Legislator Case Law & Legislation
1042/2018 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor contract termination, ruling notice of expiry was valid termination.

Case Number 1042/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Labor Court's decision regarding the termination of employment contracts. The plaintiff argued the employer failed to properly terminate the contracts, while the employer contended the notice of expiry constituted a valid termination. The court ruled that the employer's declaration of non-cooperation after the age limit satisfied the legal requirements for termination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 24(1)(c) of Law 3232/2004 and 49(1)(2) of Presidential Decree 410/1988; A notice of contract expiry without explicit use of the word 'termination' constitutes a valid termination if it clearly indicates the cessation of the contractual relationship.

Keywords

AI generated
labor contract termination notice of expiry valid termination age limit clause contractual relationship

Cited Legislation

AI generated
Article 24(1)(c) of Law 3232/2004
Article 49(1)(2) of Presidential Decree 410/1988

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1042 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1042/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 24η Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης" (ΕΦΚΑ), ως οιονεί καθολικού διαδόχου του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών" (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Βασιλείου Κουρούμαλη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Ν. Φ. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου - Ελευθερίου Τάγαρη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις, 2) Μ. Π. του Α., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε και 3) Κ. Δ. του Β., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου - Ελευθερίου Τάγαρη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-3-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν η 2399/2007 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2374/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-12-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι, πλην του δευτέρου από τους αναιρεσίβλητους, παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια αρεοπαγίτης, Μαρία Νικολακέα, ανέγνωσε την από 13-10-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων που παραστάθηκαν ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ.2, 498 παρ.1, 568 παρ.1, 2 και 4 και 576 παρ.1 - 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση. Αν μεν τη συζήτηση επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, έχοντας κλητεύσει νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή αν κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος την έχει επισπεύσει, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 1061/2010). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ.4 εδ. β’ και γ’ ΚΠολΔ, που έχουν γενική εφαρμογή, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου προς εμφάνιση, διότι η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Ωστόσο, κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή, ώστε να μη χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ’ αυτή διαδίκου, μόνον εφόσον αυτός είχε νόμιμα κλητευθεί για να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο ή είχε νόμιμα παραστεί κατ’ αυτήν, οπότε με τη νόμιμη και χωρίς εναντίωση παράστασή του καλύπτεται η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο.

Διαφορετικά, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ’ αυτή διαδίκου (ΑΠ 136/1999). Στην προκείμενη περίπτωση, η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της 2374/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών για τη δικάσιμο της 4-4-2017, με αριθμό πινακίου …, κατά την οποία παρέστησαν τόσο το αναιρεσείον όσο και ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, Μ.

Π., δια του πληρεξουσίου δικηγόρου αυτού Ιωάννη Τάγαρη, αναβλήθηκε νομίμως για τη δικάσιμο της 24-10-2017, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ο δεύτερος αναιρεσίβλητος όφειλε να παραστεί χωρίς άλλη κλήτευση, αφού η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο με την παράστασή του κατά την αρχική δικάσιμο επέχει θέση κλήτευσής του για τη νέα δικάσιμο.

Ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, όμως, δεν εμφανίσθηκε κατά τη δικάσιμο αυτή στο ακροατήριο του δικαστηρίου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά του πινακίου ούτε πήρε μέρος στη συζήτηση με άλλο νόμιμο τρόπο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης. Επομένως, πρέπει αυτός μεν να δικασθεί ερήμην, η συζήτηση, όμως, να προχωρήσει σαν να ήταν και αυτός παρών (ΚΠολΔ 576 παρ.2).

2. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 5, 8 παρ.1,3 και 9 του ν.δ. 1204/1972, οι οποίες εξακολουθούν να ισχύουν, οι ιατρικές φροντίδες, που δικαιούνται οι ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ, παρέχονται είτε από "θεράποντες ιατρούς", τους οποίους οι ασφαλισμένοι επιλέγουν ελεύθερα από κατάλογο, τον οποίο καταρτίζει το ίδρυμα και ο οποίος περιλαμβάνει ιατρούς που ασκούν νόμιμα το επάγγελμά τους (με ειδικότητα παθολόγου ή γενικής ιατρικής ή και χωρίς ειδικότητα), είτε από "ιατρούς ειδικοτήτων ή εργαστηρίων".

Οι "θεράποντες ιατροί" δεν αποτελούν προσωπικό του ΙΚΑ και ο συμβατικός δεσμός τους με αυτό δεν συνιστά σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας, αλλά διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του ν.δ. 1204/1972. Γι’ αυτό και δεν κωλύονται να παρέχουν ιατρικές φροντίδες, ελεύθερα, εκτός από τους ασφαλισμένους του ΙΚΑ και σε πρόσωπα που δεν δικαιούνται παροχές ασθένειας από αυτό.

Αντίθετα, οι "ιατροί ειδικοτήτων ή εργαστηρίων", συνδέονται με το ΙΚΑ με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. δ. 1204/1972, η αμοιβή των "θεραπόντων ιατρών" προσδιορίζεται είτε αναλόγως του αριθμού των δικαιούχων της περίθαλψης είτε με άλλο τρόπο, χωρίς περιορισμό από τις διατάξεις περί αμοιβής των ιατρών.

Οι ειδικές συμβάσεις των "θεραπόντων ιατρών", που όπως αναφέρθηκε δεν συνιστούν σχέσεις ή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, μπορούν να καταγγέλλονται, εκατέρωθεν, οποτεδήποτε ύστερα από μηνιαία προειδοποίηση (ΑΠ 2110/2013).

3. Επακολούθησαν οι διατάξεις του άρθρου 18 του ν. 2150/1993, που ρύθμισε μισθολογικά θέματα των γιατρών του ΙΚΑ με σύμβαση. Σύμφωνα με αυτές, οι ιατροί που υπηρετούν στο ΙΚΑ με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους ιατρούς του ιδρύματος. Ως προς τους ιατρούς αυτούς, ο χρόνος υπηρεσίας στο ΙΚΑ υπολογίζεται για τη μισθολογική εξέλιξή τους και οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις ως προς τα καθήκοντα, τις άδειες, το ωράριο εργασίας, τις τοποθετήσεις, μετακινήσεις, αποσπάσεις ή μεταθέσεις και τα πειθαρχικά αδικήματα έχουν εφαρμογή όπως και για τους μόνιμους ιατρούς του ΙΚΑ. Από τις ρυθμίσεις αυτές, όμως, εξαιρούνται : α) οι με ειδική σύμβαση ιατροί, οι οποίοι κατέχουν και δεύτερη θέση ή είναι συνταξιούχοι του Δημοσίου και β) οι με ειδική σύμβαση ιατροί, των οποίων η ήδη λαμβανόμενη, μηνιαία αποζημίωση είναι μεγαλύτερη από τις μηνιαίες αποδοχές που θα έπαιρναν με τη μισθολογική εξομοίωση. Για τους ιατρούς που εξαιρούνται, εξακολουθεί να ισχύει το εργασιακό και μισθολογικό καθεστώς των άρθρων 5 και 10 του ν. δ. 1204/1972 (βλ. παραπάνω, αρ.2).

4. Η σχέση των "θεραπόντων ιατρών", που προσλήφθηκαν από το ΙΚΑ σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. δ. 1204/1972, είναι ειδική σύμβαση εργασίας, η οποία διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος, χωρίς επ’ αυτής να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Και ακόμη, η μισθολογική εξομοίωση των "θεραπόντων ιατρών" με τους ιατρούς που συνδέονται με το ΙΚΑ με σχέση δημοσίου δικαίου, η οποία επήλθε με το άρθρο 18 του ν. 2150/1993, δεν μετέβαλε και τη φύση της σχέσης που συνδέει τους ιατρούς της κατηγορίας αυτής με το Ίδρυμα (ΑΕΔ 5/2000, ΟλΑΠ 21 και 22/2007, ΑΠ 1269/2010). Ως εκ τούτου, η εν λόγω ειδική σύμβαση "θεράποντος ιατρού" μπορεί να καταγγέλλεται από τα μέρη οποτεδήποτε, ύστερα από μηνιαία προειδοποίηση (ΑΠ 2110/2013).

5. Επακολούθησε η διάταξη του άρθρου 24 παρ.1 εδ. γ’ του ν. 3232/2004, σύμφωνα με την οποία "Η αληθής έννοια του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972, που προβλέπει ειδικές συμβάσεις ιατρών και οδοντιάτρων του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, είναι ότι οι συμβάσεις αυτές είναι εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου". Η διάταξη αυτή, όμως, εν όψει του ότι η προαναφερθείσα έννοια του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972, που φέρεται ότι ερμηνεύεται, είναι σαφής ως προς το νομικό χαρακτηρισμό της σχέσης που συνδέει τους με ειδικές συμβάσεις "θεράποντες ιατρούς" με το ΙΚΑ, διότι καθορίζει ρητά ότι οι ειδικές αυτές συμβάσεις δεν συνιστούν σχέσεις ή συμβάσεις εργασίας, δεν είναι αληθώς ερμηνευτική.

Αποτελεί "ψευδοερμηνευτική" διάταξη, η οποία, ως τοιαύτη και σύμφωνα με το άρθρο 77 παρ.2 του Συντάγματος, δεν μπορεί να έχει αναδρομική ισχύ (ΟλΑΠ 21 και 22/2007). Ούτε, όμως, και μελλοντική ισχύ θα μπορούσε να έχει, ως αντίθετη προς το άρθρο 103 παρ.8 του Συντάγματος, που προστέθηκε κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 και προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ.3, είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ.2.

Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεων του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου" (βλ.

γενικώς ΟλΑΠ 20/2007 και ειδικώς ΑΠ 675/2009). Κατά συνέπεια, και μετά το άρθρο 24 παρ.1 εδ. γ’ του ν. 3232/2004 οι ειδικές συμβάσεις "θεραπόντων ιατρών" του ΙΚΑ, το οποίο είναι ΝΠΔΔ, μπορούν να καταγγέλλονται από τα μέρη οποτεδήποτε, ύστερα από μηνιαία προειδοποίηση (βλ. και τα πρακτικά της 3ης Γενικής Συνεδριάσεως της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου της 6-2-2008).

6. Εξ άλλου, με το άρθρο μόνο του π.δ. 410/1988 κωδικοποιήθηκαν σε ενιαίο κείμενο οι ισχύουσες διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, που αφορούν στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ. Με το άρθρο 49 του Κώδικα τούτου ορίζονται, εκτός άλλων, τα εξής: "1. Το προσωπικό του Κεφαλαίου αυτού (δηλαδή του Κεφαλαίου Β` που αφορά το προσωπικό για κάλυψη οργανικών θέσεων), εκτός αν διαφορετικά ο νόμος ορίζει, απολύεται αυτοδικαίως από την υπηρεσία, μόλις συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας του.

Για την εφαρμογή της διάταξης του προηγούμενου εδαφίου, ως ημέρα γέννησης λαμβάνεται πάντοτε η 31η Δεκεμβρίου του έτους γέννησης. 2. Κατ’ εξαίρεση της παραγράφου 1, το προσωπικό του Δημοσίου που δεν υπάγεται στις διατάξεις του ν.δ. 874/1971, καθώς και το προσωπικό των ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, το οποίο δεν αποκτά δικαίωμα σύνταξης, διατηρείται στην υπηρεσία μέχρι να συμπληρώσει τέτοιο δικαίωμα και, πάντως, όχι πέρα από το 70ο έτος της ηλικίας του (..). 4.

Για την κατά το άρθρο αυτό λύση της εργασιακής σχέσης εκδίδεται διαπιστωτική πράξη του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου". Οι διατάξεις, όμως, του άρθρου 49 της κωδικοποίησης του π.δ. 410/1988, δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή στους ιατρούς, οι οποίοι συνδέονται με το ΙΚΑ με ειδική σύμβαση που έχει καταρτιστεί σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν.

δ. 1204/1972, διότι ως προς αυτούς εξακολουθούν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 5 του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος, που ορίζουν ότι οι ειδικές συμβάσεις των "θεραπόντων ιατρών" καταγγέλλονται οποτεδήποτε, μετά από μηνιαία προειδοποίηση (ΑΠ 1269/2010, 675/2009).

7. Κατά το σύστημα του αστικού κώδικα, η καταγγελία είναι μονομερής, απευθυντέα και αναιτιώδης, δικαιοπραξία, με την οποία εκδηλώνεται από το ένα μέρος, των συνδεόμενων με μια σύμβαση αόριστης διάρκειας, προς το έτερο η βούληση να παύσει να ισχύει ο μεταξύ τους ενοχικός δεσμός για το μέλλον. Η καταγγελία ολοκληρώνεται με την περιέλευσή της σ’ εκείνον, στον οποίο απευθύνεται και για να επιφέρει τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα αρκεί να συνάγεται από το περιεχόμενό της, χωρίς αμφιβολία, η βούληση του καταγγέλλοντος περί του ότι από συγκεκριμένο χρονικό σημείο και μετέπειτα θεωρεί μη υφιστάμενο τον μέχρι τότε ισχύοντα συμβατικό δεσμό.

Πανηγυρικές εκφράσεις δεν απαιτούνται. Ως εκ τούτου και σε αναφορά προς τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία η εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας εκτίμηση πραγματικών γεγονότων δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, το αν έλαβαν ή όχι χώρα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που εκδηλώνουν τη βούληση του ενός μέρους ως προς τη μη ισχύ του συμβατικού δεσμού που το συνδέει με το άλλο μέρος, για το μέλλον, αποτελεί κρίση περί πραγμάτων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Το εάν, όμως, τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά, όπως γίνονται δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας, συνιστούν ή όχι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, καταγγελία της ένδικης σύμβασης αορίστου χρόνου, αποτελεί υπαγωγική κρίση που ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, διότι συνδέεται με την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής διάταξης που προβλέπει την καταγγελία ως τρόπο λύσεως μιας διαρκούς συμβάσεως (ΑΠ 2110/2013).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α’ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

8. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο Αθηνών, αφού προέβη, ορθώς, σε όλες τις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν (πλην αυτής που αναφέρεται στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο για την έκταση του αναιρετικού ελέγχου), δέχθηκε τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά:

Ότι οι τρεις ενάγοντες, εκεί εκκαλούντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι είναι γιατροί με διάφορες ειδικότητες, προσλήφθηκαν από το εναγόμενο, εκεί εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείον ΙΚΑ-ΕΤΑΜ (στη θέση του οποίου έχει υπεισέλθει νομίμως ο ήδη παριστάμενος ΕΦΚΑ), κατά τα έτη 1998 ο πρώτος, 1987 ο δεύτερος και 1998 ο τρίτος, με ειδική σύμβαση αορίστου χρόνου διεπόμενη από το άρθρο 10 του ν.δ 1204/1972, για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως ειδικοί ιατροί επί 5 ημέρες την εβδομάδα με 27 ώρες εβδομαδιαίας απασχόλησης.

Ότι οι πρώτος και τρίτος λάμβαναν τις μηνιαίες αποδοχές του ν. 1505/1984, ενώ ο δεύτερος λάμβανε κατ’ αποκοπή μηναία αποζημίωση ύψους 64.500 δραχμών. Ότι με την εν λόγω ιδιότητα οι ενάγοντες πρόσφεραν ανελλιπώς τις ιατρικές υπηρεσίες τους στους ασφαλισμένους του εναγομένου μέχρι το τέλος του έτους 2005. Ότι το εναγόμενο, κατά μήνα Οκτώβριο 2005, κοινοποίησε στον καθένα από τους ενάγοντες έγγραφο της αρμόδιας υπηρεσίας αυτού, με το οποίο ανακοινώθηκε, αντιστοίχως, ότι από 1-1-2006, σύμφωνα με τα άρθρα 24 παρ.1 του ν. 3232/ 2004 και 49 παρ.1 και 2 του π.δ. 410/1988, το εναγόμενο δεν θα μπορεί να συνεργάζεται με το συγκεκριμένο ενάγοντα ιατρό, λόγω του ότι την 31η Δεκεμβρίου του έτους που λήγει συμπληρώνει το 65ο έτος της ηλικίας του.

Ότι στη συνέχεια, εντός του μηνός Ιανουαρίου 2006, κοινοποιήθηκε στον καθένα από τους ενάγοντες η αντίστοιχη διαπιστωτική πράξη του διοικητή του εναγομένου, σύμφωνα με την οποία η υπηρεσιακή σχέση που τους συνέδεε λύθηκε αυτοδικαίως από 1-1-2006. Ότι έκτοτε το εναγόμενο έπαυσε να αποδέχεται τις ιατρικές υπηρεσίες των εναγόντων.

9. Με βάση τις παραδοχές αυτές (βλ. παραπάνω, αρ.8), το Εφετείο έκρινε ότι οι ειδικές συμβάσεις, που ίσχυαν μεταξύ των διαδίκων, δεν λύθηκαν αυτοδικαίως λόγω συμπληρώσεως του 65ου έτους της ηλικίας ενός εκάστου ενάγοντος, αλλ’ ότι θα μπορούσαν να λυθούν μόνο με καταγγελία αυτών ύστερα από μηνιαία προειδοποίηση, σύμφωνα με τις εν προκειμένω έχουσες εφαρμογή διατάξεις των άρθρων 5 και 10 του ν. δ. 1204/1972 (βλ. παραπάνω, αρ.2). Και περαιτέρω, έκρινε ότι με τη διαδικασία που προαναφέρθηκε (βλ. παραπάνω, αρ.8), το εναγόμενο δεν επιδίωκε την καταγγελία των ενδίκων ειδικών συμβάσεων, αλλ’ απλώς και μόνον την υπόμνηση προς τον καθένα από τους ενάγοντες της [δήθεν] αυτοδικαίως επελθούσης λήξεως της συμβάσεώς του, λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας. Κατόπιν αυτών, το Εφετείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το εναγόμενο δεν κατήγγειλε, όπως όφειλε, τις ένδικες συμβάσεις παροχής ιατρικών υπηρεσιών, ότι αυτές εξακολουθούσαν να ισχύουν και ότι το εναγόμενο, το οποίο αρνείται να δεχθεί τις πραγματικώς και προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες των εναγόντων, περιήλθε από 1-1-2006 σε υπερημερία δανειστή ως προς την αποδοχή τους και οφείλει να καταβάλει σ’ αυτούς τις αιτηθείσες αποδοχές υπερημερίας.

Για τους λόγους αυτούς, το Εφετείο εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη 2399/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 22-3-2006 αγωγή και, αφού δίκασε εκ νέου, την έκανε δεκτή και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στον καθένα από τους ενάγοντες ως αποδοχές υπερημερίας το ποσό των 23.837 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

10. Με την ως άνω κρίση το δικαστήριο της ουσίας έσφαλε ως προς την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 5 και 10 του ν. 1204/1972, διότι υπήγαγε εσφαλμένα σ’ αυτές τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε. Συγκεκριμένα, ενώ ορθώς δέχθηκε ότι οι συμβατικές σχέσεις, που υπήρχαν μεταξύ των διαδίκων, θα μπορούσαν να λυθούν μόνο με καταγγελία αυτών ύστερα από μηνιαία προειδοποίηση, στη συνέχεια υπήγαγε εσφαλμένως στις εν λόγω διατάξεις τις ενέργειες του εναγομένου και έκρινε ότι αυτές δεν συνιστούν καταγγελία, αλλά απλή "υπόμνηση της αυτοδικαίως επελθούσης λήξεως της συμβάσεως".

Διότι, όπως αναφέρθηκε (βλ. παραπάνω, αρ. 7), αφ’ ενός η καταγγελία είναι αναιτιώδης δικαιοπραξία και αφ’ ετέρου για την επέλευση των αποτελεσμάτων της δεν απαιτούνται πανηγυρικές εκφράσεις. Κατά συνέπεια, παραμένει αδιάφορο το αν στα έγγραφα, που ήδη από τον Οκτώβριο 2005 το εναγόμενο κοινοποίησε προς τον καθένα από τους ενάγοντες (ήτοι τουλάχιστον ένα μήνα πριν από την 31-12-2005, την οποία θεώρησε ως χρόνο λήξεως της συμβάσεως), αφ’ ενός γινόταν αναφορά στις διατάξεις των άρθρων 24 παρ.1 εδ.

γ’ του ν. 3232/2004 και 49 παρ.1 και 2 του π.δ. 410/1988 και αφ’ ετέρου δεν αναφερόταν η λέξη "καταγγελία" ή κάποια ισοδύναμη. Οι εκ περισσού αναφερόμενες διατάξεις θα έπρεπε να θεωρηθούν ως μη γεγραμμένες. Και η βούληση του εναγομένου περί του ότι, μετά την 31-12-2005, θεωρεί λυμένη τη σύμβαση συναγόταν, χωρίς αμφιβολία, από τη δήλωση ότι "μετά την 1-1-2006 το εναγόμενο δεν θα μπορεί να συνεργάζεται με τον καθένα από τους ενάγοντες λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας αυτού", η οποία σαφώς υποδήλωνε ότι για τον δηλούντα, δηλαδή για το εναγόμενο, η σύμβαση του καθενός δεν θα συνεχιζόταν μετά την ως άνω ημερομηνία.

Θα έπρεπε, επομένως, το Εφετείο να κρίνει ότι υπό τα περιστατικά, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε, οι ένδικες συμβάσεις καταγγέλθηκαν εγκύρως από το εναγόμενο με τήρηση της κατά νόμο μηνιαίας προειδοποίησης και ότι, ως εκ τούτου, η μεν συμβάσεις έληξαν, αυτό δε δεν περιήλθε σε υπερημερία δανειστή από τη μη αποδοχή της εργασίας των εναγόντων μετά την 1-1-2006.

Με τον τρόπο, όμως, που έκρινε, το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη υπαγωγή τις διατάξεις που αναφέρθηκαν και γι’ αυτό, ο τρίτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος (ΑΠ 2110/2013).

11. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Η έρευνα των υπολοίπων λόγων της αιτήσεως αποβαίνει περιττή. Εφ’ όσον δε η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί από το παρόν δικαστήριο (ΚΠολΔ 580 παρ.3 εδ. α’ ), να ερευνηθεί η έφεση του εναγομένου κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι, που ηττώνται, πρέπει να καταδικασθούν στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα που υποβλήθηκε με την αίτηση αναιρέσεως (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2374/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Κρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας την από 12-10-2010 έφεση κατά της 2399/2007 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Απορρίπτει την έφεση.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους να πληρώσουν στο αναιρεσείον χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 22α Φεβρουαρίου 2018.

Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 5η Ιουνίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ