Legislator Case Law & Legislation
1042/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague grounds failing to cite violated laws or state facts.

Case Number 1042/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision on wage disputes. The appellant argued the lower court lacked reasoning regarding payment methods and amounts, but the Court found the appeal grounds vague and incomplete. The decision was rejected because the appeal failed to cite specific violated laws or fully state the factual premises relied upon by the lower court.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 522 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if grounds are vague, fail to cite violated substantive laws, or do not fully state the factual premises relied upon by the lower court.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds substantive law citation factual premises wage dispute Court of First Instance legal reasoning

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 522 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Law 3226/2004
Article 176 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1042 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1042/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή και Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Μ. του Κ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λιούρδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Ο ως άνω δικηγόρος διορίσθηκε σύμφωνα με το ν. 3226/2004 και την 33/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Αναγνώστου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/12/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 363/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 351/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/12/2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 3-12-2018 και με αριθ. κατάθεσης 50/6-12-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 351/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Με την απόφαση αυτή, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την από 10-1-2017 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 363/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 3-12-2012 αγωγή επιδικάσεως μισθολογικών διαφορών του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).

Κατά τον αριθ. 8 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ... και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" που δεν προτάθηκαν νοούνται και εκείνα των οποίων δεν έγινε νομότυπη και παραδεκτή επίκληση από τον διάδικο που τα επικαλείται.

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ ορίζεται ότι με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, απορρίψει την αγωγή εν όλω ή εν μέρει, κατά παραδοχή αυτοτελούς ισχυρισμού (ένστασης) του εναγομένου, τη δε απόφαση αυτή εκκαλεί ο ενάγων, η υπόθεση ή το σχετικό κεφάλαιο αυτής μεταβιβάζονται με την άσκηση της έφεσης στο Εφετείο, αδιαίρετα και ως σύνολο, τόσο δηλαδή ως προς την αγωγή ή το οικείο μέρος αυτής, όσο και ως προς την ένσταση.

Κατά συνέπεια δεν υπάρχει ανάγκη να επαναφέρει την τελευταία και ο εναγόμενος, με τις προτάσεις του στο Εφετείο, κατά τους ορισμούς του άρθρου 240 ΚΠολΔ (ΑΠ 232/2018, ΑΠ 684/2014, ΑΠ 1710/2012, ΑΠ 979/2003). Με τον πρώτο από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη την ένσταση εξοφλήσεως που είχε προβάλλει η εναγομένη πρωτοδίκως και η οποία έγινε δεκτή και ως ουσία βάσιμη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, χωρίς να την επαναφέρει παραδεκτώς με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, πλην μιας γενικής και αόριστης αναφοράς, με σαφή και ορισμένη επίκληση των μηνιαίων εξοφλητικών αποδείξεων μισθοδοσίας, ήτοι της ημερομηνίας εκδόσεώς τους, του χρονικού διαστήματος στο οποίο η κάθε μία αφορά, του ποσού που καταβλήθηκε καθώς και της συγκεκριμένης αιτίας κλπ.

Όπως προκύπτει από το δικόγραφο της έφεσης που επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για την έρευνα της βασιμότητας του αναιρετικού λόγου (ΚΠολΔ 561 § 2), ο ενάγων - εκκαλών και ήδη αναιρεσείων, επικαλούμενος με τους λόγους έφεσης κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά το μέρος που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμα τα κεφάλαια της αγωγής του που αφορούσαν στις διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, καταβολής των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, των αποδοχών και των επιδομάτων άδειας, της αμοιβής εργασίας τα Σάββατα, τις Κυριακές και αργίες και την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης, αποδεχόμενο ως νόμω και ουσία βάσιμη την ένσταση εξόφλησης της εναγομένης, παραπονέθηκε για την απόρριψη της αγωγής του ως προς τα κεφάλαια αυτά και ζήτησε με την έφεση την παραδοχή της αγωγής στο σύνολό της.

Επομένως με τους ανωτέρω λόγους έφεσης μεταβιβάστηκαν στο Εφετείο, ως ενιαίο και αδιαίρετο κεφάλαιο της εκκαλούμενης απόφασης, τόσο η αγωγή κατά τα κεφάλαια αυτά, όσο και η κατ' αυτής ένσταση εξόφλησης, αφού μάλιστα ρητώς ο εκκαλών παραπονέθηκε για την κρίση της εκκαλουμένης απόφασης επί της ενστάσεως αυτής και δεν υπήρχε ανάγκη να επαναφέρει την τελευταία και η εναγομένη -εφεσίβλητη, με τις προτάσεις της στο Εφετείο, κατά τους ορισμούς του άρθρου 240 ΚΠολΔ.

Έτσι, το Εφετείο, με το να λάβει υπόψη του την ένσταση αυτή, που νομότυπα μεταβιβάστηκε σε αυτό με τον τρόπο που προαναφέρθηκε και αποτέλεσε μέρος του αντικειμένου της ενώπιόν του αχθείσας δίκης, για το οποίο, όπως είχε υποχρέωση, αποφάνθηκε, δεχόμενο την ένσταση ως ουσιαστικά βάσιμη, δεν ενήργησε πέραν του πλαισίου του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης και ο περί του αντιθέτου από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αλήθειας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα) τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β', 346 και 453 § 1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Δύναται δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζητήσεως μετά την οποία εξεδόθη η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζητήσεως, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.

Η τελευταία αυτή διάταξη, αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου (ΟλομΑΠ 9/2000, 14/2005, 23/2008). Το δικαστήριο της ουσίας οφείλει να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως αν για τα προσκομιζόμενα από διάδικο έγγραφα έγινε νόμιμη επίκληση στις προτάσεις του, όμως η οποιαδήποτε σχετική παράλειψη και η λήψη τελικώς υπ' όψη εγγράφων που είτε δεν προσκομίσθηκαν είτε προσκομίσθηκαν, χωρίς νόμιμη επίκληση, ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11β' ΚΠολΔ, μόνο αν το αντίστοιχο απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας από τον ήδη αναιρεσείοντα, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις.

Τέλος, οι αποδείξεις που παρά το νόμο ελήφθησαν υπ' όψη από το δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να είναι κρίσιμες για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού των διαδίκων, αφού μόνο ένας τέτοιος ισχυρισμός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (ΟλομΑΠ 42/2002, ΑΠ 511/2016). Καμία όμως διάταξη νόμου δεν επιβάλλει ούτε στον διάδικο που επικαλείται τα αποδεικτικά έγγραφα, να αναφέρει την ημεροχρονολογία καθ' ενός τούτων ή τον τυχόν υπάρχοντα αριθμό πρωτοκόλλου αυτών ή άλλο μερικότερο στοιχείο για την εξειδίκευσή του, ούτε στο δικαστήριο, προκειμένου να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει σ' αυτήν τέτοια στοιχεία κάθε αποδεικτικού εγγράφου, αρκεί να μην γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητα του επικαλούμενου και προσκομιζόμενου εγγράφου και ότι τούτο πράγματι προσκομίσθηκε νομίμως (ΑΠ 1261/2018, ΑΠ 2182/2007).

Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 (περ. β') του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπ' όψη του τις προσκομισθείσες αποδείξεις μισθοδοσίας, τις οποίες, όμως, η αναιρεσίβλητη δεν είχε επικαλεσθεί νομίμως με τις προτάσεις της που κατέθεσε στο Εφετείο, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εξεδόθη η προσβαλλόμενη απόφαση, παρά μόνο με γενική και αόριστη αναφορά.

Από την παραδεκτώς γενομένη επισκόπηση των από 6-11-2017 προτάσεων της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πατρών κατά τη συζήτηση της από 10-1-2017 έφεσης του αναιρεσείοντος, προκύπτει ότι αυτή επικαλέστηκε, πλην των άλλων εγγράφων, τις μηνιαίες εξοφλητικές αποδείξεις μισθοδοσίας, τις εξοφλητικές αποδείξεις καταβολής των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, τις εξοφλητικές αποδείξεις καταβολής των αποδοχών άδειας, της αποζημίωσης άδειας και των επιδομάτων άδειας, που φέρουν την ιδιόχειρη υπογραφή και το ονοματεπώνυμο του ενάγοντος -αναιρεσείοντος, που αφορούσαν στο συνολικό χρονικό διάστημα που απασχολήθηκε σ' αυτή (Νοέμβριος 2010 έως Ιούλιος 2012), με αρίθμηση και επίκληση του αριθμού εκάστου σχετικού για κάθε επί μέρους καταβολή.

Η επίκληση των ανωτέρω εγγράφων είναι σαφής και ορισμένη, χωρίς να απαιτείται η αναφορά μερικότερων στοιχείων, αφού προσδιορίζεται το είδος των εγγράφων, ούτως ώστε να μη δημιουργείται αμφιβολία περί της ταυτότητος τούτων και ότι αυτά πράγματι προσκομίσθηκαν, και συνεπώς ο λόγος αυτός (δεύτερος) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Καμία ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη ενώ ως αποτελούντα ξεχωριστά από τα έγγραφα αποδεικτικά μέσα πρέπει να μνημονεύονται η έκθεση και το πρακτικό αυτοψίας (ΚΠολΔ 359), η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων (383), τα πρακτικά εξέτασης των μαρτύρων (410) και οι ένορκες βεβαιώσεις (270 § 2, 339) (ΑΠ 807/2015).

Ειδικότερα για τις ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες όπως ήδη ρητά ορίζεται στο άρθρο 339 ΚΠολΔ, μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 36 του ν. 3994/2011, αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, πρέπει στην απόφαση να γίνεται μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη και ότι έχουν τηρηθεί οι νόμιμες προϋποθέσεις για τη λήψη τους, χωρίς να απαιτείται χωριστή αξιολόγηση καθεμίας από αυτές.

Οι ένορκες βεβαιώσεις, όμως, που έχουν ληφθεί με αφορμή άλλη δίκη και προσκομίζονται με επίκληση κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής δεν αποτελούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα και δεν απαιτείται ειδική μνεία αυτών στην απόφαση, αλλά αποτελούν απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτός αν δόθηκαν για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα στη συγκεκριμένη δίκη, οπότε δεν λαμβάνονται καθόλου υπόψη.

Σε αυτή την περίπτωση αρκεί να βεβαιώνεται στην απόφαση ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι, ώστε να μην παραμένει καμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και το σχετικό έγγραφο της ένορκης βεβαίωσης (ΑΠ 800/2015).

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος κατά τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 (περ. γ') του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεν αναφέρει ρητά την με αριθ. ...2014 ένορκη βεβαίωση του Γ. Κ., η οποία είχε δοθεί στο πλαίσιο άλλης δίκης (συναδέλφου του) είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Όπως δε προκύπτει από τη διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι έλαβε υπόψη και "όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικότερα στη συνέχεια, χωρίς να έχει παραληφθεί οποιοδήποτε από αυτά για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς και από τα οποία, άλλα λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και να απορρίψει την έφεση, έλαβε υπόψη του και την περί ης ο αναιρετήριος λόγος ένορκη βεβαίωση, ανεξαρτήτως του ότι δεν κάνει ειδική μνεία ως προς αυτή και επομένως, ως προς το δεύτερο σκέλος του ο ίδιος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλομΑΠ 9/1997, ΑΠ 166/2016, ΑΠ 625/2008). "Πράγματα" αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και περιέχουν παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (ΟλομΑΠ 11/1996, ΑΠ 150/2015).

Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί, που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 15/2020, ΑΠ 1462/2019).

Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλομΑΠ 25/2003), αλλά και αν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλομΑΠ 11/1996, ΑΠ 297/2019).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός (ΚΠολΔ 118 αρ. 4, 566 § 1) πρέπει ο ισχυρισμός, που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως, να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος προτάσεως ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 892/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο απέρριψε συλλήβδην τους δεύτερο έως πέμπτο λόγους εφέσεώς του που αφορούσαν τα κονδύλια της αγωγής για καταβολή των διαφορών μεταξύ των καταβληθεισών αμοιβών του και των νομίμων, των επιδομάτων Χριστουγέννων και Πάσχα, των αποδοχών και επιδομάτων κανονικής άδειας και τις νόμιμες προσαυξήσεις για την εργασία του τη νύχτα, τα Σάββατα και τις Κυριακές και αργίες, δίχως να λάβει υπόψη του και να εξετάσει στην ουσία καθένα ξεχωριστά τους νομίμως με τους λόγους αυτούς (εφέσεως) προβληθέντες ισχυρισμούς του, ήτοι:

α) ότι οι προσκομισθείσες από την εναγομένη (αναιρεσίβλητη) εξοφλητικές αποδείξεις αποδοχών, αν και φέρουν την υπογραφή του δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, β) ότι έχει λάβει και ποσά μεγαλύτερα από τα αναγραφόμενα στις αποδείξεις της εναγομένης, γ) ότι η εκκαλούμενη απόφαση δεν είχε εκτιμήσει ορθώς τα αποδεικτικά μέσα που ο ίδιος είχε εισφέρει στη δίκη, από τα οποία προέκυπτε η αναλήθεια των ισχυρισμών της εναγομένης, και δ) ότι η εκκαλούμενη απόφαση κατέληξε στο πόρισμά της αυθαίρετα χωρίς τούτο να προκύπτει από κανένα αποδεικτικό στοιχείο.

Ωστόσο, ως προς τον υπό στοιχ. α' ισχυρισμό, ο λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν περιέχονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες παραδοχές της απόφασης, σε κάθε περίπτωση, όμως, από την επισκόπηση της απόφασης προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τον ανωτέρω ισχυρισμό (βλ.

σελ. 17 σειρές 19-30, σελ. 18 σειρές 1-31 της Εφετειακής απόφασης) και τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο. Οι λοιποί ισχυρισμοί δεν αποτελούν αυτοτελείς ισχυρισμούς που αφορούν λόγους εφέσεως, αλλά πραγματικά επιχειρήματα και συμπεράσματα του αναιρεσείοντος για την υποστήριξη των λόγων εφέσεώς του και έχουν σχέση με την εκτίμηση των αποδείξεων και την απόκρουση ισχυρισμών επί της ουσίας της υποθέσεως (πίνακες προσωπικού και εξοφλητικές αποδείξεις μισθοδοσίας), και μετά ταύτα, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλομΑΠ 2/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αναφερομένων εγγράφων (εξοφλητικές αποδείξεις μισθοδοσίας, πίνακας προσωπικού Δεκέμβριος 2010, βιβλιάριο ταμιευτηρίου της Εμπορικής Τράπεζας), γιατί δέχθηκε ισχυρισμούς της εναγομένης (αναιρεσίβλητης) που δεν συνάδουν με το περιεχόμενο αυτών.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των πιο πάνω εγγράφων, αλλά, αφού τα διέγνωσε σωστά, τα συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ο εν λόγω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας άφησε αδίκαστη όχι οποιαδήποτε αίτηση των διαδίκων, αλλά μόνο εκείνη που εισάγει ιδιαίτερο κεφάλαιο δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (ΟλομΑΠ 25/2003). Τέτοια αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής και της ανταγωγής κατά τα διάφορα αυτών αιτήματα και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση, όχι όμως και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 19/2020, ΑΠ 567/2009, ΑΠ 1586/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο τον πέμπτο λόγο της έφεσής του, με τον οποίο παραπονείτο για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ως προς την απόρριψη από την εκκαλούμενη απόφαση των αγωγικών κονδυλίων για νυχτερινή εργασία, για εργασία κατά τα Σάββατα (έκτη ημέρα της εβδομάδας) και για την εργασία του κατά τις Κυριακές και αργίες. Ο λόγος αυτός, ερειδόμενος, σύμφωνα με τα παραπάνω, ως αφορών λόγο έφεσης, αληθώς επί του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε του τέταρτου λόγου αναίρεσης, είναι απορριπτέος πρωτίστως ως αόριστος, αφού δεν περιέχονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες παραδοχές της απόφασης, σε κάθε περίπτωση, όμως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει σαφώς από το σύνολο των παραδοχών του, έκρινε ποιες ημέρες (καθημερινές, Σαββατοκύριακα και αργίες), νύχτες και ώρες απασχολήθηκε ο αναιρεσείων στην αναιρεσίβλητη καθ' όλο το χρονικό διάστημα που εργάστηκε σ' αυτή και ποια αμοιβή δικαιούται για την εργασία του και αποδεχόμενο την ένσταση εξοφλήσεως της αναιρεσίβλητης απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Κατά το άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός ο οποίος στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως. Το γεγονός εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις ανωτέρω εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ. α-γ της § 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή (ΑΠ 1384/2017). Με τον έβδομο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 679, 680 ΑΚ και εκείνες των άρθρων 8 ν. 2112/1920, 2 § 1, 3 § 1 & 25 § 2 ν. 3239/1955 και τις γενικές διατάξεις περί ερμηνείας των δικαιοπραξιών, τις οποίες εάν εφάρμοζε ορθά, θα έπρεπε να κρίνει ότι η μη δήλωση της οικογενειακής του κατάστασης στο βιογραφικό σημείωμα κατά την πρόσληψή του συνιστά μη νόμιμη και ανίσχυρη ως άκυρη, δήλωση παραίτησης, από τις νόμιμες προσαυξήσεις των αποδοχών του ως προς το επίδομα γάμου που δικαιούταν και να υπολογίσει τις προσαυξήσεις αυτές στις νόμιμες (κατώτατες) αποδοχές του, πράγμα που δεν έπραξε.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος και έτσι απαράδεκτος, αφού ο αναιρεσείων δεν προβάλλει στο αναιρετήριο, ότι τον ισχυρισμό του αυτόν -πως η μη γνωστοποίηση στο βιογραφικό του σημείωμα της οικογενειακής του κατάστασης συνιστά άκυρη δήλωση παραίτησής του από τις νόμιμες αποδοχές που δικαιούταν- πρότεινε, όπως όφειλε στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε αναφέρει συγκεκριμένα το χρόνο και τον τρόπο πρότασής του, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος ή ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση εκ του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ.

Από τις διατάξεις των άρθρων 670 και 671 ΚΠολΔ, οι οποίες έχουν εφαρμογή και στην κατ' έφεση δίκη (ΚΠολΔ 674 § 2), όπως αυτές ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με το άρθρο 4ο ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή σύμφωνα με το άρθρο 9ο § 2 του ίδ.ν. ως εκ του χρόνου καταθέσεως της αγωγής, συνάγεται ότι κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών το δικαστήριο λαμβάνει υπ' όψη και αποδεικτικά μέσα τα οποία δεν πληρούν τους όρους του νόμου και τα οποία εκτιμά ελευθέρως, χωρίς να υποχρεούται να τηρήσει νομικούς κανόνες ως προς την αποδεικτική δύναμη αυτών, με εξαίρεση ως προς τη δικαστική ομολογία. Εν όψει τούτων, η διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, με την οποία ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση αυτή, ως ασυμβίβαστη με την ειδική διαδικασία των άρθρων 663 επ. ΚΠολΔ (ΑΠ 969/2011, ΑΠ 109/2008).

Επομένως, ο όγδοος λόγος της αιτήσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με το οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο παραβίασε τους κανόνες του νόμου ως προς την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, είναι προεχόντως απαράδεκτος.

Περαιτέρω, το εκ του αριθ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου, με το οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τις "αναφορές φύλακα" και τα "προγράμματα ωρών εργασίας", που είχε προσκομίσει, ως μη νόμιμα, είναι απορριπτέος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενος, καθώς, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της απόφασής του, το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (ΚΠολΔ 561 § 1) θεώρησε τα έγγραφα αυτά ως μη αξιόπιστα.

Τέλος, με το τρίτο σκέλος του ίδιου λόγου, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του αριθ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όσον αφορά τις "αναφορές φύλακα", υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο δεν έταξε τις δέουσες αποδείξεις, προκειμένου να αποδειχθεί αν τα έγγραφα αυτά ήταν πλαστογραφημένα ή όχι, κατόπιν σχετικού ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης.

Το σκέλος αυτό πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο, γιατί έρχεται σε αντίφαση με όσα αναφέρει στο δεύτερο σκέλος του λόγου τούτου, ότι δηλαδή εσφαλμένα η προσβαλλόμενη απόφαση τις απέρριψε ως μη νόμιμα αποδεικτικά μέσα, ενώ πληρούσαν τις προϋποθέσεις του νόμου για να γίνουν δεκτά.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 § 1, 577 § 3 και 578 ΚΠολΔ, για το ορισμένο του από τον αρ. 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλομΑΠ 1/2016, ΟλομΑΠ 2/2013, ΟλομΑΠ 20/2005).

Δεν αρκεί μόνο η αναφορά του κατά την άποψη του αναιρεσείοντος πραγματικού μέρους της υποθέσεως και του συμπεράσματος του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, ούτε η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλομΑΠ 28/1998, ΑΠ 1354/2017, ΑΠ 319/2017).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλομΑΠ 20/2005, ΑΠ 1354/2017, ΑΠ 1184/2015).

Η σαφής και πλήρης αναφορά των πραγματικών περιστατικών, που δέχτηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή μη της αγωγής είναι αναγκαία, διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται όχι από την ορθότητα του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά από εκείνη του διατακτικού της (ΚΠολΔ 578), τούτο δε συνάπτεται, σε σχέση λογικής ακολουθίας, προς τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, έτσι ώστε η έκθεση των τελευταίων στο αναιρετήριο να είναι απαραίτητη, προκειμένου να ελεγχθεί αν η πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναίρεσης δε μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλομΑΠ 27/1998, ΟλομΑΠ 32/1996).

Συνακόλουθα, η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχείο του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΑΠ 1354/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον ένατο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση τις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως κανόνος του ουσιαστικού δικαίου. Ωστόσο, δεν αναφέρει στο αναιρετήριο τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν.

Περαιτέρω, ως προς τις ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, αναφέρει (στο αναιρετήριο) τα εξής: "Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ως προς το θέμα των πράγματι καταβληθεισών αμοιβών σε εμένα διαλαμβάνει τα εξής: "... ο εκκαλών-ενάγων ισχυρίζεται ότι ελάμβανε μικρότερα ποσά από τα αναγραφόμενα στις εξοφλητικές αποδείξεις, γεγονός που, κατά τους ισχυρισμούς του αποδεικνύεται από την εκτύπωση της κίνησης λογαριασμού της μισθοδοσίας του.

Και ο ισχυρισμός του αυτός δεν αποδεικνύεται και ως εκ τούτου τυγχάνει απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, διότι, όπως προαναφέρεται, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων λάμβανε τις νόμιμες (βάσει της οικείας ΕΓΣΣΕ) καθαρές αποδοχές, μετά την αφαίρεση των νομίμων κρατήσεων. Η πρακτική που ακολουθούνταν ήταν να λαμβάνει ο ανωτέρω τις νόμιμες αποδοχές του είτε με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό είτε με μετρητά που ελάμβανε απευθείας, πρακτική η οποία αποδείχθηκε ότι τηρούσε η εναγομένη εργοδότρια και με τους λοιπούς εργαζομένους της και συνεπώς αλυσιτελώς προβάλλεται ο ως άνω ισχυρισμός περί αναντιστοιχίας των νομίμων αποδοχών και της κίνησης του τραπεζικού λογαριασμού μισθοδοσίας.

Το συνολικό ποσό που τελικά ελάμβανε ο ενάγων ταυτίζεται με εκείνο για το οποίο υπέγραφε εξοφλητικές αποδείξεις, οι οποίες είναι ακριβείς κατά περιεχόμενο...". Αιτείται δε την Εφετειακή απόφαση ότι κατέστη αναιρετέα ως προς το θέμα του τρόπου καταβολής των αμοιβών του και του υπολογισμού των μικτών και καθαρών αποδοχών του, στερούμενη νομίμου βάσεως, αφού δεν έχει καθόλου αιτιολογίες και ούτε αναφέρεται σε αυτή με σαφήνεια ποια ήταν τα αναγκαία κατά νόμο πραγματικά περιστατικά που την οδήγησαν στη συγκεκριμένη κρίση της, ώστε να δεχθεί ότι η καταβολή των αμοιβών του γινόταν με δύο τρόπους, είτε με κατάθεση στον τραπεζικό του λογαριασμό είτε με μετρητά, ποια είναι τα ποσά των καταβλητέων αποδοχών για κάθε αιτία, των νομίμων κρατήσεων υπέρ τρίτων και κυρίως των καθαρών αποδοχών και για ποιο λόγο τα ποσά που εμφαίνονται στην κίνηση του τραπεζικού λογαριασμού είναι μεγαλύτερα των καταβλητέων αποδοχών.

Με αυτό το περιεχόμενο ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, διότι, το μεν, δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν, το δε, διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο αποσπασματικά μόνον και όχι πλήρεις οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αυτό ως αποδειχθέντα για να στηρίξει τη φερόμενη ως λανθασμένη κρίση του. Ειδικότερα δεν διαλαμβάνονται οι σχετικές παραδοχές του Εφετείου, ως προς την έννομη σχέση που συνέδεε τους διαδίκους, το χρόνο και ημέρες εργασίας του, την αμοιβή που κατά νόμο έπρεπε να λαμβάνει και αυτήν που έλαβε από την αναιρεσίβλητη, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά ή όχι και με πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες το Εφετείο εφάρμοσε ευθέως και εκ πλαγίου τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (ΚΠολΔ 176, 183, 189, 191 § 2), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό. Πρέπει δε να λεχθεί ότι η παροχή στον αναιρεσείοντα, με την υπ' αριθ. 33/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, νομικής βοήθειας, θεσμός που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4 & 9 του ν. 3226/2004 "νομική βοήθεια σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος", δεν εμποδίζει το δικαστήριο, σε περίπτωση ήττας του, να επιβάλλει σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου του, η είσπραξη όμως αυτών δεν μπορεί να επιδιωχθεί με αναγκαστική εκτέλεση πριν πάψουν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την παροχή της νομικής βοήθειας και βεβαιωθεί τούτο με απόφαση του αρμόδιου δικαστή (ΑΠ 1208/2019, ΑΠ 1086/2018, ΑΠ 649/2018, ΑΠ 1001/2015, ΑΠ 1639/2014).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-12-2018 και με αριθ. κατάθεσης 50/6-12-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 351/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Οκτωβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ