, the appeal is dismissed.

Keywords

AI generated
traffic accident liability appeal admissibility substantive grounds legal costs Code of Civil Procedure insurance dispute procedural history

Cited Legislation

AI generated
Article 577 paragraphs 1 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 561 number 2 of the Code of Civil Procedure
Article 560 numbers 6 and 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 item B' of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 681A of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1043 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1043/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Ελένη Φραγκάκη, Ζαμπέτα Στράτα και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Μαρτίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Ν. Μ. του Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευθύμιο Καραΐσκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Κ. του Θ., κατοίκου ... και 2) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μανιαδάκη και το 2ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-10-2007 αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων και της Ε. Κ. του Θωμά, μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κατερίνης και συνεκδικάστηκε με την από 17-7-2007 αγωγή του ήδη 2ου των αναιρεσειόντων, την από 10-2-2011 προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη 2ου των αναιρεσιβλήτων, καθώς και με την από 15-3-2011 προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα εξ αναγωγής αγωγή της "...", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13-4-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του 1ου των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 13-4-2018 (αρ. κατ. 1/2018) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 1/2018 οριστικής απόφασης του ως Εφετείο δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρο 681Α ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Από την παραδεκτή κατ' άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης και για την πληρέστερη κατανόηση αυτής, προκύπτει ότι, σε τροχαίο ατύχημα, που συνέβη, στις 16-6-2007, επί της παραλιακής οδού, που αποτελεί προέκταση της ... στην ..., συγκρούστηκε το με αρ.

κυκλοφορίας ...77 ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε η Ε. Κ., θυγατέρα του ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου, ιδιοκτήτη αυτού, το οποίο ήταν ανασφάλιστο, με το με αρ. κυκλοφορίας ...24 ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο 2ος αναιρεσείων, Ν. Μ., του οποίου την αστική ευθύνη έναντι των τρίτων ζημιούμενων κάλυπτε η 1η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία.

Κατά το ατύχημα αυτό προκλήθηκαν μόνον υλικές ζημίες στα δύο οχήματα. Η οδηγός και ο ιδιοκτήτης του με αρ. κυκλοφορίας ...77 ΙΧΕ αυτοκινήτου άσκησαν την από 30-10-2007 (αρ. κατ. 263/2007) αγωγή και χάριν συντόμευσης Α' αγωγή, κατά του Ν. Μ. και της ασφαλιστικής εταιρείας αυτού, με την οποία, επικαλούμενοι ότι η σύγκρουση οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του Ν.

Μ., ζήτησαν, ο μεν ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου και ήδη 1ος αναιρεσίβλητος, το συνολικό ποσό των 9.897,24 ευρώ ως αποζημίωση για την αποκατάσταση των υλικών ζημιών του οχήματος, ως μείωση της εμπορικής αξίας αυτού (υπαξία) και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η δε οδηγός, θυγατέρα του (μη διάδικος σήμερα) το ποσό των 500 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Επίσης, ο ήδη 2ος αναιρεσείων, Ν. Μ., οδηγός του με αρ. κυκλοφορίας ...24 ΙΧΕ αυτοκινήτου, άσκησε κατά της Ε. Κ., κατά του Δ. Κ. (οδηγού και ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου) και κατά του ΝΠΙΔ με την επωνυμία ... και χάριν συντόμευσης …, λόγω του ανασφαλίστου του οχήματος, την από 17-7-2007 (αρ. κατ. 186/2008) αγωγή και χάριν συντόμευσης Β' αγωγή, με την οποία, επικαλούμενος ότι η σύγκρουση οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της οδηγού του ετέρου οχήματος, Ε.

Κ., αξίωνε ως αποζημίωση για την αποκατάσταση των υλικών ζημιών του οχήματός του, ως υπαξία και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το συνολικό ποσό των 2.253,53 ευρώ. Οι δύο αντίθετες αγωγές συνεκδικάστηκαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο μαζί με παρεμπίπτουσα αγωγή του ΕΚ κατά της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ...

και με παρεμπίπουσα αγωγή της τελευταίας κατά της Ε. Κ. και του Δ. Κ. και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 15/2016 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Κατερίνης, η οποία απέρριψε τις ανωτέρω αναγωγές και ειδικότερα, ως μη νόμιμη και ως απαράδεκτη, αντίστοιχα. Το κεφάλαιο αυτό δεν αφορά την παρούσα αναιρετική δίκη και αναφέρεται μόνο διηγηματικά για το ιστορικό της υπόθεσης.

Επίσης, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την Α' αγωγή ως προς τη 2η ενάγουσα Ε. Κ. ως απαράδεκτη, διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές, δεν ήταν αμέσως ζημιωθείσα. Επίσης, το κεφάλαιο αυτό δεν πλήττεται με την ένδικη αίτηση αναίρεσης. Κατά τα λοιπά, επί της ουσίας, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατέγνωσε αποκλειστική υπαιτιότητα στην οδηγό, Ε.

Κ., διότι, κατά τις παραδοχές του, διενήργησε αιφνιδιαστικό δεξιό ελιγμό από θέση στάθμευσης καταλαμβάνοντας κάθετα το οδόστρωμα, με συνέπεια να αποφράξει την πορεία του Ν. Μ., υιοθετώντας την άποψη, που ο τελευταίος υποστήριζε ως προς τις συνθήκες της σύγκρουσης. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε η από 7-6-2016 (αρ.

κατ. 10/2016) έφεση του Δ. Κ. και της Ε. Κ. και η από 24-8-2017 (αρ. κατ. 30/2017) έφεση του ΕΚ, που αφορούν την πλευρά του ανασφαλίστου οχήματος, ιδιοκτησίας του ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου. Το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο απέρριψε την έφεση της οδηγού Ε. Κ., ως απαράδεκτη. Το κεφάλαιο αυτό επίσης, δεν αφορά την αναιρετική δίκη.

Κατά τα λοιπά το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε τις εφέσεις ως ουσιαστικά βάσιμες και κατά το μέρος, που ενδιαφέρει την παρούσα αναιρετική δίκη κατέγνωσε αποκλειστική υπαιτιότητα στον ήδη 2ο αναιρεσείοντα, Ν. Μ., κρίνοντας ότι, κινούμενος με υπερβολική ταχύτητα όπισθεν από το όχημα της Ε.

Κ., από αμέλειά του δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα την πρόθεσή της να αλλάξει κατεύθυνση προς τα δεξιά, για να σταθμεύσει το όχημά της, με συνέπεια να επιπέσει επ' αυτού και τα δύο οχήματα να συγκρουσθούν πλαγιομετωπικά. Ακολούθως, η προσβαλλόμενη απόφαση εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την Α' αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου, Δ.

Κ. και απέρριψε την αντίθετη Β' αγωγή του ήδη 2ου αναιρεσείοντα Ν. Μ. ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β` και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.

Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.

Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 52/2016, ΑΠ 848/2015, ΑΠ 869/2013), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ, στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 301/2018, ΑΠ 199/2018, ΑΠ 804/2017).

Περαιτέρω, από τα άρθρα 12 και 19 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα: α) κατά το άρθρ. 12 παρ. 1, "...οι χρησιμοποιούντες τις οδούς, πρέπει, να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, η οποία είναι ενδεχόμενο μεταξύ άλλων να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα, ενώ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους", β) κατά το άρθρ. 19 παρ. 1, "...ο οδηγός του οδικού οχήματος, επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς", γ) κατά το άρθρ. 19 παρ. 2, "...ο οδηγός επιβάλλεται να έχει την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία μπορεί να είναι και κατώτερη της προβλεπόμενης από το νόμο, κυρίως σε κατοικημένες περιοχές και έχει υποχρέωση να τη μειώνει μέχρι διακοπής της πορείας του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν" (ΑΠ 91/2019, ΑΠ 1207/2004).

Eπίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του ΚΟΚ ορίζεται ότι "το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των αυτοκινήτων οχημάτων, μέσα στις κατοικημένες περιοχές ορίζεται σε 50 χιλιόμετρα την ώρα...". Κατά δε το άρθρο 21 παρ. 1 και 2 ορίζεται ότι "1. Ο οδηγός που προτίθεται να εκτελέσει ελιγμό, οφείλει προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνται πίσω, μπροστά ή πλάι του, ή ετοιμάζονται να τον προσπεράσουν, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους. 2.

Πριν από κάθε ελιγμό, ο οδηγός υποχρεούται να καταστήσει έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του αυτή, χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτόν τους δείκτες κατεύθυνσης, αν δε αυτοί δεν λειτουργούν, υποχρεούται να δώσει τα ακόλουθα σήματα με το χέρι:....".

Από τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση, εφόσον πρόκειται για αναίρεση κατά απόφασης Πρωτοδικείου που δίκασε έφεση κατ' απόφασης Ειρηνοδικείου και είναι ταυτόσημη με την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δίκαιου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, η αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε η την άρνησή της.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 1133/2018, ΑΠ 1195/2017, ΑΠ 91/2015).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ή αναλόγως, του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ή αναλόγως του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/2011).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον 'Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1384/2018, ΑΠ 198/2015).

Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο με το να δεχθεί ότι το τροχαίο ατύχημα προκλήθηκε δήθεν από αποκλειστική υπαιτιότητα του 2ου αναιρεσείοντα, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, σε συνδ. 298, 300, 330 εδ.

β' ΑΚ και 12 παρ.1, 19 παρ. 1 και 2, 20 παρ. 1 και 21 παρ. 1 και 2 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή διαλαμβάνοντας ασαφή και ανεπαρκή αιτιολογία ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος και τη συμπεριφορά των εμπλακέντων σ' αυτό οδηγών και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη υπαγωγή των περιστατικών, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, που εφάρμοσε.

Επίσης, με τον συναφή 2ο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 1 περ. α' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, με το να καταγνώσει στο 2ο αναιρεσείοντα αποκλειστική υπαιτιότητα στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος παραβίασε και ευθέως τις ίδιες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος για την υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων.

Τονίζεται στο σημείο αυτό ότι οι ανωτέρω 1ος και 2ος αναιρετικοί λόγοι στους οποίους δεν αναφέρονται αριθμητικά οι παραβιασθείσες ουσιαστικές διατάξεις του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) κρίνονται αρκούντως ορισμένοι, καθόσον από το όλο περιεχόμενο του αναιρετηρίου προκύπτει χωρίς αμφιβολία το πραγματικό των ανωτέρω κανόνων δικαίου, των οποίων παραλείφθηκε η αριθμητική αναφορά (ΑΠ 146/2018, ΑΠ 200/2018).

Περαιτέρω, από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφαση και των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα, κατ' ακριβή λεκτική αντιγραφή: "Στις 16 Ιουνίου 2007 και περί ώρα 19:30 μ.μ.

η δεύτερη εκκαλούσα της υπό στοιχείο I έφεσης (ενάγουσα της πρώτης και εναγόμενη της δεύτερης ως άνω αγωγής), Ε. Κ., οδηγούσε το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ...77 ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του δεύτερου εκκαλούντος της υπό στοιχείο I έφεσης (ενάγοντος της πρώτης και εναγόμενου της δεύτερης αγωγής), στην ..., επί της παραλιακής οδού που βρίσκεται δίπλα στην άμμο της θαλάσσης, και αποτελεί προέκταση της οδού ..., με κατεύθυνση από ….προς το κέντρο της ….

έχοντας αριστερά της πορείας της τη θάλασσα. Η ανωτέρω παραλιακή οδός είναι διπλής κατεύθυνσης και δεξιά και αριστερά της υπάρχουν θέσεις στάθμευσης. Την ίδια χρονική στιγμή ο εφεσίβλητος της υπό στοιχείο I και II έφεσης (εναγόμενος της πρώτης και ενάγων της δεύτερης αγωγής), Ν. Μ., οδηγούσε το υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ...24 ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, το οποίο κατ' εκείνο το χρόνο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εφεσίβλητη (εναγόμενη της πρώτης αγωγής) ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "... - ...", και κινούνταν στην ίδια παραλιακή οδό με την ίδια κατεύθυνση, πίσω από το υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ...77 όχημα που οδηγούσε η Ε. Κ.. Λίγο πριν η τελευταία προσεγγίσει το πολεοδομικό συγκρότημα της ….άναψε το δεξί φλάς, και μείωσε σταδιακά την ταχύτητά της προκειμένου να βρει θέση στάθμευσης στα δεξιά της. Στο ύψος περίπου του καταστήματος …., έχοντας βρεί θέση στάθμευσης, επιχείρησε αλλαγή κατεύθυνσης προς τα δεξιά.

Τη στιγμή που το μπροστινό μέρος του οχήματός της είχε ήδη περάσει το έρεισμα της οδού και είχε εισέλθει στον χώρο στάθμευσης, και στο ασφάλτινο ρεύμα της οδού υπήρχε μόνο το πίσω μέρος του οχήματός της, δέχθηκε ένα σφοδρότατο χτύπημα στο δεξιό πλαϊνό μέρος του οχήματός της από το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ...24 όχημα που οδηγούσε ο Ν.

Μ., το οποίο προσέκρουσε σε αυτό με την μπροστινή του πλευρά. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του εφεσιβλήτου της υπό στοιχείο I και II έφεσης (εναγομένου της πρώτης και ενάγοντος της δεύτερης αγωγής), Ν. Μ., ο οποίος οδηγώντας χωρίς σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, αλλά και με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, προσεγγίζουσα τα 60 χλμ την ώρα, αν και αντιλήφθηκε την πρόθεση της οδηγού του υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ...77 οχήματος να πραγματοποιήσει αλλαγή κατεύθυνσης προς τα δεξιά της ως προς την πορεία του οχήματός της, ώστε να εισέλθει σε χώρο στάθμευσης, εν τούτοις από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλλει δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του, λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες, και δη την πρόθεση της οδηγού του υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ...77 οχήματος να επιχειρήσει αλλαγή κατεύθυνσης, κατά τρόπο ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του, και να της επιτρέψει να επιχειρήσει με ασφάλεια την προαναφερόμενη ενέργειά της. Περί των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών σαφής και κατηγορηματική είναι η επ' ακροατηρίω κατάθεση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου του μάρτυρα των εκκαλούντων της υπό στοιχείο I έφεσης, ο οποίος ήταν παρών κατά τη στιγμή της σύγκρουσης, Σ.

Φ., για την αξιοπιστία του οποίου το Δικαστήριο δεν έχει κανένα λόγο να αμφιβάλλει, και ο οποίος κατέθεσε ότι το όχημα του Ν. Μ. κινούνταν με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, περί τα 60 χλμ την ώρα, ότι η Ε. Κ. είχε μειώσει την ταχύτητά της γιατί έψαχνε θέση στάθμευσης στα δεξιά της, ότι είχε ανάψει το δεξιό της φλας, και τέλος ότι κατά τη στιγμή της σύγκρουσης το όχημα που οδηγούσε η Ε.

Κ. είχε μπει στο χωμάτινο πάρκινγκ κατά το ήμισυ. Τα ανωτέρω άλλωστε επιβεβαιώνονται όχι μόνο από την προσκομισθείσα μετ' επικλήσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο υπ' αριθμ. 360/2009 ένορκη βεβαίωση, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Κατερίνης, της Ό. Σ., συνεπιβάτη στο μπροστινό κάθισμα στο όχημα που οδηγούσε η Ε. Κ., η οποία κατέθεσε ότι το ένδικο ατύχημα έλαβε χώρα κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, αλλά και από την ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου επ' ακροατηρίω κατάθεση της μάρτυρα του εφεσίβλητου Ν.

Μ., Α. Μ., η οποία τυγχάνει αδελφή του, και η οποία, ως επιβάτης στο όχημα του αδελφού της, κατέθεσε ότι είδαν μπροστά τους και σε απόσταση πέντε μέτρων το όχημα που οδηγούσε η Ε. Κ., το οποίο είχε ανάψει φλας για να πραγματοποιήσει αλλαγή κατεύθυνσης προς τα δεξιά, και ότι ο αδελφός της πριν το ατύχημα κόρναρε για ενάμιση με δυο λεπτά, γεγονός που επιρρωνύει την κρίση του Δικαστηρίου ότι η οδηγός του υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ...77 οχήματος, Ε. Κ., ενήργησε τηρώντας όλες τις επιταγές του ΚΟΚ αφού αυτή αφενός άναψε το δεξιό φλας του οχήματός της, και αφετέρου μείωσε την ταχύτητα αυτού προκειμένου να πραγματοποιήσει αλλαγή κατεύθυνσης, αλλά και ότι ο οδηγός του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ...24 οχήματος, Ν. Μ., οδηγώντας αμελώς, κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα, τυγχάνει αποκλειστικά υπαίτιος της ένδικης σύγκρουσης.

Ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι αποκλειστικά υπαίτια, άλλως συνυπαίτια στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος τυγχάνει και η οδηγός του άλλου οχήματος, για το λόγο ότι αυτή επιχείρησε να εξέλθει από θέση στάθμευσης προκειμένου να εισέλθει σε άλλη, χωρίς να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων επί της οδού, διασχίζοντας κάθετα ολόκληρο το οδόστρωμα, και αποκλείοντας ολόκληρο το ρεύμα πορείας του, μη αφήνοντάς του το περιθώριο διενέργειας οποιουδήποτε αποφευκτικού ελιγμού, τυγχάνει απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, καθώς δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο.

Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε αποκλειστικά υπαίτια του ένδικου ατυχήματος την δεύτερη εκκαλούσα (ενάγουσα της πρώτης και εναγομένη της δεύτερης αγωγής), και συνακόλουθα απέρριψε την πρώτη αγωγή, και έκανε εν μέρει δεκτή τη δεύτερη αγωγή, εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε και συνεπώς πρέπει ο σχετικός λόγος αμφότερων των εφέσεων να γίνει δεκτός και ως κατ' ουσία βάσιμος και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη ως προς τις διατάξεις της που αφορούν τις δυο κύριες αγωγές".

Με τις ανωτέρω παραδοχές του το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της αποκλειστικής υπαιτιότητας του 2ου αναιρεσείοντα Ν. Μ., στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 300 και 330 του ΑΚ και των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 και 2, 20 παρ. 1 και 21 παρ. 1 και 2 του Ν. 2696/1999, διότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για να υπαχθούν στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, ενώ επίσης, διέλαβε σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες ως προς τις συνθήκες τέλεσης του τροχαίου ατυχήματος και τη συμπεριφορά των εμπλακέντων οδηγών, οι οποίες στηρίζουν το διατακτικό της απόφασής του, η οποία επομένως έχει νόμιμη βάση, ενώ καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στους εφαρμοσθέντες ως άνω κανόνες δικαίου.

Ειδικότερα, το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο δέχθηκε ότι τα δύο οχήματα εκινούντο στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας, με κατεύθυνση προς το κέντρο της ..., με προπορευόμενο το όχημα της Ε. Κ., η οποία εκινείτο με μικρή ταχύτητα και είχε θέσει σε λειτουργία τον δεξιό δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης (δεξιό φλας), διότι αναζητούσε θέση για να σταθμεύσει το όχημά της προς τα δεξιά, ως προς την πορεία της, ότι τα περιστατικά αυτά θα έπρεπε να ενεργοποιήσουν την προσοχή του όπισθεν αυτής κινούμενου 2ου αναιρεσείοντα, Ν.

Μ., ο οποίος έχοντας αναπτύξει ταχύτητα περί τα 60 χλμ/ώρα, που ήταν υπερβολική για τις περιστάσεις που επικρατούσαν στο οδόστρωμα, δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα την ανωτέρω πρόθεση της προπορευόμενης οδηγού, ώστε να μειώσει την ταχύτητα του δικού του οχήματος και να επιτρέψει σ' αυτήν να σταθμεύσει το όχημά της με ασφάλεια, αλλά αντίθετα αυτός, από αμέλεια, συνέχισε με την ίδια ταχύτητα την πορεία του αυτοκινήτου του, με συνέπεια με το έμπροσθεν μέρος αυτού να προσκρούσει στο πίσω δεξιό μέρος του αυτοκινήτου της Ε.

Κ., η οποία ήδη είχε εισέλθει με το εμπρόσθιο ήμισυ μέρος του οχήματός της, στον χωμάτινο χώρο στάθμευσης, δεξιά ως προς την πορεία της. Οι περαιτέρω αιτιάσεις των αναιρεσειόντων για ασαφή και ανεπαρκή αιτιολογία ως προς τις συνθήκες της σύγκρουσης πρέπει να απορριφθούν πρωτίστως ως απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας εκ του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες επιχειρούν να πλήξουν την αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού κρίση του Δικαστηρίου ουσίας (άρθρο 561 αρ. 1 ΚΠολΔ).

Σε κάθε περίπτωση προβάλλονται αλυσιτελώς, άλλως πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες. Πιο συγκεκριμένα, η αιτίαση ότι δεν περιγράφεται ο τόπος του ατυχήματος (πλάτος οδοστρώματος και του κάθε ρεύματος πορείας, όπως και το πλάτος του οδοστρώματος, που καταλάμβαναν τα σταθμευμένα εκατέρωθεν της οδού οχήματα), είναι αλυσιτελής, διότι δεν επιδρά στο διατακτικό της απόφασης, εφόσον κατά τις παραδοχές η σύγκρουση έγινε στο ίδιο ρεύμα πορείας, όπου τα οχήματα εκινούντο το ένα πίσω από το άλλο, με προπορευόμενο το όχημα της Ε.

Κ., της οποίας την πρόθεση να αλλάξει κατεύθυνση προς τα δεξιά δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα ο 2ος αναιρεσείων, παρά την εκ μέρους της έγκαιρη ενεργοποίηση του δεξιού φλας και την μείωση της ταχύτητάς της, περιστατικά, που ο μέσος αντικειμενικά επιμελής οδηγός θα αντιλαμβανόνταν και θα επέτρεπε στην προπορευόμενη οδηγό να ολοκληρώσει με ασφάλεια την κίνησή της.

Συνεπώς η μη αναφορά του πλάτους του οδοστρώματος και του τμήματος αυτού, που καταλάμβαναν τα σταθμευμένα εκατέρωθεν της οδού οχήματα δεν επιδρούν στο αποτέλεσμα της δίκης και ειδικότερα στις συνθήκες της ένδικης σύγκρουσης. Εξάλλου, η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη δεν αναφέρει από πόση απόσταση αντιλήφθηκε ο 2ος αναιρεσείων την πρόθεση της προπορευόμενης οδηγού να αλλάξει κατεύθυνση και εάν αυτή μείωσε την ταχύτητά της, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, εφόσον σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ο 2ος αναιρεσείων αντιλήφθηκε από απόσταση πέντε μέτρων την ενεργοποίηση του δεξιού φλας του προπορευόμενου οχήματος και αυτός είχε το χρόνο να ειδοποιήσει ηχητικά (κορνάρει) για 1,5 έως 2 λεπτά πριν τη σύγκρουση, σύμφωνα με την κατάθεση της συνεπιβαίνουσας στο όχημά του, Α.

Μ.. Επίσης, η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη έχει ελλιπή αιτιολογία, διότι δεν προσδιορίζει από ποιό στοιχείο προκύπτει ότι ο 2ος αναιρεσείων οδηγούσε με ταχύτητα 60 χλμ/ώρα, ούτε ότι προσδιορίζει το μήκος του οπισθίου τμήματος του οχήματος της Ε. Κ., όταν τούτο εισήλθε στο χωμάτινο χώρο στάθμευσης και ότι δεν εξηγεί την πλαγιομετωπική σύγκρουση πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες, εφόσον η προσβαλλόμενη ρητά αναφέρει ότι ο αυτόπτης μάρτυρας Σ.

Φ. κατέθεσε ότι η ταχύτητα του 2ου αναιρεσείοντα ανερχόταν σε 60 χλμ/ώρα, ότι κατά τη σύγκρουση το ήμισυ του οχήματος της Ε. Κ. είχε εισέλθει στο χωμάτινο πάρκινγκ και το ήμισυ οπίσθιο μέρος αυτού βρισκόταν ακόμη στο οδόστρωμα και ότι η σύγκρουση ήταν πλαγιομετωπική, διότι το εμπρόσθιο μέρος του οχήματος του 2ου αναιρεσείοντα προσέκρουσε στο δεξιό πλαϊνό μέρος του οχήματος της Ε.

Κ.. Οι ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης είναι σαφείς και δικαιολογούν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία έχει νόμιμη βάση με ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των ουσιαστικών διατάξεων που εφάρμοσε, τις οποίες επομένως δεν παραβίασε ευθέως, αλλά ούτε εκ πλαγίου.

Συνακόλουθα, οι ερευνώμενοι 1ος και 2ος αναιρετικοί λόγοι εκ του άρθρου 560 αρ. 6 και 1 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους, ως ουσιαστικά αβάσιμοι, άλλως ως απαράδεκτοι, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις. Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Β'δ' ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας αυτών (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που εκπροσωπήθηκαν από διαφορετικούς πληρεξούσιους δικηγόρους και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-4-2018 (αρ. κατ. 1/2018) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 1/2018 οριστικής απόφασης του ως Εφετείο δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ).

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ για κάθε αναιρεσίβλητο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Αυγούστου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ