Supreme Court dismisses appeal in traffic accident case, upholding lower court's finding of insured driver's sole liability.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the Second Instance Court's judgment in a traffic accident case. The insured driver was found solely liable for the collision due to alcohol consumption and loss of vehicle control, while the opposing party argued for shared fault. The court rejected the appeal because the lower court's reasoning was clear, consistent, and did not violate substantive law or admit irrelevant facts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(14) and 559(8) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal when the lower court's decision is based on clear, consistent reasoning regarding causation and liability, without violating substantive law or admitting irrelevant matters.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1043 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1043/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Διονυσίου Γιαννακόπουλου), Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Απριλίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΙΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΜΙΝΕΤΤΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Καραΐσκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Παναγιώτη Γραμματικόπουλου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/4/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 20/11/2003 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 292/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 54/2009 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/6/2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καραχάλιου ανέγνωσε την από 12/4/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, το δικαστήριο δε, του οποίου η απόφαση προσβάλλεται με την αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να είχε από τον νόμο υποχρέωση να κηρύξει την ακυρότητα, το απαράδεκτο ή την έκπτωση.
Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση.
Προς τους μη προταθέντες εξομοιώνονται και οι ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν προτάθηκαν παραδεκτώς. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 681Α, 666, 670 έως 676, 115 παρ. 3, 256 παρ. 1 στοιχ. δ', 237 παρ. 1, 3, 269 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και την σύμβαση της ασφαλίσεώς του, όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς των προφορικώς, κατά την συζήτηση στο ακροατήριο και επί πλέον οι ισχυρισμοί αυτοί να καταχωρίζονται στα πρακτικά, με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν περιέχονται στις τυχόν κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, απαιτείται προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που "ως γενόμενο κατά την συζήτηση", σημειώνεται στα πρακτικά (ολ ΑΠ 2/2005). Κατά την διάταξη δε του άρθρου 527 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός εάν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στους αριθμούς 1 και 2 αυτού.
Έτσι, κατά την διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου αυτού, παρέχεται στον εφεσίβλητο, ανεξαρτήτως της ιδιότητας που είχε στον πρώτο βαθμό (δηλαδή του ενάγοντος, του εναγομένου ή του παρεμβαίνοντος), η πρόσθετη δικονομική δυνατότητα της προτάσεως απεριορίστως νέων πραγματικών ισχυρισμών, προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως, υπό την προϋπόθεση ότι με αυτούς δεν επέρχεται μεταβολή της βάσεως της αγωγής.
Ειδικότερα, ο εναγόμενος, ως εφεσίβλητος, μπορεί να προτείνει στην κατ' έφεση δίκη οποιαδήποτε ένσταση καταλυτική ή διακωλυτική του δικαιώματος που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Έτσι, μπορεί να προτείνει για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο την ένσταση απαραδέκτου της αγωγής ή την ένσταση παραγραφής της επιδίκου αξιώσεως, αλλά και ισχυρισμούς που προτάθηκαν απαραδέκτως στο πρωτόδικο δικαστήριο ή απερρίφθησαν ως αόριστοι.
Όμως, κατά των εν λόγω ισχυρισμών του εφεσιβλήτου, που προβάλλονται παραδεκτώς, ο εκκαλών, για την τήρηση της αρχής της ισότητας των διαδίκων, μπορεί προς απόκρουση αυτών να αντιτάξει, στην ίδια συζήτηση που προβλήθηκε ο ισχυρισμός του εφεσιβλήτου, νέους ισχυρισμούς. Έτσι, κατά της ενστάσεως παραγραφής της επιδίκου αξιώσεως, που προβάλλει ο εφεσίβλητος, μπορεί αυτός να αντιτάξει, χωρίς περιορισμό, την αντένσταση της διακοπής της παραγραφής αυτής.
Στην παρούσα περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 και 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., επειδή το Εφετείο, παρά τον νόμο, έλαβε υπ' όψη και δεν κήρυξε απαράδεκτη την αντένσταση του ενάγοντος - εκκαλούντος, περί διακοπής της παραγραφής, στην ένσταση που πρότεινε η εναγομένη, αναιρεσείουσα, περί παραγραφής της αξιώσεως τούτου, εφ' όσον την αντένσταση αυτή τόσο ενώπιον του Πρωτοδίκου δικαστηρίου όσο και ενώπιον του Εφετείου πρότεινε με την προσθήκη των προτάσεών του.
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επιτρεπτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτουν τα κατωτέρω: Κατά την συζήτηση της από 20-4-2003 αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου, ενώπιον του Πρωτοδίκου δικαστηρίου, η εναγομένη ήδη αναιρεσείουσα, με τις προτάσεις της, τις οποίες κατέθεσε στο ακροατήριο, σύμφωνα με την επισημείωση επ' αυτών του αρμοδίου γραμματέως, πρότεινε την ένσταση της παραγραφής της κατ' αυτής αξιώσεως του ενάγοντος, κατ' άρθρον 10 παρ. 2 του Ν. 489/1976, εφ' όσον από του χρόνου που συνέβη το ατύχημα (27-9-1999) μέχρι της επιδόσεως εις αυτή της αγωγής παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας.
Ο ενάγων, με την προσθήκη των προτάσεών του, που έγινε μετά την συζήτηση, πρότεινε κατά της ενστάσεως αυτής την αντένσταση της διακοπής της παραγραφής, συνεπεία της επικαλουμένης αναγνωρίσεως της αξιώσεώς του από την εναγομένη, με ενέργειες των αναφερομένων σ' αυτή αντιπροσώπων της. Όμως, τόσο η ένσταση όσο και η αντένσταση δεν προβλήθηκαν παραδεκτώς, ενώπιον του Πρωτοδίκου δικαστηρίου.
Ειδικότερα, η ένσταση παραγραφής προβλήθηκε από την εναγομένη - αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της (όπως εκθέτει στο αναιρετήριο, ενώ δεν προσκομίζει τα σχετικά πρακτικά) και όχι προφορικώς στο ακροατήριο, ώστε να καταχωρισθεί στα πρακτικά και επομένως και η αντένσταση προβλήθηκε με την προσθήκη των προτάσεων του ενάγοντος, ενώ το πρωτόδικο δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με την ένσταση και αντένσταση, επειδή θεώρησε ότι στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιλαμβάνετο ευθεία αξίωση του ενάγοντος - τρίτου κατά της εναγομένης ασφαλίστριας.
Ακολούθως, προς απόκρουση της εφέσεως, που ασκήθηκε από τον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, η εφεσίβλητος - εναγομένη, με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις της, πρότεινε παραδεκτώς την ένσταση της παραγραφής της κατ' αυτής αξιώσεως, ενώ ο εκκαλών - ενάγων, με τις νομίμως ωσαύτως κατατεθείσες προτάσεις του (κατά την συζήτηση, την 17-9-2008 και ώρα 9 π.μ.), αντέταξε, κατ' αυτής, την αντένσταση της διακοπής της παραγραφής.
Η αντένσταση αυτή στην ένσταση της παραγραφής προτάθηκε παραδεκτώς, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην μείζονα πρόταση της παρούσας. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έλαβε αυτήν υπ' όψη και δεν την κήρυξε απαράδεκτο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. και πρέπει οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα εναντία, να απορριφθούν, ως αβάσιμοι.
Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 και 2 του Ν. 489/1976 "Το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι του ποσού αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστού. Η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος". Από την διάταξη αυτή συνάγεται, εν όψει και της διατάξεως του άρθρου 241 ΑΚ, ότι η ανωτέρω διετής παραγραφή αρχίζει από της επομένης ημέρας του ατυχήματος, εντός δε της διετίας αυτής πρέπει να ολοκληρωθεί η άσκηση της αγωγής, δια καταθέσεώς της στην γραμματεία του αρμοδίου δικαστηρίου και επιδόσεώς της στον εναγόμενο (άρθρ. 215 Κ.Πολ.Δ.).
Αν η επίδοση γίνει μετά την συμπλήρωση της διετίας, επιτρεπτώς προτείνεται, από τον εναγόμενο ασφαλιστή, η ένσταση της διετούς παραγραφής. Εξ άλλου, και στην ανωτέρω διετή παραγραφή ισχύουν οι γενικές ρυθμίσεις του ΑΚ, ως προς την αναστολή και διακοπή της παραγραφής. Ειδικώς, κατά την διάταξη του άρθρου 260 Α.Κ." η παραγραφή διακόπτεται όταν ο υπόχρεος αναγνωρίσει την αξίωση με οποιοδήποτε τρόπο".
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για την αναγνώριση αρκεί οποιαδήποτε ενέργεια ή συμπεριφορά του οφειλέτου απέναντι στον δανειστή, από την οποία προκύπτει ότι ο πρώτος, ευρισκόμενος σε πλήρη επίγνωση της αξιώσεως του δευτέρου, θεωρεί αυτήν ότι υπάρχει. Δεν απαιτείται, δηλαδή, αναγνώριση, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 873 Α.Κ., αλλά οποιαδήποτε πραγματική συμπεριφορά του οφειλέτου προς τον δανειστή, με την οποία εκφράζεται η πεποίθηση του πρώτου για την ύπαρξη της υποχρεώσεώς του έναντι του δανειστού.
Προκειμένου περί Ανωνύμου Εταιρείας, η με την ανωτέρω έννοια πραγματική ενέργεια και συμπεριφορά μπορεί να προέρχεται από τον νόμιμο εκπρόσωπο αυτής ή τους καθ' οιονδήποτε τρόπο ενεργήσαντες ως αντιπρόσωποι της ίδιας (ΑΠ 722/2004). Η εκτίμηση δε των πραγματικών γεγονότων, που συνιστούν αναγνώριση, ανήκει στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και δεν υπόκειται, κατ' άρθρον 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται, όταν εφαρμόζεται κανόνας ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα.
Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο, από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ., λόγο αναιρέσεως, δημιουργείται, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του συνταχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου στην απόφαση αποδεικτικού πορίσματος.
Στην παρούσα περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά, εν σχέσει προς την προταθείσα, από τον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο, αντένσταση διακοπής της διετούς παραγραφής, στην αντίστοιχο ένσταση που προτάθηκε από την εναγομένη - αναιρεσείουσας"...
Αποδείχθηκε ακόμη, ότι από την ημέρα του ατυχήματος, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, συνέβη στις 27-9-1999 και συνεχώς μέχρι τουλάχιστον και τον Ιούνιο του 2001, η δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, στην οποία σημειωτέον ότι η αγωγή του ενάγοντος επιδόθηκε στις 3-6-2003, διά των αντιπροσώπων της υποσχόταν στον ενάγοντα ότι θα του καταβάλλει την αποζημίωση που υπέστη αυτός εξ αιτίας του ενδίκου ατυχήματος, όπως προκύπτει από την σαφή κατάθεση της μάρτυρος του ενάγοντος στο ακροατήριο, η οποία μάλιστα κατά την κατά την κατάθεσή της αυτή, αναφέρει ότι επί δυόμισι με τρία έτη μετά το ατύχημα, δηλαδή μέχρι τουλάχιστον τον Φεβρουάριο του 2002 διήρκησε η παραπάνω συμπεριφορά της εναγομένης.
Έτσι δικαιολογείται η πεποίθηση του ενάγοντος ότι η εναγομένη είχε σαφή επίγνωση της αξιώσεώς του και την θεωρούσε υφισταμένη, η οποία συμπεριφορά αποτελεί λόγο διακοπής της διετούς παραγραφής (στις 28-9-2001) που πρότεινε η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, σύμφωνα και με την βάσιμη αντένσταση του ενάγοντος, την οποία παραδεκτά επικαλέστηκε ο ενάγων με την προσθήκη των προτάσεών του, διακοπής της παραγραφής κατ' άρθρο 260 ΑΚ...".
Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο έκρινε βάσιμο την προταθείσα από τον ενάγοντα αντένσταση της διακοπής της παραγραφής και απέρριψε την ένσταση, που προτάθηκε από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, περί παραγραφής της κατ' αυτής αξιώσεως, κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 489/1976. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις του άρθρου 260 ΑΚ, διότι τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχεται, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, ήτοι η προαναφερόμενη συμπεριφορά της εναγομένης διά των αντιπροσώπων της, (υπό την έννοια των προσώπων, τα οποία, στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων των, ενεργούσαν ως αντιπρόσωποι αυτής) πληρούν το πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και στηρίζουν την διαγνωσθείσα έννομο συνέπεια.
Εξ άλλου, με τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αλλά διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, περί της συνδρομής ή μη των όρων του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε. Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, ενώ οι επί μέρους αιτιάσεις που περιέχονται στον τέταρτο λόγο αναιρέσεως (από τον αριθμό 19) είναι απαράδεκτες, διότι ανάγονται στην πληρέστερη ανάλυση και αιτιολόγηση των αποδείξεων, το εκ των οποίων, όμως, πόρισμα εκτίθεται στην απόφαση σαφώς.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 297 έως 300, 330 εδ. β' και 914 του ΑΚ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσοτέρων οχημάτων, η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά του οδηγού παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και της ζημίας.
Μορφή υπαιτιότητας αποτελεί και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο την συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη και κανονική πείρα των πραγμάτων να επιφέρει την ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση.
Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα οδικής Κυκλοφορίας δεν θεμελιώνει, αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση της συγκρούσεως αυτοκινήτων, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί, σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος.
Εξ άλλου, οι έννοιες της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του εμπλακέντος στο αυτοκινητικό ατύχημα οδηγού, για την επέλευση της ζημίας και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ.
α' και β' και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και για παράβαση διδαγμάτων της κοινής πείρας, καθώς και για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως. Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του δικαστηρίου, περί του εάν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχεται το δικαστήριο, ως αποδειχθέντα, καθ' εαυτά, αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας και θεμελιώνουν την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Στην παρούσα περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, εν σχέσει προς την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οδηγών, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά: "....Στις 27-9-1999 και περί ώρα 00.45' πρωινή ο ενάγων ..., οδηγούσε το υπ' αριθμ.
κυκλ. ... ΙΧΦ, αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, και εκινείτο στην Εθνική οδό ... με κατεύθυνση την .... Την ίδια χρονική στιγμή εκινείτο στην ίδια οδό το υπ' αριθμόν ... αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος ..., το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία και εκινείτο προς την αντίθετη κατεύθυνση, από ...
προς ... Σύμφωνα με την έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος το οποίο συνέταξε η τροχαία, η οδός στην οποία κινούνταν τα παραπάνω οχήματα έχει πλάτος 7 μέτρα, με ερείσματα πλάτους ενός μέτρου από την κάθε πλευρά, είναι ευθεία σε μήκος 150 μέτρων, ασφαλτοστρωμένη, με συντελεστή τριβής οδοστρώματος 0,70, χωρίς τεχνητό φωτισμό, με απεριόριστη ορατότητα και κατά την ώρα του συμβάντος το οδόστρωμα ήταν ξηρό.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο εναγόμενος την ώρα εκείνη επέστρεφε στην κατοικία του στην ..., από έναν γάμο στον οποίο παρευρέθηκε ως καλεσμένος και είχε καταναλώσει αλκοολούχα ποτά κατά την διάρκεια της γαμήλιας δεξίωσης, ευρισκόμενος υπό την επήρεια μέθης (βλ. την υπ' αριθμ. πρωτ. 3022/1535-Α72-10-1999 έκθεση εξέτασης Αίματος του Τμήματος Χημείου της Υποδιεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών Βορείου Ελλάδος, από την οποία προκύπτει ότι υπήρχε αλκοόλη στο αίμα του εναγομένου σε ποσοστό 1,34% ανά λίτρο αίματος).
Όταν ο εναγόμενος έφθασε στο 24ο χιλιόμετρο της ανωτέρω οδού, από έλλειψη της προσοχής του λόγω της κατανάλωσης αλκοολούχων ποτών δεν είχε πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, με αποτέλεσμα να ξεφύγει από την πορεία του, να εισέλθει αιφνίδια στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας στο οποίο εκινείτο κανονικά το αυτοκίνητο του ενάγοντος και να συγκρουσθεί με το όχημα του τελευταίου.
Συγκεκριμένα, συγκρούσθηκε το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου με το εμπρόσθιο τμήμα του αντιθέτως ερχομένου οχήματος του ενάγοντος. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποκλειστικά υπαίτιος για το ένδικο ατύχημα είναι ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος από έλλειψη της προσοχής του κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου του λόγω της κατανάλωσης αλκοολούχων ποτών δεν είχε πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, με αποτέλεσμα να ξεφύγει από την πορεία του, να εισέλθει αιφνίδια στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας στο οποίο εκινείτο κανονικά το αυτοκίνητο του ενάγοντος, και να συγκρουσθεί με το όχημα του τελευταίου.
Επομένως θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η προβαλλόμενη ένσταση συνυπαιτιότητας του ενάγοντος κατά ποσοστό 93%, την οποία πρότεινε και η δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, καθώς και η ένσταση του άρθρου 300 ΑΚ που προτάθηκε από αυτήν, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου του δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας, όπως επίσης αβάσιμα ισχυρίζεται η δεύτερη εναγόμενη...".
Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι αποκλειστικός υπαίτιος στην επέλευση του ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών είναι ο α' εναγόμενος, ασφαλισμένος της β' εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, ..., και επεκύρωσε, κατά το κεφάλαιο αυτό, την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοδίκου δικαστηρίου, το οποίο είχε κρίνει ομοίως.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, διότι διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, εν σχέσει με τις συνθήκες του ατυχήματος και την οδηγική συμπεριφορά των εμπλακέντων εις αυτό, σύμφωνα με τους κανόνες της κοινής πείρας, για παρόμοιες περιπτώσεις, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των κανόνων αυτών, ήτοι ως προς την σωστή ή μη εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου αυτής προς το επελθόν αποτέλεσμα.
Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβιάσεως των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, με ανεπαρκή αιτιολογία, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που οι αναφερόμενες στο αναιρετήριο ελλείψεις ανάγονται στην πληρέστερη ανάλυση και αιτιολόγηση των αποδείξεων, το εκ των οποίων, όμως, πόρισμα εκτίθεται στην απόφαση σαφώς, ήτοι ότι ο ασφαλισμένος της εναγομένης - αναιρεσείουσας, λόγω της καταναλώσεως αλκοολούχων ποτών, δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του αυτοκινήτου του, ώστε να μπορεί να εκτελεί τους απαιτουμένους χειρισμούς, με αποτέλεσμα αυτό να ξεφύγει από την πορεία του και να εισέλθει "αιφνιδίως" στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου εκινείτο κανονικά το αυτοκίνητο του ενάγοντος και να συγκρουσθεί με αυτό, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, στο σύνολό της, να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-6-2009 αίτηση της Α.Α.Ε., υπό την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΙΣ ΑΕ" και τον διακριτικό τίτλο "ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΜΙΝΕΤΤΑ", περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 54/2009 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ