1043/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/4/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1582/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5087/2002 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/7/2002 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 30/2004 απόφαση, η οποία παρέπεμψε στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Η υπόθεση επανέρχεται και πάλι για συζήτηση με την από 6/4/2004 κλήση του αναιρεσίβλητου.
Legislator headnote
AI generated1043/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στη συνέχεια εκδόθηκε η 270/2006 απόφαση, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της από 1/7/2002 αιτήσεως για αναίρεση της 5087/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Η υπόθεση επανέρχεται και πάλι για συζήτηση με την από 1/3/2006 κλήση του αναιρεσίβλητου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1043 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1043/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καθής η κλήση: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "LAVIPHARM (=ΛΑΒΙΦΑΡΜ) Ανώνυμος Βιομηχανική Εταιρεία Φαρμακευτικών, Χημικών και Καλλυντικών Προϊόντων", που εδρεύει στην Παιανία Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λεβέντη.
Του αναιρεσίβλητου - καλούντος: ......, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ψωμά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/4/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1582/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5087/2002 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/7/2002 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 30/2004 απόφαση, η οποία παρέπεμψε στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Η υπόθεση επανέρχεται και πάλι για συζήτηση με την από 6/4/2004 κλήση του αναιρεσίβλητου.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 2/2005 απόφαση, η οποία ανέπεμψε στο Β2 τμήμα του Αρείου Πάγου. Η υπόθεση επανέρχεται και πάλι για συζήτηση με την από 6/4/2005 κλήση του αναιρεσίβλητου.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 270/2006 απόφαση, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της από 1/7/2002 αιτήσεως για αναίρεση της 5087/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Η υπόθεση επανέρχεται και πάλι για συζήτηση με την από 1/3/2006 κλήση του αναιρεσίβλητου.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας ανέγνωσε την από 2003 έκθεση του Αρεοπαγίτη Θεόδωρου Τζέμου, ο οποίος έχει ήδη αποχωρήσει από την υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε την μερική παραδοχή της αναιρέσεως κατά τα προεκτεθέντα. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 1-3-2006 κλήση του αναιρεσιβλήτου φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση και έρευνα των λοιπών λόγων, η από 1-7-2002 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5087/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, μετά την, με την υπ' αριθμ. 30/2004 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, παραπομπή στην Ολομέλεια του πρώτου ( κατά το πρώτο μέρος του) λόγου αναιρέσεως ( από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ ) και την απόρριψη αυτού με την υπ' αριθμ. 2/2005 απόφαση της εν λόγω Ολομέλειας.
Από τη διάταξη του άρθρου 527 αριθ. 1, περίοδος πρώτη του Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι ο εφεσίβλητος, που υπήρξε στην πρωτοβάθμια δίκη εναγόμενος, παραδεκτά προβάλλει στην κατ' έφεση δίκη ενστάσεις που τείνουν σε κατάλυση της αγωγής και μέσω τούτου σε απόρριψη της εφέσεως, έστω και αν δεν είχε προβάλει αυτές πρωτοδίκως ή τις είχε μεν προβάλει αλλά απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες λόγω μη έγκαιρης προβολής τους ή ως αόριστες.
Εξάλλου, το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας κατά το άρθρο 656 ΑΚ, λόγω άκυρης καταγγελίας της εργασιακής του συμβάσεως, υπόκειται, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Τέτοια υπέρβαση υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, για να εισπράττει από αυτόν, χωρίς να εργάζεται, τους μισθούς υπερημερίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, η αναιρεσείουσα είχε προβάλει πρωτοδίκως την ανωτέρω εκ του άρθρου 281 ΑΚ, καταλυτική της περί επιδικάσεως μισθών υπερημερίας αγωγής, ένσταση, ότι δηλαδή ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος απέφυγε αδικαιολόγητα και κακόβουλα την εξεύρεση άλλης εργασίας.
Την ένσταση αυτή, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επανέφερε η αναιρεσείουσα στο Εφετείο προς απόκρουση του δεύτερου λόγου εφέσεως του αναιρεσιβλήτου με τον οποίο εκείνος διατύπωνε παράπονο σχετικά με το ύψος των μισθών υπερημερίας που του επιδικάστηκαν. Το Εφετείο, όμως, ερεύνησε τον ισχυρισμό αυτό μόνο ως προς το παραδεκτό ή μη της προβολής του στον πρώτο βαθμό με αφορμή τους σχετικούς λόγους των αντίθετων εφέσεων των διαδίκων και όχι ως ισχυρισμό που προβάλλεται παραδεκτώς στη δευτεροβάθμια δίκη προς απόκρουση της εφέσεως.
Επομένως, το Εφετείο υπέπεσε στην από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, της μη λήψεως δηλαδή παρά το νόμο υπόψη πράγματος που προτάθηκε και έχει έννομη επίδραση στην έκβαση της δίκης, συνακόλουθα δε πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που προβάλλεται η εν λόγω πλημμέλεια.
Από το συνδυασμό των άρθρων 648 παρ. 1 και 653 του ΑΚ προκύπτει ότι με τη σύμβαση εργασίας ο εργαζόμενος έχει υποχρέωση να παρέχει, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, την εργασία του στον εργοδότη και αυτός να του καταβάλει το συμφωνημένο ή συνηθισμένο μισθό. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε, κατά τα προκύπτοντα από την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα εξής:
Με δεδομένο ότι οι μέχρι την κατά την 14-5-1997 άκυρη απόλυση του αναιρεσιβλήτου μηνιαίες αποδοχές του ανέρχονταν σε 941.760 δραχμές, παρέπεται ότι αυτές κατά τα επόμενα έτη, τα οποία εμπίπτουν στο επίδικο χρονικό διάστημα (από 5-2-98 έως 24-2-2000), θα ανέρχονταν α) το έτος 1998 στο ποσό των 988.848 δραχμών, δηλαδή θα προσαυξάνονταν κατά ποσοστό 5% για την κάλυψη του πληθωρισμού, β) το έτος 1999, μετά την προσαύξηση κατά ποσοστό 2.5% για την κάλυψη του πληθωρισμού, στο ποσό των 1.013.569 δραχμών και γ) το έτος 2000, μετά την κατά ποσοστό 2,5% προσαύξηση για την κάλυψη του πληθωρισμού, στο ποσό των 1.034.246 δραχμών.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διότι διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων, σχετικά με ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι σχετικά με τη διαμόρφωση του εκάστοτε οφειλόμενου μισθού υπερημερίας.
Συγκεκριμένα δε διαλαμβάνει αν υπήρχε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για την αναπροσαρμογή κάθε έτος του μισθού του αναιρεσιβλήτου, ούτε προσδιορίζει τα στοιχεία από τα οποία το εν λόγω δικαστήριο συνήγαγε το ύψος του εκάστοτε ετήσιου πληθωρισμού ενώ επιπλέον δε διευκρινίζει σε ποιον πληθωρισμό αναφέρεται, δηλαδή τον προκύπτοντα από το δείκτη τιμών καταναλωτή ή τον καθοριζόμενο από την κρατική στατιστική υπηρεσία και το Υπουργείο Εμπορίου, σε μέσα ετήσια επίπεδα.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται η πιο πάνω πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Επομένως, πρέπει, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5087/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 15 Μαΐου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ