1043/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/3/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 2/5/2011 ανταγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 202/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5819/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/6/2014 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1043/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως "πακέτο" δικαιόχρησης νοείται ένα σύνολο δικαιωμάτων βιομηχανικής ή πνευματικής ιδιοκτησίας, τα οποία αφορούν εμπορικά σήματα ή επωνυμίες, διακριτικά γνωρίσματα καταστημάτων, πρότυπα χρήσης, σχέδια, ευρεσιτεχνίες, υποδείγματα και τεχνογνωσία ή και άλλα συμβατικά δικαιώματα, όπως δικαιώματα προμήθειας προϊόντων από συγκεκριμένους παραγωγούς, δικαιώματα χρήσης και εκμετάλλευσης καταστημάτων, εξοπλισμού κ.λπ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1043 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1043/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Αλτάνα Κοκκοβού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "FANATICS PIZZA DELIVERIES AND FOOD SERVICES LIMITED" που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πλάτωνα Νιάδη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Υπό εκκαθάριση ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Γ. Μ. - Δ. Κ. Ο.Ε.", που εδρεύει τυπικά στο … (όπου κατά δήλωσή της, δεν υφίσταται πλέον το κατάστημα της εταιρείας) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παπαγεωργίου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/3/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 2/5/2011 ανταγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 202/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5819/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/6/2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού ανέγνωσε την από 23/1/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθ. 5819/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή συνεκδικάσθηκαν οι αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της υπ’ αριθ. 202/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Το δικαστήριο αυτό είχε συνεκδικάσει Α) την από 16-3-2010 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας με την οποία, αυτή, επικαλούμενη ότι καταρτίστηκε μεταξύ αυτών σύμβαση υποδικαιόχρησης (franchising), που αφορούσε στην παρασκευή και πώληση στο κοινό προϊόντων πίτσας και λοιπών εδεσμάτων και αναψυκτικών και ότι η εναγομένη, υποδικαιοπάροχος (δότρια), παρέβη τις συμβατικές της υποχρεώσεις έναντι αυτής, ως υποδικαιοδόχου (λήπτριας) και επιπλέον κατήγγειλε στις 16-2-2010 σιωπηρώς και στις 22-2-2010 ρητώς τη σύμβαση, ζήτησε, μετά παραδεκτό περιορισμό του αιτήματός της, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να της καταβάλει α) το ποσό των 754.008,93€ ως αποζημίωση, λόγω διαφυγόντων κερδών, που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από 1-7-2007 έως και 16-2-2010 και τα οποία απώλεσε, εξαιτίας αντισυμβατικής αλλά και αντίθετης προς την καλή πίστη συμπεριφοράς αυτής, β) το ποσό των 683.827.12€ ως αποζημίωση, λόγω διαφυγόντων κερδών, που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από 16-2-2010 έως 11-4-2011 και τα οποία απώλεσε, εξαιτίας της άκυρης και χωρίς σπουδαίο λόγο καταγγελίας της σύμβασης εκ μέρους της αναιρεσείουσας και γ) το ποσό των 30.000,00€ ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και Β) την από 2-5-2011 ανταγωγή της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης με την οποία αυτή, επικαλούμενη την άνω σύμβαση και την καταγγελία εκ μέρους της στις 22-2-2010 για σπουδαίο λόγο και συγκεκριμένα, εξαιτίας υπαίτιας παραβίασης εκ μέρους της αντεναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης των συμβατικών της υποχρεώσεων, ζήτησε να υποχρεωθεί αυτή να της καταβάλει α) το ποσό των 138.314,28€ ως αποζημίωση, λόγω διαφυγόντων κερδών, που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από 23-2-2010 έως 11-4-2012, β) το ποσό των 147.000,00€, που αντιστοιχούν σε καταπεσούσες ποινικές ρήτρες, γ) το ποσό των 19.563,18€, άλλως των 18.222,02€, που αντιστοιχούν σε ληξιπροθέσμες οφειλές της αντεναγομένης προς αυτή από δικαιώματά της επί των εισπράξεων (royalties) και δ) το ποσό των 10.000,00€, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης και είχε δεχθεί εν μέρει αυτές και συγκεκριμένα για το ποσό των 100.000,00€ (διαφυγόντα κέρδη για το χρονικό διάστημα από 16-2-2010 έως 11-4-2011, λόγω καταγγελίας της σύμβασης εκ μέρους της αναιρεσείουσας χωρίς σπουδαίο λόγο) την αγωγή της αναιρεσίβλητης και για το ποσό των 19.563,18€( για μη καταβαλλόμενες ληξιπρόθεσμες οφειλές) την ανταγωγή της αναιρεσείουσας, ενώ είχε απορρίψει τα λοιπά αιτήματα της αγωγής και της ανταγωγής.
Το Εφετείο εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης για το ποσό των 60.000,00€ για την παραπάνω αιτία, ενώ απέρριψε την ανταγωγή της αναιρεσείουσας. Σύμβαση δικαιόχρησης (franchising), νοείται η σύμβαση διαρκούς συνεργασίας μεταξύ δύο ανεξάρτητων επιχειρήσεων που από άποψη οικονομικής λειτουργίας συνιστά μία μέθοδο προώθησης προϊόντων ή υπηρεσιών (marketing), βάσει της οποίας η μία επιχείρηση (δικαιοπάροχος ή δότης-franchisor) παραχωρεί στην άλλη (δικαιοδόχο ή λήπτρια-franchisee), για ορισμένο ή αόριστο χρονικό διάστημα, έναντι άμεσου ή έμμεσου οικονομικού ανταλλάγματος, το δικαίωμα εκμετάλλευσης του λεγόμενου "συνόλου" ή "πακέτου" δικαιόχρησης, με σκοπό την πώληση συγκεκριμένου τύπου προϊόντων ή υπηρεσιών σε τελικούς χρήστες.
Ως "πακέτο" δικαιόχρησης νοείται ένα σύνολο δικαιωμάτων βιομηχανικής ή πνευματικής ιδιοκτησίας, τα οποία αφορούν εμπορικά σήματα ή επωνυμίες, διακριτικά γνωρίσματα καταστημάτων, πρότυπα χρήσης, σχέδια, ευρεσιτεχνίες, υποδείγματα και τεχνογνωσία ή και άλλα συμβατικά δικαιώματα, όπως δικαιώματα προμήθειας προϊόντων από συγκεκριμένους παραγωγούς, δικαιώματα χρήσης και εκμετάλλευσης καταστημάτων, εξοπλισμού κ.λπ.
Με τη σύμβαση δικαιόχρησης εντάσσεται ο λήπτης αυτής σε ένα ενιαίο σύστημα διανομής, το οποίο χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό ομοιομορφίας προς τα έξω των επιχειρήσεων (καταστημάτων), οι οποίες είναι ενταγμένες στο ίδιο σύστημα δικαιόχρησης. Η σύμβαση δικαιόχρησης περιλαμβάνει για τον δικαιοπάροχο ή δότη τις παρακάτω υποχρεώσεις:
α) την παραχώρηση στο λήπτη του δικαιώματος χρήσης και εκμετάλλευσης του "πακέτου", του οποίου το περιεχόμενο προσδιορίζεται επαρκώς στο κύριο μέρος της σύμβασης-πλαίσιο, β) την ένταξη του λήπτη στο σύστημα με την παροχή σε αυτόν της απαιτούμενης τεχνικής και οργανωτικής υποδομής και της ανάλογης εκπαίδευσης του, που μπορεί να επαναλαμβάνεται περιοδικά, γ) τον εφοδιασμό αυτού με πρώτες ύλες, έτοιμα ή ημιέτοιμα προϊόντα, ιδίως όταν αυτά παράγονται από τον δότη, δ) τη συνεχή υποστήριξη του λήπτη, καθόλη τη διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης, σε οργανωτικά, τεχνικά, χρηματοδοτικά ή άλλα θέματα, την ανάληψη της υποχρέωσης διαφήμισης των προϊόντων του συστήματος και της συντήρησης των μηχανημάτων και του εξοπλισμού του καταστήματος του λήπτη.
Εξάλλου, στο πλαίσιο της παραπάνω σύμβασης ο δικαιοδόχος ή λήπτης, ο οποίος πωλεί τα προϊόντα του συστήματος στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με ίδιο επιχειρηματικό κίνδυνο, έχει συνήθως τις παρακάτω υποχρεώσεις: α) την καταβολή εφάπαξ ποσού (entry fee) για την εκ μέρους του δότη παραχώρηση της χρήσης και εκμετάλλευσης της τεχνογνωσίας και των δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας, β) την περιοδική καταβολή στον δότη ορισμένου ποσοστού από τις εισπράξεις των πωλήσεων καθόλη τη διάρκεια της σύμβασης (royalties), όπου δεν αποκλείεται να ορισθεί και ένα ελάχιστο όριο, ανεξαρτήτως εισπράξεων, γ) την ενεργό προώθηση των πωλήσεων με την καλύτερη δυνατή αξιοποίηση της προσωπικής εργασίας και των άλλων μέσων που έχει στη διάθεση του ο λήπτης, δ) τη συνεισφορά του στην κοινή διαφήμιση του συστήματος και των προϊόντων που αφορά, ε) τη συμμόρφωση του στις οργανωτικές αρχές του συστήματος και ιδίως το σεβασμό του στην αρχή της ομοιομορφίας, σύμφωνα με την οποία η σύνθεση, παρασκευή, τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα και γενικά η εικόνα (image) τόσο του καταστήματος όσο και των προϊόντων του συστήματος είναι ενιαία, ανεξάρτητα από τον τόπο ή την αγορά, στην οποία γίνεται η διάθεση τους, στ) την υποχρέωση του λήπτη να τηρεί το απόρρητο ως προς το εγχειρίδιο λειτουργίας του συστήματος που του παραχωρήθηκε από τον δότη και ζ) την υποχρέωση του λήπτη να μην διαθέτει ανταγωνιστικά προϊόντα καθόλη τη διάρκεια της σύμβασης και να προμηθεύεται από τον δότη ή από πρόσωπο που θα υποδείξει ο ίδιος τα συμβατικά προϊόντα.
Όπως συνάγεται από την, κατά τα προαναφερόμενα, φύση της σύμβασης δικαιόχρησης (franchising) ως σχέσης διαρκούς συνεργασίας, η σύμβαση αυτή αποτελεί σύμβαση-πλαίσιο, μεικτού χαρακτήρα, με την οποία ρυθμίζονται οι κύριες υποχρεώσεις των μερών στα πλαίσια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 του ΑΚ) και η οποία δεν ρυθμίζεται ειδικά από το νόμο στο επίπεδο του εσωτερικού δικαίου, περιέχει δε στοιχεία περισσότερων συμβάσεων, όπως μίσθωσης προσοδοφόρου αντικειμένου (άρθρα 638 επ.
ΑΚ), σύμβασης παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών (άρθρα 648 επ. ΑΚ) και εντολής (άρθρα 713 επ. ΑΚ). Η εκπλήρωση των διαφόρων εκατέρωθεν υποχρεώσεων που προβλέπονται στη σύμβαση δικαιόχρησης προϋποθέτει πολλές φορές τη σύναψη ειδικότερων εκτελεστικών συμβάσεων, όπως πώλησης του αναγκαιούντος εξοπλισμού για τη λειτουργία του συγκεκριμένου καταστήματος, πώλησης και προμήθειας των συμβατικών εμπορευμάτων, πρώτων υλών κ.λπ.
Η μη ομαλή εξέλιξη της σύμβασης αυτής ως διαρκούς ενοχής δημιουργεί πεδίο εφαρμογής των γενικών διατάξεων για την αδυναμία ή την υπερημερία της παροχής του οφειλέτη (άρθ. 382, 383 επ ΑΚ), αν υπάρχει αθέτηση κύριας συμβατικής υποχρέωσης. Περαιτέρω, προκειμένου για σύμβαση δικαιόχρησης ορισμένου χρόνου, η λύση της επέρχεται είτε με την παρέλευση του συμφωνηθέντος χρόνου, είτε με την έκτακτη καταγγελία της από το συμβαλλόμενο, στο πρόσωπο του οποίου θεμελιώνεται δικαίωμα καταγγελίας για σπουδαίο λόγο.
Σπουδαίο λόγο, που δικαιολογεί την έκτακτη καταγγελία δικαιόχρησης ορισμένου χρόνου, αποτελεί η υπαίτια παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων από το ένα μέρος, καθώς και εκείνα τα περιστατικά τα οποία, σε συσχέτιση με τη φύση, τους σκοπούς και τις λειτουργίες της σύμβασης, καθιστούν κατά τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη επαχθή και μη ανεκτή για το ένα ή και αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη τη συνέχιση της συμβατικής δέσμευσης, όπως συμβαίνει όταν έχει εκλείψει η αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των μερών, που καθιστά αδύνατη την περαιτέρω συνέχιση της εμπορικής τους συνεργασίας.
Σε περίπτωση έκτακτης καταγγελίας οφειλόμενης στην αντισυμβατική συμπεριφορά του καταγγελλόμενου μέρους μπορούν από τη σύμβαση δικαιόχρησης να απορρέουν αξιώσεις αποζημίωσης υπέρ του καταγγείλαντος. Καταγγελία σύμβασης ορισμένου χρόνου, που έγινε χωρίς σπουδαίο λόγο ή με επίκληση τέτοιου λόγου, που αποδείχθηκε μεταγενέστερα, είτε μη σπουδαίος είτε αναληθής, είναι άκυρη και γι’ αυτό δεν επιφέρει τη λήξη της διαρκούς σύμβασης και ο αναιτίως καταγγέλλων συνεχίζει να δεσμεύεται από τη σύμβαση και υποχρεούται να εκτελεί τις συμβατικές του υποχρεώσεις, ευθυνόμενος σε αποζημίωση για τη ζημία που προκαλείται στον αντισυμβαλλόμενό του.
Οι άνω αξιώσεις αποζημίωσης αναφέρονται στην αποκατάσταση του θετικού διαφέροντος, αλλά και του διαφυγόντος κέρδους, αυτού που με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα αποκόμιζε ο αντισυμβαλλόμενος από τη συνεργασία μέχρι τη συμπλήρωση του συμβατικά καθορισμένου χρόνου της σύμβασης.
Για την επιδίκαση δε αποζημίωσης για διαφυγόν κέρδος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 298ΑΚ, απαιτείται και αρκεί να αναφέρονται στην αγωγή και στην απόφαση όλα εκείνα τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο ενάγων θα εισέπραττε από την επαγγελματική του δραστηριότητα με πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το αιτούμενο με την αγωγή ποσό αποζημίωσης, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρεται και ότι δεν εξοικονομήθηκε δαπάνη ή να προσδιορίζεται και να αφαιρείται τυχόν εξοικονομηθείσα, διότι ο προσδιορισμός και η αφαίρεση της τυχόν εξοικονομοιθείσας δαπάνης, μπορεί να γίνει με βάση τις αποδείξεις, ύστερα από πρόταση του εναγομένου ή και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, ακόμη και από το Εφετείο, εφόσον το ύψος της αποθετικής ζημίας κατέστη αντικείμενο της κατ’ έφεση δίκης.
Όμως τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους με βάση την κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα, καθώς και οι ειδικές περιστάσεις, όπως και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα πρέπει να εκτίθενται στην αγωγή και στην απόφαση και δεν αρκεί η απλή επανάληψη των εκφράσεων του άρθρου 298 ΑΚ, ούτε η αναφορά του συνολικά φερομένου ως διαφυγόντος κέρδους, αλλά απαιτείται η εξειδικευμένη κατά περίπτωση μνεία των συγκεκριμένων περιστάσεων και μέτρων, που καθιστούν πιθανό το κέρδος, ως προς τα επί μέρους κονδύλια και η επίκληση και αναφορά των κονδυλίων αυτών.(Ολ ΑΠ 22/1995, ΑΠ 979/2014, ΑΠ 455/2014, ΑΠ 175/2010).
Περαιτέρω, εύλογη αιτία που δύναται να δικαιολογήσει κατά τις περιστάσεις την καθυστέρηση εκπλήρωσης της οφειλής είναι και η έγκυρη και βάσιμη άσκηση εκ μέρους του οφειλέτη του από το άρθρο 325 ΑΚ προβλεπομένου δικαιώματος επίσχεσης. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου αυτού, εάν ο οφειλέτης έχει κατά του δανειστή ληξιπρόθεσμη αξίωση συναφή με την οφειλή του, έχει δικαίωμα να αρνηθεί την εκπλήρωση της παροχής έως ότου ο δανειστής εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι σε περίπτωση που συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις ο οφειλέτης αντιτάσσει βασίμως κατά του δανειστή ότι αρνείται να εκπληρώσει την οφειλόμενη προς αυτόν παροχή του, μέχρις ότου ο πρώτος εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει έναντι αυτού, οπότε ο τελευταίος δεν καθίσταται υπερήμερος, η δε γενομένη από το δανειστή καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης για μη εκπλήρωση της άνω παροχής είναι ανίσχυρη και δεν επιφέρει τη λύση της σύμβασης .Επιπροσθέτως, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, πέραν άλλων, όταν υφίσταται αντίφαση μεταξύ των αιτιολογιών, οι οποίες στηρίζουν την ίδια διάταξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι όταν η αντίφαση υφίσταται μεταξύ αιτιολογιών από τις οποίες καθεμιά στηρίζει αντίστοιχη διάταξη του διατακτικού της ίδιας απόφασης (ΑΠ 1951/2013).
Εξάλλου, εάν τα περιστατικά, που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά διατυπώθηκαν ως εκ περισσού ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση ή μη του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων, ή αν ανάγονται σε μη προταθέντα ισχυρισμό, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης αιτιάσεις στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι. (ΑΠ 255/2010).
Τέλος, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνον ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Στις 12.4.2007 συνήφθη μεταξύ της ενάγουσας-αντεναγομένης εδρεύουσας στο ... Αττικής, ομόρρυθμης εμπορικής εταιρείας και της εναγομένης-αντενάγουσας Κυπριακής εταιρείας περιορισμένης ευθύνης έγγραφη σύμβαση υποδικαιόχρησης (franchisijig), δυνάμει της οποίας συμφωνήθηκε η λειτουργία από την ενάγουσα καταστήματος του γνωστού στο ευρύ καταναλωτικό κοινό δικτύου "PIZZA FAN", στο ...
Αττικής. Στη σύμβαση αυτή η εναγομένη συνεβλήθη ως κύρια δικαιοδόχος, με κύρια δικαιοπάροχο την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΠΙΤΣΑ ΦΑΝ ΝΤΕΛΙΒΕΡΙ Α.Ε. ΕΣΤΙΑΣΗΣ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΩΝ ΓΕΝΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ" (εφεξής ΠΙΤΣΑ ΦΑΝ), με την οποία η πρώτη είχε συνάψει την από 25.5.2005 έγγραφη κύρια σύμβαση δικαιόχρησης, δυνάμει της οποίας της είχαν παρασχεθεί τα περιεχόμενα σ’ αυτή δικαιώματα δικαιόχρησης, το, δικαίωμα ανάθεσης σε τρίτους υποδικαιοδόχους της λειτουργίας και εκμετάλλευσης των καταστημάτων PIZZA FAΝ και το δικαίωμα παραχώρησης σε αυτούς των δικαιωμάτων δικαιόχρησης, και μόνο για τις ανάγκες λειτουργίας των καταστημάτων τους.
Περαιτέρω, για τη λειτουργία του συστήματος και την προώθηση των πωλήσεων των προϊόντων PIZZA FAN, η εναγομένη ανέλαβε την κύρια υποχρέωση... να εντάξει την ενάγουσα στο σύστημα οργάνωσης και λειτουργίας καταστημάτων PIZZA FAΝ που αφορά στην παρασκευή σε καταστήματα που λειτουργούν υπό τα εμπορικά σήματα, εμβλήματα και διακριτικά χρώματα της PIZZA FAN, και στη διάθεση μέσω των καταστημάτων στο καταναλωτικό κοινό, με διανομή κατ’ οίκον ή και με άλλο τρόπο, κατά κύριο λόγο πίτσας και άλλων εδεσμάτων, συσκευασμένων αναψυκτικών, αλκοολούχων ποτών και λοιπών προϊόντων και διαφόρων υπηρεσιών (προϊόντα PIZZA FAN) και στη λήψη των παραγγελιών των πελατών για αγορά προϊόντων ανά την ελληνική επικράτεια μέσω τηλεφωνικού κέντρου (call center), το οποίο λειτουργεί και διαχειρίζεται κεντρικά η εναγομένη.
Το τηλεφωνικό αυτό κέντρο λειτουργεί με ενιαίο τηλεφωνικό αριθμό κλήσης, στον οποίο λαμβάνονται όλες οι τηλεφωνικές παραγγελίες, οι οποίες εν συνεχεία κατανέμονται προς εκτέλεση από αυτό ανά γεωγραφική; περιοχή, και συγκεκριμένα προωθούνται στο κατάστημα εκείνο που ευρίσκεται πλησιέστερα στον τόπο όπου οι παραγγέλλοντες δηλώνουν ότι επιθυμούν να εκτελεστεί η τηλεφωνική τους παραγγελία.
Ως ζώνη, (περιοχή) ευθύνης του καταστήματος που θα λειτουργούσε η ενάγουσα ορίστηκαν τα γεωγραφικά όρια των Δήμων ...-... Αττικής. Η εναγομένη παραχώρησε στην ενάγουσα το .δικαίωμα να χρησιμοποιεί και να επωφελείται από το δίκτυο των καταστημάτων, τις υπηρεσίες, την τεχνογνωσίας την εμπορική επωνυμία και τα σήματα της PIZZA FAN και γενικότερα το σύνολο των δικαιωμάτων του συστήματος franchising, στο οποίο συμπεριλαμβανόταν και το δικαίωμα χρήσης του τηλεφωνικού κέντρου (call center).
Ιδιαίτερα ως προς το τελευταίο πρέπει να τονιστεί ότι η χρήση και η απόλαυση του συστήματος λήψης και διαβίβασης των τηλεφωνικών παραγγελιών ήταν ζωτικής σημασίας για τη λειτουργία των επιχειρήσεων του συστήματος franchising της PIZZA FAN (άρα και της επιχείρησης που θα διατηρούσε η ενάγουσα στην προπεριγραφείσα περιοχή), αφού, όπως είναι γνωστό, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, καταστήματα (πιτσαρίες) τέτοιου τύπου λειτουργούν κατά κύριο, σχεδόν αποκλειστικό λόγο με τηλεφωνικές παραγγελίες και κατ’ οίκον διανομές (delivery) των εδεσμάτων.
Η υποχρέωση αυτή της εναγομένης να εντάξει την ενάγουσα στο προπεριγραφόμενο σύστημα λειτουργίας του τηλεφωνικού συστήματος διανομής των προϊόντων PIZZA FAN αποτέλεσε ρητό όρο της επίδικης σύμβασης ενώ υπήρξε για τους προαναφερόμενους λόγους και θεμελιώδες, βασικό περιστατικό, στο οποίο δύναται να θεωρηθεί, κατά την αντικειμενική καλή πίστη και τα οικεία συναλλακτικά ήθη, ότι η ενάγουσα στήριξε την απόφαση της να ενταχθεί στο σύστημα franchising της PIZZA FAN, Περαιτέρω, δυνάμει της ως άνω από 12.4.2007 σύμβασης υποδικαιόχρησης, η ενάγουσα ανέλαβε να λειτουργεί ως υποδικαιοδόχος-λήπτρια του συστήματος το κατάστημα της, στο ...
Αττικής, σύμφωνα με το προαναφερόμενο σύστημα οργάνωσης και λειτουργίας καταστημάτων PIZZA FAN, να ασκεί την εμπορία της ως ανεξάρτητη επιχειρηματίας, να εκμεταλλεύεται το κατάστημα ασκώντας ανεξάρτητη και αυτοτελή επιχείρηση και να συναλλάσσεται με τους τρίτους στο δικό της όνομα και για δικό της λογαριασμό, φέρουσα την αποκλειστική ευθύνη και τον κίνδυνο της επιχειρηματικής και εμπορικής της δραστηριότητας.
Μεταξύ άλλων, συμφωνήθηκε ρητώς ότι η ενάγουσα θα καθορίζει η ίδια τις τιμές πώλησης των προϊόντων και θα είναι αποκλειστικά υπεύθυνη για τον καθορισμό αυτών έναντι των αρχών και του καταναλωτικού κοινού. Προβλέφθηκε μόνο... ότι η "μητέρα" εταιρεία ΠΙΤΣΑ ΦΑΝ και η κύρια δικαίοδοχος εναγομένη θα δικαιούνται οποτεδήποτε κατά την απόλυτη και κυριαρχική κρίση τους να ενδεικνύουν στην υποδικαιοδόχο ενάγουσα μη δεσμευτικές τιμές πώλησης των προϊόντων ή ορισμένων από αυτά, καθώς επίσης να ενδεικνύουν ανώτερες και κατώτερες ενδεικτικές τιμές πώλησης των προϊόντων και επιπλέον θα δικαιούνται να καθορίζουν μέγιστες τιμές πώλησης των προϊόντων...
Η διάρκεια της ένδικης σύμβασης υποδικαιόχρησης συμφωνήθηκε επταετής... Η ενάγουσα υποδικαιοδόχος ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στην εναγομένη κύρια δικαιοδόχο μηνιαίως σαν αντάλλαγμα για την υποστήριξη και τις υπηρεσίες που της παρέχονται α) συνολικό ποσοστό 13% επί των ακαθαρίστων μηνιαίων εσόδων του καταστήματος της, μετ’ αφαίρεση του αναλογούντος επ’ αυτού Φ.Π.Α.
και δημοτικού φόρου. Από το παραπάνω συνολικό ποσοστό αα) το επί μέρους ποσοστό 3% θα δαπανάται από την κύρια δικαιοδόχο (εναγομένη) ή την ΠΙΤΣΑ ΦΑΝ για διαφήμιση και προβολή είτε πανελλαδικά, είτε σε ευρύτερες γεωγραφικές περιοχές ή μεγάλα αστικά συγκροτήματα, κατά την κρίση της εναγομένης, ενώ ββ) το επί μέρους ποσοστό 3% θα παρακρατείται από την εναγομένη και θα αποδίδεται από αυτήν κατά διαστήματα στην ενάγουσα εν όλω ή εν μέρει, υπό τον όρο διενέργειας από την τελευταία τοπικής διαφήμισης, όπως και πράγματι έγινε κατά τη διάρκεια λειτουργίας της επίδικης σύμβασης.
Περαιτέρω, αμέσως μετά τη συνομολόγηση της επίμαχης σύμβασης υποδικαιόχρησης, συμφωνήθηκε προφορικά μεταξύ των διαδίκων συμβαλλομένων, ότι, κατ’ εξαίρεση, από τον ως άνω όρο περί καθορισμού της τιμολογιακής πολιτικής από’ την ενάγουσα, η εναγομένη θα εφήρμοζε έως και τον Ιούνιο του 2007 μία πολιτική παροχής εκπτώσεων και προσφορών προς το καταναλωτικό κοινό, προκειμένου να επιτευχθεί η προώθηση των πωλήσεών της, η οποία σε κάθε περίπτωση θα έληγε τον Ιούλιο του 2007 Ωστόσο, μετά τη λήξη του παραπάνω διαστήματος, η εναγομένη αντί να διακόψει, διατήρησε, επεξέτεινε και μονιμοποίησε τρόπον τινά την πολιτική παροχής εκπτώσεων και προσφορών, εισάγοντας διαρκώς μεγαλύτερες και περισσότερες εκπτώσεις και προσφορές προς το καταναλωτικό κοινό.
Οι προσφορές αυτές και οι εκπτώσεις παρείχοντο από την εναγομένη υπό τη μορφή κουπονιών και έκπτωσης, τα οποία αυτή διαμοίραζε απευθείας στο καταναλωτικό κοινό, με επιστολές, μέσω διαδικτύου αλλά και με τη γνωστοποίηση μέσω του τηλεφωνικού κέντρου (call center) που αποκλειστικά αυτή διαχειριζόταν, στον υποψήφιο πελάτη που καλούσε προκειμένου να παραγγείλει προϊόντα PIZZA FAN.
Οι προσφορές αυτές ήσαν οι ακόλουθες... Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι οι παραπάνω προσφορές και εκπτώσεις ίσχυαν για όλα τα καταστήματα του δικτύου PIZZA FAN, εκτός από τα καταστήματα που λειτουργούσαν σε κλειστά εμπορικά κέντρα (ATHENS MALL, KOSMOPOLIS, ATHENS METRO MALL και VILLAGE ΦΑΛΗΡΟΥ). Με τη συμπεριφορά της αυτή η εναγομένη, ουσιαστικά καθόριζε μονομερώς τις τιμές πώλησες των προϊόντων των εντεταγμένων στο δίκτυο franchising PIZZA FAN και εξαρτώμενων από το τηλεφωνικό κέντρο (call center) καταστημάτων του δικτύου (όπως αυτό της ενάγουσας), καθώς είναι γνωστό από τα διδάγματα της κοινής πείρας ότι αυτού του είδους οι επιχειρήσεις (πιτσαρίες) αντλούν κατά πρώτιστο κυρίως λόγο το πελατολόγιο τους από τις τηλεφωνικές παραγγελίες.
Επέβαλε δε την εκπτωτική αυτή πολιτική η εναγομένη, εκμεταλλευόμενη καταχρηστικά αφενός την υπερέχουσα θέση που κατείχε στη σύμβαση και αφετέρου την ισχύ και το πλεονέκτημα που της έδινε το γεγονός ότι αυτή χειριζόταν το νευραλγικής σημασίας για τη λειτουργία των καταστημάτων του δικτύου τηλεφωνικό κέντρο διανομής των παραγγελιών σε αυτά.
Με αυτήν την τακτική της η εναγομένη συνέβαλε στο να αυξηθεί η πελατεία και ο κύκλος των εργασιών του καταστήματος της ενάγουσας (και όλων των καταστημάτων του συστήματος franchising PIZZA FAN) και συνεπώς και τα κέρδη της ιδίας, που συνίσταντο στα προαναφερόμενα ανταλλάγματα (royalties 7%), τα οποία υπολογίζονταν επί των ακαθαρίστων μηνιαίων εσόδων.
Όμως, η ποσοτικά και κυρίως χρονικά εκτεταμένη αυτή παροχή των εκπτώσεων και των προσφορών λειτουργούσε από κάποιο χρονικό σημείο και επέκεινα αρνητικά ως προς την κερδοφορία της ενάγουσας, αφού οι τιμές πώλησης ήσαν πολύ χαμηλές, ενώ οι δαπάνες και το κόστος παραγωγής παρέμεναν αμετάβλητα. Ωστόσο, και ανεξάρτητα από το παραπάνω, η ως άνω συμπεριφορά της εναγομένης σε κάθε περίπτωση αποτελούσε παραβίαση ρητών συμβατικών όρων (όπως τον όρο καθορισμού της τιμής πώλησης από την ίδια την ενάγουσα), αλλά και της γενικότερης απορρέουσας από την αντικειμενική συναλλακτική καλή πίστη (ΑΚ 288) και τη φύση της σύμβασης υποδικαιόχρησης υποχρέωσης της για ένταξη και διαρκή υποστήριξη της υποδικαιοδόχου-ενάγουσας, και συνιστούσε πλημμελή εκ μέρους της εκπλήρωση κύριας παροχής της από τη σύμβαση.
Για την πρακτική αυτή της εναγομένης η ενάγουσα εξέφραζε προφορικές διαμαρτυρίες στις μηνιαίες συναντήσεις που είχαν όλα τα μέλη του συστήματος διανομής της PIZZA FAN με τους εκπροσώπους της εναγομένης, ενώ με την από 16.2.2010 εξώδικη δήλωση-διαμαρτυρία-πρόσκληση, την κάλεσε επισήμως να παύσει να παραβιάζει τα συμφωνηθέντα και της ζήτησε να της καταβάλει, με επιφύλαξη για την περαιτέρω άσκηση των δικαιωμάτων της, το ποσό του 1.098.536,18 ευρώ, ως αποζημίωση λόγω διαφυγόντων κερδών για το χρονικό διάστημα από 01.7.2007 έως 15.2.2010.
Η ως άνω εξώδικη δήλωση της ενάγουσας κοινοποιήθηκε στην εναγομένη στις 16.2.2010 και ώρα 18.35 Αμέσως μετά τη λήψη εκ μέρους της εναγομένης της ανωτέρω εξώδικης δήλωσης και συγκεκριμένα στις ,18.42 της ιδίας ημέρας, η τελευταία εξέτρεψε όλες τις παραγγελίες που ελάμβανε το τηλεφωνικό της κέντρο από πελάτες που καλύπτονταν από την περιοχή του καταστήματος της ενάγουσας, προς τα καταστήματα άλλων γειτονικών περιοχών, με επακόλουθο να μη διοχετεύονται πλέον παραγγελίες στο κατάστημα της ενάγουσας.
Στις 18.2.6010 σε προφορική, τηλεφωνική όχληση του διευθυντή της εναγομένης κ. Τ. για καταβολή ληξιπρόθεσμων οφειλών της, η ενάγουσα δια του νομίμου εκπροσώπου της Δ. Κ. απάντησε ότι ασκεί δικαίωμα επίσχεσης των όποιων οφειλών της προς την εναγομένη έως ότου αυτή εκπληρώσει τις οφειλόμενες προς αυτήν (ενάγουσα) παροχές, έως ότου δηλαδή άρει και αποκαταστήσει την εκτροπή των τηλεφωνικών παραγγελιών προς το κατάστημα της και επανεντάξει αυτήν κανονικά στο τηλεφωνικό σύστημα διανομής των παραγγελιών.
Εξάλλου, με την από 18.2.2010 εξώδικη δήλωση της, που κοινοποιήθηκε στην εναγομένη στις 18.2.2910, η ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε για την αποβολή της από το σύστημα και δήλωσε στην εναγομένη ότι ερμηνεύει την πράξη αυτή ως άκαιρη, άκυρη, αναιτιολόγητη και καταχρηστική εκ μέρους της καταγγελίας της μεταξύ τους σύμβασης, οφειλόμενη σε υπαιτιότητα αυτής (εναγομένης).
Η τελευταία ενέμεινε στη συμπεριφορά της και επιπρόσθετα, με την κοινοποιηθείσα στις 23.2.2010 στην ενάγουσα από 22.2.2010 εξώδικη δήλωση της, προέβη σε ρητή καταγγελία της ένδικης σύμβασης υποδικαιόχρησης, επικαλούμενη αποκλειστική υπαιτιότητα της ενάγουσας, συνιστάμενη, κατά τους ισχυρισμούς της, στο ότι: 1)...2)...3) η ενάγουσα καθυστερεί υπαίτια την εξόφληση οφειλών της προς την εναγομένη και συγκεκριμένα ληξιπρόθεσμες οφειλές από την εμπορική συνεργασία μηνών Δεκεμβρίου 2009, Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 2010, συνολικού ύψους 10.222,02 ευρώ, 4)...Στην τελευταία αυτή εξώδικη δήλωση η ενάγουσα απάντησε με την από 24.2.2010 δήλωση, επιδοθείσα στην εναγομένη στις 24.2.2010, με την οποία αρνήθηκε και απέκρουσε το περιεχόμενο της, ενώ αναφορικά με το θέμα των οφειλομένων χρηματικών ποσών επανέλαβε την από 18.2.2010 προφορικά προβληθείσα δήλωση άσκησης δικαιώματος επίσχεσης έως την αποκατάσταση της τηλεφωνικής εκτροπής.
Ταυτόχρονα δε, κάλεσε ρητώς την εναγομένη να ανακαλέσει εντός δύο ημερών το περιεχόμενο της προηγούμενης εξώδικης δήλωσης της. Με βάση το σύνολο των πιο πάνω αποδειχθέντων, η ως άνω συμπεριφορά της εναγομένης, η αποκοπή δηλαδή της ενάγουσας από το σύστημα τηλεφωνικών διανομών η οποία έγινε σε απάντηση της προηγηθείσας (κατ’ ενάσκηση νομίμου δικαιώματος και προς προάσπιση του κατ’ αυτή καλώς εννοούμενου επιχειρηματικού της συμφέροντος) διαμαρτυρίας της ενάγουσας για την αυθαίρετη επιβολή από την εναγομένη εκπτώσεων στις τιμές των προϊόντων και τον εντεύθεν μονομερή εκ μέρους της καθορισμό της τιμολογιακής πολιτικής-αποτελούσε) κατά την κρίση του Δικαστηρίου και λαμβανομένης υπ’ όψη της ιδιαίτερης σημασίας της χρήσης του τηλεφωνικού κέντρου στο όλο σύστημα λειτουργίας του δικτύου franchising της PIZZA FAN στο οποίο είχε ενταχθεί η ενάγουσα, (αφού, όπως προαναφέρθηκε η πελατεία των καταστημάτων του franchising ήταν κατά σχεδόν αποκλειστικό λόγο τηλεφωνική, η δε ένταξη του καταστήματος της ενάγουσας σε αυτό το σύστημα τηλεφωνικών διανομών αποτέλεσε θεμέλιο της εμπορικής συνεργασίας των διαδίκων), άτυπη, σιωπηρή πλην όμως κατηγορηματική εν τοις πράγμασιν καταγγελία εκ μέρους της εναγομένης της από 12.4.2007 ένδικης σύμβασης υποδικαιόχρησης, καθώς προέκυπτε σαφής η βούληση της πρώτης να τερματίσει οριστικά τη σύμβαση, θέτοντας ουσιαστικά εκποδών την ενάγουσα από την όλη λειτουργία του συστήματος franchising.
Η ως άνω καταγγελία εκ μέρους της εναγομένης, η οποία έλαβε χώρα το πρώτον στις 16.2.2010 και στην οποία ενέμεινε αυτή παρά τις διαμαρτυρίες της ενάγουσας δεν ερείδεται σε κανέναν σπουδαίο λόγο. Τα δε υποστηριζόμενα από αυτήν στην ανωτέρω από 22.2.2010 εξώδικη δήλωση της, εκτός του ότι κρίνονται προσχηματικά δεν ασκούν σε κάθε περίπτωση έννομη επιρροή, καθώς δεν αφορούν στην προηγηθείσα εκ μέρους της αναίτια, ajceaojnjcai ως εκ τούτου άκυρη από 16.2.2010 εν τοις πραγμασιν καταγγελία της σύμβασης.
Ως εκ τούτου και ελλείποντος του σπουδαίου λόγου στην ως άνω καταγγελία, η σύμβαση υποδικαιόχρησης δεν λύθηκε στις 16.2.2010. Η εκκαλούσα-εναγομένη με το δεύτερο λόγο της εφέσεως της προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η εκ μέρους της εκτροπή των τηλεφωνικών παραγγελιών του καταστήματος αντιδίκου της προς άλλα γειτονικά καταστήματα δεν συνιστά καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης υποδικαιόχρησης, αλλά αναστολή της ισχύος αυτής, επιβληθείσα με βάση δικαίωμα που της παρέχεται από την ίδια τη σύμβαση, και δη το άρθρο 6 του, παραρτήματος Χ.ΛΥΣΗ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ (σελ. 23-24 αυτής), ορίζεται ότι "σε κάθε περίπτωση υπαίτιας παράβασης από τον υποδικαιούχο των συμβατικών που αναλαμβάνει με το παρόν, και χωρίς να παραβλάπτεται το δικαίωμα της κυρίας δικαιοδόχου να καταγγείλει την παρούσα σύμβαση σε απώτερο χρόνο κατά την κρίση της, η κυρία δικαιοδόχος δικαιούται κατά την απόλυτη και αδέσμευτη κρίση της σωρευτικά ή εναλλακτικά και αζημίως γι’ αυτή α) Να εκτρέψει τις παραγγελίες πελατών της περιοχής του καταστήματος σε άλλα καταστήματα του δικτύου...".
Ο ισχυρισμός αυτός (ανεξαρτήτως του παραδεκτού του, αφού δεν προτάθηκε με τις πρωτόδικες προτάσεις της εναγομένης επί της αγωγής, αλλά με την ασκηθείσα μεταγενέστερα ανταγωγή της και τις επ’ αυτής πρωτόδικες προτάσεις της, γεγονός που συνομολογείται από την ίδια με την έφεση), είναι σε κάθε περίπτωση απορριπτέος ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος αφού, κατά τα προαναφερθέντα, δεν αποδείχθηκε καμία υπαίτια παράβαση των συμβατικών υποχρεώσουν της υποδικαιοδόχου ενάγουσας μέχρι την ημέρα της εκτροπής (16-2-2010), ώστε να τύχη εφαρμογής ο ως άνω όρος της σύμβασης.
Η πρόθεση άλλωστε της εναγομένης, να καταγγείλει τη σύμβαση (και όχι να αναστείλει την ισχύ αυτής) επιβεβαιώθηκε από την επακολουθήσασα, μετά παρέλευση ελάχιστων ημερών, έγγραφη καταγγελία, χωρίς να έχει μεσολαβήσει άλλος λόγος προς τούτο. Αλλά κατ η επακολουθήσασα από 22.2.2010 καταγγελία της σύμβασης υποδικαιόχρησης στην οποία προέβη η εναγομένη, δεν στηρίζεται σε σπουδαίο λόγο.
Ειδικότερα, σε σχέση με τα επικαλούμενα από την εναγομένη στην καταγγελία αυτή πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Κατ’ αρχήν, από κανένα αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα υπέπεσε σε σωρεία παραβάσεων της υγειονομικής και αγορανομικής νομοθεσίας... Περαιτέρω, και αναφορικά με την καθυστέρηση πληρωμής του όποιου, οφειλόμενου από την ενάγουσα στην εναγομένη υπολοίπου από τη μεταξύ τους συνεργασία κατά τους μήνες Δεκέμβριο 2009, Ιανουάριο και Φεβρουάριο 2010, συνολικού ύψους 18.222,02 ευρώ, η καθυστέρηση στην πληρωμή αυτού οφείλεται στη δικαιολογημένη άσκηση, με σκοπό επίσχεσης για την ταυτόχρονη ικανοποίηση απαίτησης και ανταπάντησης, των νομίμων κατ’ αρχήν δικαιωμάτων που προέβαλε ήδη στην εναγομένη στις 16.2.2010 με εξώδικη έγγραφη δήλωση της και επανέλαβε προφορικά στις 18.02.2010, τα οποία δικαιώματα απορρέουν από την αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγομένης, ήτοι τη μονομερή εκ μέρους της επιβολή εκπτώσεων και προσφορών στις τιμές πώλησης των προϊόντων PIZZA FAN και αποκλεισμό της ενάγουσας από τη χρήση του τηλεφωνικού κέντρου.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα κατά το χρονικό διάστημα από 12.4.2007 (έναρξη λειτουργίας της επίδικης σύμβασης) μέχρι τις 16.2.2010 (εν τοις πράγμασιν καταγγελία της επίδικης σύμβασης από την εναγομένη) πραγματοποίησε τις αναλυτικά ανά ποσότητα, τιμή και κόστος μονάδος και εισπραχθείσα αξία αναφερόμενες στην αγωγή πωλήσεις προϊόντων PIZZA FAN...
Τις ανωτέρω δε πωλήσεις και το εισπραχθέν από αυτές τίμημα δεν αμφισβήτησε ειδικά η εναγομένη, με συνέπεια από αυτό, σε συνδυασμό με το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, να συνάγεται από το Δικαστήριο έμμεση δικαστική ομολογία αυτών από την εναγομένη, παράγουσα έναντι αυτής πλήρη απόδειξη (άρθρα 261, 352 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Με βάση τις αμέσως ανωτέρω πραγματικές παραδοχές, τα συνολικά ακαθάριστα έσοδα από πωλήσεις προ Φ.Π.Α. της ενάγουσας για το διάστημα από 12.4.2007 έως 16.2.2010 ανήρχοντο στο ποσό του 1.564.338,10 ευρώ. Εξάλλου, το κόστος των πωληθέντων προϊόντων (με Φ.Π.Α.9%, καταβληθέν για τη προμήθεια των πωληθέντων ειδών και των πρώτων υλών) ανήρχετο στο ποσό των 503.911,77 ευρώ.
Μετά την αφαίρεση του κόστους των πωληθέντων, τα έσοδα της ενάγουσας από την μεταξύ αυτής και της εναγομένης συμβατική σχέση, έτσι όπως αυτή λειτούργησε, ανήλθαν για την περίοδο από; 12.4.2007 έως 16.2.2010 στο ποσό των 1.060.426,93 (1.564.338,70 - 503.911,77) ευρώ και τα μέσα ετήσια έσοδα διαμορφώθηκαν στο ποσό των 372.842,75 ευρώ. Από το αμέσως ανωτέρω ποσό πρέπει να αφαιρεθεί ποσοστό της τάξης του 10% ως ετήσιο καταβληθέν αντάλλαγμα στην εναγομένη (royalties 7% και διαφημιστική δαπάνη και προβολή 3%).
Συνεπώς, τα ετήσια έσοδα της ενάγουσας, μετ’ αφαίρεση των προαναφερθέντων, ανήλθαν για το διάστημα από 12.4.2007 έως 16.2.2010 στο ποσό των 335.558,48 (372.842,75-37.284,27 ευρώ. Με βάση τα παραπάνω, μετ’ αφαίρεση των λειτουργικών εξόδων της επιχείρησης (ενοίκιο καταστήματος, κοινόχρηστα, αμοιβές προσωπικού και διανομέων, πληρωμές στο δημόσιο και στα ασφαλιστικά ταμεία, πληρωμές σε ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ, ΟΤΕ κ.λ.π.) τα καθαρά ετήσια κέρδη της ενάγουσας ανέρχονται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, σε 134.223,40 (335.558,48 Χ 40%) ευρώ.
Ας σημειωθεί, για να δειχθεί η χρονική πρόοδος του κύκλου εργασιών της ενάγουσας ότι τα ακαθάριστα έσοδα από τις πωλήσεις της διαμορφώθηκαν ως ακολούθως α) για την περίοδο από 12.4.2007 έως 31.12.2007 στο ποσό, των 344.274,29 ευρώ, β) για την περίοδο από 1.1.2008 έως 31.12.2008 στο ποσό των 545.577,96 ευρώ, γ) για την περίοδο από 1.1.2009 έως 31.12.2009 στο ποσό των 586.309,44 ευρώ και δ) για την περίοδο από 1.1.2010 έως 16.2.2010 στο ποσό των 88.177,01ευρώ, και συνολικά, όπως προαναφέρθηκε στο ποσό του 1.564.338,70 ευρώ.
Η ενάγουσα, με βάση αυτά τα δεδομένα και παραθέτοντας για το διάστημα από 1.7.2007 έως 16.2.2010 (εξαιρουμένου του διαστήματος από 12.4.2007 έως 30.6.2007 για τη διάρκεια του οποίου είχε συμφωνηθεί ότι θα εφαρμοζόταν η υλοποιηθείσα πολιτική προσφορών και εκπτώσεων από την εναγομένη) το αναλυτικό κατά επιμέρους πωληθέν προϊόν χρηματικό προ ΦΠΑ ποσό που πράγματι εισέπραξε, στο οποίο συμπεριλαμβάνονταν οι πραγματοποιηθείσες εκπτώσεις, σε σύγκριση με το προ ΦΠΑ ποσό που θα εισέπραττε, εάν εφαρμοζόταν κανονικά ο τιμοκατάλογος, άνευ των εκπτώσεων και προσφορών που κατά τον ως άνω τρόπο μονομερώς η εναγομένη, ζητεί ως διαφυγόν κέρδος και την προκύπτουσα διαφορά η οποία αντιστοιχεί (μετ’ αφαίρεση του καταβληθέντος ανταλλάγματος 10%) στο ποσό των 754.008,93 ευρώ.
Ωστόσο, το αιτούμενο από την ενάγουσα ως άνω ποσό, ως αντιστοιχούν στην περίοδο από 12.4.2007 έως 16.2.2010 διαφυγόν κέρδος λόγω της συμπεριφοράς της εναγομένης, αποπειράται να θεμελιωθεί σε μία εσφαλμένη ουσιαστική προϋπόθεση, ήτοι στο ότι ο πελάτης θα προέβαινε σε παραγγελία αγοράς των προϊόντων που επιθυμούσε ακόμη και χωρίς να επωφεληθεί της έκπτωσης ή του εκπτωτικού κουπονιού ή του δώρου ή της οποιασδήποτε άλλης προς όφελος του χορηγηθείσας παροχής και ότι δεν θα προσέτρεχε σε άλλο ανταγωνιστικό της PIZZA FAN δίκτυο για, να επωφεληθεί ενδεχομένως των τιμών που αυτό παρέχει, σημειουμένου ότι, όπως είναι γνωστό, στην οικεία αγορά η διανομή και η χρήση εκπτωτικών κουπονιών και λοιπών συναφών προσφορών (ομοίων με αυτές στις οποίες προέβαινε η εναγομένη) είναι εντόνως διαδεδομένη.
Από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και λαμβανομένων υπ’ όψη των διδαγμάτων της κοινής πείρας και λογικής, καθώς και των οικείων συναλλακτικών ηθών, κρίνεται με μία ex ante αντικειμενική πρόγνωση ότι η υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων στις πωλήσεις των προϊόντων PIZZA FAN δεν θα ήταν σαφώς ίδια από το κατάστημα της ενάγουσας εάν δεν παρείχοντο οι δελεαστικές για τον πελάτη προσφορές και εκπτώσεις από την εναγομένη.
Ως εκ τούτου και για τον αμέσως ανωτέρω λόγο κρίνεται αφενός ότι το ποσό των 754.008,93 ευρώ δεν μπορούσε η ενάγουσα να προσδοκά με πιθανότητας σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, εάν δεν εφαρμοζόταν η πολιτική των εκπτώσεων και προσφορών που επέβαλε η εναγομένη και αφετέρου ότι η όποια αρνητική ζημία της ενάγουσας εξαρτάται από έτερους τυχαίους, υποθετικούς και ανεπίδεκτους σαφούς προσδιορισμού παράγοντες, όπως η υποθετική συμπεριφορά των πελατών εάν δεν υπήρχαν οι εκπτώσεις και προσφορές.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω το σχετικό αγωγικό κονδύλιο ποσού 754.008,93 ευρώ είναι απορριπτέο ως ουσία αβάσιμο. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα μετά τις ως άνω άκυρες, και ως εκ τούτου μη επιφέρουσες τη λύση της από 12.4.2007 σύμβασης υποδικαιόχρησης καταγγελίες της εναγομένης, λειτούργησε το κατάστημα της επί της οδού ...
αρ. .. στο ... Αττικής ως επιχείρηση παρασκευής και κατ’ οίκον διανομής πίτσας και άλλων εδεσμάτων και ποτών (πιτσαρία) με την επωνυμία "EXTREME ΡΙZΖΑ", μη εντεταγμένο πλέον στο δίκτυο franchising PIZZA FAN της εναγομένης. Εξάλλου, όπως προκύπτει και από τις προσκομιζόμενες από την εναγομένη σχετικές έγγραφες εκπτωτικές προσφορές και διαφημίσεις προς το καταναλωτικό κοινό, η ενάγουσα εξακολούθησε να εφαρμόζει παρόμοια με το δίκτυο της PIZZA FAN εκπτωτική πολιτική, προκειμένου να άνταπεξέλθει στον ανταγωνισμό της οικείας αγοράς.
Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω παραδοχών και λαμβανομένης υπ’ όψη της χρονικής προόδου του κύκλου των εργασιών της ενάγουσας καθώς και των διδαγμάτων της κοινής πείρας και λογικής, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, εάν αφενός δεν καταγγελλόταν η σύμβαση υποδικαιόχρησης και δεν αποβαλλόταν η ενάγουσα από το σύστημα franchising και αφετέρου συνεχιζόταν η ομαλή λειτουργία της επιχειρηματικής συνεργασίας των διαδίκων, χωρίς βέβαια τις επιβαλλόμενες κατά τον αντισυμβατικό προπεριγραφόμενο τρόπο εκπτώσεις και προσφορές από την εναγομένη, η ενάγουσα θα συνέχιζε, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των φραγμάτων και την υποδομή που είχε δημιουργηθεί, την κερδοφορία της, αποκερδαίνοντας για το αιτούμενο με την αγωγή χρονικό διάστημα από 16.2.2010 έως 11.4.2011, ήτοι για διάστημα 13,8 μηνών ποσό τουλάχιστον ύψους 154.356,91 ευρώ (καθαρά ετήσια έσοδα 134.223,40 ευρώ δια 12 μήνες επί 13,8 μήνες).
Ενόψει όμως του ότι, όπως προαναφέρθηκε, αυτή συνέχισε να λειτουργεί στο ίδιο κατάστημα όμοια κατά τα ουσιώδη στοιχεία της επιχείρηση "πιτσαρίας", κατά τη συνεπή εφαρμογή της θεωρίας της διαφοράς, η ζημία της ενάγουσας συνίσταται στη διαφορά ανάμεσα στα καθαρά έσοδα της από τη λειτουργία του αυτοτελούς και ανεξάρτητου από το σύστημα franchising PIZZA FΑΝ καταστήματός της μετά τη διακοπή της συνεργασίας της με την εναγομένη (16.2.2010) και στα καθαρά έσοδα που θα προσδοκούσε σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων εάν λειτουργούσε ομαλά η από 12.4.2007 σύμβαση υποδριαιόχρησης για το διάστημα από 16.2.2010 έως 11.4.2011.
Λαμβανομένων δε υπ’ όψη των διδαγμάτων της κοινής πείρας και λογικής και του συνολικού αποδεικτικού υλικού κρίνεται από το Δικαστήριο ότι η διαφορά για την περίοδο από 16.2.2010 έως 11.4.2011 των δύο ως άνω ποσών καθαρών εσόδων ανέρχεται στο ποσό των 60.000) ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στην πραγματική ζημία της ενάγουσας από τη συμπεριφορά της εναγομένης...".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε ότι η καταγγελία της ένδικης σύμβασης υποδικαιόχρησης εκ μέρους της αναιρεσείουσας τόσο στις 16-2-2010 (σιωπηρή), όσο και στις 22-2-2010 (ρητή) έγινε χωρίς σπουδαίο λόγο, είναι άκυρη και δεν επέφερε τη λύση της σύμβασης και ότι εξ αυτού του λόγου η αναιρεσίβλητη δικαιούται αποζημίωση, που αντιστοιχεί στα διαφυγόντα κέρδη, που θα εισέπραττε από την επαγγελματική της δραστηριότητα με πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων κατά το χρονικό διάστημα από 16-2-2010 έως 11-4-2011, τα οποία, κατά το γενόμενο σ’ αυτή αναλυτικό προσδιορισμό, καθόρισε στο ποσό των 60.000,00€, εξαφανίζοντας την απόφαση του πρωτοδικείου, που είχε προσδιορίσει αυτά στο ποσό των 100.000,00 € και περαιτέρω απέρριψε ως αβάσιμο, όπως και το πρωτοδικείο, τον αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης περί επιδίκασης αποζημίωσης στην αναιρεσίβλητη για διαφυγόντα κέρδη κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2007 έως και 16-2-2010, λόγω αντισυμβατικής και αντίθετης προς την καλή πίστη συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας, με την αιτιολογία ότι ναι μεν διαπιστώθηκε η άνω συμπεριφορά αυτής, πλην όμως η ζημία κρίθηκε μη αποτιμητή, καθώς και τον ανταγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί επιδίκασης σ’ αυτή διαφυγόντων κερδών, λόγω της επικαλούμενης εκ μέρους της για σπουδαίο λόγο, οφειλόμενο σε υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης, καταγγελίας της σύμβασης και περαιτέρω, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοδικείου, απέρριψε ως αόριστο τον ανταγωγικό ισχυρισμό περί επιδίκασης στην αναιρεσείουσα ποσού 19.563,18€ (άλλως 18.222,02€) για ληξιπρόθεσμες οφειλές της αναιρεσίβλητης προς αυτή των μηνών Δεκεμβρίου 2009, Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 2010, που τον είχε κάνει δεκτό ως βάσιμο κατ’ ουσίαν.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, κατέληξε στο προαναφερθέν αποδεικτικό του πόρισμα που με την προσήκουσα υπαγωγή του στις διατάξεις των άρθρων 288, 297, 298, 361, 383, 638επ και 713επ ΑΚ, ...... ορθώς εφάρμοσε, κατέληξε στην παρασχεθείσα έννομη προστασία υπέρ της αναιρεσίβλητης-ενάγουσας και οι λόγοι της αίτησης αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέοι.
Ειδικότερα, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλη του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, καθώς και ο δεύτερος λόγος με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά στη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, δεχόμενη ότι η εκ μέρους της εφαρμογή της εκπτωτικής πολιτικής αποτελεί παραβίαση των αρχών της καλής πίστης, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, διότι οι επικαλούμενες αντιφάσεις, τις οποίες, σε καταφατική περίπτωση, θα ενομιμοποιείτο να επικαλεσθεί η αναιρεσίβλητη, αφορούν στο αγωγικό κεφάλαιο αυτής για αξίωση αποζημίωσης, ύψους 754.008,93€, που αντιστοιχεί σε διαφυγόντα κέρδη, του χρονικού διαστήματος από 1-7-2007 έως και 16-2-2010, που απωλέσθηκαν λόγω αντισυμβατικής συμπεριφοράς ως και συμπεριφοράς αντίθετης στην καλή πίστη (άρθ. 288 ΑΚ) της αναιρεσείουσας κατ’ αυτής ως προς τον καθορισμό μονομερώς των τιμών πώλησης των προϊόντων του ενταγμένου στο δίκτυο franchising PIZZA FAN και εξαρτώμενου από το τηλεφωνικό κέντρο καταστήματος της, δια της επιβολής της αναφερόμενης εκπτωτικής πολιτικής και μετά την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου, ήτοι του Ιουλίου 2007, ο οποίος απορρίφθηκε ως αβάσιμος με την αιτιολογία ότι ναι μεν υφίσταται η άνω αντισυμβατική και εναντίον της καλής πίστης συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, πλην όμως δεν μπορεί να αποτιμηθεί η ζημία της, διότι δεν μπορεί να κριθεί ότι το άνω ποσό μπορούσε η αναιρεσίβλητη να προσδοκά με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, διότι ερείδεται στην υποθετική εξέλιξη εάν ο πελάτης θα προέβαινε σε παραγγελία αγοράς των προϊόντων και χωρίς τις επιβαλλόμενες εκπτώσεις ή θα προσέφυγε σε επιλογή άλλων δικτύων, ενόψει και της διαδεδομένης αυτής πρακτικής.
Τα ίδια δε αυτά πραγματικά περιστατικά, τα οποία αλυσιτελώς επικαλείται η αναιρεσείουσα, δεν οδήγησαν αιτιωδώς στη θεμελίωση της επιδικασθείσας υπέρ της αναιρεσίβλητης με την προσβαλλόμενη αποζημίωσης για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από τη μεσολαβήσασα άκυρη καταγγελία, δηλαδή από 16-2-2010 μέχρι 11-4-2011.
Περαιτέρω, η παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι "ουδεμία υπαίτια παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων της αναιρεσίβλητης αποδείχθηκε μέχρι 16-2-2010", δεν αντιφάσκει προς την παραδοχή αυτής "αναφορικά με την καθυστέρηση πληρωμής του όποιου οφειλομένου ποσού από την ενάγουσα στην εναγομένη υπολοίπου από τη μεταξύ τους συνεργασία κατά τους μήνες Δεκέμβριο 2009, Ιανουάριο και Φεβρουάριο 2010, συνολικού ύψους 18.222,02€...
οφείλεται στη δικαιολογημένη άσκηση, με σκοπό επίσχεσης για την ταυτόχρονη ικανοποίηση απαίτησης και ανταπαίτησης των νομίμων δικαιωμάτων της ενάγουσας, τα οποία προέβαλε στην εναγομένη στις 16-2-2010 με εξώδικη έγγραφη δήλωσή της και επανέλαβε προφορικά στις 18-2-2010...", αλλ’ ούτε και προς την παραδοχή αυτής "Στις 18-2-2010 σε προφορική τηλεφωνική όχληση του διευθυντή της εναγομένης κ.
Τ. για καταβολή ληξιπροθέσμων οφειλών της, η ενάγουσα δια του νομίμου εκπροσώπου της Δ. Κ. απάντησε ότι ασκεί δικαίωμα επίσχεσης των όποιων οφειλών της προς την εναγομένη, έως ότου αυτή εκπληρώσει τις οφειλόμενες προς αυτήν (ενάγουσα) παροχές, εωσότου δηλαδή άρει και αποκαταστήσει την εκτροπή των τηλεφωνικών παραγγελιών προς το κατάστημά της και επανεντάξει αυτήν κανονικά στο τηλεφωνικό σύστημα διανομής των παραγγελιών", καθόσον σαφώς προκύπτει από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης, ότι οι άνω παραδοχές αφορούν στην από 22-2-2010 ρητή καταγγελία της αναιρεσείουσας της μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης σύμβασης υποδικαιόχρησης, όπου, μεταξύ άλλων, αυτή προέβαλε ως λόγο και την υπαίτια καθυστέρηση του άνω ποσού των 18.222,02€ και το Εφετείο δέχθηκε ότι αυτή ήταν δικαιολογημένη, διότι ήδη πριν από τις 22-2-2010 η αναιρεσίβλητη, και συγκεκριμένα στις 18-2-2010, είχε ως προς την απαίτηση αυτή ασκήσει προφορικά το δικαίωμα επίσχεσης για νόμιμες κατ’ αρχήν και ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις που είχε σε βάρος της αναιρεσείουσας και ειδικότερα για την εκπλήρωση της παροχής της προς επανένταξη του καταστήματος της στο τηλεφωνικό σύστημα διανομής παραγγελιών της, στη διακοπή του οποίου προέβη, όταν η αναιρεσίβλητη στις 16-2-2010 με εξώδικη δήλωση της διαμαρτυρήθηκε για την παραβίαση εκ μέρους της αναιρεσείουσας, δια της εφαρμογής της εκπτωτικής πολιτικής της και μετά το συμφωνημένο χρόνο (Ιούλιος 2007), συμβατικού όρου περί καθορισμού της τιμής πώλησης των προϊόντων υπό της αναιρεσίβλητης και ζήτησε και αποζημίωση και ότι κατά συνέπεια αυτή δεν είχε παραβεί υπαιτίως τις συμβατικές της υποχρεώσεις και εντεύθεν η καταγγελία για το λόγο αυτό δεν επέφερε τη λύση της σύμβασης.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εντεύθεν και ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο, δεχόμενο ότι η καθυστέρηση στην πληρωμή του άνω ποσού των 18.222,02€ δεν συνιστά σπουδαίο λόγο καταγγελίας της σύμβασης, διότι οφείλεται στη δικαιολογημένη άσκηση επίσχεσης για την ικανοποίηση απαίτησής της, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Τα υποστηριζόμενα με τον ίδιο λόγο ότι η έγερση αξιώσεων της αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας για ανύπαρκτη και υπέρογκη δήθεν απαίτηση συνιστά σοβαρή αιτία διασάλευσης της εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, που αποτελεί θεμέλιο λίθο των διαρκών συμβάσεων συνεργασίας, ως η σύμβαση υποδικαιόχρησης και έπρεπε να κριθεί ότι αποτελεί σπουδαίο λόγο καταγγελίας, είναι απορριπτέα ως στηριζόμενα επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, διότι δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το Εφετείο, αφού από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, δεν προκύπτει ότι προτάθηκαν από την αναιρεσείουσα ως λόγος καταγγελίας.
Περαιτέρω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεχόμενο ότι κατά το χρονικό διάστημα από 16-2-2010 έως 11-4-2011, εάν συνεχιζόταν η ομαλή λειτουργία της επιχειρηματικής συνεργασίας των διαδίκων, χωρίς όμως τις επιβαλλόμενες αντισυμβατικά εκπτώσεις και προσφορές, η αναιρεσίβλητη με πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, ενόψει της υποδομής που είχε διαμορφώσει και της κερδοφορίας, θα αποκέρδαινε τουλάχιστον ετησίως καθαρά, όσα αποκέρδαινε και κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα λειτουργίας της σύμβασης, που είχαν υπολογισθεί οι εκπτώσεις και οι προσφορές και συγκεκριμένα το ποσό των 134.223,40 €, ότι αυτή μετά τη διακοπή της συνεργασίας με την αναιρεσείουσα συνέχισε να λειτουργεί στο ίδιο κατάστημα όμοια επιχείρηση (EXTREME PIZZA) και ότι, μετά ταύτα, η ζημία της συνίσταται στη διαφορά ανάμεσα στα καθαρά κέρδη από τη λειτουργία του αυτοτελούς και ανεξάρτητου από το σύστημα franchising PIZZA FAN καταστήματός της και στα καθαρά κέρδη που θα προσδοκούσε, κατά τα άνω, εάν συνεχιζόταν η ομαλή λειτουργία της συνεργασίας των διαδίκων, προσδιόρισε το ποσό αυτής στο ύψος των 60.000,00€, υπολογίζοντας έτσι τα καθαρά κέρδη από τη λειτουργία στο κατάστημά της της αυτοτελούς και ανεξάρτητης από το σύστημα franchising PIZZA FAN επιχείρησης στο υπόλοιπο ποσό (134.223,40-60.000,00=74.223,40).
Έτσι που προσδιόρισε το Εφετείο το ποσό της αποζημίωσης για τα διαφυγόντα κέρδη, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πέμπτο και έκτο σκέλη του, με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Τέλος, το Εφετείο για το υποβαλλόμενο με την ανταγωγή της αναιρεσείουσας αίτημα για επιδίκαση σ’ αυτή διαφυγόντων κερδών του χρονικού διαστήματος από 23-2-2010 μέχρι 11-4-2012, ερειδόμενο σε σπουδαίο λόγο καταγγελίας εκ μέρους της της μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης σύμβασης υποδικαιόχρησης, οφειλόμενο σε παραβίαση συμβατικών υποχρεώσεων της τελευταίας, δέχθηκε ότι "...με δεδομένη τη συνολική προπεριγραφόμενη αντισυμβατική συμπεριφορά της αντενάγουσας, η οποία επέβαλε μονομερώς στην αντεναγομένη την εκπτωτική πολιτική και τον καθορισμό τιμών πώλησης και προέβη, κατά τα ανωτέρω, δύο φορές σε άκαιρη και άτακτη (μη επιφέρουσα τη λύση αυτής) καταγγελία της σύμβασης υποδικαιόχρησης από λόγους που δεν ανάγονται σε υπαιτιότητα της αντεναγομένης και λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι μετά την αποβολή της αντεναγομένης από το δίκτυο PIZZA FAN η αντενάγουσα δεν απώλεσε έσοδα (από royalties κλπ), αφού πάραυτα η πελατεία διοχετεύτηκε, μέσω εκτροπής από το τηλεφωνικό κέντρο που η ίδια χειριζόταν σε γειτονικά της αντεναγομένης καταστήματα του δικτύου PIZZA FAN, η επιγενόμενη άσκηση από αυτήν δια της κρινομένης ανταγωγής δικαιωμάτων της επί διαφυγόντων κερδών προσκρούει προφανώς στην αντικειμενική συναλλακτική καλή πίστη και είναι συνεπώς καταχρηστική και άρα απαγορευμένη..." και κατέληξε ότι η σχετική ανταγωγική αξίωση είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, γενομένης δεκτής της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος.
Με δεδομένο ότι από τις παραπάνω παραδοχές του Εφετείου προκύπτει ότι η εκ μέρους της αναιρεσείουσας καταγγελία της μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης σύμβασης υποδικαιόχρησης έγινε για λόγους που δεν ανάγονται σε υπαιτιότητα της τελευταίας, ως και ότι αυτή (αναιρεσείουσα) δεν απώλεσε έσοδα εξ αυτής, οποιεσδήποτε αξιώσεις της ερειδόμενες στην καταγγελία, όπως και τα διαφυγόντα κέρδη από 23-2-2010 μέχρι 11-4-2012 (royalties), είναι ανύπαρκτες και εντεύθεν απορριπτέες ως αβάσιμες, εφόσον ελλείπουν οι αναγκαίες ...........
προϋποθέσεις της υπαιτιότητας και της προκληθείσας ζημίας οι επιπλέον δε αιτιολογίες ότι οι αξιώσεις αυτές είναι απορριπτέες, διότι ασκήθηκαν καταχρηστικά, δεν στηρίζουν αυτοτελώς το απορριπτικό διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και πρέπει, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 578 ΚΠολΔ, ενόψει του ότι το απορριπτικό διατακτικό κρίνεται ορθό, κατά τα λοιπά και επαρκείς να απαλειφθούν από το αιτιολογικό της.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το τέταρτο σκέλος του, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ’ ακολουθίαν, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. 576/2014 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθ. 176, 183, 189 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-6-2014 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αριθ. 5819/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαΐου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιουλίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ