1042/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1042/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς η αίτηση είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Full text
Απόφαση 1042 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1042/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ' αριθμ. 98/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Γεώργιο Αποστολάκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νεκτάριο Πολυχρονίου. Της αναιρεσίβλητης: ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΟΕ-Μονάδα Φροντίδας Ηλικιωμένων", που έχει έδρα στο ..., εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-12-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η απόφαση 22/2016 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-6-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθ. 10.979δ/21.11.2016 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών Ι. Γ. προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως, με την πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση, στην αναιρεσίβλητη. Επομένως, εφόσον αυτή δεν εμφανίσθηκε στην ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της.
2.- Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 22/2016 ανέκκλητη απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών το οποίο, δικάζοντας κατά την τακτική διαδικασία τροποποιούμενη από τις διατάξεις για τις μικροδιαφορές (άρθρα 466-472 ΚΠολΔ), έκανε δεκτή την αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος και τον υποχρέωσε να της πληρώσει 4.724,14 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως τροφεία για τη φιλοξενία τρίτου προσώπου στον απ' αυτήν διατηρούμενο οίκο ευγηρίας.
Συνεπώς η αίτηση είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
3.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 466 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 42 παρ. 1 ν. 3994/2011 (που ισχύει από 25.7.2011), αν το αντικείμενο της μικροδιαφοράς υπάγεται στο Ειρηνοδικείο και αφορά απαιτήσεις, καθώς και δικαιώματα επάνω σε κινητά πράγματα ή τη νομή τους και η αξία τους δεν είναι μεγαλύτερη από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ, εφαρμόζονται τα άρθρα 467 έως 472, δηλαδή οι διατάξεις του δέκατου τρίτου κεφαλαίου του ΚΠολΔ με τον τίτλο "Ειδικές διατάξεις για τις μικροδιαφορές".
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 περ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση κατά της απόφασης του Ειρηνοδικείου επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος όμως αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές (ΑΠ 1054/2009, ΑΠ 1309/1984). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 22/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που δίκασε κατά την τακτική διαδικασία τροποποιούμενη από τις διατάξεις για τις μικροδιαφορές, το Ειρηνοδικείο έκανε δεκτή την από 9.12.2013 αγωγή της αναιρεσίβλητης για την καταβολή τροφείων ύψους 4.725,14 ευρώ για τη φιλοξενία τρίτου προσώπου στον απ' αυτήν διατηρούμενο οίκο ευγηρίας.
Με τον πρώτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ της παραβίασης των άρθρων 211, 1676, 1682, 1603 και 1649 ΑΚ. Ωστόσο, ο ανωτέρω λόγος, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, δεν είναι από εκείνους που μπορούν περιοριστικά, με βάση τη διάταξη 560 αριθ. 1 έως 6 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ν. 4335/2015, να προβληθούν κατά της προσβαλλόμενης απόφασης που εφάρμοσε τις ειδικές περί μικροδιαφορών διατάξεις και επομένως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. 4.- Ο εκ του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκη.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 211 ΑΚ, δήλωση βουλήσεως από κάποιον (αντιπρόσωπο) στο όνομα άλλου (αντιπροσωπευομένου) μέσα στα όρια της εξουσίας αντιπροσωπεύσεως ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου. Το αποτέλεσμα τούτο επέρχεται, είτε η δήλωση γίνει ρητά στο όνομα του αντιπροσωπευομένου, είτε συνάγεται από τις περιστάσεις.
Στην περίπτωση αυτή, υποκείμενο της δημιουργούμενης έννομης σχέσης από την ενέργεια του άμεσου αντιπροσώπου είναι ο αντιπροσωπευόμενος, ο οποίος και μόνο δεσμεύεται από τις επιχειρούμενες από τον πρώτο αλλά στο όνομά του πράξεις. Επίσης, αν ένα πρόσωπο υποβληθεί σε καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης (άρθρα 1666 επ.
ΑΚ), οπότε είναι ανίκανος για δικαιοπραξία (άρθρο 128 αριθ. 2 ΑΚ), αντ' αυτού ενεργεί ως νόμιμος εκπρόσωπος ο δικαστικός συμπαραστάτης του (άρθρο 1676 περ. 1, 1682, 1603 ΑΚ). Και στην περίπτωση αυτή, δήλωση βουλήσεως από το δικαστικό συμπαραστάτη στο όνομα του συμπαραστατούμενου ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του τελευταίου ο οποίος και μόνο δεσμεύεται από τις επιχειρούμενες από τον πρώτο αλλά στο όνομά του πράξεις.
Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, δέχθηκε ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων συνήψε την 1.10.2003 με την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη έγγραφη σύμβαση, στην οποία αναφέρεται ότι ενεργεί για λογαριασμό τρίτου και συγκεκριμένα της υπέργηρης (θείας της συζύγου του) Α.
Α., δυνάμει της οποίας η αναιρεσίβλητη ανέλαβε τη φιλοξενία αυτής σε οίκο ευγηρίας που διατηρεί αντί των συμφωνηθέντων τροφείων. Ότι στη συνέχεια η φιλοξενούμενη τέθηκε με την υπ' αριθ. 967/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε καθεστώς πλήρους δικαστικής συμπαράστασης και ο αναιρεσείων διορίσθηκε ως δικαστικός συμπαραστάτης της, ιδιότητα που διατήρησε μέχρι το θάνατό της (15.7.2013).
Καταλήγει δε στο συμπέρασμα ότι ο αναιρεσείων είχε υποχρέωση να πληρώσει προσωπικά ο ίδιος το υπόλοιπο των οφειλόμενων τροφείων 4.725,14 ευρώ, τόσο λόγω της ιδιότητάς του ως δικαστικού συμπαραστάτη, όσο και με βάση τη σύμβαση που κατά τα προαναφερόμενα είχε συνάψει. Για το λόγο αυτό απέρριψε τον ισχυρισμό του ότι δεν ενέχεται προσωπικά αφού ενήργησε στην αρχή ως αντιπρόσωπος της φιλοξενούμενης και στη συνέχεια ως νόμιμος εκπρόσωπος αυτής.
Ακολούθως, δέχθηκε την αγωγή και τον υποχρέωσε να πληρώσει το ανωτέρω ποσό με το νόμιμο τόμο από την επίδοση της αγωγής. Όμως, με τις ανωτέρω παραδοχές, το Ειρηνοδικείο διαλαμβάνει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τη θεμελίωση προσωπικής ενοχής του αναιρεσείοντος για την καταβολή των οφειλόμενων προς την αναιρεσίβλητη τροφείων της υπέργηρης Α.
Α., δηλαδή για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, από τη μία δέχεται ότι ο εναγόμενος συνήψε με την ενάγουσα και δη εγγράφως την ένδικη από 1.10.2003 σύμβαση, στην οποία ρητά αναφέρεται ότι ενεργεί για λογαριασμό τρίτου, δηλαδή ως άμεσος αντιπρόσωπος, οπότε σύμφωνα με τις προπαρατιθέμενες σκέψεις υποκείμενο της δημιουργηθείσας έννομης σχέσης από την ανωτέρω ενέργεια του άμεσου αντιπροσώπου ήταν ο αντιπροσωπευόμενος, ο οποίος και μόνο δεσμεύεται από τις επιχειρούμενες από τον πρώτο αλλά στο όνομά του πράξεις, μετά δε το θάνατό του οι καθολικοί του διάδοχοι.
Από την άλλη πάλι δέχεται ότι "ως δικαστικός συμπαραστάτης αλλά και βάσει της συμφωνίας που είχε συνάψει ..." ήταν υποχρεωμένος προσωπικά στην καταβολή των τροφείων, μολονότι και η επιπρόσθετη επίκληση της ιδιότητας αυτού ως νομίμου εκπροσώπου (δικαστικού συμπαραστάτη) δεν θεμελιώνει προσωπική ενοχή, αφού η δήλωση βουλήσεως από το δικαστικό συμπαραστάτη στο όνομα του συμπαραστατούμενου ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του τελευταίου ο οποίος και μόνο δεσμεύεται από τις επιχειρούμενες από τον πρώτο αλλά στο όνομά του πράξεις.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ν. 4335/2015, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την ανωτέρω αιτίαση, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. 5.- Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Ειρηνοδικείο, συγκροτούμενο από άλλον Ειρηνοδίκη, ενώ η αναιρεσίβλητη που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα του τελευταίου, όπως ειδικότερα στο διατακτικό αναφέρεται (άρθρα 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ η απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ' αυτόν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 22/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Ειρηνοδικείο, που θα συγκροτηθεί όμως από Ειρηνοδίκη άλλον απ' αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ' αυτόν. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιουνίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ