Supreme Court dismisses appeal against final judgment for failure to consider statute of limitations argument.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the final judgment of the Athens Court of Appeal. The appellant argued that the lower court failed to consider a statute of limitations defense regarding the claim for unjust enrichment, yet the appellate court accepted the claim's substantive validity and ordered payment. The court ruled that since the appellate court explicitly addressed and rejected the limitation argument, the appeal lacked merit and was therefore inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8b), 577(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the lower court has considered the contested argument and rejected it, even if erroneously, provided the appeal clearly identifies the specific argument and its impact on the judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1042 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1042/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (e-ΕΦΚΑ) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, (όπως μετονομάστηκε το αρχικά αναιρεσείον Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ"), οιονεί καθολικού διαδόχου του αρχικά εναγομένου Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.)" το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Τούμπα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "....", πρώην Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννα Σκαργιώτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/12/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 543/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1317/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21/10/2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπόκειται προς κρίση η από 21-10-2019 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 1317/2019 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή η από 20-6-2018 έφεση του εναγόμενου και εξαφανίστηκε η υπ' αριθμ. 543/2018 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει την από 21-12-2010 αγωγή της κατά τις διατάξεις της ενδοσυμβατικής ευθύνης από τίμημα πώλησης και κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση ως πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την ως άνω αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 102.243,90 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας 6 % ετησίως από την επίδοση της αγωγής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να εξεταστεί η αναίρεση περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους ( άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, η επίδραση του σφάλματος στην έννομη συνέπεια που διαγνώστηκε, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).
Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).
Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου.
Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον επικαλείται πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τους από αρ. 1, 9, 14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους, που ορθώς εκτιμώμενοι υπάγονται σ' αυτόν του αρ. 1 του ως άνω άρθρου, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 97 παρ. 1 ν. 4486/2017, κατά την οποίαν μετά τις 30-6-2017 οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του ΕΟΠΥΥ που προέρχονται από ΦΚΑ των οποίων οι κλάδοι υγείας εντάχθηκαν στον ΕΟΠΠΥ, μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του ΕΦΚΑ.
Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές από τις ως άνω ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις συνεχίζονται από τον ΕΦΚΑ χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης και οι δικαστικές αποφάσεις ισχύουν και εκτελούνται σε βάρος του προϋπολογισμού του ΕΦΚΑ...". Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί αφενός μεν ως αόριστος, διότι κατά τα προαναφερθέντα δεν εκτίθενται οι πραγματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ούτε ποιο είναι το αποδιδόμενο σφάλμα που διαμόρφωσε το διατακτικό της απόφασης, αφετέρου δε και ως αλυσιτελής, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση κατά το άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ της αναιρεσσιβαλλομένης απόφασης αυτή εφάρμοσε τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία αποτέλεσε και την επικουρική βάση της αγωγής ως προς όλη την επίδικη απαίτηση του ποσού των 102.243,09 ευρώ, που δέχθηκε το Εφετείο, απορρίπτοντας την κύρια βάση της αγωγής από την ενδοσυμβατική ευθύνη και ειδικότερα τις διαδοχικές συμβάσεις πώλησης δεχόμενο ότι αυτές είναι άκυρες κατά τις εκεί εφαρμοσθείσες διατάξεις του νόμου, η δε επικαλούμενη ως άνω διάταξη του άρθρου 97 παρ. 1 ν. 4486/2017 ρυθμίζει μόνον το ζήτημα της παθητικής νομιμοποίησης του εναγόμενου ως καθολικού διαδόχου του αρχικού οφειλέτη της ενάγουσας νπ.δ.δ ΕΟΠΥΥ.
Για τον ίδιο ως άνω λόγο, δηλ. την μη αναφορά των παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος και ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από τους αρ. 1, 14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ορθώς εκτιμώμενου ως εντασσόμενου στον αρ. 1 του ίδιου ως άνω άρθρου, ως προς την παράλειψη εφαρμογής του άρθρου 13 του ν. 4578/2018 που τροποποίησε την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 52 παρ. 4 του ν. 4430/2016 κατά την οποίαν ο μεν ΕΦΚΑ εξακολουθεί να νομιμοποιείται στη διεξαγωγή των δικών που αφορούν σε αξιώσεις ή υποχρεώσεις των κλάδων υγείας που μεταφέρθηκαν στον ΕΟΠΥΥ και η νομιμοποίηση αυτή περιλαμβάνει και την άσκηση των ενδίκων μέσων μέχρι την αμετάκλητη περάτωσή τους, δίχως να θίγεται η νομική θέση του ΕΟΠΥΥ, τον οποίον δεσμεύουν οι σχετικές αποφάσεις και κατά του οποίου εκτελούνται, προφανώς καθιερώνοντας εδώ ο νόμος μη δικαιούχο ή μη υπόχρεο διάδικο.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο έλαβε ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989), θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 2/2001, ΟλΑΠ 12/2000) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 792/2015), γιατί διαφορετικά το Δικαστήριο της ουσίας, δεν επιτρεπόταν να τους λάβει υπόψη (Ολ.
ΑΠ 2/2001), όπως πράγματα αποτελούν και οι λόγοι έφεσης. Οι ισχυρισμοί πρέπει να είναι ουσιώδεις, δηλαδή να επιδρούν στην έκβαση της δίκης και να επηρεάζουν ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της απόφασης. Επομένως, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων, τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Συνακόλουθα, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμη ή αλυσιτελή (Ολ ΑΠ 2/1989, 14/2004), ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 857/2007), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.
Επιπλέον, ο από το ανωτέρω άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997, 25/2003), έστω και εσφαλμένως, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς εκείνα που τον συγκροτούν (Ολ.
ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1363/2008, 684/2019). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιος είναι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, ποια είναι η ουσιώδης επιρροή του στην έκβαση της δίκης καθώς και οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου επί του ισχυρισμού (ΑΠ 841/2014, 235/2019). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης από τους αρ. 1, 9, 14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ορθώς εκτιμώμενου στο σύνολό του ως εντασσόμενου στον αρ. 8 β του ίδιου άρθρου, το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της τον νομίμως προβληθέντα και επαναφερθέντα ως λόγο έφεσης στο Εφετείο ουσιώδη ισχυρισμό του που έχει επιρροή στην έκβαση της δίκης συνιστάμενο στην πενταετή παραγραφή των επίδικων απαιτήσεων κατ'εφαρμογή των άρθρων 40 παρ. 6 α.ν. 1846/1951 που αφορούν απαίτηση της ενάγουσας από αδικαιολόγητο πλουτισμό κατά το έτος 2005 και η άσκηση της επίδικης αγωγής έγινε το τέλος 2010 (28-12-2010).
Ο λόγος όμως αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό και τον απέρριψε σιγή (βλ. και ΑΠ 522/2018), εφόσον δέχθηκε την ουσιαστική βασιμότητα της επίδικης απαίτησης και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το προαναφερθέν ποσό των 102.243,09 ευρώ. Ο τρίτος λόγος της ένδικης αναίρεσης με τον οποίον το αναιρεσείον ισχυρίζεται πλημμέλεια από τους αρ. 1, 9, 14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και ορθώς εκτιμώμενου ως εντασσόμενου στον προαναφερθέντα αρ, 8β του ίδιου άρθρου, επειδή το Εφετείο παρέλειψε να εξετάσει τον λόγο έφεσης που αναφέρεται στο παράνομο της κήρυξης της οριστικής απόφασης ως προσωρινώς εκτελεστής κατά τα εκεί αναφερόμενα ποσά των 2.000 ευρώ και 30.000 ευρώ πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, εφόσον η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 543/2018 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και η εκτελεστότητα ως έννομη συνέπεια δημόσιου δικαίου απορρέει πλέον από την τελεσίδικη αυτή απόφαση.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου κατά το άρθρο 495 ΚΠολΔ στο δημόσιο ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητη , που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του ( άρθρα 176, 180,183, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), λόγω του ότι το τελευταίο δεν εκπροσωπήθηκε από αντιπρόσωπο του ΝΣΚ, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-10-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1317/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ