Supreme Court partially allows appeal against dismissal of vacation pay claim due to vague pleading.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Second Instance Court's dismissal of a claim for vacation pay. The appellant argued for compensation based on statutory provisions but failed to allege that he requested the leave and the employer refused it. The court ruled that without this specific factual allegation, the claim was legally vague and inadmissible under the Civil Procedure Code. Consequently, the appeal was granted only to the extent of remanding the case for further examination regarding the specific facts required to establish the employer's liability.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 14 of the Code of Civil Procedure; The claim for vacation pay compensation is inadmissible if the plaintiff fails to allege that they requested the leave and the employer refused it, rendering the claim vague.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1043 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1043/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 24η Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θ. Π. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασιλείου Νιζάμη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Λ. Τ., συζύγου Α. Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Φιλίππου Κώτσιου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-12-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου.
Εκδόθηκαν η 24/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 130/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-9-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Αρετή Παπαδιά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με το π.δ. 246/2006 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού των ΚΤΕΛ ΑΕ και των ΚΤΕΛ του ν.2963/2001", που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 14 παρ.1 του ν.2963/2001, ορίσθηκε α) στα άρθρα 1 παρ.1 και 2 παρ.1, ότι ο Κανονισμός αυτός αφορά στο πάσης φύσεως προσωπικό των ΚΤΕΛ ΑΕ και ΚΤΕΛ, στους οδηγούς των λεωφορείων που είναι μισθωμένα ή ενταγμένα σε ΚΤΕΛ ΑΕ ή ΚΤΕΛ και καθορίζει τα προσόντα προσλήψεως και τους λόγους απολύσεως, την υπηρεσιακή σταδιοδρομία και την υπηρεσιακή κατάσταση αυτού μέχρι τη λύση της εργασιακής σχέσης, β) στο άρθρο 4 παρ.1 ότι οι οδηγοί των μισθωμένων ή ενταγμένων σε ΚΤΕΛ λεωφορείων προσλαμβάνονται και απολύονται από τους ιδιοκτήτες και γ) στο άρθρο 5 ότι για την πρόσληψη οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να έχουν τα γενικά και ειδικά ανάλογα με την περίπτωση προσόντα που περιγράφονται στο π.δ.
και ότι, ειδικά για τους οδηγούς και όλο το προσωπικό κίνησης, οι προσλαμβανόμενοι πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις υγείας για την εργασία που προορίζονται να εκτελέσουν. Ειδικότερα, κατά τον αρ.2β του άρθρου αυτού, όπως ίσχυε κατά την ένδικη περίοδο, αυτοί πρέπει να αποδεικνύουν τις προϋποθέσεις υγείας προσκομίζοντας κατά την πρόσληψή τους το κατά περίπτωση αναγκαίο ιατρικό πιστοποιητικό.
Η καταλληλότητα, πρέπει να πιστοποιείται από ιατρούς που έχουν συμβληθεί με υπηρεσίες του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών ή από ιατρούς του ΙΚΑ, σύμφωνα με τα ισχύοντα κατά περίπτωση. Περαιτέρω, με το άρθρο 14 παρ.2 του ν. 2963/2001 (με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3 παρ.1, 6 και 10 του οποίου αναμορφώθηκε το νομικό καθεστώς των ΚΤΕΛ με τη μετατροπή τους σε ανώνυμες εταιρείες) ορίζεται ότι οι οδηγοί αστικών και υπεραστικών λεωφορείων δημόσιας χρήσης, που προσλαμβάνονται από τα ΚΤΕΛ με σχέση εξαρτημένης εργασίας, πρέπει κατ’ ελάχιστον να πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων και τις προϋποθέσεις υγείας, για την κατοχή της προβλεπόμενης άδειας οδήγησης.
Από τις ρυθμίσεις αυτές συνάγεται ότι, ως αναγκαίο προσόν για την πρόσληψη ενός προσώπου ως οδηγού σε ΚΤΕΛ ή σε μισθωμένο λεωφορείο ενταγμένο σε ΚΤΕΛ, αξιώνεται η καταλληλότητα αυτού για την εργασία που προορίζεται από άποψη υγείας, η οποία πιστοποιείται κατά τα ανωτέρω. Αν δεν εκδοθεί και δεν προσκομισθεί τέτοιο πιστοποιητικό κατά την πρόσληψη του οδηγού στο ΚΤΕΛ, η σύμβαση εργασίας, ως αντικείμενη στις εν λόγω διατάξεις δημόσιας τάξης, είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε (ΑΚ 174, 180).
Εξ άλλου, όταν η σύμβαση εργασίας είναι εξ αρχής ή καταστεί μεταγενέστερα άκυρη, ο εργοδότης που δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού δεν περιέρχεται σε υπερημερία και, κατά συνέπεια, δεν οφείλει αποδοχές υπερημερίας (ΑΠ 60/2012).
2. Η κατά το σύστημα του ΑΚ γενική αρχή του ατύπου των δικαιοπραξιών ισχύει και στη σύμβαση εργασίας (ΑΚ 648). Για την έγκυρη σύναψη της σύμβασης εργασίας δεν απαιτείται η τήρηση έγγραφου τύπου, εκτός αν ο έγγραφος τύπος επιβάλλεται ως συστατικός από ειδική διάταξη νόμου ή συμφωνία των μερών (ΑΚ 159 παρ.2). Εξαίρεση από την αρχή αυτή δεν προβλέπεται για τις συμβάσεις εργασίας των οδηγών των μισθωμένων ή ενταγμένων σε ΚΤΕΛ λεωφορείων, οι οποίοι προσλαμβάνονται από τους ιδιοκτήτες ή συνιδιοκτήτες σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 του π.δ. 246/2006 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού ΚΤΕΛ", διότι δεν επιβάλλεται έγγραφος τύπος γι’ αυτές ούτε στον εν λόγω Κανονισμό ούτε στον ν. 2963/2001.
Αντίθετη εκδοχή δεν συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.2 του ίδιου π.δ. στην οποία ορίζεται ότι οι συμβάσεις εργασίας των παραπάνω οδηγών κατατίθενται υποχρεωτικά στο οικείο ΚΤΕΛ, καθόσον η κατά τα άνω νοούμενη έγγραφη κατάθεση των ήδη συναφθεισών συμβάσεων εργασίας στο ΚΤΕΛ εισάγεται ως αποδεικτικό μέσο της σύναψής τους.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 183 παρ.1 ΑΚ, η επικύρωση άκυρης δικαιοπραξίας ισχύει ως νέα κατάρτισή της, δηλ. αποτελεί νέα δικαιοπραξία, για την οποία απαιτείται η συνδρομή όλων των όρων της εξ υπαρχής καταρτίσεώς της. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή για την επικύρωση άκυρης σύμβασης απαιτείται νέα σύμπτωση των δηλώσεων βουλήσεως των μερών, τα οποία, όπως είναι αυτονόητο εκ της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, είναι ελεύθερα να στέρξουν στην επικύρωση ή να την αποκρούσουν.
Η για την επικύρωση δήλωση βουλήσεως των μερών μπορεί να είναι είτε ρητή είτε σιωπηρή, στηριζόμενη σε συγκεκριμένα πραγματικά γεγονότα που εμφαίνουν αντίστοιχη βούληση. Τέτοια σιωπηρή επικύρωση της εξ αρχής άκυρης σύμβασης εργασίας οδηγού ΚΤΕΛ, λόγω ελλείψεως του κατά νόμο πιστοποιητικού υγείας, εμφαίνει η συνέχιση της αποδοχής, όπως και προηγουμένως, των υπηρεσιών του μισθωτού από τον εργοδότη, που γνωρίζει τόσο την έλλειψη του πιστοποιητικού κατά την κατάρτιση της συμβάσεως όσο και τη μεταγενέστερη απόκτησή του.
Αν όμως εκδηλωθεί βούληση του εργοδότη -και τούτο είναι πραγματικό ζήτημα, υποκείμενο στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας- περί αποκρούσεως των υπηρεσιών του μισθωτού παρά την σ’ αυτόν γνωστοποιηθείσα απόκτηση του πιστοποιητικού υγείας, τότε αποκλείεται η επικύρωση της άκυρης σύμβασης (ΑΠ 60/2012, ΑΠ 1606/2001).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α’ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
3. Από την παραδεκτή επισκόπηση (ΚΠολΔ 561 αρ.2) των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 9-12-2011 αγωγή, απευθυνόμενη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων επικαλέστηκε σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου δυνάμει της οποίας είχε προσληφθεί κατά το έτος 2008 από την εναγόμενη για να απασχοληθεί ως οδηγός στο με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΔΧ λεωφορείο ιδιοκτησίας της, που ήταν ενταγμένο στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ". Ότι δυνάμει της σύμβασης αυτής απασχολήθηκε μέχρι την 30-10-2011, οπότε η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας, χωρίς να συντρέχει κάποιος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 26 του π.δ. 246/2006 (κανονισμός προσωπικού) λόγους, οι οποίοι επιτρέπουν την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των οδηγών των ΚΤΕΛ.
Ότι, ακόμη, η εναγομένη καθυστερεί την καταβολή των στην αγωγή αναφερόμενων χρηματικών ποσών για δώρα εορτών, επίδομα, αποδοχές και αποζημίωση αδείας. Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζήτησε με την ένδικη αγωγή να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σ’ αυτόν α) ως αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 31-12-2011 έως άρσεως της υπερημερίας ποσό 1.266,48 ευρώ μηνιαίως, β) ως δώρα εορτών, επίδομα, αποδοχές και αποζημίωση αδείας ποσό 12.596,31 ευρώ και γ) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ποσό 1.000 ευρώ, νομιμοτόκως.
Η εναγόμενη, προς απόκρουση της αγωγής, ισχυρίσθηκε ότι η σύμβαση εργασίας, την οποία επικαλέστηκε ο ενάγων, ήταν εξ αρχής και παρέμεινε άκυρη, διότι αυτός τόσο κατά την κατάρτιση της συμβάσεως όσο και σε όλη τη διάρκειά της, είχε παραλείψει να προσκομίσει πιστοποιητικό περί της υγείας αυτού. Ο ενάγων, απαντώντας επί της ενστάσεως, ισχυρίσθηκε ότι η ένδικη σύμβαση επικυρώθηκε σιωπηρά με την αποδοχή των υπηρεσιών του από την εναγομένη, που αν και γνώριζε την έλλειψη του πιστοποιητικού κατά την κατάρτιση της σύμβασης και την εντεύθεν ακυρότητά της, συνέχισε να τον απασχολεί μετά την κατά τη διάρκεια της σύμβασης προσκόμιση του πιστοποιητικού.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η 24/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου με την οποία κρίθηκε ότι ο ενάγων συνδέεται με απλή σχέση εργασίας με την εναγομένη λόγω ακυρότητας της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας και μη επικύρωσής της. Γι’ αυτό και απορρίφθηκαν τα αιτήματα της αγωγής για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και καταβολή μισθών υπερημερίας, που προϋποθέτουν έγκυρη σύμβαση εργασίας.
Επίσης, απορρίφθηκε το αίτημα καταβολής αποζημίωσης άδειας ως αόριστο. Επί εφέσεως του ενάγοντος, εκδόθηκε η 130/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας που απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
4. Με την προσβαλλομένη απόφαση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων κατήρτισε με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη την από 1-3-2008 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας προσλήφθηκε απ’ αυτήν ως οδηγός τού μ’ αριθμό κυκλοφορίας ...
ΔΧ λεωφορείου ιδιοκτησίας της που είναι ενταγμένο στο .... Ότι κατά την πρόσληψή του ο ενάγων δεν προσκόμισε πιστοποιητικό υγείας που να βεβαιώνει την καταλληλότητά του για τη θέση του οδηγού και ως εκ τούτου η καταρτισθείσα σύμβαση εργασίας ήταν άκυρη, ως αντίθετη στις δημοσίας τάξεως διατάξεις που προαναφέρθηκαν (ΑΚ 174).
Ότι την 4-8-2010 το ..., με ανακοίνωσή του ενημέρωσε τους οδηγούς ότι μέχρι την 19-8-2010 έχουν υποχρέωση να καταθέσουν στο γραφείο κίνησης μια σειρά δικαιολογητικών, μεταξύ των οποίων και πιστοποιητικό υγείας με τη σημείωση ότι θα γίνει δεκτό μόνο αν φέρει τη σφραγίδα και υπογραφή νοσοκομειακού ιατρού ή ιατρού του ΙΚΑ.
Ότι ο ενάγων, την 6-9-2010, προσήλθε στο ΙΚΑ και έλαβε την ταυτόχρονη βεβαίωση του ιατρού Χ. Π., η οποία φέρει σφραγίδα και υπογραφή και πιστοποιεί ότι ο ενάγων "είναι κλινικά υγιής". Ότι το έγγραφο αυτό συνιστά έγκυρο πιστοποιητικό καταλληλότητας κατά τις σχετικές διατάξεις. Ότι μετά το πιστοποιητικό αυτό ο ενάγων συνέχισε να απασχολείται ως οδηγός μέχρι την 30-12-2011.
Ότι την 30-10-2011 η εναγομένη του επέδωσε την ταυτόχρονη καταγγελία της σύμβασης εργασίας με προειδοποίηση, με την οποία καταγγέλλει σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 3198/1955 τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας, δηλώνει ότι θα αποδέχεται τις υπηρεσίες του μέχρι την 30-12-2011, οπότε αυτός οφείλει να αποχωρήσει και προσφέρει σ’ αυτόν τη νόμιμη αποζημίωση.
Περαιτέρω, επί του ισχυρισμού του ενάγοντος ότι η εργασιακή του σύμβαση επικυρώθηκε σιωπηρά, διότι την 6-9-2010 κατέθεσε στην ... ΑΕ το από 6-9-2010 πιστοποιητικό του ως άνω ιατρού του ΙΚΑ και συνέχισε να εργάζεται στο λεωφορείο, το εφετείο καταλήγει ότι πρέπει να απορριφθεί, διότι "δεν αποδεικνύεται ότι καταρτίστηκε νέα γραπτή σύμβαση, όπως απαιτεί ο νόμος, μεταξύ των διαδίκων και ο ενάγων δεν προσκόμισε τέτοια σύμβαση".
Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τον κύριο ως και τον πρόσθετο λόγο έφεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων παραπονείτο για την απόρριψη του ισχυρισμού του για επικύρωση της σύμβασης εργασίας. Με την κρίση αυτή, το Μονομελές Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 183, 648 ΑΚ και 4 του π.δ. 246/2006, διότι για την επικύρωση της εξ αρχής άκυρης σύμβασης εργασίας αξίωσε έγγραφο τύπο, ήτοι προϋπόθεση που δεν απαιτείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις ούτε για την επικυρούμενη σύμβαση ούτε, ακολούθως, για την προς επικύρωση αυτής συναπτόμενη.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο επισημαίνεται η παραβίαση αυτή και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
5. Στο άρθρο 5 παρ.1 εδ. β’ του α.ν. 539/1945, το οποίο προστέθηκε με το ν.δ. 3755/1957, ορίζεται (σε νεοελληνική απόδοση) ότι με την επιφύλαξη των διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας εργοδότης, που αρνείται σε εργαζόμενο τη χορήγηση της νόμιμης άδειας που κατ’ έτος δικαιούται, με τη λήξη του έτους για το οποίο δικαιούται αδεία ο μισθωτός και μετά από προηγούμενη διαπίστωση της παράλειψης από όργανο του Υπουργείου Εργασίας, υποχρεούται να καταβάλει σ’ αυτόν τις αντίστοιχες αποδοχές των ημερών αδείας αυξημένες κατά 100%.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο μισθωτός, ο οποίος δεν έλαβε αυτούσια την άδειά του, δικαιούται το μισθό του για τις ημέρες τις οποίες εργάσθηκε, όπως επίσης και το μισθό τον οποίο θα λάμβανε εάν είχε χορηγηθεί η άδειά του, καθώς και αποζημίωση ίση προς τις αποδοχές της άδειας εάν η μη χορήγησή της οφείλεται σε πταίσμα του εργοδότη, έστω και σε ελαφρά αμέλεια αυτού.
Υφίσταται δε υπαιτιότητα, όταν ο μισθωτός ζήτησε την άδειά του αυτούσια και ο εργοδότης αρνήθηκε να τη χορηγήσει (ΑΠ 1667/2010). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωνα ή απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων με την αγωγή του επεδίωκε, εκτός άλλων, και την καταβολή αποζημίωσης αποδοχών αδείας των ετών 2008, 2009 και 2010, επικαλούμενος ότι είχε όλες τις προβλεπόμενες από τον α.ν. 539/1945 προϋποθέσεις για τη χορήγηση άδειας, χωρίς να εκθέτει ότι ο ίδιος ζήτησε αυτούσια την άδεια από την εναγομένη και αυτή αρνήθηκε να τη χορηγήσει.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως αόριστο το εν λόγω κεφάλαιο της αγωγής. Στη συνέχεια, το εφετείο, στο οποίο μεταβιβάσθηκε η υπόθεση κατά τούτο με σχετικό λόγο έφεσης, με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε, ομοίως, ότι η αγωγή ως προς το κεφάλαιο αυτό είναι αόριστη, επειδή δεν διαλαμβάνει ότι ο ενάγων ζήτησε να λάβει άδεια και η εναγομένη αρνήθηκε τη χορήγησή της.
Γι’ αυτό και απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης του ενάγοντος. Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα, το κεφάλαιο αυτό της αγωγής, με μόνη την επίκληση του νόμου που προβλέπει τη χορήγηση της αποζημίωσης αδείας, χωρίς την επίκληση των αναγκαίων περιστατικών για την εφαρμογή του, είναι αόριστη. Συνακόλουθα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και ο δεύτερος λόγος της αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και, κατ’ ορθή υπαγωγή, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
6. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στην έκταση που καθορίζεται με την ευδοκίμηση του πρώτου λόγου της αίτησης και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (ΚΠολΔ 580 αρ.3). Η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που δεν κατέθεσε προτάσεις (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό την 130/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ως προς αναιρούμενο μέρος στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7η Μαΐου 2018.
Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 5η Ιουνίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ