Legislator Case Law & Legislation
1042/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against inheritance dispute judgment due to death of defendant during appeal proceedings.

Case Number 1042/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding an inheritance dispute. The appellant argued that the lower court failed to properly assess the validity of property transfers and the deceased mother's intent, but the court found its reasoning based on evidence sufficient. The appeal was rejected because the appellant failed to identify any other grounds for review, and the court ordered the appellant to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286, 287, 290 of the Code of Civil Procedure; Articles 1846, 1847 of the Civil Code: The appeal is dismissed if the appellant fails to identify other grounds for review after the lower court's decision is based on sufficient evidence.

Keywords

AI generated
appeal proceedings inheritance dispute property transfer legal costs dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 286, 287, 290 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Articles 1846, 1847 of the Civil Code
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1042 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1042/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Π. του Β., κατοίκου ..., ως καθολικού διαδόχου της αποβιωσάσης αρχικώς ενάγουσας Α. χήρας Β. Π., το γένος Γ. Η., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Σπυρόπουλο που ανακάλεσε την από 1/2/2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ε. Π. του Β., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου: Η. Π. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Ρομποτή, που ανακάλεσε την από 1/2/2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος του ως άνω αναιρεσείοντος, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 2 αναιρεσείουσα Ε. Π. του Β. απεβίωσε στις .../2022 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό .../2022 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου του Δήμου Αργολίδος, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν ο μοναδικός εκ διαθήκης κληρονόμος αυτής Γ. Π. του Β., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/1/2014 αγωγή που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 525/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 219/2017 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/6/2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 περ. α', 287 και 290 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 του Α.Κ., προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από την γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει την δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου, μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση των προσώπων τα οποία, ως κληρονόμοι εκείνου, υπεισέρχονται στην δικονομική του θέση.

Εφόσον αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρά, η νόμιμη δυνατότητα του προσώπου να διεξάγει τη δίκη στη θέση του διαδίκου, στον οποίο αφορούσε το διακοπτικό γεγονός, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επανάληψης και η δίκη συνεχίζεται κανονικά (ΑΠ 928/2022, ΑΠ 814/2022, ΑΠ 335/2018, ΑΠ 21/2017, ΑΠ 807/2017).

Είναι αδιάφορο δε αν οι κληρονόμοι καλούνται στη κληρονομία με διαθήκη ή εξ αδιαθέτου. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που λαμβάνονται υπόψη κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η δεύτερη αναιρεσείουσα απεβίωσε στις 4-9-2022, δηλαδή μετά την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (στις 12-7-2019) και με την από 16-8-2014 ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα, δυνάμει του υπ' αριθ. 285/11-10-2022 πρακτικού δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης του Ειρηνοδικείου Άργους και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθ. 14/8-11-2022 Πράξη της Ειρηνοδίκη Άργους, εγκατέστησε μοναδικό κληρονόμο σε ολόκληρη την κινητή και ακίνητη περιουσία της τον αδελφό της πρώτο αναιρεσείοντα, ο οποίος με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του, Σπυρίδωνα Σπυρόπουλου, που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά και με τις προτάσεις που κατέθεσε για την παρούσα δίκη γνωστοποίησε στον αναιρεσίβλητο το γεγονός του θανάτου της ως άνω καθολικής δικαιοπαρόχου του και ταυτόχρονα δήλωσε ότι συνεχίζει εκούσια τη διακοπείσα δίκη, υπεισερχόμενος στη θέση της.

Ο αναιρεσίβλητος, αδελφός των αναιρεσειόντων, με το έγγραφο υπόμνημά του αμφισβητεί ότι ο πρώτος αναιρεσείων είναι ο μοναδικός κληρονόμος της αποβιώσασας αδελφής τους, επικαλούμενος ότι ο ίδιος έχει ασκήσει την από 23-10-2022 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, αιτούμενος να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της ως άνω ιδιόγραφης διαθήκης, η δίκη για την οποία εκκρεμεί, καθώς και ότι άσκησε ανακοπή για την ακύρωση της ως άνω (14/8-11-2022) Πράξης κήρυξης κυρίας της διαθήκης, η οποία, με την υπ' αριθ. 155/2023 απόφαση του Ειρηνοδικείου Άργους (διαδικασία εκουσίας διαδικασίας), έγινε δεκτή και ότι σε κάθε περίπτωση η θανούσα κατέλειπε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους τα αδέλφια της, ήτοι αυτόν και τον πρώτο αναιρεσείοντα.

Επομένως, εφόσον ο αναιρεσίβλητος δεν αμφισβητεί την ιδιότητα του πρώτου αναιρεσείοντα ως κληρονόμου της αποβιώσασας αδελφής του δεύτερης αναιρεσείουσας, παρά μόνο το ποσοστό της κληρονομικής του διαδοχής, σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, η δίκη γι' αυτήν παραδεκτά συνεχίζεται μεταξύ του πρώτου αναιρεσείοντα κληρονόμου της και του αναιρεσίβλητου.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 34, 35 ΑΚ και 62, 73, 313 παρ. 1 περ. δ, 556, 558 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. του ίδιου Κώδικα που, κατ' άρθρο 573 παρ. 1 αυτού, εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι, σε περίπτωση θανάτου κάποιου διαδίκου, πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, εάν ο θάνατός του επήλθε μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, οπότε δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής, ασκείται από τους καθολικούς διαδόχους (κληρονόμους του αποβιώσαντος) ή αντίστοιχα απευθύνεται κατά των καθολικών διαδόχων αυτού (ΑΠ 518/2023, ΑΠ 194/2023, ΑΠ 1873/2022, ΑΠ 765/2021, ΑΠ 1072/2020, ΑΠ 259/2019, ΑΠ 433/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 219/2017 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, που απέρριψε την έφεση της αρχικής διαδίκου (ενάγουσας), Α. χήρας Β. Π. και έκανε δεκτή την συνεκδικαζόμενη μ' αυτήν έφεση του αναιρεσίβλητου κατά της υπ' αριθμ. 525/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή της αρχικής ενάγουσας κατά την κύρια βάση της (ακύρωση δικαιοπραξίας λόγω απάτης) και είχε ακυρωθεί κατά ένα μέρος η καταρτισθείσα μεταξύ αυτής και του αναιρεσίβλητου από 2-10-2009 σύμβαση μεταβίβασης της ψιλής κυριότητας των μετοχών της, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και, αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, την απέρριψε στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε από τους αναιρεσείοντες με την ιδιότητα των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) της μητέρας τους αρχικής ενάγουσας, η οποία, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που λαμβάνονται υπόψη κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, απεβίωσε στις 24-1-2019, ήτοι μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (στις 13-7-2017) και με την από 9-2-2017 ιδιόγραφη διαθήκη της και την από 14-12-2018 συμπληρωματική αυτής ιδιόγραφη διαθήκη, οι οποίες δημοσιεύθηκαν νόμιμα, δυνάμει των υπ' αριθ. 297/2-9-2019 και 375/15-10-2019 πρακτικών δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης του Ειρηνοδικείου Άργους, εγκατέστησε μοναδικούς κληρονόμους σε ολόκληρη την κινητή και ακίνητη περιουσία της, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, τους αναιρεσείοντες (γνήσια τέκνα της), ενώ αποκλήρωσε τον αναιρεσίβλητο (επίσης γνήσιο τέκνο της).

Με αίτηση των αναιρεσειόντων εκδόθηκε το υπ' αριθ. .../2021 κληρονομητήριο, με το οποίο πιστοποιείται το άνω κληρονομικό τους δικαίωμα. Επομένως, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η αίτηση αναίρεσης παραδεκτά ασκήθηκε από τους αναιρεσείοντες (για την δεύτερη εκ των οποίων τη δίκη συνεχίζει ο πρώτος), καθολικούς διαδόχους της αρχικής διαδίκου (ενάγουσας).

Ο αναιρεσίβλητος, με το έγγραφο υπόμνημά του αμφισβητεί το ποσοστό κληρονομικής διαδοχής των αναιρεσειόντων στην κληρονομία της μητέρας τους, επικαλούμενος ότι ο ίδιος έχει ασκήσει την από 3-2-2023 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, η δίκη για την οποία εκκρεμεί, αιτούμενος να αναγνωρισθεί ο ίδιος ως νόμιμος μεριδούχος-κληρονόμος της μητέρας του, κατά το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του.

Παρότι δε ο εν λόγω ισχυρισμός του αναιρεσίβλητου απαραδέκτως προβάλλεται, καθόσον το έγγραφο υπόμνημά του δεν κατατέθηκε είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης (άρθρο 570 ΚΠολΔ), σημειώνεται ότι σε κάθε περίπτωση δεν ασκεί επιρροή στο παραδεκτό της άσκησης αναίρεσης, καθόσον ο τελευταίος δεν αμφισβητεί την ιδιότητα των αναιρεσειόντων ως καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) της αποβιώσασας αρχικής διαδίκου μητέρας τους παρά μόνο το ποσοστό της κληρονομικής τους διαδοχής.

Εφόσον δε η αναίρεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 147 ΑΚ, ως απάτη που στοιχειοθετεί ελάττωμα της βούλησης και μπορεί να επιφέρει, υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 140 και 141 ΑΚ, ακύρωση της καταρτισθείσας δικαιοπραξίας, νοείται κάθε συμπεριφορά, με την οποία ενσυνείδητα και από πρόθεση (αρκεί και ενδεχόμενος δόλος) προκαλείται σε άλλον πλάνη ή ενισχύεται ή διατηρείται πεπλανημένη αντίληψη αυτού, ώστε η συμπεριφορά αυτή να υπήρξε αποφασιστική για την κατάρτιση της δικαιοπραξίας ή τη συνομολόγηση ορισμένων κρίσιμων σημείων αυτής.

Η παραπλανητική συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται είτε στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών (παρελθόντων, παρόντων ή μελλόντων) είτε στην απόκρυψη ή αποσιώπηση, εφόσον στην τελευταία περίπτωση ο αποσιωπών ή αποκρύπτων την αλήθεια έχει υποχρέωση να την αποκαλύψει είτε από το νόμο, είτε από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Επιπλέον, η, συνεπεία της απάτης, πλάνη του δηλούντος δεν ενδιαφέρει αν είναι συγγνωστή ή όχι, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται στα παραγωγικά αίτια της βούλησης, αν δε είναι ουσιώδης μπορεί να επιφέρει την ακύρωση της δικαιοπραξίας και λόγω πλάνης. Ο δόλος του μετερχομένου την απάτη υπάρχει όταν αυτός επιδιώκει ή τουλάχιστον αποδέχεται να παρασυρθεί ο απατώμενος σε δήλωση βούλησης, στην οποία δεν θα προέβαινε χωρίς τη δόλια εξαπάτηση, δεν απαιτείται όμως ο εξαπατών να επιδιώκει την απόκτηση παρανόμου περιουσιακού οφέλους.

Αρκεί μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς του δράστη και της δήλωσης βούλησης του εξαπατηθέντος να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος, με την έννοια ότι η παραπλανητική αυτή συμπεριφορά του δράστη υπήρξε αποφασιστικό αίτιο για τη δήλωση βούλησης του συγκεκριμένου εξαπατηθέντος. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 154 ΑΚ η ακύρωση της δικαιοπραξίας λόγω απάτης επέρχεται με δικαστική απόφαση, η οποία είναι διαπλαστική και, όταν γίνει τελεσίδικη, ισχύει έναντι όλων (ΑΠ 1577/2023, ΑΠ 1661/ 2022, ΑΠ 1730/2022, ΑΠ 1225/2010).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 178 του ΑΚ "δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτομένου μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η αντίθεση δε στα χρηστά ήθη που καθιστά άκυρη τη δικαιοπραξία, κρίνεται από το περιεχόμενό της, όχι μεμονωμένα από την αιτία που κίνησε τους συμβαλλομένους να τη συνάψουν ή τον σκοπό, στον οποίον αυτοί αποβλέπουν, αλλά από το σύνολο των περιστάσεων και των συνθηκών, που τη συνοδεύουν.

Κατά δε το άρθρο 179 ΑΚ, το οποίο αποτελεί ειδικότερη περίπτωση εφαρμογής του προηγουμένου άρθρου 178: "άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο για κάποια παροχή περιουσιακά ωφελήματα που κατά τις περιστάσεις τελούν σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή".

Όπως προκύπτει από το συνδυασμό αυτών των διατάξεων και εκείνων των άρθρων 174 και 180 ΑΚ, για να χαρακτηριστεί μία δικαιοπραξία ως αισχροκερδής - καταπλεονεκτική και συνεπώς άκυρη, λόγω αντίθεσής της προς τα χρηστά ήθη, απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικά τρία στοιχεία, δηλαδή α) προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής β) ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του ενός από τους συμβαλλομένους και γ) εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο της γνωστής σε αυτόν ανάγκης ή κουφότητας ή απειρίας του αντισυμβαλλομένου του.

Τα στοιχεία της ανάγκης, της κουφότητας ή της απειρίας όμως δεν είναι απαραίτητο, όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωση της δεύτερης από τις πιο πάνω διατάξεις, να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά αρκεί η συνδρομή και μόνον του ενός απ' αυτά. Απειρία είναι η έλλειψη συνήθως πείρας ως προς τα οικονομικά δεδομένα και μεγέθη, ως προς τις τιμές και ως προς τις συναλλαγές.

Κουφότητα είναι η αδιαφορία για τις συνέπειες και τη σημασία των πράξεων, ενώ ανάγκη είναι και η οικονομική, αρκεί να είναι άμεση και επιτακτική. Η δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής πρέπει να είναι προφανής.

Εξάλλου, εκμετάλλευση υπάρχει, όταν αυτός που γνωρίζει την ως άνω κατάσταση του αντισυμβαλλομένου του (ανάγκη, κουφότητα, απειρία), επωφελείται και με κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή. Ειδικότερα, φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής είναι αυτή που υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου και η οποία υπερβαίνει το μέτρο κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό να αποκομίζει ο ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου επί ζημία του άλλου.

Η δυσαναλογία αυτή, η οποία διαπιστώνεται, ενόψει των περιστάσεων και της φύσης της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, κατά το χρόνο της κατάρτισής της, (περιεχόμενο, σκοπός, αξία παροχών), χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι υποκειμενικές παραστάσεις ή επιθυμίες των μερών, αποτελεί νομική έννοια και, ως εκ τούτου, η κρίση περί της ύπαρξης αυτής ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 403/2017, ΑΠ 234/2017, ΑΠ 810/2013, ΑΠ 890/2011).

Η κρίση, όμως, του ουσιαστικού δικαστηρίου με την οποία διαπιστώνει, κατά την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, ότι συνέτρεξαν ή όχι τα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν ελέγχεται αναιρετικώς κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 914/2021, ΑΠ 86/2018, ΑΠ 403/2017, ΑΠ 2108/2017, ΑΠ 432/2016, ΑΠ 764/2014, ΑΠ 2139/2013). Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.

Ο λόγος αυτός υπάρχει, όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Εσφαλμένη, κατ' ακρίβεια, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε, (ανέλεγκτα), ο δικαστής της ουσίας υπαγόταν στον κανόνα αυτό ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπαγόταν σ' αυτόν (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 4/2006, ΑΠ 1706/ 2014, ΑΠ 159/2004).

Ειδικότερα, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1525/2022, ΑΠ 1096/2022, ΑΠ 1470/2021, ΑΠ 1285/2021).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, ''έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ''ανεπαρκής αιτιολογία'' ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ''αντιφατική αιτιολογία'' (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (αρθρ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ), πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης.

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί με αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως οι αρνητικοί της αγωγής ισχυρισμοί, ούτε η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 354/2022, ΑΠ 420/2022, ΑΠ 1027/ 2022, ΑΠ 1470/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδονται στη προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 147 και 179 του ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τους, δεχόμενο εσφαλμένα και με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ότι η από 2-10-2009 ένδικη σύμβαση, με την οποία η αρχική ενάγουσα πώλησε στον αναιρεσίβλητο υιό της την ψιλή κυριότητα των 17.640 μετοχών της στην οικογενειακή τους επιχείρηση (ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Β.

Π. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΠΛΑΣΤΙΚΩΝ-ΑΡΔΕΥΤΙΚΩΝ") στην ονομαστική αξία αυτών, αντί συνολικού τιμήματος 74.088 ευρώ, με παρακράτηση της επικαρπίας εφόρου ζωής και, επίσης, του παραχώρησε το δικαίωμα συμμετοχής της στη γενική συνέλευση της άνω εταιρίας και το δικαίωμα ψήφου σε αυτήν, είναι καθόλα έγκυρη και δεν συνιστά προϊόν απατηλής συμπεριφοράς του αναιρεσίβλητου ούτε προϊόν εκμετάλλευσης απ' αυτόν, με δυσανάλογα οφέλη για τον εαυτό του, της απειρίας και της κουφότητας της ενάγουσας.

Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Β. Π. Ανώνυμη Εταιρία Εμπορίας Πλαστικών-Αρδευτικών", ιδρύθηκε το έτος 1992, με αντικείμενο την εμπορία υδραυλικών και αρδευτικών συστημάτων και μετοχικό κεφάλαιο, το οποίο μετά από διαδοχικές αυξήσεις αντιστοιχούσε σε 65.000 μετοχές.

Μέτοχοι ήταν σχεδόν όλα τα μέλη της οικογένειας, ήτοι ο Β. Π., με 32.500 μετοχές, που αντιστοιχούσαν σε ποσοστό 50% του μετοχικού κεφαλαίου, η ενάγουσα (σύζυγός του), Κ. Π., με 6.500 μετοχές, που αντιστοιχούσαν σε ποσοστό 10% του μετοχικού κεφαλαίου, ο εναγόμενος (υιός του), Η. Π., με 19.500 μετοχές, που αντιστοιχούσαν σε ποσοστό 30% του μετοχικού κεφαλαίου και η Ε.

Π. (θυγατέρα του), με 6.500 μετοχές, που αντιστοιχούσαν σε ποσοστό 10% του μετοχικού κεφαλαίου, ενώ ο μικρότερος υιός της οικογένειας Γ. Π., δεν μετείχε στην εταιρία, διότι ήταν ανήλικος κατά τον χρόνο ίδρυσής της. Την διαχείριση της ανωτέρω εταιρίας είχε ο αποβιώσας μαζί με τη βοήθεια του εναγομένου, ο οποίος κατ' επιλογήν του δεν σπούδασε, προκειμένου να αναμειχθεί από νωρίς στα εταιρικά πράγματα.

Οι λοιποί μέτοχοι ουδέποτε αναμείχθηκαν στη διεύθυνση της εταιρίας και περιορίζονταν στη μετοχική συμμετοχή τους σε αυτή, με τα οφέλη που αυτή επαγόταν. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα (σύζυγος του αποβιώσαντος) απολάμβανε τα οφέλη αυτά, χωρίς να έχει οποιαδήποτε ουσιαστική ανάμειξη στην εταιρία, ενώ η θυγατέρα του αποβιώσαντος Ε.

Π. απασχολούνταν ως υπάλληλος της εταιρίας αντί καταβαλλομένου μηνιαίου μισθού μέχρι το έτος 2000. Στην συνέχεια, ασθένησε από καρκίνο του μαστού και αργότερα από νεφρική ανεπάρκεια, με αποτέλεσμα να παύσει να εργάζεται, χωρίς ωστόσο να σταματήσει να λαμβάνει το ποσό που αντιστοιχούσε στο μισθό της, ως οικονομικό βοήθημα πλέον, ύψους 800 ευρώ.

Επιπλέον, προέκυψε ότι ο μικρότερος υιός της οικογένειας Γ. Π. ακολούθησε σπουδές στο Πολυτεχνείο, μετά το πέρας των οποίων ίδρυσε το έτος 2001 σε οικογενειακό ακίνητο ατομική επιχείρηση με αντικείμενο εμπορίας συναφές με αυτό της ανώνυμης εταιρίας και συγκεκριμένα ασχολείτο με την εμπορία υδραυλικών συστημάτων, με εξειδίκευση στον κτιριακό εξοπλισμό και την εγκατάσταση γηπέδων πρασίνου.

Μετά το θάνατο του Β. Π., στις 1-9-2007, ο οποίος απεβίωσε αδιάθετος και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα λοιπά μέλη της οικογένειας του, επήλθε εξώδικη διανομή των μετοχών του μεταξύ των κληρονόμων και αύξηση του μετοχικού-κεφαλαίου, στην οποία αυτοί μετείχαν κατά το ποσοστό συμμετοχής τους στο υφιστάμενο μετοχικό κεφάλαιο.

Έκτοτε δε, οι μετοχές που απέκτησε κάθε μέτοχος διαμορφώθηκαν ως ακολούθως: α) η ενάγουσα (χήρα του) απέκτησε 17.640 μετοχές, που αντιστοιχούσαν σε ποσοστό 22,50 % του μετοχικού κεφαλαίου, β) ο εναγόμενος (υιός του) έλαβε 33.320 μετοχές, που αντιστοιχούσαν σε ποσοστό 42,50 % του μετοχικού κεφαλαίου, γ) η Ε. Π. (θυγατέρα του) έλαβε 17.640 μετοχές, που αντιστοιχούσαν σε ποσοστό 22,50 % του μετοχικού κεφαλαίου και δ) ο Γ.

Π. (υιός του) απέκτησε 9.800 μετοχές, που αντιστοιχούσαν σε ποσοστό 12,50 % του μετοχικού κεφαλαίου. Τη διεύθυνση της ανώνυμης εταιρίας ανέλαβε πλέον εξ ολοκλήρου ο εναγόμενος, με κερδοφόρα αποτελέσματα που οδηγούσαν στη διανομή ετησίου μερίσματος στους μετόχους, αλλά και στη μεταφορά μέρους των κερδών στις επόμενες εταιρικές χρήσεις (κέρδη εις νέον), όπως άλλωστε έπραττε και ο αποβιώσας.

Χαρακτηριστικά κατά τα έτη 2008 έως 2011 διανεμήθηκε μέρισμα ύψους 50.000 Ευρώ.

Περαιτέρω, προέκυψε ότι κατά το έτος 2008 η ενάγουσα εμφάνισε σοβαρό πρόβλημα υγείας (καρκίνο του μαστού), για το οποίο νοσηλεύθηκε από 20.5.2008 έως και 24.5.2008 και από 11.11.2008 έως και 14.11.2008 στο θεραπευτήριο ΙΑΣΩ, όπου υποβλήθηκε σε δύο χειρουργικές επεμβάσεις (ολική / μαστεκτομή και επέμβαση αποκατάστασης) και στην συνέχεια παρακολούθησε πρόγραμμα χημειοθεραπείας και ακτινοθεραπείας.

Κατόπιν τούτου, ο εναγόμενος το καλοκαίρι του 2009 άρχισε να της ζητεί να του μεταβιβάσει όλες τις μετοχές της, έτσι ώστε να αποκτήσει την πλειοψηφία των μετοχών, πράγμα που θεωρούσε δίκαιο, καθόσον ήταν αυτός που ασχολούνταν τόσα χρόνια με την λειτουργία της, η οποία ήταν εύρυθμη και αποδοτική. Αρχικά η ενάγουσα είχε τις επιφυλάξεις της, στην συνέχεια όμως και αφού προηγουμένως συμβουλεύτηκε τον συμβολαιογράφο Άργους Σ.

Μ., ο οποίος ήταν χρόνια οικογενειακός φίλος του συζύγου της και απολάμβανε της εμπιστοσύνης της, αποφάσισε να μεταβιβάσει με πώληση τις μετοχές της στον εναγόμενο κατά ψιλή κυριότητα, καθώς και το δικαίωμα ψήφου (το οποίο μέχρι τώρα ασκούσε τελείως τυπικά), κρατώντας την επικαρπία αυτών εφ' όρου ζωής, ούτως ώστε να είναι και η ίδια εξασφαλισμένη οικονομικά.

Έτσι στις 2-10-2009 κατήρτισε μαζί με τον εναγόμενο υιό της σχετική σύμβαση πωλήσεως, συνυπογράφοντας το από 2-10-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό (ενός φύλλου), το περιεχόμενο του οποίου είχε προηγουμένως αναγνώσει. Συγκεκριμένα, δυνάμει του προρρηθέντος συμφωνητικού του πώλησε και του μεταβίβασε κατά ψιλή κυριότητα 17.640 ονομαστικές μετοχές, ήτοι το σύνολο των μετοχών της στο κεφάλαιο της ανωτέρω εταιρίας, για τις οποίες δεν έχουν εκδοθεί ακόμα τίτλοι, παρακρατώντας υπέρ αυτής το δικαίωμα επικαρπίας εφ' όρου ζωής, αντί του εύλογου τιμήματος των 4,20 ευρώ για κάθε μετοχή, ήτοι συνολικά το ποσό των 74.088 ευρώ (ποσό το οποίο αντιστοιχούσε στην ονομαστική αξία των μετοχών, ενώ η εμπορική τους αξία ανερχόταν σε 454.936,80 Ευρώ) και το οποίο ποσό (74.088 Ευρώ,) της κατέβαλε πάραυτα ο εναγόμενος.

Ρητά επιπλέον συμφώνησαν στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, ότι το δικαίωμα συμμετοχής της στη γενική συνέλευση της εταιρίας, όλα τα δικαιώματα που συνάπτονται και παρακολουθούν το ως άνω δικαίωμα συμμετοχής της στη συνέλευση, καθώς και το δικαίωμα ψήφου σε αυτήν περιέρχονται εφεξής στον εναγόμενο, υιό της.

Στην συνέχεια, μετέβησαν στο Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών, προκειμένου να βεβαιωθεί το γνήσιο της υπογραφής τους και στις 14-10-2009 κατατέθηκε το ένδικο συμφωνητικό από τον εναγόμενο στην αρμόδια ΔΟΥ Άργους, με αριθμό καταχώρησης 6/14-10-2009. Οι σχέσεις μεταξύ των διαδίκων κύλησαν ομαλά για τα επόμενα δύο έτη.

Ωστόσο τον Ιούλιο του 2012, άρχισαν να δημιουργούνται προβλήματα μεταξύ όλων των μετόχων και του εναγομένου, λόγω μείωσης του μερίσματος από το ποσό των 50.000 Ευρώ σε 40.000 Ευρώ. Ακολούθως, η ενάγουσα άσκησε την από 13-1-2014 κρινόμενη αγωγή της, ισχυριζόμενη ότι η προαναφερόμενη σύμβαση πώλησης της ψιλής κυριότητας των μετοχών της και του δικαιώματος ψήφου της, είναι προϊόν απάτης του εναγομένου υιού της, ο οποίος την εξαπάτησε αφενός ως προς την πραγματική αξία των μετοχών, αφετέρου ως προς τη ρήτρα της μεταβίβασης του δικαιώματος ψήφου της, την οποία ουδόλως είχαν συμφωνήσει, γεγονός το οποίο πληροφορήθηκε τον Ιούλιο του 2012 και επικουρικά ότι εκμεταλλεύθηκε την κουφότητα και τη απειρία της.

Εντούτοις, ο προρρηθείς ισχυρισμός της ενάγουσας ουδόλως αποδείχθηκε. Αντιθέτως, από το σύνολο του εισφερθέντος στην παρούσα δίκη αποδεικτικού υλικού προέκυψε ότι η ως άνω δήλωση της ενάγουσας, η οποία ήταν ηλικίας 63 ετών κατά το χρόνο κατάρτισης της ως άνω σύμβασης, συμφωνούσε απολύτως με την βούλησή της και ήταν συνειδητή απόφασή της, στα πλαίσια της εν γένει διευθέτησης της περιουσίας της μεταξύ των τέκνων της και της ταυτόχρονης δικής της οικονομικής εξασφάλισης.

Συγκεκριμένα, προέκυψε ότι η ενάγουσα α) έχοντας εμπιστοσύνη στην πείρα και στις ικανότητες του πρώτου εναγομένου στην διεύθυνση της εταιρίας, λόγω της ευδόκιμης προηγούμενης πορείας του, προέβη στην μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας των μετοχών της, μαζί με το δικαίωμα ψήφου, εμπορικής αξίας 454.936,80, παρακρατώντας την επικαρπία αυτών, εισπράττοντας το τίμημα των 74.088 (ονομαστική αξία μετοχών), β) μεταβίβασε δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-2010 συμβολαίου, του συμβολαιογράφου Άργους Σ.

Μ., λόγω γονικής παροχής στον έτερο υιό της Γ. Π. την ψιλή κυριότητα, παρακρατώντας εφ όρου ζωής την επικαρπία, δύο οριζοντίων ιδιοκτησιών (καταστήματος ισογείου ορόφου εμβαδού 151,24 τ.μ. και διαμερίσματος πρώτου ορόφου εμβαδού 156,53 τ.μ.) επί τριώροφης οικοδομής κειμένης στην οδό ... στο Άργος, σε σημείο με εμπορική κίνηση, εμπορικής αξίας αμφοτέρων 490.000 ευρώ περίπου, το οποίο μεταγράφηκε νομίμως, ενώ στην θυγατέρα της Ε.

Π., είχε μεταβιβάσει προ ετών ένα διαμέρισμα της ίδιας ως άνω τριώροφης οικοδομής, κείμενο άνωθεν της κατοικίας της, για να της εξασφαλίσει και κατοικία. Εξάλλου, το γεγονός ότι το τίμημα της πώλησης ορίστηκε στο ποσό της ονομαστικής και όχι της εμπορικής αξίας των μετοχών τυγχάνει απολύτως δικαιολογημένο, καθώς στα υπόλοιπα τέκνα της η ενάγουσα προέβη στις προαναφερόμενες μεταβιβάσεις από χαριστική αιτία και όχι από επαχθή, όπως εν προκειμένω.

Η κίνησή της δε, να προβεί σε πώληση της ψιλής κυριότητας των μετοχών της και του δικαιώματος ψήφου της με τίμημα, έστω και αυτό της ονομαστικής και όχι εμπορικής αξίας καταδεικνύει ότι έπραξε συνειδητά με σκοπό να μοιράσει σχεδόν ισομερώς, σε αξία, τα μεταβιβασθέντα περιουσιακά στοιχεία της, σε συνάρτηση και με τον επαγγελματικό προσανατολισμό και τις οικογενειακές ανάγκες των τέκνων της, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα τον εαυτό της με μετρητά χρήματα (τίμημα πώλησης ύψους 74.088 Ευρώ) και περιοδικές παροχές (μερίσματα), παρακρατώντας την επικαρπία των μετοχών.

Η προρρηθείσα κρίση του Δικαστηρίου προέκυψε από όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και δεν αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως, Γ. Π., η οποία κρίνεται ως μη πειστική, λόγω των αντιφάσεων στις οποίες αυτός υπέπεσε. Ειδικότερα, ενώ αρχικά αυτός κατέθεσε ότι ο ίδιος ο αδερφός του (εναγόμενος) του είχε γνωστοποιήσει την επιθυμία του να του μεταβιβάσει η μητέρα τους τις μετοχές της, προκειμένου να έχει τον έλεγχο της εταιρίας και να μπορεί να παίρνει τις αποφάσεις στις γενικές συνελεύσεις (πράγμα που θα γινόταν μόνο αν του μεταβίβαζε και το δικαίωμα ψήφου), ότι ο ίδιος (ο μάρτυρας) συμφώνησε και ότι η συζήτηση αυτή έγινε αργότερα και ενώπιον του συμβολαιογράφου Μ., στην συνέχεια ανέφερε ότι στην συζήτηση που είχαν στον συμβολαιογράφο, ουδόλως έγινε λόγος για το δικαίωμα ψήφου, διότι τότε ο ίδιος αλλά και η μητέρα του θα εναντιωνόταν και ότι ο ανωτέρω συμβολαιογράφος πρότεινε μόνο να του μεταβιβάσει η ενάγουσα τις μετοχές κατά ψιλή κυριότητα και να παρακρατήσει την επικαρπία.

Επιπλέον, ο ανωτέρω μάρτυρας δεν εξηγεί πειστικά για ποιο λόγο δεν ειδοποίησε την μητέρα του- με την οποία σημειωτέον διατηρούσε πολύ καλές σχέσεις- , σχετικά με τις δύο γενικές συνελεύσεις της εταιρίας που έλαβαν χώρα τα έτη 2010 και 2011, κατά τις οποίες δεν ήταν παρούσα, ενώ ο ίδιος ήταν γραμματέας και διαπίστωσε ότι δεν είχε παρευρεθεί (επισημαίνεται ότι πριν την επίδικη μεταβίβαση η ενάγουσα ήταν τυπικά παρούσα στις λοιπές γενικές συνελεύσεις).

Εξάλλου, σε αυτό το σημείο πρέπει να επισημανθεί ότι κατά τις δύο ως άνω συνελεύσεις παρίστανται και υπογράφουν οι μέτοχοι Γ. Π. (μάρτυρας), η αδερφή του Ε. και ο εναγόμενος, ενώ κάτω από το όνομα της ενάγουσας υπογράφει ο εναγόμενος με τη σημείωση " αντ αυτής ο παριστάμενος μέτοχος και ψιλός κύριος των μετοχών με δικαίωμα ψήφου δυνάμει του από 2.10.2009 ιδιωτικού συμφωνητικού Η.

Β. Π.". Η ενάγουσα και ο ως άνω μάρτυρας διατείνονται ότι η σημείωση αυτή δεν προστέθηκε εκ των υστέρων. Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός ελέγχεται ως αβάσιμος, καθώς αν πράγματι δεν υπήρχε καμία σημείωση και υπήρχε μόνο η υπογραφή του εναγομένου κάτω από το όνομα της ενάγουσας, θα έπρεπε να υπάρχει γραπτή εξουσιοδότηση της τελευταίας προς τον εναγόμενο, στοιχείο που θα έπρεπε να έχει ζητήσει ο γραμματέας και μάρτυρας Γ.

Π., διότι διαφορετικά θα ήταν άκυρη η γενική συνέλευση, ή τουλάχιστον θα έπρεπε να έρθει σε επικοινωνία με την μητέρα του, για να επιβεβαιώσει την έγκρισή της. Στην περίπτωση δε, που υπήρχε κενό κάτω από το όνομα της ενάγουσας και καμία υπογραφή (γεγονός το οποίο δεν διευκρινίζει ο μάρτυρας), τότε θα έπρεπε, κατά τα διδάγματα κοινής λογικής και πείρας ο τελευταίος να έχει επικοινωνήσει κάποια στιγμή με την μητέρα του και να την έχει ρωτήσει αν της έφερε ο εναγόμενος τα πρακτικά προς υπογραφή, οπότε τότε η ενάγουσα θα αντιλαμβανόταν ότι κάτι συνέβαινε.

Εξάλλου, επισημαίνεται ότι τα ως άνω πρακτικά ουδέποτε προσβλήθηκαν, διότι τόσο η ενάγουσα όσο και οι λοιποί μέτοχοι συμφωνούσαν με το περιεχόμενό τους. Τέλος, απορίας άξιο είναι το γεγονός ότι η ενάγουσα δεν είχε τον έτερο υιό της (μάρτυρα) για το γεγονός ότι είχε μεταβιβάσει τελικά την ψιλή κυριότητα των μετοχών της στον εναγόμενο, παρακρατώντας την επικαρπία και για την ύπαρξη του επίδικου συμφωνητικού, για το οποίο ο τελευταίος πληροφορήθηκε για πρώτη φορά, κατά τους ισχυρισμούς του, το 2012.

Κατόπιν τούτων, το Δικαστήριο κρίνει ότι η ένδικη σύμβαση μεταβίβασης της ψιλής κυριότητας των μετοχών της ενάγουσας προς τον εναγόμενο, αντί τιμήματος 74.088 Ευρώ, με παρακράτηση της επικαρπίας εφ' όρου ζωής, η οποία περιέχεται στο από 2-10-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό και η εμπεριέχουσα σε αυτό ρήτρα μεταβίβασης του δικαιώματος ψήφου της ενάγουσας προς τον εναγόμενο, είναι καθ' όλα έγκυρη και δεν συνιστά προϊόν απατηλής συμπεριφοράς του εναγομένου, ούτε προϊόν εκμετάλλευσης από αυτόν της απειρίας και κουφότητας της ενάγουσας.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο κατά πλειοψηφία έκρινε ότι η ως άνω σύμβαση πρέπει να ακυρωθεί εν μέρει λόγω απάτης, ως προς τη ρήτρα μεταβίβασης του δικαιώματος ψήφου της ενάγουσας, εσφαλμένως εκτίμησε τις αποδείξεις και ο σχετικός λόγος έφεσης του εκκαλούντος πρέπει να γίνει δεκτός ως και κατ' ουσίαν βάσιμος.".

Στη συνέχεια, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αρχικώς ενάγουσας, έκανε δεκτή τη συνεκδικαζόμενη μ' αυτήν έφεση του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 147 και 179 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, καθόσον δεν ήταν εφαρμοστέες.

Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ανελέγκτως από το δικαστήριο δεκτά γενόμενα, η μητέρα των διαδίκων και αρχικώς ενάγουσα, στα πλαίσια της διανομής της περιουσίας της μεταξύ των τέκνων της και της δικής της οικονομικής εξασφαλίσεως και έχοντας εμπιστοσύνη στην πολύχρονη πείρα και στις ικανότητες του αναιρεσίβλητου υιού της στην διεύθυνση της εταιρείας, προέβη 1) στην σύνταξη του από 2-10-2009 ιδιωτικού συμφωνητικού, με το οποίο πώλησε και μεταβίβασε στον αναιρεσίβλητο, κατά ψιλή κυριότητα, το σύνολο των μετοχών της στην εταιρεία, παρακρατώντας υπέρ αυτής το δικαίωμα επικαρπίας εφ' όρου ζωής, αντί του ευλόγου συνολικού τιμήματος των 74.088 ευρώ που αντιστοιχούσε στην ονομαστική τους αξία, ενώ η εμπορική τους αξία ανερχόταν σε 454.936,80 ευρώ, το οποίο της κατέβαλε ο αναιρεσίβλητος και συμφωνήθηκε ότι το δικαίωμα συμμετοχής της στη Γ.Σ.

της εταιρείας, όλα τα δικαιώματα που συνάπτονται και παρακολουθούν το ως άνω δικαίωμα συμμετοχής της στη Γ.Σ., καθώς και το δικαίωμα ψήφου σ' αυτήν περιέρχονται στον αναιρεσίβλητο υιό της και 2) με το υπ' αριθ. 21890/2010 συμβόλαιο μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στον αναιρεσείοντα υιό της την ψιλή κυριότητα, παρακρατώντας εφόρου ζωής την επικαρπία, δύο οριζόντων ιδιοκτησιών επί οικοδομής κειμένης στο Άργος, εμπορικής αξίας και των δύο 490.000 ευρώ, ενώ στην θυγατέρα της Ε.

Π. είχε μεταβιβάσει προ ετών μια οριζόντια ιδιοκτησία στην ίδια οικοδομή. Η περιεχόμενη στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό δήλωση της αρχικώς ενάγουσας συμφωνούσε με την βούλησή της, ήταν συνειδητή απόφασή της να πωλήσει την ψιλή κυριότητα των μετοχών της και του δικαιώματος ψήφου της με τίμημα, έστω και στην ονομαστική και όχι στην εμπορική αξία, διότι επιθυμούσε να διανείμει σχεδόν ισομερώς σε αξία τα περιουσιακά της στοιχεία στα τέκνα της, εξασφαλίζοντας συγχρόνως τον εαυτό της με μετρητά χρήματα (τίμημα πωλήσεως 74.088 ευρώ) και περιοδικές παροχές (μερίσματα), παρακρατώντας την επικαρπία των μετοχών και δεν ήταν προϊόν απατηλής συμπεριφοράς του αναιρεσίβλητου ούτε προϊόν εκμεταλλεύσεως απ' αυτόν της απειρίας και κουφότητας της μητέρας του και αρχικώς ενάγουσας.

Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων των άρθρων 147 και 179 του ΑΚ, οι οποίες δεν εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις.

Επομένως, ο τρίτος αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. IIΙ. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.

Το νόμιμο δε της επίκλησης κρίνεται μόνο από τις προτάσεις του διαδίκου και όχι από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 1573/2006) ή από το δικόγραφο της έφεσης. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση.

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και την διάκριση από ποία από αυτά προκύπτει άμεση και από ποία έμμεση απόδειξη. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (ΟλΑΠ 2/2008, Α.Π. 1474/2022).

Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνον η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, το οποίο προβάλλεται ως μη ληφθέν υπόψη, απέβλεπε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, στην απόδειξη πραγματικού γεγονότος, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και, κατά συνέπεια, μπορούσε να επηρεάσει αποφασιστικά το συμπέρασμα του δικανικού συλλογισμού, διότι μόνο ένα τέτοιο γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης και δημιουργεί στο δικαστήριο της ουσίας την υποχρέωση να αξιολογήσει τα αποδεικτικά μέσα, που ο διάδικος επικαλείται και προσκομίζει προς απόδειξή του (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 383/2023, ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 1932/2022, ΑΠ 252/ 2021, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 961/2017).

Περαιτέρω, κατά το ισχύον τον κρίσιμο χρόνο άρθρο 270 παρ. 2 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου, δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή. Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης ενώπιον των πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων δικαστηρίων, κατά την τακτική διαδικασία, είναι παραδεκτές, ως αποδεικτικά μέσα και ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον δόθηκαν μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντίδικου μέρους. Αν λείπει η προϋπόθεση αυτή οι ένορκες βεβαιώσεις δεν είναι απλώς άκυρες, αλλά ανύπαρκτες ως αποδεικτικά μέσα και δεν λαμβάνονται υπόψη. Οι, ως άνω, δε ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση (ΑΠ 467/2022, ΑΠ 5/2020).

Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 339 και 395 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, ως δικαστικά τεκμήρια, τα οποία επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα, εάν επιτρέπεται η απόδειξη και με μάρτυρες, μπορούν να χρησιμεύσουν και καταθέσεις μαρτύρων που λήφθηκαν στα πλαίσια άλλης πολιτικής ή ποινικής δίκης, καθώς επίσης και ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, έστω και αν λήφθηκαν χωρίς προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που τις προσκομίζει, εκτός αν αυτές, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, έγιναν επίτηδες για να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό μέσο στη συγκεκριμένη δίκη.

Συνεπώς, ως δικαστικά τεκμήρια μπορούν να χρησιμοποιηθούν και ένορκες βεβαιώσεις που είχαν ληφθεί χωρίς κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που τις προσκομίζει και είχαν προσκομισθεί σε άλλη πολιτική ή ποινική δίκη, δεδομένου ότι αυτές, εφόσον δεν λήφθηκαν για να χρησιμοποιηθούν στη συγκεκριμένη δίκη, δεν αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία αποδεικτικών μέσων, αλλά η χρησιμοποίησή τους ως δικαστικών τεκμηρίων γίνεται με την προσκομιδή και επίκληση των εγγράφων, στα οποία αυτές περιέχονται, το δε δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να τις μνημονεύσει ειδικά, κατ' αντιδιαστολή προς τα υπόλοιπα έγγραφα, αλλά η μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν καλύπτει και αυτές, χωρίς μάλιστα, κατά την αναφορά των εγγράφων, να απαιτείται να γίνεται διάκριση μεταξύ εκείνων που λήφθηκαν υπόψη προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και εκείνων που ελήφθησαν υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 467/2022, ΑΠ 1312/ 2019, ΑΠ 1719/2017, ΑΠ 897/2014, ΑΠ 254/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη, ούτε ως δικαστικό τεκμήριο, την υπ' αριθ. ...-2014 ένορκη βεβαίωση του ιδίου (ως μάρτυρα) ενώπιον της συμβολαιογράφου Άργους, Α. Χ., που δόθηκε χωρίς προδικασία, με επιμέλεια της μητέρας του αρχικής ενάγουσας εξ αφορμής προηγηθείσας ποινικής δίκης-μηνύσεως και προσκομίστηκε νομότυπα στο Εφετείο με επίκληση στις προτάσεις της, προς απόδειξη του ότι η επίδικη δικαιοπραξία που καταρτίστηκε με το από 2-10-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ της αρχικώς ενάγουσας και του αναιρεσίβλητου και αφορούσε την πώληση σ' αυτόν της ψιλής κυριότητας των μετοχών της, αντί συνολικού τιμήματος 74.088 ευρώ, με την παρακράτηση απ' αυτήν της επικαρπίας εφόρου ζωής, χωρίς το δικαίωμα ψήφου και συμμετοχής της στις γενικές συνελεύσεις της άνω εταιρίας, ήταν ακυρώσιμη λόγω απάτης, άλλως άκυρη ως αντίθετη στα χρηστά ήθη, αισχροκερδής και καταπλεοναστική.

Από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη τα ακόλουθα: "τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάστηκαν νομότυπα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη -πρακτικά, την υπ' αριθ. ...-2015 ένορκη βεβαίωση, που λήφθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Άργους Α.

Χ., με επιμέλεια της ενάγουσας, μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του εναγομένου (όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. ...-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ναυπλίου Ι. Κ.), την υπ' αριθμ. ...-2015 ένορκη βεβαίωση που λήφθηκε ενώπιον της Ειρηνοδίκου Ναυπλίου, με επιμέλεια του εναγόμενου, μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της ενάγουσας (όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. ...-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ναυπλίου Κ.

Σ.), μη λαμβανομένης όμως υπόψη της υπ' αριθ. ...-2014 ένορκης βεβαίωσης που λήφθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Άργους Α. Χ., δοθέντος ότι δεν κλήθηκε ο εναγόμενος, καθώς και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν, άλλα εκ των οποίων λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων".

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι ναι μεν το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την ως άνω "ένορκη βεβαίωση", ως τέτοια, πλην όμως δεν την απέκλεισε ρητά από το σύνολο των εγγράφων, τα οποία έλαβε υπόψη για την απόδειξη των ισχυρισμών της αρχικώς ενάγουσας-εκκαλούσας, από την επισκόπηση δε της αποφάσεως, σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο αυτής, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και το ως άνω έγγραφο "ένορκη βεβαίωση" για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

IV. Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση και από τα οποία αποδεικνύονταν οι αγωγικοί ισχυρισμοί και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη α) τα πρακτικά των τακτικών γενικών συνελεύσεων της εταιρίας των ετών 2010 και 2011, από τα οποία συνάγεται ότι μολονότι η αρχική ενάγουσα συμπεριλαμβάνεται στον πίνακα των παρισταμένων μετόχων της εταιρίας, εν συνεχεία υπογράφει αντ' αυτής ο αναιρεσίβλητος με την ιδιότητα του ψιλού κυρίου των μετοχών και του έχοντος δικαίωμα ψήφου, β) τα πρακτικά της τακτικής γενικής συνέλευσης του έτους 2012, από τα οποία εμφαίνεται ότι η τακτική γενική συνέλευση της 30ης-6-2012 ουδέποτε έλαβε χώρα, ούτε είχε τηρηθεί η νόμιμη προδικασία για την σύγκλησή της, γ) την από 17-10-2012 εξώδικη διαμαρτυρία της αρχικής ενάγουσας, η οποία επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο στις 23-10-2012 και με την οποία η τελευταία διαμαρτυρόταν για τον τρόπο απόκτησης απ' αυτόν του δικαιώματος ψήφου επί των επίδικων μετοχών, καθώς και για την αξία μεταβίβασης αυτών, που υπολειπόταν ουσιωδώς της εμπορικής τους αξίας, επιφυλασσόμενη να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά της ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων και αρχών, δ) την από 12-9-2014 έγκληση της αρχικώς ενάγουσας κατά του αναιρεσίβλητου, επικαλούμενη την εξαπάτησή της κατά την μεταβίβαση σ' αυτόν με πώληση των επίδικων μετοχών της, ε) τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις των χρήσεων 2009, 2010 και 2011, από τις οποίες συνάγεται ότι ο αναιρεσίβλητος δεν διέθετε τα τρέχοντα κέρδη της εταιρίας προς όφελος αυτής και των μετόχων της, στ) τα υπ' αριθ. .../1987 και .../1988 συμβόλαια της συμβολαιογράφου Άργους Α.

Κ., το υπ' αριθ. .../1996 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σ. Π. και το υπ' αριθ. .../2002 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Άργους Ν. Μ., από τα οποία προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος κατείχε ήδη το μεγαλύτερο μέρος της οικογενειακής περιουσίας και ζ) την εκ μέρους του αναιρεσίβλητου από 29-5-2015 εξώδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου της αδελφής τους Λ.

Π. και την με αριθμ. κατάθεσης ...-2015 αγωγή της τελευταίας για ακύρωση της ανωτέρω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της. Από την βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ελήφθησαν υπόψη, εκτός των άλλων και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν, άλλα εκ των οποίων λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, χωρίς να είναι αναγκαία η ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός απ' αυτά.

Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό (ΟλΑΠ 25/2003). Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, είτε ρητά είτε "εκ του πράγματος" με την περί του αντιθέτου παραδοχή (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1376/2022, ΑΠ 339/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 250/2020, ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 96/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμούς που η αρχικώς ενάγουσα πρόβαλε ενώπιόν και ειδικότερα ότι α) ο αναιρεσίβλητος ως πρόεδρος της οικογενειακής τους επιχείρησης, με την από 29-5-2015 εξώδικη καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, απέλυσε την αδελφή του Ε. Π., η οποία εργαζόταν στην επιχείρηση κατόπιν επιθυμίας του πατέρα τους, μολονότι η τελευταία αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, εξαιτίας των οποίων αδυνατούσε να εργαστεί και β) η επιχείρησή τους είχε οικογενειακό χαρακτήρα και ήταν συνήθης η πρακτική η αρχικώς ενάγουσα μητέρα τους να υπογράφει τα πρακτικά των γενικών συνελεύσεων στην οικία της, διότι λόγω της βεβαρημένης κατάστασης υγείας της, δεν ήταν σε θέση να παρευρεθεί σε πολλές συνελεύσεις και ότι εκ των υστέρων αυτή διαπίστωσε ότι ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος την είχε εξαπατήσει κατά την υπογραφή του επίμαχου συμφωνητικού, δεν της είχε ζητήσει να υπογράψει τα πρακτικά των γενικών συνελεύσεων των ετών 2010 και 2011. Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι τα ανωτέρω επικαλούμενα δεν αποτελούν "πράγματα" υπό την προεκτεθείσα έννοια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά επιχειρήματα και συμπεράσματα της ως άνω διαδίκου.

VI. Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο δέχτηκε πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" στη διάταξη αυτή έχει το ίδιο εννοιολογικό περιεχόμενο με τον αντίστοιχο του άρθρου 559 αρ. 8 του ιδίου κώδικα, αφορά δηλαδή σε ισχυρισμούς που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, ουσιαστικού ή δικονομικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.

Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" τα επιχειρήματα και τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων. Ο λόγος αυτός στηρίζεται στην παράβαση του καθιερωμένου με το άρθρο 106 ΚΠολΔ συστήματος συζήτησης, κατά το οποίο ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που είχαν προταθεί και αποδειχθεί.

Ειδικότερα ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχθηκε "πράγματα", ήτοι αυτοτελείς ισχυρισμούς που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη αυτή.

Δεν απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξατομικεύει τα έγγραφα, ούτε να αναφέρει ποία έγγραφα λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη. Ο λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ` αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1559/2022, ΑΠ 1638/2022, ΑΠ 1024/2013, ΑΠ 292/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αληθινά χωρίς απόδειξη ότι η αρχικώς ενάγουσα α) γνώριζε ότι μεταβίβαζε μετοχικό κεφάλαιο ιδιαίτερα υψηλής αξίας προς τον εναγόμενο υιό της, όπως ιδιαίτερα υψηλής αξίας περιουσία είχε μεταβιβάσει και προς τα υπόλοιπα τέκνα της, ότι η δήλωση της ενάγουσας κατά τον χρόνο κατάρτισης της σύμβασης συμφωνούσε απολύτως με την βούλησή της και ήταν συνειδητή απόφασή της στα πλαίσια της εν γένει διευθετήσεως της περιουσίας της μεταξύ των τέκνων της και της δικής της οικονομικής εξασφαλίσεως, β) μεταβίβασε δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-2010 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Άργους Σ.

Μ., λόγω γονικής παροχής, στον έτερο υιό της Γ. Π. την ψιλή κυριότητα, παρακρατώντας εφ' όρου ζωής την επικαρπία, δύο οριζοντίων ιδιοκτησιών (καταστήματος ισογείου ορόφου εμβαδού 151,24 τ.μ. και διαμερίσματος πρώτου ορόφου εμβαδού 156,53 τ.μ.) επί τριώροφης οικοδομής κειμένης στην οδό ... στο Άργος, σε σημείο με εμπορική κίνηση, εμπορικής αξίας αμφοτέρων 490.000 ευρώ περίπου και γ) στις 2-10-2009 κατήρτισε μαζί με τον εναγόμενο υιό της σύμβαση πωλήσεως, συνυπογράφοντας το από 2-10-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό, το περιεχόμενο του οποίου είχε προηγουμένως αναγνώσει, συμφωνώντας επιπλέον ρητά στο συμφωνητικό ότι το δικαίωμα συμμετοχής της στη Γ.Σ.

της εταιρείας, όλα τα δικαιώματα που συνάπτονται και παρακολουθούν το ως άνω δικαίωμα συμμετοχής της στη συνέλευση, καθώς και το δικαίωμα ψήφου σ' αυτήν περιέρχονται στον εναγόμενο υιό της. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάστηκαν νομότυπα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά, την υπ' αριθ. ...-2015 ένορκη βεβαίωση, που λήφθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Άργους Α.

Χ., την υπ' αριθμ. ...-2015 ένορκη βεβαίωση, που λήφθηκε ενώπιον της Ειρηνοδίκη Ναυπλίου, καθώς και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, άλλα εκ των οποίων λήφθηκαν υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, κατά το άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα που υπέβαλε αυτός (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191 αρθμ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται αυτά ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-6-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 219/2017 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης