Legislator Case Law & Legislation
1042/2015 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal on ownership claim, ruling burden of proof remains with claimant.

Case Number 1042/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court ruling denying ownership of a property. The State argued the lower court erred in applying burden of proof rules regarding the claimant's long-term possession, but the court found the claimant's reliance on acquisitive prescription valid. Consequently, the court held that since the claimant failed to prove title to the original owners, the State's appeal lacked merit.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1045 and 974 of the Civil Code; The burden of proof for acquisitive prescription remains with the claimant, and an appeal based on alleged errors in applying these rules is inadmissible if the lower court correctly applied the legal definitions.

Keywords

AI generated
acquisitive prescription burden of proof ownership claim appeal inadmissibility Civil Code provisions

Cited Legislation

AI generated
Article 1045 of the Civil Code
Article 974 of the Civil Code
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 5 of Law 1738/1987
Article 2 of the Ministerial Decision 134423/1992
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1042 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1042/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Γιολάντα Παπαρούνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτων: Β. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Ντάλλα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/3/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 85/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 74/2014 του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 15/10/2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 27/4/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 1045 ΑΚ εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 ΑΚ όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί αυτή την εξουσία με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία.

Προκειμένου για ακίνητο άσκηση νομής συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ’ αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Ειδικότερα η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πεποίθηση του έχοντος αυτήν προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στο δικαιούχο αυτής.

Η διάνοια κυρίου εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειρισθεί και ο ιδιοκτήτης, χωρίς να απαιτείται και να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει την κυριότητα. Εξάλλου για την έναρξη της κτητικής παραγραφής είναι αδιάφορο το επιλήψιμο ή ανεπίληπτο της νομής, δεν ενδιαφέρει επίσης ο νομικός χαρακτηρισμός της πράξης, με την οποία ο χρησιδεσπόζων απέκτησε τη νομή, αν δηλαδή αυτή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κατά τις διατάξεις των άρθρων 975 και 976 ΑΚ ή σε πρωτότυπο τρόπο δια της καταλήψεως του ακινήτου, αφού δεν απαιτείται νόμιμος τίτλος ή οποιοσδήποτε όρος.

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ. να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα, των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο, εμβαδού 495,69 τ.μ., βρίσκεται στα όρια του οικισμού ..., εκτός της ζώνης αυτού και οριοθετείται γύρω και ολικά με δημοτική έκταση και με δημοτική οδό, όπως τούτο εμφαίνεται και αποτυπώνεται στο από Ιανουαρίου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου - τοπογράφου Μηχανικού Γ.

Σ., το οποίο είναι ενσωματωμένο στην αγωγή. Το ακίνητο αυτό εδόθη από την δημοτική αρχή και την Κοινωνική Υπηρεσία στον πατέρα του ενάγοντος - εφεσίβλητου Α. Μ. του Ν. το έτος 1950, προς αποκατάσταση του, επειδή η κατοικία του καταστράφηκε κατά τον εμπρησμό των Γερμανών επί κατοχής. Στο ακίνητο αυτό ο πατέρας του ενάγοντος έχτισε αμέσως οικία εμβαδού 38,48 τ.μ., στην οποία κατοικούσε και περιέφραξε το ακίνητο αυτό.

Το έτος 1970, κατασκεύασε νέο κτίσμα εφαπτόμενου του παλαιού, εμβαδού 32 τ.μ., για την δημιουργία κουζίνας και μπάνιου. Το όλο αυτό ακίνητο το νέμετο και το διακατείχε με διάνοια κυρίου ο πατέρας του ενάγοντος από το 1950 μέχρι και το 1990, γενόμενος έτσι κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Το έτος 1990 μεταβίβασε ατύπως, λόγω δωρεάς το ακίνητο αυτό στον ενάγοντα υιό του, ο οποίος έκτοτε μέχρι και σήμερα το νέμεται και το κατέχει με διάνοια κυρίου, επιβλέπει και παρακολουθεί αυτό, επιμελείται των εγκαταστάσεων σ’ αυτό (οικία, κήπος) και γενικά διενεργεί όλες τις πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του.

Το ακίνητο αυτό ουδέποτε παρουσίαζε εικόνα δασικής εκτάσεως, ούτε είχε χαρακτηριστεί ως τοιαύτη εν γνώσει του ενάγοντος. Και ενώ έτσι είχε η νομική και πραγματική κατάσταση, το ακίνητο αυτό, κατά την κτηματογράφηση της περιοχής, καταγράφηκε ως ανήκον σε ευρύτερο ακίνητο (γεωτεμάχιο), συνολικού εμβαδού 1.135,00 τ.μ., και έλαβε ΚΑΕΚ 18 081 02 11 002/0/0 και ότι το ακίνητο αυτό ανήκει κατά κυριότητα στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο.

Όμως, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα, το επίδικο ακίνητο είναι αυτοτελές και αυθύπαρκτο, εντός του οποίου είναι κτισμένη κατοικία συνολικού εμβαδού 70,48 τ.μ. (38,48 + 32) και αυτό ανήκει κατά κυριότητα στον ενάγοντα - εφεσίβλητο". Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο δέχθηκε ως κατ’ ουσίαν βάσιμη την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου, με την οποία ζήτησε, επικαλούμενος ανακριβή πρώτη κτηματολογική εγγραφή στα οικεία κτηματολογικά βιβλία, σύμφωνα με την οποία φέρεται το επίδικο ακίνητο ως ανήκον στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, να αναγνωρισθεί η κυριότητά του σ’ αυτό, δικαίωμα που απέκτησε με πρωτότυπο τρόπο, έκτακτη χρησικτησία, και να διορθωθεί η ανακριβής αυτή πρώτη εγγραφή, ώστε να αναγραφεί ως ιδιοκτήτης τούτων και ακολούθως απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που δέχθηκε τα ίδια.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου, από τον ενάγοντα με έκτακτη χρησικτησία, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων που εφάρμοσε, εκθέτοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν.

Ειδικότερα δέχθηκε το Εφετείο ότι το επίδικο ακίνητο νεμήθηκε ο πατέρας του ενάγοντος μετά την άτυπη παραχώρηση τούτου από την τότε κοινότητα ... το 1950 μέχρι και το 1990, με τις διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και ότι έκτοτε μέχρι και την άσκηση της αγωγής συνέχισε να νέμεται τούτο με τις ίδιες διακατοχικές πράξεις ο ενάγων, μετά την άτυπη παραχώρησή του από τον προηγούμενο αληθή κύριο πατέρα του και έτσι συμπληρώθηκε μέχρι την άσκηση της αγωγής η εικοσαετής νομή, με την προσμέτρηση της νομής του δικαιοπαρόχου του, σε συνδυασμό και με τη σαφή παραδοχή της προσβαλλομένης απόφασης ότι το επίδικο ακίνητο δεν υπήρξε ποτέ δάσος, απορρίπτοντας, παρά τη μη ρητή αναφορά της απόρριψης σ’ αυτήν, τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι το επίδικο ήταν κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας δάσος, δηλαδή ακίνητο που ανήκε στην κατηγορία των δημοσίων γαιών και ως τέτοιο ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο και περιήλθε στην κυριότητά του από την απελευθέρωση των Νέων Χωρών κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου.

Συνεπώς όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα είναι αβάσιμα. Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, καθ’ όσον με αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά και επειδή αφορούν ελλείψεις στην εκτίμηση των αποδείξεων από το ίδιο δικαστήριο, στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος και σε απλά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς στήριξη των απόψεών του ότι δεν κατέστη κύριος του επιδίκου, το οποίο είχε δασικό χαρακτήρα, ο αναιρεσίβλητος.

Επειδή η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

Ειδικότερα αν τυχόν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο και ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα αν και διαλαμβάνονταν στην αγωγή, τότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τον αρ. 8 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης.

Αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου πραγματικά γεγονότα τότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 14 του προαναφερόμενου άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Σε κάθε όμως περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ’ εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.

Ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του Εφετείου δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί, για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προβλήθηκε παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός.

Συνεπώς αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και ο αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που έχει ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός στον οποίο αυτός στηρίζεται, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα με λόγο της έφεσής του.

Το γεγονός εξάλλου ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία γιατί στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβιάζει μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο ισχυρισμός αυτός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, κατ’ ορθή υπαγωγή του διαλαμβανομένου νομικού σφάλματος και όχι από τον αρ. 1 που αναφέρεται στο αναιρετήριο, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή λόγω ποσοτικής αοριστίας αυτής, από τη μη ακριβή περιγραφή του επιδίκου, ως προς τις διαστάσεις και τη μορφή του έτσι ώστε να δημιουργείται αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του, καθώς και από την παράλειψη αναφοράς πράξεων νομής από τον αναιρεσίβλητο στο επίδικο ακίνητο, που συναρτάται με την επικαλούμενη απόκτηση της κυριότητάς του με έκτακτη χρησικτησία στην οποία και θεμελιώνεται η αγωγική αξίωση.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθ’ όσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός περί αοριστίας, που στηρίζει το σχετικό αναιρετικό λόγο, προτάθηκε στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση από το αναιρεσείον-εναγόμενο και εκκαλούν με λόγο έφεσης, Παρεκτός του ότι είναι απαράδεκτος κατ’ άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., καθ’ όσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης, παραδεκτώς κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ως διαδικαστικού εγγράφου για την έρευνα της βασιμότητας του λόγου, ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής υπό την προεκτεθείσα έλλειψη της ιστορικής βάσης αυτής δεν προτάθηκε με λόγο έφεσης στο δικαστήριο της ουσίας.

Αντίθετα προκύπτει ότι προτάθηκε αόριστα με το δικόγραφο της έφεσης ότι "έπρεπε η αγωγή να απορριφθεί ως αόριστη για το λόγο ότι ελλείπουν τα στοιχεία που κατ’ άρθρο 216 Κ.Πολ.Δ. απαιτούνται για το ορισμένο της αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτων", όπως ακριβώς αναγράφεται στο δικόγραφο αυτής.

Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1α Κ.Πολ.Δ.), που συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν ήταν εφαρμοστέος ή παρέλειψε να εφαρμόσει εκείνον που ήταν εφαρμοστέος είτε προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από εκείνη την οποία έχει, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, κατά τρόπο σαφή, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία ή εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου καθώς επίσης, εφ’ όσον το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υπόθεσης, τα πραγματικά γεγονότα, που αυτό δέχθηκε υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου.

Η από την παράλειψη αυτή αοριστία του δικογράφου της αναίρεσης, η οποία επάγεται την απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης (άρθρο 577 παρ. 1, 2 Κ.Πολ.Δ.) δεν μπορεί, όπως άλλωστε και κάθε αοριστία οιουδήποτε εισαγωγικού δικογράφου δίκης, να αναπληρωθεί από στοιχεία που βρίσκονται εκτός του αναιρετηρίου, ούτε ειδικότερα από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση που προσβάλλεται με την αναίρεση διότι, εκτός των άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποίες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν το αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που να μην το συνιστούν και να απορριφθεί για τον λόγο αυτό η αναίρεση, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως να ήταν διαφορετικό το αποτέλεσμα.

Συνεπώς ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., στον οποίο δεν αναφέρονται ενάριθμα οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν, σε σχέση με την εφαρμογή ή μη εφαρμογή των οποίων αποδίδονται σφάλματα στην προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να καθίσταται συγκεκριμένο το αντικείμενο του αναιρετικού ελέγχου, ούτε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο υπό τα οποία συντελέσθηκε η προβαλλομένη παραβίαση είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του.

Παρεκτός του ότι είναι απαράδεκτος, καθ’ όσον υπό την επίκληση της παραπάνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο τους ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 περ γ Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη.

Ως αίτηση κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρείται η αίτηση που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ενδίκου μέσου, της ανακοπής, της τριτανακοπής, όχι όμως και εκείνη της ένστασης, της αντένστασης και γενικά κάθε απόφασης σε κάθε άλλου είδους "πράγματα" υπό την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., αφετέρου δε και κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και έτσι συντελεί στην εξέλιξη της διαδικασίας για το σκοπό έκδοσης οριστικής απόφασης και εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης.

Επειδή με την κατάργηση με τους ν.2207/1994 και 2479/1977 της προδικαστικής απόφασης και της εισαγωγής της διαδικασίας του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ. σε όλες τις υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας δεν τίθεται θέμα υποκειμενικού βάρους αποδείξεως με την έννοια του προσδιορισμού του διαδίκου, στον οποίο πρέπει να επιβάλλει με την απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού.

Αντίθετα το αντικειμενικό βάρος αποδείξεως, με την έννοια του προσδιορισμού του διαδίκου, ο οποίος φέρει τον κίνδυνο της δημιουργούμενης στο δικαστήριο αμφιβολίας για την απόδειξη των θεμελιωτικών της αγωγής ή της ενστάσεως πραγματικών ισχυρισμών εξακολουθεί να λειτουργεί, στο οποίο περιορίζεται ο αναιρετικός έλεγχος από τον αρ. 13 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

κατά το οποίο ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως. Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά τρόπο αντιφατικό υποστηρίζεται ότι το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε σιωπηρά το λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος ,με τον οποίο διατυπώθηκαν παράπονα κατά της εκκληθείσας απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου για την παραβίαση των κανόνων του βάρους απόδειξης και παράλληλα, χωρίς διατύπωση επικουρικότητας ότι το δικαστήριο άφησε αδίκαστο τον ίδιο λόγο έφεσης, με αναφορά στις αντιφατικές αναιρετικές αιτιάσεις από τους αρ. 9 και 13 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός ως προς την αποδιδόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τον αρ. 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος, καθ’ όσον η μη λήψη υπόψη λόγου έφεσης, δε συνιστά αίτηση υπό την προεκτεθείσα έννοια και επομένως δε θεμελιώνει τον επικαλούμενο αναιρετικό λόγο.

Ως προς δε την αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αρ. 13 του ίδιου άρθρου της εσφαλμένης δηλαδή εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης "δεδομένου ότι το Ελληνικό Δημόσιο με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις του αρνήθηκε αιτιολογημένα την κυριότητα του ενάγοντος καθ’ ού η αναίρεση, με συνέπεια ο τελευταίος ως ενάγων να φέρει το βάρος να αποδείξει την κυριότητα των δικαιοπαρόχων του έως το χρόνο διαδοχής του Τουρκικού Κράτους από το Ελληνικό, βάρος στο οποίο ουδόλως ανταποκρίθηκε", είναι απαράδεκτος καθ’ όσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ενόψει του ότι το ένδικο δικαίωμα του ενάγοντος στηριζόταν στην έκτακτη χρησικτησία, και το δικαστήριο της ουσίας δε δέχθηκε το δασικό χαρακτήρα του επιδίκου απορρίπτοντας ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο το σχετικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, έτσι ώστε δεν ήταν αναγκαία η έρευνα της κυριότητας των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος.

Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Το αναιρεσείον, ως ηττηθείς διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ. 1, 3 του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ., 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987 και 2 της ΥΑ Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-10-2014 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου περί αναιρέσεως της 74/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουλίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ