Supreme Court allows appeal against labor court ruling on minimum wage for intermittent workers in Greece.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a labor court decision that rejected wage claims for an intermittent worker. The lower court had incorrectly applied collective agreements and failed to provide sufficient reasoning for its findings. Consequently, the Supreme Court found the lower court's decision legally flawed and remanded the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(a) and 559(1)(b) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must set aside a lower court decision if it lacks a legal basis or fails to provide adequate reasoning for its findings on essential issues affecting the case outcome.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1042 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1042/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Ι. του Μ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αριστοτέλη Μερεκούλια, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", και ήδη μετονομασθείσας σε "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Στεργιανής-Μαργαρίτας Δροσσά, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 751/2010 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2054/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-5-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή, ανέγνωσε την από 13-1-2023 έκθεση της κωλυομένης Αρεοπαγίτου Ελένης Χροναίου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και δεύτερου των λόγων αναίρεσης. απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 4-5-2015 (αρ.εκθ. καταθ. 462/2015) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ'αριθμ. 2054/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών κατ'άρθρ.663 επ.ΚΠολΔ, όπως οι διατάξεις αυτές ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1-τέταρτο ν.4335/2015 (ΦΕΚ Α'87/23-7-2015), το οποίο, κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 9 παρ.2 του άνω νόμου, εφαρμόζεται για τα κατατιθέμενα από την 1.1.2016 και εφεξής ένδικα μέσα. Με την προσβαλλόμενη απόφαση συνεκδικάστηκαν: α) η από 28-7-2010 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και β) η από 20-9-2010 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, κατά της υπ' αριθμ. 751/2010 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στη συνέχεια έγιναν τυπικά δεκτές αμφότερες οι εφέσεις, ακολούθως απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση της αναιρεσείουσας και έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν η έφεση της αναιρεσίβλητης, μετά δε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η αγωγή. Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 38 του ν. 1892/1990 "Για τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη και άλλες διατάξεις", με έγγραφη συμφωνία ατομική, ο εργοδότης και ο μισθωτός, κατά τη σύσταση της σχέσης εργασίας ή κατά τη διάρκειά της μπορεί να συμφωνήσουν για ορισμένο ή αόριστο χρόνο διάρκεια ημερήσιας η εβδομαδιαίας εργασίας μικρότερη της κανονικής (μερική απασχόληση).
Το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε αρχικά από το άρθρο 2 του ν. 2639/1998 - συμπληρώθηκε δε με το άρθρο 7 του Ν. 2874/2000 - με το οποίο διευρύνθηκε ο θεσμός της μερικής απασχόλησης σε όλες τις μορφές του (διαλείπουσας ή εκ περιτροπής εργασίας ή μερικής απασχόλησης) με αντίστοιχη μείωση των αποδοχών (ΑΠ 316/1993, 170/1991, 116/1990) .
Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του νόμου αυτού, κατά τη σύναψη της συμβάσεως εργασίας ή στη διάρκεια της λειτουργίας της ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν, με έγγραφη ατομική σύμβαση, να συμφωνήσουν, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ημερήσια ή εβδομαδιαία ή δεκαπενθήμερη ή μηνιαία εργασία που θα είναι μικρότερης διάρκειας από την κανονική, δηλαδή του νομίμου ωραρίου των σαράντα (40) ωρών εβδομαδιαίως και οκτώ (8) ωρών ημερησίως.
Για το έγκυρο της εν λόγω συμφωνίας, αυτή πρέπει να γνωστοποιηθεί μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την κατάρτισή της στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, διαφορετικά ισχύει ως πλήρης απασχόληση. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 αφενός και 4 και 5 αφετέρου του α.ν. 539/1945 "Περί χορηγήσεως κατ' έτος εις τους μισθωτούς αδειών μετ' αποδοχών", όπως οι παράγραφοι αυτές ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με τις παρ. 1 και 3, αντίστοιχα, του άρθρου 1 του ν. 1346/1983:
α) "Κάθε μισθωτός, μετά από συνεχή απασχόληση τουλάχιστον δώδεκα μηνών (βασικός χρόνος-ήδη δέκα μηνών υπό την ισχύ της ΕΓΣΣΕ 2002-2003), σε υπόχρεη επιχείρηση δικαιούται κάθε ημερολογιακό έτος άδεια με αποδοχές είκοσι τέσσερις (24) εργάσιμες ημέρες και αν στην επιχείρηση εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομάδας εργασίας είκοσι (20) εργάσιμες ημέρες, χωρίς να υπολογίζεται σ' αυτές η ημέρα της εβδομάδας, κατά την οποία δεν ασχολούνται, λόγω του εφαρμοζόμενου συστήματος εργασίας.
Η άδεια αυτή επαυξάνεται κατά μία εργάσιμη ημέρα για κάθε έτος απασχόλησης επιπλέον του βασικού χρόνου, μέχρι τις είκοσι έξι (26) εργάσιμες ημέρες και για τους προαναφερόμενους μισθωτούς επιχειρήσεων με σύστημα πενθήμερης εβδομάδας εργασίας μέχρι τις είκοσι δύο (22) εργάσιμες ημέρες" (παρ. 1). β) "Σε περίπτωση διαλείπουσας εργασίας ή εκ περιτροπής εργασίας, ο μισθωτός δικαιούται, μετά τη συμπλήρωση δωδεκάμηνης σχέσης εργασίας στην επιχείρηση, κάθε ημερολογιακό έτος, άδεια με αποδοχές ίση με το ένα δωδέκατο της άδειας, που προβλέπεται από αυτόν το νόμο ή άλλη ειδικότερη διάταξη, για κάθε μήνα απασχόλησης από την πρόσληψή του, αν η άδεια χορηγείται για πρώτη φορά, ή από τη λήψη της άδειας του (προηγούμενου έτους), μέχρι την ημέρα έναρξης της άδειας.
Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, ως μήνας, λογίζονται είκοσι πέντε (25) ημέρες απασχόλησης. Αν προκύπτει, κατά τον υπολογισμό αυτής της παραγράφου, κλάσμα χρόνου άδεια, που υπερβαίνει τη μισή ημέρα, το κλάσμα στρογγυλοποιείται σε ολόκληρη ημέρα"(παρ.2). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966 όλοι γενικά οι μισθωτοί, εφόσον απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου σε οποιονδήποτε εργοδότη, δικαιούνται vα λάβουν κάθε χρόνο και επίδομα άδειας, το οποίο είναι ίσο με τις αποδοχές της αδείας τους, με τον περιορισμό, όμως, ότι δεν μπορεί να υπερβαίνει τις αποδοχές ενός δεκαπενθημέρου, για όσους αμείβονται με μηνιαίο μισθό και τα δεκατρία (13) ημερομίσθια, για όσους αμείβονται με ημερομίσθιο.
Επίσης, ο μερικώς απασχολούμενος μισθωτός με καθεστώς διαλείπουσας εργασίας δικαιούται και τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, κατ' άρθρο 1 της υπ' αριθ. 19040/1981 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας (Φ.Ε.Κ. Β' 742), υπό ης ειδικότερες προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο αυτό (ΑΠ 1069/2014, 1716/2008, 1469/2001).
Έτσι, για τους μερικώς απασχολούμενους της κατηγορίας αυτής, θα ληφθεί υπόψη ο αριθμός των ημερομισθίων που πραγματοποίησαν μέσα στο χρονικό διάστημα από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30 Απριλίου για το επίδομα των εορτών Πάσχα και θα λάβουν γι' αυτό δύο (2) ημερομίσθια για κάθε δεκατρία (13) πραγματοποιηθέντα ημερομίσθια ή ημέρες εργασίας μέσα στο παραπάνω διάστημα και για το δώρο Χριστουγέννων ένα (1) ημερομίσθιο για κάθε οκτώ (8) πραγματοποιηθέντα ημερομίσθια ή οκτώ (8) ημέρες εργασίας μέσα στο χρονικό διάστημα από 1η Μαΐου μέχρι 31 Δεκεμβρίου.
Αν η μερική απασχόληση δεν παρέχεται σε σταθερό πάντοτε αριθμό ωρών εργασίας, με συνέπεια να κυμαίνονται οι αποδοχές του εργαζομένου, το επίδομα θα υπολογισθεί με βάση το μέσο όρο αποδοχών του χρόνου αναφοράς, κατά το άρθρο 4 της παραπάνω Υ.Α. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις της 8900/1946 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας "Περί καθορισμού αυξημένης αμοιβής εις τους εργαζομένους εν γένει κατά τας Κυριακάς και εορτάς" όπως ερμηνεύθηκε με την 25825/1951 όμοια και άρθρο 2 του ν. 435/1976 στους εργαζομένους κατά τις Κυριακές και τις μη εργάσιμες εορτές καταβάλλεται, ανεξαρτήτως του κύρους για την απασχόληση, το κανονικό ημερομίσθιο αυξημένο κατά 75%.
Η προσαύξηση αυτή υπολογίζεται επί του νομίμου μισθού και ισούται με το 75% ενός ημερομισθίου, εφόσον η εργασία εξαντλήσει το κανονισμένο ημερήσιο ωράριο. Εάν υπολείπεται του νομίμου ωραρίου, μειώνεται ανάλογα και αν υπερβαίνει αυτό αυξάνεται ανάλογα. 'Ετσι ο υπολογισμός της αμοιβής του μισθωτού από την αιτία αυτή μπορεί να γίνει με βάση την ωριαία απασχόληση μέσα στα χρονικά όρια των ημερών αυτών, που είναι γνωστές από το ημερολόγιο.
Εξάλλου, από τον συνδυασμό των άρθρων 22 παρ. 2 του Συντάγματος και 3 παρ. 1, 7, 8 παρ. 2, 9 παρ. 1, 10 παρ. 2 και 11 παρ. 2 ν. 1876/1990 συνάγεται ότι (α) κατά την σύναψη των συλλογικών συμβάσεων εργασίας (ΣΣΕ) οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν νομοθετική (κανονιστική) εξουσία κατά παραχώρηση του Κράτους και ως εκ τούτου οι κανονιστικοί όροι των ΣΣΕ (ή των εξομοιουμένων με αυτές διαιτητικών αποφάσεων, (άρθρ.1 6 ν. 1876/1990) έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΑΠ 446/2015, 127/2012) και, αν είναι ευνοϊκότεροι για τους εργαζομένους, υπερισχύουν των τυπικών νόμων, εκτός εάν πρόκειται για διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια (β) οι κλαδικές ΣΣΕ περιέχουν τους όρους εργασίας και αμοιβής που αφορούν στους εργαζομένους ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων μιας πόλης ή περιφέρειας ή και ολόκληρης της χώρας (γ) οι ΣΣΕ, πλην των εθνικών γενικών, δεσμεύουν καταρχήν τους εργοδότες και εργαζομένους που είναι μέλη των συμβαλλομένων συνδικαλιστικών οργανώσεων, ο Υπουργός Εργασίας, όμως, με απόφασή του (που εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας) μπορεί να επεκτείνει την ισχύ και να κηρύξει γενικά υποχρεωτική για όλους τους εργαζομένους ενός κλάδου ή επαγγέλματος ΣΣΕ, η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή επαγγέλματος, έκτοτε δε η ΣΣΕ δεσμεύει όλους τους εργοδότες του κλάδου ή τους εργαζομένους του επαγγέλματος που αυτή αφορά, εφόσον αυτοί θα μπορούσαν να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στην σύναψή της, με την επιφύλαξη ότι μία κλαδική ΣΣΕ (ή ΔΑ) υπερισχύει σε περίπτωση συρροής αυτής με άλλη, ομοιοεπαγγελματική, ΣΣΕ (ΑΠ 132/2016, 1409/2014, 56/2012), ενώ για το προηγούμενο της κήρυξης της ΣΣΕ ως γενικά υποχρεωτικής χρονικό διάστημα ισχύει η, αυτεπάγγελτα εφαρμοζομένη, προηγουμένως ισχύουσα ΣΣΕ που ήδη είχε κηρυχθεί γενικά υποχρεωτική, από τον χρόνο κήρυξής της ως γενικά υποχρεωτικής (ΑΠ 1063/2023, 904/2020, 723/2011).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο ως άνω λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν αυτός δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις ίδιες παραδοχές συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.
με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 10/2011, 31/2009, 7/2006, ΑΠ 1591/2023, 341/2021, 669/2019). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 819/2023).
Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον 'Αρειο Πάγο, αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 19/2020, 381/2019, 319/2017). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελασσόνα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στηνανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 109/2020, 1238/2019).
Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παραβίαση (ΑΠ 467/2021, 50/2020, 598/2019, 130/2016, 1420/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο 'Αρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, στην από 28-12-2007 αγωγή της, εξέθετε ότι προσελήφθη τον Ιούλιο του έτους 2001 από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη, η οποία διατηρεί και εκμεταλλεύεται το Ξενοδοχείο με τον διακριτικό τίτλο "...", προκειμένου να εργασθεί ως καμαριέρα, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας πλήρους απασχόλησης, στη συνέχεια δε με σύμβαση διαλείπουσας εργασίας, κατά τα αναφερόμενα χρονικά διαστήματα, έναντι των νομίμων αποδοχών, οι οποίες προβλέπονταν από τις ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και με τους ειδικότερους όρους που παρατίθενται στο αγωγικό δικόγραφο. 'Οτι, σε εκτέλεση των συμβάσεων αυτών, παρείχε την εργασία της στην εναγόμενη μέχρι τέλος Οκτωβρίου του έτους 2007, οπότε απεχώρησε οικειοθελώς λόγω μη καταβολής από την εναγομένη οφειλόμενων ποσών.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε να υποχρεωθεί η αντίδικός της να της καταβάλει, νομιμοτόκως, κυρίως με βάση την μεταξύ τους σύμβαση εργασίας και επικουρικώς κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, αμοιβή υπερεργασίας, εργασία κατά τις Κυριακές, επιδόματα αδείας και επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, τα ποσά που αναλυτικά αναφέρονται στην αγωγή για κάθε μία από τις αξιώσεις της αυτές, που αντιστοιχούν στα έτη 2002 έως 2007.
Με την πρωτόδικη απόφαση η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή ως προς την κύρια βάση της ως βάσιμη κατ' ουσίαν. Το Εφετείο, μετά την άσκηση αντιθέτων εφέσεων από τα διάδικα μέρη, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του, με την οποία δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα, κάτοχος βιβλιαρίου υγείας, νομίμως θεωρημένου και πτυχίου της Σχολής Τουριστικών Επαγγελμάτων, από το 1990, εργάστηκε στην εναγομένη εταιρεία, η οποία διατηρεί και εκμεταλλεύεται το ξενοδοχείο "...", ως καμαριέρα, βάσει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε εγγράφως, για το χρονικό διάστημα από 21-5-1984 έτος 6-5-1991, οπότε απεχώρησε οικειοθελώς.
Εν συνεχεία, από 1-6-1992 έως 30-6-2001 παρείχε την εργασία της, ως καμαριέρα στο ξενοδοχείο " ..." (...). Τον Ιούλιο του 2001, η ενάγουσα ανεζήτησε, εκ νέου, θέση εργασίας στην εναγομένη, η οποία, μη διαθέτουσα, κατά το χρόνο εκείνο θέση μόνιμης καμαριέρας στο ξενοδοχείο, συμφώνησε με την ενάγουσα να παρέχει η τελευταία τις υπηρεσίες της έκτακτης καμαριέρας, καλύπτοντας περιστασιακά έκτακτες ανάγκες του ξενοδοχείου, όταν καλείτο προς τούτο και καταρτίζονταν σχετικά, προφορικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, ημερήσιας διάρκειας.
Η ενάγουσα πραγματοποίησε, κατά μέσο όρο, δώδεκα οκτάωρα ημερομίσθια το μήνα, για το χρονικό διάστημα από Ιούλιο 2001 έως και το τέλος Μαρτίου 2004, λαμβάνοντας ημερομίσθιο ανώτερο από το οριζόμενο από την Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., δεδομένου ότι η ειδικότητα της έκτακτης καμαριέρας δεν προβλέπεται στις Σ.Ε.Ε. "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις Ξενοδοχειακές επιχειρήσεις όλης της χώρας".
Στις 1-4-2004, ενόψει των αυξημένων αναγκών του ξενοδοχείου, λόγω και της τέλεσης των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα, τον Αύγουστο του 2004, καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, η με ίδια ημερομηνία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου πλήρους απασχόλησης, για το χρονικό διάστημα από 1-4-2004 έως 31-12-2004 (για το οποίο η ενάγουσα δεν προβάλλει αγωγικές αξιώσεις), με μηνιαίες μικτές αποδοχές της ενάγουσας 810,67 ευρώ για πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία και οκτάωρο ημερήσιο ωράριο.
Από τον Ιανουάριο έως και τον Ιούνιο του 2005, η ενάγουσα συνέχισε να απασχολείται στην ενάγουσα (ενν. εναγομένη), ως έκτακτη καμαριέρα, πραγματοποιώντας, κατά μέσο όρο, επτά ημερομίσθια το μήνα, ενώ στις 13-7-2005, στα πλαίσια αλλαγής της πρακτικής της εναγόμενη, ως προς τους έκτακτους εργαζόμενους, καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων έγγραφη σύμβαση διαλείπουσας εργασίας βάσει της οποίας η ενάγουσα θα απασχολείτο, ως έκτακτη καμαριέρα, όταν καλείτο από την εναγόμενη να εργαστεί, αντί μικτού ημερομισθίου 30 ευρώ, για οκτάωρη ημερήσια απασχόληση.
Βάσει των όρων της σύμβασης αυτής, η ενάγουσα απασχολήθηκε ως έκτακτη καμαριέρα, όποτε καλείτο να εργασθεί, πραγματοποιώντας κατά μέσο όρο 12 ημερομίσθια μηνιαίως για το 2005 ( από 13-7 ), 17 ημερομίσθια μηνιαίως για το 2006 και 15 ημερομίσθια μηνιαίως για το 2007, μέχρι το τέλος Οκτωβρίου 2007, οπότε απεχώρησε οικειοθελώς, έχοντας εξοφληθεί, για το διάστημα αυτό.
Η διαλείπουσα εργασία δεν απαγορεύεται, αλλά δεν ρυθμίζεται από το άρθρο 38 του Ν. 1892/1990 [... ]. Εξαναγκασμός της ενάγουσας από την εναγομένη, προκειμένου να υπογράψει την άνω σύμβαση διαλείπουσας εργασίας δεν αποδείχθηκε, ώστε να υφίσταται καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης........
Περαιτέρω, από τα προαναφερθέντα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο κρίνει ότι η έννομη σχέση που συνέδεε την ενάγουσα με την εναγομένη, για το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο του 2001 μέχρι 31-7-2005 (με εξαίρεση το διάστημα από 1-4-2004 έως 31-12-2004 , όπου υφίστατο σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου) δεν ήταν αυτή της εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον αυτή δεν εργαζόταν συνεχώς και αδιαλείπτως, παρά μόνον όταν καλείτο προς τούτο από την εναγόμενη, ενώ η ενάγουσα για τους εργαζόμενους που απασχολούσε σε μόνιμη βάση, κατήρτιζε πάντοτε εγγράφως τις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, όπως έπραξε και με την ενάγουσα για το αρχικό διάστημα που απασχολήθηκε σ' αυτήν (21-5-1984 έως 6-5-1991).
Κατ' ακολουθίαν, η ενάγουσα, η οποία απασχολείτο με μορφή διαλείπουσας εργασίας, δεν δικαιούται τις αιτούμενες με την αγωγή, διαφορές αποδοχών, αμοιβή για παρασχεθείσα υπερωριακή απασχόληση και εργασία Κυριακής και η αγωγή είναι απορριπτέα, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.[...] ". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ότι οι ένδικες αξιώσεις της ενάγουσας ήταν ουσιαστικά αβάσιμες.
Με την κρίση του αυτή, το δικαστήριο της ουσίας, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, παραβιάζοντας με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 648 ,653, 655 του Α.Κ., 38 παρ. 1 του Ν.1892/1990, 2 παρ. 2 του Α.Ν. 539/1945, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 1346/1983, 1, 4 παρ. 1 , 5 και 6 της Απόφασης Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας 19040/1981, Ν. 4504/1966 και 8900/1946 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας.
Ειδικότερα, το Εφετείο δεν εφήρμοσε τις παραπάνω διατάξεις, καίτοι αυτές ήταν εφαρμοστέες, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που αναφέρονται στην προεκτεθείσα μείζονα πρόταση της παρούσας, καθ' όσον, για την αναζήτηση των επιδίκων αξιώσεων, δεν ήταν αναγκαίο να υφίσταται σύνδεση της αναιρεσείουσας με την αναιρεσίβλητη με σχέση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, αλλά αρκούσε η παροχή διαλείπουσας ή άτακτης εργασίας, η οποία υπάρχει όταν παρέχεται εργασία σε ορισμένες ημέρες το μήνα, έξω από την εβδομάδα και ακανόνιστα, χωρίς η περιοδικότητα της απασχόλησης να είναι προβλεπτή, απασχόληση για την οποία οφείλεται αμοιβή αντίστοιχη με τις ώρες της παρασχεθείσης εργασίας.
Για τη μορφή αυτή μερικής απασχόλησης, ως προς την οποία δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στο άρθρο 38 του Ν. 1892/1990, αναμφίβολα είναι εφαρμοστέες οι βασικές αρχές του νόμου για τις αμοιβές, την καταβολή δώρων εορτών, επιδόματος αδείας και προσαύξηση εργασίας Κυριακών, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις.
Επιπλέον, το Εφετείο παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις των άρθρων 7 και 8 του Ν.1876/1990 περί συλλογικών διαπραγματεύσεων, σε συνδυασμό με εκείνες των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας και Διαιτητικών αποφάσεων "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις όλης της χώρας", και συγκεκριμένα:
α) της από 21-5-2002 ΣΣΕ (Π.Κ.ΥπΕργ 22/22-5-2002), που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 22-5-2002 με την ΥΑ 11639/14-6-2002 (ΦΕΚ Β'790/26-6-2002), β) της υπ' αρ.19/2004 ΔΑ (Π.Κ.Υπ.Απασχ.9/30-6-2004) που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 24-8-2004 με την ΥΑ 12434/28-7-2004 (ΦΕΚ Β'1294/24-8-2004), γ) της από 21-3-2005 ΣΣΣΕ (Π.Κ.Υπ.Απασχ.23/23-3-2005) που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 23-3-2005 με την ΥΑ 11585/4-5-2005 (ΦΕΚ Β'641/13-5-2005) και δ) της από 16-5-2006 ΣΣΕ (Π.Κ.Υπ.Απασχ.25/23-5-2006) που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 23-5-2006 με την ΥΑ 11922/7-7-2006 (ΦΕΚ Β'966/20-7-2006), καθώς δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα, για το χρονικό διάστημα από Ιούλιο 2001 έως και το τέλος Μαρτίου 2004, ελάμβανε ημερομίσθιο ανώτερο από το οριζόμενο από την Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., απορρίπτοντας συνακόλουθα τα αιτούμενα κονδύλια στο σύνολό τους, με την ειδικότερη αιτιολογία ότι η ειδικότητα της έκτακτης καμαριέρας δεν προβλέπεται στην οικεία Σ.Σ.Ε., μολονότι η μερική ή η πλήρης απασχόληση ουδόλως αποτελεί κριτήριο για την υπαγωγή στο πεδίο εφαρμογής των οικείων συλλογικών ρυθμίσεων, εφαρμοζομένων των ως άνω, ως υποχρεωτικών, στην ξενοδοχειακή επιχείρηση της αναιρεσίβλητης, και κατά συνέπεια, η μορφή της διαλείπουσας, μη τακτικής εργασίας, την οποία παρείχε η αναιρεσείουσα ως "έκτακτη" καμαριέρα, δεν αποστερούσε αυτή από την αμοιβή της βάσει των κατωτάτων νομίμων ορίων, που προβλέπονται από τις εκάστοτε ισχύουσες οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις για τους απασχολούμενους από την αναιρεσίβλητη εργαζομένους κατά το κανονικό ωράριο, για την ίδια εργασία, και αντιστοιχούν αναλογικά στις ημέρες και ώρες εργασίας της διαλείπουσας απασχόλησής της. 'Ετι περαιτέρω, το Εφετείο υπέπεσε και στην αναιρετική πλημμέλεια του αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με τα ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζητήματα, οι οποίες καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι εκ πλαγίου παραβίασε.
Ειδικότερα, οι προεκτεθείσες παραδοχές της απόφασης σε σχέση με τις αξιώσεις της αναιρεσείουσας που αφορούν το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο του έτους 2005 και εφεξής, κατά το οποίο, όπως δέχθηκε, αυτή παρέσχε τις υπηρεσίες της στην αναιρεσίβλητη με τη μορφή της διαλείπουσας εργασίας και με ημερομίσθιο 30 ευρώ, δεν στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε, ήτοι στην απόρριψη των αγωγικών κονδυλίων για το διάστημα αυτό, αφού ουδόλως αιτιολογείται για ποιο λόγο δεν εφαρμόστηκαν οι προαναφερόμενες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου σχετικά με τις δικαιούμενες αποδοχές και τις λοιπές παροχές και επιδόματα (εορτών, αδείας, προσαυξήσεις Κυριακών).
Συνεπώς είναι βάσιμοι αμφότεροι οι λόγοι αναίρεσης εκ των αρ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, θα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή (άρθρ.580 παρ.3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρ.176, 183, 191 παρ.1 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ.2054/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ